← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. PricewaterhouseCoopers Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4859/2016, 13/6/2023

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. PricewaterhouseCoopers Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4859/2016, 13/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4859/2016 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγόντων - και -

  1. PricewaterhouseCoopers Limited
  2. Grant Thornton (Cyprus) Limited Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 06/07/2018 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγόντων - και -
  3. PricewaterhouseCoopers Limited
  4. Grant Thornton (Cyprus) Limited
  5. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, δια του ειδικού διαχειριστή και εκτελεστή αυτής, Κλεόβουλου Αλεξάνδρου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 05.05.2023 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 13/06/
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ν. Κωνσταντινίδης με κα Κυριαζή για Τάσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ρ. Ανδρέου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν όπως τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α. Το Παράρτημα Α επισυνάπτεται στην Αίτηση και περιλαμβάνει 27 έγγραφα. Τα πέντε πρώτα έγγραφα αφορούν τα επαγγελματικά προσόντα του εγκεκριμένου λογιστή, Σάββα Τταντή, τρία έγγραφα αφορούν Ανακοινώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στο ΧΑΚ, δύο έγγραφα αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας για τα έτη 2006 και 2007 και τα υπόλοιπα έγγραφα αφορούν την Ανακοίνωση εξαγοράς της Marfin Bank από την Λαϊκή Τράπεζα, Ανακοινώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στο ΧΑΚ, άρθρα για την Ελληνική και παγκόσμια οικονομική κρίση, άρθρα σχετικά με την ανακεφαλαίωση άλλων εμπορικών τραπεζών, οικονομικές καταστάσεις δύο εμπορικών τραπεζών για το 2011, εκθέσεις της KPMG για τη διασυνοριακή συγχώνευση, χωρίς να προσδιορίζεται σε ποια συγχώνευση αναφέρεται, αποσπάσματα από την κατάθεση της οικονομικής διευθύντριας της Λαϊκής Τράπεζας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και κάποια απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του 2014, για την οποία δεν δίδονται περαιτέρω στοιχεία. Η Εναγόμενη 1, καταχώρησε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλει τη θέση ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, είναι καταχρηστική, κακόπιστη και τα έγγραφα, αντικείμενο της Αίτησης, δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι η Εναγόμενη 3 έχει πριν ένα περίπου έτος διαλυθεί, δεν έχει εξασφαλισθεί άδεια συνέχισης της διαδικασίας εναντίον της και ως εκ τούτου το μόνο που παρέμεινε προς εκδίκαση είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1 και
  7. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ετοίμαζαν από κοινού τις ετήσιες εκθέσεις για την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας για τα έτη 2007 -
  8. Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, εδράζεται στο αδίκημα της αμέλειας. Ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της Λαϊκής Τράπεζας είχαν καθήκον να τηρούν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και κατά τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων να ενεργούν με επιμέλεια και με τον απαιτούμενο επαγγελματισμό. Οι λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας καταγράφονται αναλυτικά στις παραγράφους 5 και 6 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μ. Χριστοδούλου. Η ομνύουσα αναφέρει ότι τα έγγραφα είναι «ζωτικής σημασίας» για τη στοιχειοθέτηση των θέσεων των Εναγόντων. Παραθέτω τη σχετική παράγραφο αυτούσια: «Ως έχω τύχει ενημέρωσης από τους δικηγόρους που χειρίζονται τη ρηθείσα Αγωγή, οι ως άνω ισχυρισμοί των Εναγόντων, εδράζονται κατά κύριο λόγο επί της μαρτυρίας την οποία θα προσκομίσει ο κος Σάββας Τταντής υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας-ανεξάρτητος εγκεκριμένος λογιστής. Ο κος Σάββας Τταντής, ως εμπειρογνώμονας-ανεξάρτητος εγκεκριμένος λογιστής, έχει στην κατοχή του τα έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες επιθυμούν να αποκαλύψουν με την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  9. Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την ως άνω Αγωγή, τα εν λόγω έγγραφα είναι ζωτικής σημασίας για τη στοιχειοθέτηση των θέσεων και των ισχυρισμών των Εναγόντων περί επαγγελματικής αμέλειας των Εναγόμενων καθώς και των ισχυρισμών ότι οι τελευταίοι με αμελείς παραστάσεις, με μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, σε παραβίαση επαγγελματικών προτύπων και επιπέδων και παραβιάζοντας σημαντικές υποχρεώσεις τους, παρουσίαζαν προς τους καταθέτες εικόνα φερεγγυότητας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας ενώ στην πραγματικότητα η οικονομική κατάσταση που παρουσίαζαν για την Λαϊκής Τράπεζας δεν ήταν η πραγματική και δεν ήταν η ορθή ή/και δίκαιη και δεν ενεργήσαν ως όφειλαν ως ανεξάρτητοι Λογιστές/Ελεγκτές έτσι ώστε να είναι αντικειμενικοί και αμερόληπτοι έναντι των καταθετών.» Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων προνοείται από τη Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Διάταξη, Δ.31 θ.
  10. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.28 θ.1, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit : provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Η αποκάλυψη των εγγράφων γίνεται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, για να αποφευχθεί ο αιφνιδιασμός των διαδίκων κατά την ακρόαση με την παρουσίαση εγγράφου που δεν ήταν υπόψη τους (trial by ambush). Σχετικές είναι οι αποφάσεις G.A.P. Navigation v. Mergario Marritima SRL

