Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6188/2015, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A131 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6188/2015 Μεταξύ: Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόντων -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελεί κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο, στην παρούσα αγωγή, ότι η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία είχε καταχωρήσει, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εκ μέρους εναγόντων κατοίκων εξωτερικού, συγκεκριμένη αγωγή. Στο πλαίσιο αυτής, οι εκεί ενάγοντες, έχοντας, στις 15.9.2010, εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, διατάχθηκαν να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση ύψους €500.000.-. Αυτό οδήγησε στο να αποσταλούν από συγκεκριμένη κατονομαζόμενη εταιρεία τα αναγκαία ποσά και να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός στην Λαϊκή Τράπεζα, δεσμευμένος ώστε να εκδοθεί η ως άνω τραπεζική εγγύηση, η οποία ανανεωνόταν ανά εξάμηνο. Μεσολάβησε η εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, την άνοιξη του έτους 2013, οπόταν και ο συγκεκριμένος λογαριασμός και εγγυητική μεταφέρθηκαν στους εναγόμενους και συνέχισαν να ανανεώνονται σε κάθε λήξη τους. Μέχρι τη διευθέτηση της εν λόγω ως άνω αγωγής και την ακύρωση της εν λόγω εγγυητικής τον Μάϊο του έτους
- Με επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 28.5.2015, αναζητήθηκε συγκεκριμένη διαχείριση των ποσών του λογαριασμού και σ' αυτό το χρονικό σημείο ξεκινούν οι διαφορές των δύο πλευρών. Ως οι ενάγοντες περαιτέρω δικογραφούν την αξίωσή τους στην έκθεση απαίτησής τους, οι εναγόμενοι, έκτοτε, άρχισαν να ενεργούν με κωλυσιεργία και, επικαλούμενοι προφάσεις ώστε να μη συμμορφωθούν με τις οδηγίες των εναγόντων, απέφευγαν να δεσμευτούν με οτιδήποτε γραπτό παρά τις επανειλημμένες επικοινωνίες των εναγόντων. Οι ενάγοντες δικογραφούν τα όσα, κατά τον ισχυρισμό τους, μεσολάβησαν μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2015, προβάλλοντας τη θέση ότι οι εναγόμενοι παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες τους και κατακρατούν παράνομα τα ποσά που είναι πιστωμένα στον εν λόγω επίδικο λογαριασμό. Είναι, συναφώς η αξίωσή των εναγόντων, στην παρούσα αγωγή, όπως εκδοθεί διαταγή του Δικαστηρίου ώστε οι εναγόμενοι να εκτελέσουν τις οδηγίες των εναγόντων, ως αυτές διαβιβάστηκαν στους εναγομένους με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 19.10.
- Διαζευκτικά, αξιώνουν απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για €513.091,53 (το πιστωμένο στο λογαριασμό ποσό στις 4.8.2015) πλέον οποιαδήποτε άλλα ποσά τα οποία είναι πιστωμένα σ' αυτόν. Περαιτέρω, αξιώνουν τιμωρητικές αποζημιώσεις και νόμιμο τόκο από 28.5.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι, με την Υπεράσπισή τους, εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις στη βάση της θέσης τους ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Περαιτέρω δε, παραθέτουν λεπτομερώς τους ισχυρισμούς τους προβάλλοντας τις ενέργειες από μέρους τους στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να ικανοποιήσουν τις οδηγίες των εναγόντων, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν τις παραλείψεις των εναγόντων και το δικαιολογημένο της δικής τους στάσης, έχοντας πάντοτε ως σκοπό την άμεση εξυπηρέτηση των εναγόντων. Αρνούμενοι, συνεπώς, κάθε αξίωση των εναγόντων, ζητούν την απόρριψη της παρούσας αγωγής. Στους ισχυρισμούς και θέσεις των εναγομένων, οι ενάγοντες απαντούν με το δικόγραφο της Απάντησης τους προβάλλοντας τους δικούς τους ισχυρισμούς. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά, δύο μάρτυρες, ένας για κάθε πλευρά, ενώ κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμός τεκμηρίων. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν ως ΜΕ, διευθύνοντα συνέταιρο σ' αυτούς. Μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΕ παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης, ουσιαστικά ως συνοψίζεται ανωτέρω, προχωρώντας με αναφορά στο τι ακολούθησε και οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας. Ως ο ΜΕ ανέφερε, η ενάγουσα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εκ μέρους σειράς εναγόντων κατοίκων εξωτερικού την αγωγή 7862/2010 εναντίον αριθμού εναγομένων. Στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, εξασφάλισε, στις 15.9.2010 προσωρινό διάταγμα για το οποίο οι ενάγοντες στην εν λόγω αγωγή διατάχθηκαν να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση ύψους €500,
- Οι ενάγοντες στην εν λόγω αγωγή διευθέτησαν ώστε να αποσταλούν στους δικηγόρους τους από την εταιρεία Mogford Impex Corporation Ltd, ουσιαστικής ιδιοκτησίας του Artem Egίazaryan, ο οποίος ήταν ένας από τους ενάγοντες στην αγωγή, τα απαιτούμενα κεφάλαια ώστε να ανοίξουν τότε, με την Marfin Laiki Bank προθεσμιακό λογαριασμό πελατών (client's account) ο οποίος δεσμεύτηκε προς όφελος της Marfin Laiki Bank ώστε η τελευταία να εκδώσει την εν λόγω εγγυητική για €500,000 στη βάση της οποίας συντάχθηκε το διάταγμα ημερ. 15.9.