(1998)1 A.A.Δ. 1624 και Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Σε περίπτωση που ο διάδικος που έχει διαταχθεί να αποκαλύψει έγγραφα παραλείπει να το πράξει, δεν δικαιούται να παρουσιάσει κατά την ακρόαση οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να τού το επιτρέψει. Σχετικός είναι ο θεσμός 3 της ιδίας διάταξης: Δ.28 θ.3: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit». Η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Παραπέμπω σχετικά στην αναφορά από το Supreme Court Practice 1987, τόμος 1 παρ. 24/1/2: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party's possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr 8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true. An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Σχετική είναι η αναφορά και από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, παράγραφος 43, την οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Η πιο πάνω υποχρέωση για αποκάλυψη δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το δικαίωμα για περαιτέρω αποκάλυψη. Το τελευταίο είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι σε διάδικο να αποκαλύψει έγγραφο το οποίο δεν αποκαλύφθηκε έγκαιρα. Επισημαίνω ότι τόσο στο απόσπασμα από το Supreme Court Practice 1987 όσο και στο απόσπασμα στο Halsbury's Laws of England, η υποχρέωση για αποκάλυψη αφορά έγγραφα τα οποία είναι υποβοηθητικά για την υπόθεση του αντιδίκου, σχετικές είναι οι υπογραμμισμένες αναφορές. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση ( obiter dicta) του Δικαστή Τ. Οικονόμου στην αγωγή Ναυτοδικείου Marcegaglia Spa v. Του πλοίου Vysogorsk, 31/2013, ημερομηνίας 31.05.2016, στην οποία γίνεται αναφορά σε «εξαναγκασμό» του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων, για τα οποία ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά αμέσως πιο κάτω: «Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.
  2. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46)». ( Η υπογράμμιση είναι δική μου) Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνω ότι το αίτημα για αποκάλυψη υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, ενώ η υπόθεση ήταν έτοιμη για ακρόαση. Επισημαίνω επίσης ότι ο Αιτητής δεν ζητά την αποκάλυψη ενός ή δύο εγγράφων, αλλά 27 εγγράφων. Ο λόγος που το αίτημα υποβλήθηκε σε τόσο καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, οφείλεται, με βάση τα όσα αναφέρει η κα Χριστοδούλου, στο γεγονός ότι ο εμπειρογνώμονας που θα καταθέσει εκ μέρους των Εναγόντων, συγκέντρωσε τα στοιχεία αυτά, λίγες μέρες πριν την υποβολή της Αίτησης, κατά την «πυρετώδη» ετοιμασία της μαρτυρίας που θα δώσει κατά την ακρόαση. Είναι λυπηρό ότι η συγκέντρωση των εν λόγω στοιχείων έγινε εν έτει 2022, λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης, αντί το 2016, πριν την καταχώρηση της αγωγής. Η μαρτυρία επί της οποίας θα εδράζετο η αξίωση αναμένεται λογικά ότι θα ήταν γνωστή στους Ενάγοντες, προτού καν καταχωρήσουν την αγωγή τους και όχι εκ των υστέρων, την παραμονή της ακρόασης. Πέραν τούτου, αδυνατώ να εντοπίσω τη σχετικότητα των πλείστων εγγράφων με τα επίδικα θέματα. Στην Αγγλική απόφαση Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, δίδεται ο ορισμός της σχετικότητας ενός εγγράφου προς τα επίδικα θέματα: «Relevant meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences.» Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί στην υπόθεση The National Bank of Greece SA v. Mitsides & Another
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της αναφέρει, ότι τα έγγραφα είναι «ζωτικής σημασίας» για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης των Εναγόντων, χωρίς όμως να δίδει περαιτέρω στοιχεία. Με βάση τις λεπτομέρειες αμέλειας που παρατίθενται στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, κρίνω ότι οι οικονομικές καταστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας για το έτος 2007, έγγραφο 11, ο ισολογισμός για το έτος 2008, έγγραφο 25, όπως επίσης και τα επαγγελματικά προσόντα του εμπειρογνώμονα, Σάββα Τταντή, είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Οι οικονομικές καταστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας για το έτος 2006, έγγραφο 9, κρίνω ότι δεν καλύπτεται από το δικόγραφο. Υπενθυμίζω ότι αντικείμενο της αγωγής είναι οι οικονομικές καταστάσεις 2007 - 2012. Σε σχέση με τα υπόλοιπα έγγραφα, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αδυνατώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο οι Ανακοινώσεις που αφορούν την ανακεφαλαίωση άλλων τραπεζών και τα άρθρα για την Ελληνική και παγκόσμια οικονομική κρίση, σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Αδυνατώ επίσης να αντιληφθώ τη σχετικότητα των εγγράφων που αφορούν τη συγχώνευση δύο τραπεζών, των Ανακοινώσεων της Λαϊκής Τράπεζας στο Χ.Α.Κ. και των υπολοίπων εγγράφων, με τα επίδικα θέματα. Ενόψει τούτου, το αίτημα για αποκάλυψη των υπολοίπων εγγράφων απορρίπτεται. Δίδεται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τα έγγραφα 1-5, 11 και 25 του Παραρτήματος Α, εντός 7 ημερών από σήμερα. Η Αίτηση στην έκταση που αφορά τα έγγραφα 6-10, 12-24, 26 και 27 του Παραρτήματος Α, απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, έχοντας υπόψη ότι η αποκάλυψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εγγράφων δεν έγινε δεκτή, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικασθούν υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.