- Η εν λόγω εγγυητική ίσχυε μέχρι 31.12.2010 με αυτόματες ανανεώσεις ανά εξάμηνο μέχρι την τελική έκβαση της αγωγής. Ως, περαιτέρω ανέφερε, η Marfin Laiki Bank συμβλήθηκε με την ενάγουσα. Η κατάθεση στο όνομα της ενάγουσας έγινε στη βάση σύμβασης και οι όροι 5 και 7 της εν λόγω σύμβασης δίδουν στην ενάγουσα το χωρίς όρους (με εξαίρεση τυχόν τέλη) δικαίωμα ανάληψης των χρημάτων αφενός και αφετέρου προνοούν ότι η τράπεζα μπορεί να τα συμψηφίζει με χρέη της ενάγουσας. Όσοι έλεγχοι έπρεπε να γίνουν κατά την εισαγωγή των επίδικων χρημάτων στην Κύπρο έγιναν από την Λαϊκή Τράπεζα. Ενώ η εν λόγω αγωγή βρισκόταν σε εξέλιξη, μεσολάβησε η εξυγίανση της Marfin Laiki Bank και η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της προς την εναγόμενη. Ως εκ τούτου η προθεσμιακή κατάθεση που εξασφάλιζε την εγγυητική μεταφέρθηκε στην εναγόμενη και έλαβε αριθμό λογαριασμού, η δε κατάθεση ανανεωνόταν από καιρού εις καιρόν σε εξασφάλιση της τραπεζικής εγγύησης που και αυτή συνέχισε να ανανεώνεται από καιρού εις καιρόν κατά τους όρους της. O εν λόγω λογαριασμός με την εναγόμενη είναι στο όνομα της ενάγουσας και δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή του ως διευθυντή της ενάγουσας. Ως ο ΜΕ εξήγησε, η αγωγή διευθετήθηκε κατά τρόπο ώστε να επιστραφεί η τραπεζική εγγυητική των €500,000 στην ενάγουσα με σκοπό την ακύρωση της. H εν λόγω εγγυητική παραδόθηκε στην εναγόμενη με συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 28.5.2015 με την οποία η εναγόμενη καλείτο αφενός να ακυρώσει την εγγυητική επιστολή και αφ' ετέρου να αποστείλει τα ποσά του δεσμευμένου λογαριασμού, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε κερδηθέντος τόκου, σε άλλο λογαριασμό πελατών της ενάγουσας στο Λιχτενστάιν. H εναγόμενη, πριν ζητήσουν τα χρήματα, δεν είχε πραγματοποιήσει οποιεσδήποτε έρευνες και δεν είχε εγείρει οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με αυτά τα χρήματα για να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της κάτω από τον νόμο για παρεμπόδιση ξεπλύματος παράνομου χρήματος, παρά το ότι είχε αυτή την κατάθεση στην κατοχή της για τουλάχιστον δύο χρόνια. Δεν ανησύχησε και δεν ερεύνησε τότε (μεταξύ Μαρτίου 2013 και Μάιου 2015) αν η Mogford ή ο Artem Egίazaryan ήταν ή όχι ύποπτοι για οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί καταγγελία τους κάτω από τον εν λόγω νόμο. Προέβαινε κανονικά σε ανανεώσεις του γραμματίου της κατάθεσης χωρίς να εγείρει πρόβλημα. Είναι η θέση του ΜΕ ότι η εναγόμενη κακόπιστα επικαλείται τον Νόμο για ξέπλυμα παράνομου χρήματος και την συνακόλουθη εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας για να ισχυριστεί ότι ενεργεί καλόπιστα και σύννομα. Πουθενά δεν λέγει στην υπεράσπιση της ότι κατέληξε πως συντρέχουν προϋποθέσεις παράνομης συμπεριφοράς είτε από την ενάγουσα είτε από την Mogford είτε από τον Artem Egiazaryan, ούτε και λέγει ότι έκανε σχετική καταγγελία στη ΜΟΚΑΣ για οποιονδήποτε από αυτούς. Ως εξήγησε, σε πρώτη φάση, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι δεν έχουν πλήρες αρχείο από τη Marfin Laiki Bank σε σχέση με την εν λόγω κατάθεση και την εγγυητική. Όταν τους δόθηκαν στοιχεία για να εντοπίσουν ότι το αρχικό έμβασμα προήλθε από την Mogford Impex Corporatίon Ltd, τήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα σιγή ως προς το πως θα χειριστούν το αίτημα της ενάγουσας επικαλούμενοι πάντοτε ότι το υπεύθυνο τμήμα KYC (γνώρισε τον πελάτη σου) είναι ανεξάρτητο και δεν μπορούν να το πιέσουν για να λάβει οποιαδήποτε απόφαση. Η ενάγουσα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 15.7.2015 στην υπεύθυνη του νομικού τμήματος της εναγομένης ζητώντας την παρέμβαση της. Παρά το ότι υπήρξε ανταπόκριση πως το θέμα θα μελετηθεί και θα επανέλθουν, το νομικό τμήμα της εναγομένης ποτέ δεν επανήλθε το ίδιο είτε για να προβάλει προαπαιτούμενα πληρωμής είτε για άλλο λόγο. Αντίθετα επανήλθε το τμήμα/κατάστημα της εναγομένης με το οποίο γίνονταν όλες οι προηγούμενες επαφές και έθετε προφορικά τα όσα απαιτούσε να του προσκομισθούν για να εκτελέσει τις εντολές πληρωμής. Επειδή είχε χαθεί η εμπιστοσύνη προς την εναγόμενη και ήταν εμφανής η επίκληση προφάσεων παρά βάσιμων αιτημάτων, η ενάγουσα ζήτησε να της δοθούν γραπτώς τα όσα απαιτεί η εναγόμενη για να εκτελέσει τις οδηγίες της ενάγουσας. Για να ελέγξουν την καλόπιστη ή κακόπιστη προσέγγιση της εναγόμενης, αφού τους έλεγαν ότι οι επιπλοκές προκύπτουν από το γεγονός ότι το ποσό είναι πέραν των ορίου των €15.000, με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.6.2015, οι ενάγοντες απέσυραν την εντολή για ολόκληρο το ποσό και ζήτησαν να εμβάσουν ποσό μόνον €14.500, κάτω δηλαδή από το όριο των €15.000 που τους ανέφεραν ότι είναι το ποσό που εμπλέκει το compliance της τράπεζας και δημιουργούνταν προβλήματα στην εκπλήρωση των εντολών τους. Και πάλι όμως η τράπεζα ζήτησε τα όσα ζητούσε για ολόκληρο το ποσό επιβεβαιώνοντας έτσι ότι είναι κακόπιστη και με αλλότρια κίνητρα. Μετά από αυτή την εξέλιξη και σε συνεννόηση με τους πελάτες οι οποίοι τους οφείλουν δικηγορικά για σωρεία υποθέσεων τους στη Κύπρο, περιλαμβανομένης της εν λόγω αγωγής η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια και πρότεινε στην εναγόμενη να πιστώσει το λογαριασμό εργασιών της ενάγουσας. Επρόκειτο δηλαδή για εντολή του δικαιούχου του λογαριασμού να πληρωθεί το ποσό σε άλλο λογαριασμό του ίδιου δικαιούχου που είναι δικηγορική εταιρεία στη Κύπρο, εντός της Δημοκρατίας και αφαιρούσε κάθε υποψία ως προς τον παραλήπτη των χρημάτων. Και πάλι η εναγόμενη αρνήθηκε να το πράξει. Τελικά, η εναγόμενη διατύπωσε τις θέσεις της γραπτώς με την επιστολή ημερομηνίας 8.9.2015 και ζητούσε να ακολουθηθούν δύο υπαλλακτικές λύσεις, είτε πληρωμή απευθείας στη Mogford, είτε εξουσιοδότηση της Mogford προς την ενάγουσα για εν λευκώ χειρισμό των χρημάτων. Επιλέγηκε η δεύτερη και η σχετική εντολή της Mogford δόθηκε στην ενάγουσα. Ως ο ΜΕ συνέχισε να πει, η εναγόμενη τελικά ανέκρουσε πρύμναν και επέμενε σε απευθείας έμβασμα στην Mogford. H ενάγουσα θεωρούσε ότι η εναγόμενη δεν δικαιούτο στα όσα ζητούσε με την επιστολή ημερομηνίας 8.9.2015, όμως, παρά ταύτα, με την επιστολή της ημερομηνίας 19.10.2015 παρέδωσε στην εναγόμενη όλα τα ζητηθέντα έγγραφα σε μορφή apostilled, ήτοι, πιστοποιητικό σύστασης, διορισμό του πρώτου διοικητικού συμβούλου και αντίγραφο του καταστατικού της εταιρείας, πιστοποιητικό Good Standing ημερομηνίας 1.10.2015, πιστοποιητικό Certificate of Incumbency ημερομηνίας 2.10.2015, αντίγραφο του διαβατηρίου του διευθυντή της εταιρείας, πιστοποιημένο από δικηγόρο της ενάγουσας, αντίγραφο του διαβατηρίου του μετόχου της εταιρείας, πιστοποιημένο από δικηγόρο της ενάγουσας, αντίγραφο της άδειας οδηγού του μετόχου της εταιρείας πιστοποιημένο από δικηγόρο της ενάγουσας και πρακτικά διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημερομηνίας 1.10.2015 apostilled με τα οποία εξουσιοδοτείται η Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. να δώσει εντολές προς την τράπεζα κατά το δοκούν ως προς το πώς να μεταχειριστεί η εναγόμενη τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό. Το μόνο έγγραφο που δεν προσκομίσθηκε είναι ανανεωμένο διεθνές διαβατήριο του Artem Egiazaryan. Προσκομίσθηκε όμως, το ληγμένο τέτοιο διαβατήριο και εξηγήθηκε γιατί το εν λόγω πρόσωπο δεν προσκομίζει ανανεωμένο διαβατήριο. Παράλληλα, δόθηκαν άλλα στοιχεία που αποδείκνυαν την μόνιμη κατοικία του. Επειδή και πάλι υπήρξε κωλυσιεργία εκ μέρους της εναγομένης, μεσολάβησε δική του συνάντηση με τον υπεύθυνο υπάλληλο της εναγομένης και, ως συνέπεια της, αποστάληκε διευκρινιστική επιστολή ημερομηνίας 6.11.2015 η οποία θα έλυνε το πρόβλημα. Συναντήσεις μεταξύ αξιωματούχων της εναγόμενης και της ενάγουσας πράγματι έγιναν και σε όλες η θέση των υπαλλήλων της εναγόμενης ήταν πως συμφωνούσαν με την ενάγουσα για εκπλήρωση των οδηγιών της αλλά δυστυχώς το τμήμα compliance "μουλάρωσε". O ΜΕ είπε περαιτέρω ότι ο υπεύθυνος του τμήματος/καταστήματος της εναγόμενης, σε τηλεφωνική επικοινωνία ημερομηνίας 2.12.2015 μαζί του, του ανέφερε ότι η τράπεζα θα ήταν πρόθυμη να αποστείλει τα χρήματα απευθείας σε λογαριασμό της Mogford. Στις 5.4.2017 τους απάντησαν ότι η Mogford διαλύθηκε και δεν μπορεί να εκτελεστεί η εντολή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, όποιο σχήμα και αν εισηγηθήκαν δεν έγινε κατορθωτό να λάβουν τα χρήματα. Η εναγόμενη παραλείπει να συμμορφωθεί με τις δοθείσες οδηγίες και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αρνούνται ή παραλείπουν ή αποφεύγουν να απαντήσουν σε τηλεφωνήματα ή ηλεκτρονικά μηνύματα της ενάγουσας. H εναγόμενη κατακρατεί παράνομα τα ποσά που είναι πιστωμένα στον εν λόγω λογαριασμό. Αυτό προκαλεί τεράστια ζημιά στην ενάγουσα η οποία δεν έχει οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία προς τους πελάτες της γιατί δεν έχει επιστρέψει προς αυτούς το ποσό της εγγυητικής και γιατί δεν έχουν εξοφληθεί τα ποσά που αναφέρονται στα τιμολόγια ανωτέρω. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο ΜΕ κατέθεσε, ενώπιον του Δικαστηρίου, τα Τεκμήρια 1-23, ενώ, κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε στους ισχυρισμούς και θέσεις του, εξηγώντας αυτούς και προβαίνοντας παράλληλα σε διάφορες τοποθετήσεις απαντώντας τα σχετικά ερωτήματα του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων. Από την πλευρά των εναγομένων, κατέθεσε, ως ΜΥ, υπάλληλος αυτής, κατέχων τη θέση του Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Τραπεζικών Εργασιών. Ως εξήγησε, μέσω γραπτής του δήλωσης την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Διευθυντή Κέντρου Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και ήταν τοποθετημένος στο υποκατάστημα στην οδό Δημοφώντος και Μακαρίου, όπου και τηρούνταν οι σχετικοί τραπεζικοί λογαριασμοί που η παρούσα αγωγή αφορά. Ως εκ της θέσεως και καθηκόντων του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα των εναγομένων, όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα και γεγονότα είχε πρόσβαση και είχε μελετήσει το σχετικό φάκελο και όλα τα έγγραφα που τηρούνται σε αυτόν, είχε συνεχή ενημέρωση από τον υπεύθυνο Λειτουργό Εξυπηρέτησης των εναγόντων (ο οποίος έκτοτε έχει αποχωρήσει από τους Εναγόμενους) και είχε επίσης προσωπική εμπλοκή, αφού συμμετείχε τόσο σε συναντήσεις όσο και σε συνομιλίες με τους αντιπροσώπους των εναγόντων, συγκεκριμένα τον ΜΕ. Τόσο το επίδικο γραμμάτιο όσο και ο επίδικος λογαριασμός «clients account» είχαν ανοιχθεί αρχικά από την Marfin Popular Bank Public Company Ltd («πρώην Λαϊκή»), της οποίας, από την 29 Μαρτίου 2013, έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις στους εναγόμενους. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ο ΜΥ προέβη, κι αυτός, σε μια αναδρομή των γεγονότων που αφορούν το άνοιγμα του λογαριασμού και έκδοση της εγγυητικής, για να συνεχίσει λέγοντας ότι η διατήρηση και λειτουργία "Clients Accounts" θεωρούνται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως κατηγορία «υψηλού κινδύνου» και ως εκ τούτου και σύμφωνα με ρητές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, υπάρχουν αυξημένες αρμοδιότητες, ευθύνες και καθήκοντα των λειτουργών των εναγομένων αναφορικά με τους εν λόγω λογαριασμούς. Στο πλαίσιο αυτών των καθηκόντων, τα Πιστωτικά Ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να διατηρούν αυξημένα μέτρα ασφάλειας και δέουσας επιμέλειας, ως προς τη διαδικασία προσδιορισμού ταυτότητας πελατών, δικαιούχων και τελικών δικαιούχων (ultimate beneficiaries) ενός «clients account», τα οποία στοιχεία και πληροφορίες πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμα για έλεγχο από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, αφού τα κατατεθειμένα σε λογαριασμό «clients account» δεν ανήκουν στον δικηγόρο (και γενικά στον επαγγελματία) επ' ονόματι του οποίου έχει ανοιχθεί o εν λόγω λογαριασμός αλλά ανήκουν στον πελάτη αυτού. Επί του προκειμένου λογαριασμού, ο ΜΥ περαιτέρω ανέφερε ότι στις 28.5.2015, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι η αγωγή για την οποία υπήρχε η εγγύηση είχε διευθετηθεί και ζήτησαν την ακύρωση της εγγυητικής που είχε εκδοθεί και την αποστολή του ποσού του γραμματίου, ήτοι των €500.000 πλέον τόκων, σε λογαριασμό τύπου «Clients Account» των εναγόντων στο Λιχτενστάιν. Αφού λήφθηκε η πιο πάνω επιστολή, οι εναγόμενοι έλαβαν άμεσα διαβήματα. Το Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων, των εναγομένων απέστειλε την ίδια ημέρα, ήτοι στις 28.5.2015, οδηγίες στο Κέντρο Εμπορικών Συναλλαγών στην Λευκωσία για ακύρωση της εν λόγω Εγγυητικής Επιστολής, με επισύναψη της πρωτότυπης εγγυητικής επιστολή. Την ίδια ημέρα επίσης αποστάληκε σχετική επιστολή προς την Κεντρική Υπηρεσία Εκτελέσεων με οδηγίες όπως ακυρωθεί η δέσμευση μετρητών ύψους €500.000 στον εν λόγω λογαριασμό. Σε συνέχεια των ως άνω, την ίδια ημέρα, στις 28.5.15 οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες λευκή αίτηση «FΧ001-01-1673Α», φόρμα και/ή έντυπο η οποία χρησιμοποιείτο για εμβάσματα και η οποία επεστράφη πίσω συμπληρωμένη από τους ενάγοντες μέσω τηλεομοιότυπου την 29.5.
- Στις 2.6.2015 οι εναγόμενοι απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους ενάγοντες με το οποίο ζητούσαν διευκρινήσεις αναφορικά με την αιτούμενη μεταφορά. Με το εν λόγω μήνυμα τους, οι εναγόμενοι ζήτησαν να μάθουν το λόγο που θα μεταφέρετο το εν λόγω ποσό σε λογαριασμό του εξωτερικού, καθώς και αν το αρχικό ποσό του γραμματίου προήλθε από έμβασμα του εξωτερικού και αφορούσε συγκεκριμένο σκοπό και λόγο. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 2.6.2015, οι εναγόμενοι με περαιτέρω μήνυμα τους, κατόπιν απάντησης των εναγόντων, ζήτησαν διευκρινίσεις αναφορικά με το όλο ιστορικό της υπόθεσης αλλά και κάποιες πληροφορίες. Κατόπιν μιας σύντομης απάντησης των εναγόντων στο εν λόγω μήνυμα, οι εναγόμενοι επανήλθαν την ίδια ημέρα, ήτοι στις 3.6.2015 και ζήτησαν, εκ νέου, απαντήσεις στα ερωτήματα τους, με σκοπό πάντα την υποβοήθηση των εναγόντων στο αίτημα τους. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ζήτησαν όπως τους δοθούν τα στοιχεία των ατόμων και εταιρειών στους οποίους ανήκαν, την σχέση των αποδεκτών των χρημάτων με τους ενάγοντες, ποιοι είναι οι τελικοί αποδέκτες (ultimate beneficiaries) των χρημάτων, σε ποιους θα διανεμηθούν ακριβώς και τη σχέση της εταιρείας Mogford Impex που απέστειλε τα εν λόγω χρήματα, με τους ενάγοντες στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι ενάγοντες, αντί να απαντήσουν στο εν λόγω ερωτήματα, απέστειλαν, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήτοι 3.6.2015, μέσω τηλεομοιότυπου, επιστολή με την οποία ακύρωναν τις οδηγίες τους ημερομηνίας 28.5.2015, η οποία αφορούσε την αποστολή του ποσού και των οποιονδήποτε τόκων από την δέσμευση του γραμμάτιου σε λογαριασμό Client Account των εναγόντων στο Λιχτενστάιν και καλούσε τους εναγόμενους όπως μεταφέρουν μόνο το ποσό των €14.500 από το εν λόγω γραμμάτιο στον ίδιο αριθμό λογαριασμού των ενάγοντων (Client Account) στο Λιχτενστάιν. Στις 4.6.2015, οι εναγόμενοι ζήτησαν νέες οδηγίες από τους ενάγοντες, οι οποίες θα αφορούσαν τη μεταφορά του ποσού των €14.500 από το γραμμάτιο, καθότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος μεταφοράς, αυτή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, λόγω του ότι μεταφορές εκτελούνται μόνο από τρεχούμενους και όχι απευθείας από λογαριασμούς γραμματίων. Κατά τη μεταξύ των μερών συζήτηση του εν λόγω ζητήματος, οι ενάγοντες ανέφεραν ότι τα χρήματα στον εν λόγω λογαριασμό, παρά το γεγονός ότι είχαν κατατεθεί από την εταιρεία Mogford Impex Corporation Ltd προς όφελος των
(7)εναγόντων στην αγωγή, ήταν και αποτελούσαν κατά την δεδομένη στιγμή, ως ο ισχυρισμός των εναγόντων, οφειλή προς τους δικηγόρους των
(7)εναγόντων στην αγωγή, ήτοι των εναγόντων λόγω υπηρεσιών που προσέφεραν οι ενάγοντες στους εν λόγω ενάγοντες. Προς τούτο, οι ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στου εναγόμενους επτά
(7)τιμολόγια στο όνομα τους. Οι εναγόμενοι, με δεδομένη αυτήν την πληροφορία, ανέφεραν στους ενάγοντες ότι ενδεχομένως η ορθή διαδικασία θα ήταν, αφού και υπό την προϋπόθεση ότι η δικαιούχος των χρημάτων εταιρεία Mogford Impex Corporation Ltd έδιδε σχετικές οδηγίες και παρουσιάζονταν και γίνονταν αποδεκτά όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και έγγραφα, να αποσταλούν τα χρήματα σε συγκεκριμένα Client Accounts, τα οποία θα ανοίγονταν επ' ονόματι έκαστου ενάγοντα, ως αυτοί εμφαίνονταν επί του κλητηρίου στην αγωγή και μετέπειτα οι εν λόγω ενάγοντες θα μπορούσαν να δώσουν οδηγίες και να διευθετήσουν να πληρώσουν τις όποιες οφειλές τους στους δικηγόρους τους, ήτοι τους ενάγοντες, εισήγηση η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Αφού μεσολάβησαν άλλες εισηγήσεις των εναγόντων, ακολούθησαν πολλές συζητήσεις και συναντήσεις προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα, συζητήσεις οι οποίες οδήγησαν, εν τέλει, στην αποστολή εκ μέρους των εναγομένων επιστολής ημερομηνίας 8.9.2015 στην οποία καταγράφονταν οι θέσεις των εναγομένων για αποδέσμευση και αποστολή του ποσού του γραμματίου και καθορίζονταν τα απαιτούμενα που θα έπρεπε να προσκομιστούν ώστε να προχωρήσει η διαδικασία, μεταξύ των οποίων, o ιδιοκτήτης και δικαιούχος του ποσού του γραμματίου να στείλει προς τους εναγόμενους συγκεκριμένη επιστολή/οδηγία αναφορικά με τον χειρισμό του εν λόγω ποσού, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να δοθούν οδηγίες προς τους εναγόμενους όπως το ποσό μεταφερθεί είτε σε συγκεκριμένο λογαριασμό που θα υποδείξει ο δικαιούχος είτε να παρέχει εξουσιοδότηση προς τους ενάγοντες για εν λευκώ διαχείριση του εν λόγω λογαριασμού. Ο ΜΥ προέβηκε σε λεπτομερή αναφορά του τι ζητήθηκε, για να εξηγήσει ότι όντως οι ενάγοντες ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω επιστολή και στις 21.10.2015 προσκόμισαν πλείστα εκ των εγγράφων που είχαν ζητηθεί, το περιεχόμενο των οποίων μελετήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες των εναγομένων (μεταξύ άλλων και το Τμήμα Διεθνών Υπηρεσιών) προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον τα προσκομισθέντα έγγραφα ικανοποιούν τις απαιτήσεις των οδηγιών και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας για αποδέσμευση του ποσού του γραμματίου. Από τη μελέτη των προσκομισθέντων εγγράφων διαπιστώθηκε ότι πλείστα εκ των εγγράφων έπρεπε να επικαιροποιηθούν από τους ενάγοντες, δεν προσκομίστηκαν έγγραφα που να αποδεικνύουν την μόνιμη διαμονή του Διευθυντή της δικαιούχου εταιρείας και, όσον αφορά τον μοναδικό και αποκλειστικό μέτοχο της ως άνω εταιρείας, κανένα έγκυρο έγγραφο δεν προσκομίστηκε που να αποδεικνύει την ταυτότητα του. Ειδικότερα, όσον αφορά αυτόν (που ήταν o ενάγοντας 2 στην αγωγή, προσκομίστηκαν μόνο αντίγραφο του διαβατηρίου του αλλά και αντίγραφα άδειας οδήγησης εξωτερικού (εκδοθείσας στις ΗΠΑ) ενώ δεν είχε προσκομισθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό της μόνιμης διαμονής του. Ως εκ τούτου ζητήθηκε από τους ενάγοντες όπως, πέραν της επικαιροποίησης των εγγράφων, να προσκομισθούν επιπρόσθετα και αντίγραφο διεθνούς διαβατηρίου (International Passport) και απόδειξη μόνιμης διαμονής. Για τον ως άνω διευθυντή, απόδειξη μόνιμης διαμονής. Τα επιπλέον στοιχεία που ζητήθηκαν δόθηκαν σε συνάντηση που έγινε μεταξύ Εναγόντων-Εναγομένων στις 6.11.2015 στην οποία o ΜΕ, αφού επικαιροποίησε τα έγγραφα που είχαν δοθεί προηγουμένως, παρέδωσε, διά χειρός, σε αυτόν επιστολή ίδιας ημερομηνίας στην οποία είχαν επισυναφθεί, για τον μοναδικό μέτοχο, Employment Authorization Card, ενώ, για τον διευθυντή, διεύθυνση αλληλογραφίας. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή του, o ΜΕ ενημέρωνε τους εναγόμενους ότι ο μέτοχος βρίσκεται και εργάζεται μόνιμα στις Η.Π.Α και οι Ρωσικές Αρχές δεν επιτρέπουν στον τελευταίο να ανανεώσει το διεθνές ρωσικό διαβατήριο του, το οποίο είχε ήδη λήξει κατά τη διάρκεια παραμονής του στις H.Π.A. Αφού τα έγγραφα που δόθηκαν εξετάσθηκαν, κρίθηκε ότι τα στοιχεία δεν ήσαν ικανοποιητικά, αφού και πάλιν δεν πληρούνταν οι αυστηρές και επιτακτικές πρόνοιες των οδηγιών και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και ως εκ τούτου, στις 2.12.2015, ο ίδιος επικοινώνησε προσωπικά με τον ΜΕ και του ανέφερε ότι ο μόνος τρόπος που υπήρχε για να λυθεί το ζήτημα ήταν τα χρήματα να αποσταλούν απευθείας σε λογαριασμό της εταιρείας, ήτοι του δικαιούχου και ιδιοκτήτη των χρημάτων, νοουμένου βεβαίως ότι ικανοποιούνταν και πάλι οι οδηγίες και εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Ο ΜΥ αναφέρθηκε επίσης σε γεγονότα που ακολούθησαν της καταχώρησης της αγωγής για να εξηγήσει τη μη ύπαρξη κωλυσιεργίας ή αδράνειας εκ μέρους των εναγομένων αλλά και τη συμμόρφωση αυτών προς τις επιτακτικές υποχρεώσεις τους ως προκύπτουν από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Ο λόγος, ως είπε, για τον οποίο δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστούν οι οδηγίες που δόθηκαν είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποστείλουν τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες. Ο ΜΥ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 24-27, με το τελευταίο να αποτελεί την αναφερόμενη από τον μάρτυρα εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Κι αυτός ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε στους ισχυρισμούς και θέσεις του, εξηγώντας αυτούς εις απάντηση των ερωτήσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων. Οι δύο πλευρές προέβησαν, επίσης, σε δήλωση, ως παραδεκτών γεγονότων, ότι όταν παραδίδονταν τα έγγραφα από τους ενάγοντες, τα οποία είχαν ζητηθεί δυνάμει του Τεκμηρίου 10 (επιστολή ημερομηνίας 8.9.2015), η εταιρεία Mogford Impex Corporation Ltd ήταν δρώσα και στις 7.12.2016 δημοσιεύτηκε, στην επίσημη εφημερίδα των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, ότι είναι μία από τις εταιρείες που είχαν διαγραφεί από το σχετικό μητρώο. Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων, έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Αναλόγως, είναι με μεγάλη προσοχή που το Δικαστήριο προσέγγισε και μελέτησε τα εγειρόμενα θέματα και τις θέσεις των πλευρών στις τελικές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω, την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας. Ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από τον ΜΕ, παρατηρώ τη θετική εντύπωση που μου προκάλεσε ως μάρτυρας. Παρέθεσε με άνεση και σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία ήταν στη γνώση του, χωρίς να διστάσει να αποδεκτεί επιπρόσθετα στοιχεία που αφορούσαν τα γεγονότα και στα οποία δεν είχε αναφερθεί. Με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο παρέθεσε την εκδοχή των εναγόντων και, χωρίς υπεκφυγές, περιέγραψε το όλο ιστορικό των γεγονότων, αναλύοντας τα όσα υποστηρίζουν τα όσα οι ενάγοντες αποδίδουν στους εναγομένους. Φυσικά, θα πρέπει να λεχθεί ότι, πέραν της ερμηνείας που οι ενάγοντες αποδίδουν στις ενέργειες των εναγομένων, ο ΜΕ δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης επί των ουσιωδών πρωτογενών γεγονότων, τα οποία, ευρύτερα στην παρούσα υπόθεση, είναι κοινώς αποδεκτά. Αξιολογώ τον ΜΕ ως αξιόπιστο μάρτυρα και, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, αποδέχομαι τα λεγόμενα του, αφού, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε σημείο το οποίο να κλονίζει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Αντίθετη είναι η εντύπωση που μου προκάλεσε ο ΜΥ ως μάρτυρας, μ' αυτήν να χαρακτηρίζεται αρνητική. Ασφαλώς, η παράθεση μη αμφισβητούμενων πρωτογενών γεγονότων αναφορικά με τις εκατέρωθεν ενέργειες, γίνεται αποδεκτή, όμως το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ δεν εξαντλείται από αυτό. Ήταν εμφανής, κατά την άποψη μου, η προσπάθεια του ΜΥ να δικαιολογήσει τη στάση των εναγομένων. Αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη, μεμπτό. Όμως, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η μεταπίδηση του μάρτυρα από δικαιολογία σε δικαιολογία (συγκεκριμένες θέσεις), ασχέτως αν τέτοιες τοποθετήσεις, ενδεχομένως, να μην μπορούν να πείσουν. Και εξηγώ. Εμφανώς ο ΜΥ αποδίδει ευλαβικά μεγάλη βαρύτητα στο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν λογαριασμός πελατών (client's account) και ότι τέτοιοι λογαριασμοί χαρακτηρίζονται από την Κεντρική Τράπεζα ως υψηλού κινδύνου. Με αυτό ως δεδομένο, οδηγείται στη θέση ότι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να προβούν στους δέοντες ελέγχους, προς συμμόρφωση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (προσκόμισε το Τεκμήριο 27), παρουσιάζοντας τον εαυτό του να μην διανοείται να προβεί σε εκπτώσεις ως προς τούτο, δεδομένης της σοβαρότητας του θέματος και των σοβαρών επιπτώσεων που επιφέρει μη τέτοια συμμόρφωση. Όμως, απορία προκαλεί γιατί κανένας τέτοιος έλεγχος δεν έγινε κατά τις ανανεώσεις του γραμματίου και της εγγυητικής. Που σαφώς αποτελούν τραπεζικές πράξεις. Κι ενώ ο ΜΥ αναφέρθηκε ακόμη και στην υποχρέωση επικαιροποίησης των στοιχείων κάθε χρόνο, και πάλι κάτι τέτοιο δεν έγινε από τη στιγμή που ο λογαριασμός ήταν στοιχείο των εναγομένων. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι πείθει η δικαιολογία για την κατάσταση που επικρατούσε κατά την περίοδο της εξυγίανσης, απορία και πάλι δημιουργείται από το ότι ο μάρτυρας παρουσιάζεται, από τα λεγόμενα του, να ήταν γνώστης των λεπτομερειών των δικαιούχου εταιρείας και προσώπου, από το έτος
- Γεννάται, συναφώς, το ερώτημα κατά πόσο η όλη στάση του ΜΥ και των εναγομένων, κατ' επέκταση, αποτελεί για μια επίπλαστη πειθαρχία στις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως, όταν τα χρήματα παρέμεναν στο τραπεζικό ίδρυμα και δεσμεύονταν λόγω της εγγυητικής. Περαιτέρω δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής η εναλλαγή δικαιολόγησης της στάσης των εναγομένων από το να μην αποδοθούν τα χρήματα σε μη δικαιούχους, δηλαδή πρόσωπο άλλο από την εταιρεία από την οποία προήλθαν, στο να δοθούν τα στοιχεία που ζητήθηκαν με σημαντικότερο όλων της ταυτότητας του μετόχου μέσω διεθνούς διαβατηρίου σε ισχύ. Σχετικό, επί του προκειμένου, είναι το ότι η αρχική οδηγία για μεταφορά σε άλλο "client's account" των εναγόντων δεν άλλαζε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χρημάτων, ενώ ακόμη και με τον περιορισμό των οδηγιών σε ποσό χαμηλότερο των 15.000, τα απαιτούμενα από τους εναγόμενους παρέμειναν τα ίδια. Σαφής και η θέση του ΜΥ ότι ζητούνταν τα ελάχιστα απαιτούμενα ώστε να μην παρανομήσουν οι εναγόμενοι και βγουν εκτός των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και, παράλληλα, να μην αποδοθούν τα χρήματα σε μη δικαιούχο. Προς άρση παρεξηγημένης αντίληψης, μια ανάλογη στάση από ένα τραπεζικό ίδρυμα δεν είναι κατ' ανάγκη μεμπτή. Το ζητούμενο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι κατά πόσο τέτοια στάση αποτελεί απλώς επίφαση. Το όλο θέμα, αναπόφευκτα, οδηγείται σε διάφορα ερωτήματα. Αν, για παράδειγμα, για κάθε δοσμένο σενάριο και οδηγία, απόλυτης προτεραιότητας ήταν η αναζήτηση και συμπλήρωση των στοιχείων που οι εναγόμενοι ζήτησαν, ποιος ήταν ο λόγος συζητήσεων για εναλλακτικούς τρόπους ανάληψης των χρημάτων; Γιατί αναζητούνται τα στοιχεία για ανάληψη €14.500; Με δεδομένες τις σαφής οδηγίες της Mogford, τι θα άλλαζε αν τα χρήματα μεταβιβάζονταν σε άλλο λογαριασμό πελατών των εναγόντων, ή αν εξοφλούσαν δικηγορικά έξοδα έστω και εκ μέρους άλλων προσώπων/διαδίκων, ή αν κατατίθεντο απευθείας σε λογαριασμό της Mogford; Αν τα στοιχεία ταυτοποίησης ήταν απαραίτητα, (αυτή είναι η θέση των εναγομένων) προς τι η όλη αναζήτηση εναλλακτικών; Θα ανέμενε κανείς μια απλή τοποθέτηση ότι το θέμα τελειώνει στην προσκόμιση των στοιχείων προς συμμόρφωση με την εγκύκλιο. Από δε, ένα τέτοιο σημείο, η συζήτηση οδηγείται στο περιεχόμενο των οδηγιών της εν λόγω εγκυκλίου, η οποία έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση ξεπλύματος παράνομου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ενδιαφέρον προκαλεί ότι ο ΜΥ δεν ήταν σε θέση να υποδείξει ποιος ήταν ο αναδυόμενος κίνδυνος στην παρούσα υπόθεση για κάτι τέτοιο. Επιπροσθέτως, με δεδομένο ότι επρόκειτο για υφιστάμενο λογαριασμό, δηλαδή τα χρήματα είχαν εισαχθεί στο τραπεζικό σύστημα, το ερώτημα προκύπτει ποια από τις διάφορες δοθείσες εναλλακτικές οδηγίες δημιουργούσε κίνδυνο που να αφορά την εγκύκλιο; Παρεμβάλλεται, φυσικά και πάλι, το αξιοπερίεργο της τοποθέτησης του ΜΥ ότι αφού εξετάστηκαν τα στοιχεία που προσκόμισαν οι ενάγοντες και δεν πληρούνταν οι αυστηρές και επιτακτικές πρόνοιες των οδηγιών και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, ο ίδιος ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι ο μόνος τρόπος που υπήρχε να λυθεί το ζήτημα ήταν τα χρήματα να αποσταλούν απευθείας σε λογαριασμό της Mogford, ήτοι του δικαιούχου και ιδιοκτήτη των χρημάτων, νοουμένου βεβαίως ότι ικανοποιούνταν και πάλι οι οδηγίες και εγκύκλιοι. Δεν πείθει η αναφορά για ύπαρξη τέτοιας επιφύλαξης αφού, ως αναλύεται ανωτέρω, μια τέτοια ικανοποίηση, θα καθιστούσε εφικτό κάθε σενάριο οδηγιών. Μη ύπαρξη, όμως τέτοιας επιφύλαξης, θέτει το ερώτημα γιατί απευθείας μεταφορά στη Mogford, της οποίας ο ιδιοκτήτης δεν προσκόμισε σε ισχύ διεθνές διαβατήριο, να ήταν εφικτή, χωρίς υπαρκτούς κινδύνους στη βάση της εγκυκλίου. Επιστρέφοντας στο περιεχόμενο της εν λόγω επικαλούμενης εγκυκλίου, από μια μελέτη της, προκύπτει ότι οι εν λόγω οδηγίες, πέραν των στοιχείων που θα πρέπει να αναζητούνται, προβλέπουν και για εναλλακτικούς τρόπους ενέργειας, όταν μπορεί να διαπιστωθεί η ακρίβεια της ταυτότητας, δηλαδή του ποιος πραγματικά είναι ο πελάτης, με άλλο τρόπο (αρ. 48) ή τι θα πρέπει να γίνεται σε περίπτωση παράλειψης προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων (αρ. 70, 71). Ενδιαφέρουσα, επί του προκειμένου, η εικόνα που προκύπτει ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν προς υλοποίηση της μεμονωμένης συναλλαγής, αλλά σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβηκαν με βάση τις πρόνοιες της εγκυκλίου. Ούτε, φυσικά, ενήργησαν με οποιονδήποτε τρόπο ως προβλέπεται στα άρθρα 89 ή
- Ελέγχεται, συναφώς, ο ΜΥ στα λεγόμενα και διαπιστώσεις του επί της εγκυκλίου και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, με τη θέση του για καθοριστικότητα της μη προσκόμισης διεθνούς διαβατηρίου σε ισχύ, να παραμένει μετέωρη. Και για ακόμη ένα λόγο όμως. Με δεδομένη την αναφορά του ΜΥ ότι προσπάθεια των εναγομένων ήταν να βρεθεί τρόπος υλοποίησης των οδηγιών, παράδοξη φαντάζει η θέση του ότι δεν ενδείκνυτο η αναζήτηση οδηγιών από την Κεντρική Τράπεζα. Αν ληφθεί υπόψη ότι κανένας Νόμος ή Οδηγία ή Εγκύκλιος δεν οδηγεί και δεν πρέπει να οδηγεί, με τις πρόνοιες του σε αδιέξοδες καταστάσεις, καθόλα θεμιτή, αν όχι επιβαλλόμενη, θα ανέμενε κανείς να ήταν η αναζήτηση οδηγιών ή απαλλαγής από αυτές από την εκδίδουσα την εγκύκλιο. Ιδιαιτέρως, σε μία περίπτωση που αναζητείτο απλώς επιβεβαίωση στοιχείων. Η τοποθέτηση αυτή του ΜΥ αποτελεί ακόμη ένα σημείο κρίσης της μαρτυρίας του. Από τα ως άνω ως σύνολο, αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά, κρίνω ότι ο ΜΥ δεν παρουσίασε την ορθή κατάσταση πραγμάτων στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι η γνησιότητα των προθέσεων του, ως προσπάθησε να την παρουσιάσει, έχει, συνεπεία των ως άνω, τρωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως γεγονός. Κρίνω τον ΜΥ ως αναξιόπιστο μάρτυρα, μη αποδεχόμενος τις εξηγήσεις και θέσεις του. Στη βάση όλων των πιο πάνω, αποδέχομαι ως πραγματικά γεγονότα τα όσα κοινώς αποδεκτά παρατίθενται ανωτέρω, ως συμπληρώνονται από διαπιστώσεις μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προκύπτει, συναφώς, το συμπέρασμα ότι από πλευράς εναγόντων προσκομίστηκαν τέτοια στοιχεία τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουν τους εναγόμενους σε ικανοποίηση για τα υπό αυτούς ζητούμενα. Από δε, πλευράς εναγομένων, τηρήθηκε στάση που δεν εξυπηρέτησε την υλοποίηση των οδηγιών που λάμβαναν σχετικά με την υπό κρίση κατάθεση. Με επίφαση την προστασία των δικαιούχων του λογαριασμού, ενήργησαν παραγνωρίζοντας τις σαφείς τους οδηγίες. Επικαλούμενοι την αυστηρότητα των προνοιών εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, παρέλειψαν να ενεργήσουν με τρόπο ώστε, ακόμη και ενδεχόμενες παραλείψεις, ως αποτέλεσμα αδυναμίας προσκόμισης, να τύχουν αντιμετώπισης σε μια προσπάθεια υλοποίησης οδηγιών διάθεσης χρημάτων κατάθεσης. Διάθεσης χρημάτων κατάθεσης που αποτελεί συμβατικό δικαίωμα του ιδιοκτήτη του λογαριασμού - legal owner (των εναγόντων) με βάση γραπτή και υπογραμμένη συμφωνία (Τεκμήριο 3). Ο τρόπος που οι εναγόμενοι ενήργησαν, όχι μόνο παραβιάζει αυτή τη συμβατική υποχρέωσή τους αλλά και το καθήκον τους, ως τραπεζικό ίδρυμα να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους στη βάση της οφειλής που έχουν προς τον πελάτη. Κάτι που δίνει έρεισμα στους ενάγοντες, ως οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες του επίδικου λογαριασμού πελάτη (client's account), να προβάλουν και επιτύχουν στις αξιώσεις τους. Δεν θεωρώ όμως, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης, ως αναλύονται ανωτέρω, δικαιολογούν απόδοση στους ενάγοντες τιμωρητικών αποζημιώσεων. Για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ αβάσιμο το επιχείρημα περί ενδεχόμενης αμηχανίας των εναγομένων σε περίπτωση απόφασης εναντίον τους. Το Δικαστήριο δεν θα έκδιδε απόφαση η οποία να οδηγούσε σε παράβαση νομοθεσίας ή άλλης υποχρέωσης δυνάμει εγκυκλίου η οποία εκδίδεται προς εφαρμογή νομοθεσίας. Επομένως, έκδοση απόφασης εξυπακούει ικανοποίηση για το ότι δεν παραβιάζονται τέτοιες υποχρεώσεις. Στη βάση των ως άνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωσή τους στον απαραίτητο βαθμό και ότι δικαιούνται να αναζητήσουν διαταγή του Δικαστηρίου ώστε οι εναγόμενοι να εκτελέσουν τις οδηγίες της επιστολής ημερομηνίας 19.10.
- Με δεδομένο ότι δεν κατέστη ξεκάθαρη η μεταβίβαση του δικαιουχικού καθεστώτος των χρημάτων, λαμβάνοντας υπόψη και τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, καταλήγω ότι τέτοια θα πρέπει να είναι η διαταγή του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων με την οποία οι εναγόμενοι διατάσσονται να εκτελέσουν τις οδηγίες των εναγόντων ως αυτές τους διαβιβάστηκαν με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 19.10.
- Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο