← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. EATWISE ENTERPRISES LTD κ.α., Αριθμός Αγωγής:6234/2015, 5/5/2023

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. EATWISE ENTERPRISES LTD κ.α., Αριθμός Αγωγής:6234/2015, 5/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:6234/2015 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ και

  1. EATWISE ENTERPRISES LTD
  2. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ή άλλως ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ή άλλως ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  3. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή άλλως ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  4. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΛΟΥΗΣ
  5. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ ή άλλως ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ Ημερομηνία: 05 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Ο κ. Ανδρέας Γ. Κοζάκος για Γιώργος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 - 5: Ο κ. Χρίστος Β. Χριστοδούλου και η κ. Άντρη Θεοδώρου για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγομένους 2 - 5 απόφαση για το οφειλόμενο από αυτούς ποσό δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψαν και παρείχαν προς τους ενάγοντες για δανειακές υποχρεώσεις της εναγόμενης
  6. Θα πρέπει να σημειώσω εξ αρχής ότι οι ενάγοντες δεν προώθησαν τις αξιώσεις τους εναντίον της εναγομένης 1 στην οποία δεν φαίνεται να επιδόθηκε η αγωγή, παρά τις επανειλημμένες ανανεώσεις του κλητηρίου εντάλματος, ούτε και προώθησαν τις αξιώσεις τους σε σχέση με τις παραγράφους (ΣΤ) μέχρι (Ν) της εκθέσεως απαιτήσεως οι οποίες αφορούσαν σειρά Υποθηκών προς όφελος των εναγόντων, καθότι στο μεταξύ τα ενυπόθηκα ακίνητα πωλήθηκαν διά πλειστηριασμού και το εισπραχθέν τίμημα πιστώθηκε όπως δηλώθηκε αλλά και σύμφωνα με τη μαρτυρία, σε άλλο λογαριασμό που τηρούσε η εναγομένη 1 για την οποία είχε εγερθεί η αγωγή αρ. 6235/
  7. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια της απόφασης, αξιώνουν απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 2 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.229.162,80σ. πλέον τόκο προς 5.75% τον χρόνο επί ποσού €1.210.850,76σ. από την 06.04.2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30.06 και 31.12 κάθε χρόνου. Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5, όπου εκ παραδρομής, ως φαίνεται, συμπεριλήφθηκε και η εναγομένη 1, για την οποία όμως δεν καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης, ούτε και προωθήθηκε η υπόθεση εναντίον της, πλην της γενικής άρνησης των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαιτήσεως, προβάλλονται, επίσης κατά γενικό τρόπο, διάφοροι ισχυρισμοί όπως ότι η συμφωνία ήταν παράνομη και περιείχε καταχρηστικούς όρους και παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις δικηγορικών εξόδων, τόκους υπερημερίας κατά παράβαση της νομοθεσίας, αρνούνται το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου και ότι η αγωγή εγέρθηκε καταχρηστικά, εφόσον θα μπορούσαν να είχαν εκποιηθεί τα ενυπόθηκα ακίνητα με διοικητικά μέτρα, όπως ισχυρίζονται, προς εξόφληση του οφειλόμενου χρέους χωρίς να απαιτηθεί η έγερση αγωγής. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ/ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Για τους ενάγοντες κατέθεσε ως μάρτυρας ο κ. Παύλος Δημητρίου (ΜΕ1). Η Γραπτή του Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Πέραν της ιδιότητας υπό την οποία κατέθεσε και της εξουσιοδότησης που είχε προς τούτο, αναφέρθηκε στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και της εγγύησης των εναγομένων 2 - 5 και όσα αυτή διαλάμβανε. Ο λογαριασμός που ανοίχθηκε για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία 04.07.2012 μέχρι και την 30.06.2021 παρουσίαζε χρεωστικό οφειλόμενο υπόλοιπο από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες το ποσό των €1.292.384,73σ.πλέον τόκους 7,75% επί του ποσού €1.267.975,72σ. από την 01.07.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. Η αξίωση των εναγόντων, όπως προκύπτει από την έκθεση απαιτήσεως, βασίζεται σε έγγραφη συμφωνία παραχώρησης δανείου προς την εναγόμενη αρ. 1 την οποία εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι αρ. 2 -
  8. Ειδικότερα από τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως και από τη μαρτυρία που δόθηκε από τους ενάγοντες, η οποία επί της ουσίας της παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία καθίστανται και ευρήματα μου: (α) Οι ενάγοντες την 04.07.2012 παραχώρησαν δυνάμει συμφωνίας δανείου προς την εναγομένη αρ. 1 δάνειο για το ποσό των €710.000,
  9. Προς τούτο λειτούργησαν τον λογαριασμό με αριθμό [ ]. Στη συμφωνία δανείου ενσωματώθηκε και η συμφωνία εγγύησης την οποία υπόγραψαν την ίδια ημερομηνία οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 (Τεκμ. 5). (β) Οι ενάγοντες με βάση ρητό όρο της συμφωνίας κατά την 17.06.2015 τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού δανείου, αφού η εναγόμενη αρ. 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με την επιστολή των εναγόντων ημερ.18.11.2014 (Τεκμ. 6, 7, 8 και 9). Οι ως άνω επιστολές κοινοποιήθηκαν και στους εναγόμενους 2 -
  10. (γ) Κατά την 30.06.2021 σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 10), ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο από την εναγόμενη αρ. 1 προς τους ενάγοντες για το ποσό των €1.292.384,73σ. πλέον τόκους 7,75% επί του ποσού €1.267.975,72σ. από την 01.07.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. (δ) Σύμφωνα με την εγγύηση που υπέγραψαν οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5, αυτοί εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης αρ. 1 προς τους ενάγοντες, παρούσες ή μελλοντικές περιλαμβανομένων και αυτών που περιέχονται στην παρούσα αγωγή και αφορά το επίδικο δάνειο, για ποσό που δεν υπερβαίνει τα €710.000,00σ. πλέον τόκους, σύμφωνα με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση την εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία. Επιπρόσθετα οι ως άνω εναγόμενοι με την εγγύηση τους ανέλαβαν, να πληρώσουν προς τους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1 προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5, ενώ παραδέχονται την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών καθώς και την υπογραφή των Συμφωνιών Εγγυήσεων και Υποθηκών με την Υπεράσπισή τους, αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων που φαίνονται στην έκθεση απαιτήσεως τους και εγείρουν διάφορους ισχυρισμούς. Παρόλα αυτά κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να τεκμηριώσουν και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισής τους. Ο ΜΕ 1 προσκόμισε και κατέθεσε αριθμό εγγράφων στο Δικαστήριο τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 - 12 χωρίς αυτά να αμφισβητηθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους αρ. 2 - 5 κατά την ακροαματική διαδικασία παρόλο ότι κατά την κατάθεση τους που έγινε με τη δήλωση εκ μέρους τους ότι αποδέχονταν την κατάθεση τους όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά με την επιφύλαξη του δικαιώματος τους να αντεξετάσουν. Τοιουτοτρόπως η μαρτυρία του ΜΕ 1 παρέμεινε επί της ουσίας της αναντίλεκτη. Ο μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια το περιεχόμενο των εγγράφων και τις υπογραφές επ' αυτών με τεκμηριωμένο τρόπο και με σαφήνεια και χωρίς να αφήσει κενά. Η μαρτυρία του βασιζόταν ακριβώς στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια το περιεχόμενο των οποίων γνώριζε καλά αφού τα είχε μελετήσει. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν εκτός από ειλικρινής, αξιόπιστη, τεκμηριωμένη και πειστική καθώς αντικατόπτριζε στη βάση των εγγράφων/τεκμηρίων την αληθινή εικόνα της επίδικης δανειοδότησης στη βάση των οποίων συνάφθηκε και όσα επακολούθησαν μέχρι και του τερματισμού της. Κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε μόνο ως προς την διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου δανείου από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς την νυν ενάγουσα χωρίς να υποβληθεί οτιδήποτε που θα καθιστούσε την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε παράτυπη και τρωτή. Βέβαια, η παράλειψη αντεξέτασης του μάρτυρος επί των ουσιωδών ζητημάτων που διέπουν την επίδικη σχέση μεταξύ εναγόντων και εναγομένων και ειδικότερα επί της συμβάσεως εγγυήσεως τους, καθόλου δεν καθιστά αυταπόδεικτη την μαρτυρία των εναγόντων καθώς και υπό αυτές τις συνθήκες ενυπάρχει κατά το αποδεικτικό μας δίκαιο, ούτως ή άλλως, υποχρέωση της πλευράς των εναγόντων για απόδειξη στο μέτρο και στον βαθμό που απαιτείται κάθε επί μέρους πτυχής των γεγονότων που συνοδεύουν μια δικαιοπραξία όπως και των ισχυρισμών τους (βλ. Περατικού v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/2013, ημερ. 16.06.2021, ECLI:CY:AD:2021:A254 όπου γίνεται επίσης εκτενής αναφορά σε σειρά αποφάσεων που διαπραγματεύονται το ζήτημα αυτό), όπως και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Π.Ε. Αρ. 325/2014 Ανδρέα Αργυρού κ.ά. v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου ημερ. 07.04.2023 υπό του κ. Ν. Γ. Σάντη, Δ. και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις όπως και ειδικότερα αυτή της Γεωργιάδης και Άλλων v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 376/2014, ημερ. 16.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:A90 και το εκεί απόσπασμα από αυτή). Στην τελευταία πιο πάνω απόφαση (Αργυρού), σχολιάζεται επίσης το ζήτημα της μη υποβολής ένστασης στην κατάθεση τεκμηρίων με παραπομπή σε σειρά αποφάσεων που διαπραγματεύονται το ζήτημα και πώς θα πρέπει μια τέτοια μαρτυρία να αντικρίζεται με τον κ. Ν. Γ. Σάντη να αναφέρει συγκεκριμένα και τα ακόλουθα: «Με μια σημαντική επιφύλαξη ωστόσο, που αφορά στο ότι η έλλειψη ένστασης στην κατάθεση τεκμηρίων (εδώ των υπ' αριθμό 1 -16Β), δεν υποδηλώνει απαρεγκλίτως πως ο μη ενιστάμενος υιοθετεί τα συγκεκριμένα έγγραφα ή ότι δεσμεύεται από το περιεχόμενο τους, παρά μονάχα πως δεν έχει ένσταση στην κατάθεση τους, και προπαντός - μεταβλητή που οπωσδήποτε δεν ισχύει στην προκειμένη - όταν ο μη ενιστάμενος επιφυλάσσει δικαίωμα για αντεξέταση επί των αφορώντων εγγράφων (Δαμιανού v. White Knight Holdings Limited και Άλλων

(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 699, 704)». Ο ΜΕ1 εξήγησε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του με πλήρη σαφήνεια τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Δανείου μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης αρ. 1 και τη λειτουργία της. Επεξήγησε επίσης τους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού που δεν ήταν άλλος από την παράβαση των όρων της συμφωνίας με τη μη επίδειξη συνέπειας ως προς τις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, αναφέρθηκε και στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 2 - 5 υπό μορφή εγγύησης και τους όρους αυτής μεταξύ των οποίων και να πληρώσουν προς τους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες. Ο ΜΕ 1 αναφέρθηκε και κατέθεσε ως τεκμήρια τις Επιστολές για την πώληση και μεταφορά των επίδικων λογαριασμών από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς την GORDIAN HOLDINGS LTD ημερομηνίας 30.10.2018, στις Επιστολές ''goodbye letter'' ημερ.31.05.2019, στις Επιστολές ''hello letter'' ημερ.31.05.
  1. Σημειώνω δε ότι ως προς το ζήτημα αυτό του τέθηκαν κάποιες ερωτήσεις, κατά την αντεξέταση του, οι οποίες μάλλον αποσκοπούσαν στην παροχή διευκρινήσεων ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και όχι στην αμφισβήτηση της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ο ΜΕ 1 αναφέρθηκε στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού οι οποίες παρουσίαζαν τα ακόλουθα οφειλόμενα ποσά από την εναγόμενη αρ. 1 προς τους ενάγοντες. Στην Κατάσταση Λογαριασμό Δανείου υπ' αρ. [ ] για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία 04.07.2012 μέχρι την 30.06.2021 η οποία κατά την 30.06.2021 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο από την εναγόμενη αρ. 1 προς τους ενάγοντες για ποσό €1.292.384,73σ. πλέον τόκους 7,75% επί του ποσού €1.267.975,72σ. από την 01.07.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο (Τεκμ. 10). Στις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου Λογαριασμού, με τις οποίες περιορίστηκε η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων παρουσιάζουν για τη χρονική περίοδο από την 04.07.2012 μέχρι την 06.04.2022 οφειλόμενο ποσό €1.229.162,80σ. από τους εναγόμενους αρ. 1 - 5 προς τους ενάγοντες, πλέον τόκο προς 5.75% τον χρόνο επί ποσού €1.210.850,76σ. από την 06.04.2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο (Τεκμ.12). Για τους λόγους που προανέφερα αποδέχομαι στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΕ 1 και εξ αυτής κρίνω ότι μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία και ασφαλή συμπεράσματα μου ως προς τα επίδικα ζητήματα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Με την συμπλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Σε αυτές η κάθε πλευρά εξέθεσε τη δική της οπτική επί των διαφόρων πτυχών της υπόθεσης και με παρέπεμψαν σε διάφορες αποφάσεις, πρωτόδικες και του Εφετείου όπως και σε αυθεντίες και στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα διάφορα επίδικα ζητήματα όπως τα προσδιόρισαν προς υποστήριξη των θέσεων τους με την πλευρά των εναγομένων να επικεντρώνεται στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα ζητήματα που αναδεικνύουν με την αγόρευση τους. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις και εισηγήσεις τους, οι οποίες ομολογουμένως μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές τόσο για να αντιληφθώ τη θέση τους όσο και για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα όπως θα εκτεθούν στη συνέχεια. Η πλευρά των εναγόντων εστίασε στη μαρτυρία που παρέθεσε, η οποία, καθώς παρέμεινε αναντίλεκτη, καθίσταται αναμφισβήτητη κατά την εισήγηση της και επ' αυτής κάλεσε το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση για το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού εναντίον των εναγομένων 2 -
  2. Η πλευρά των εναγομένων 2 - 5 εστίασαν την αγόρευση τους στο χρεωστικό επιτόκιο και τις νομοθεσίες που διέπουν το ζήτημα όπως τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο (Ν. 160(Ι)1999), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2001 και τις διάφορες ερμηνευτικές του διατάξεις, σε πρόνοιες διαφόρων άλλων συναφών νομοθετημάτων και Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων όπως και στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο (Ν. 197 (Ι)/2003), τη νομοθεσία περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις (Ν.93(Ι)/1996) και σε συναφείς Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Βέβαια όλα τα πιο πάνω εκ μέρους των εναγομένων 2 - 5 με την απλή παράθεση τους χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση του τρόπου που αυτές επηρεάζουν τα επίδικα ζητήματα. Η εκτενής δε αναφορά τους ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αναστολής πλειστηριασμών δεν θα με απασχολήσει εφόσον πλέον μετά την απόσυρση των αξιώσεων πώλησης των ενυπόθηκων αυτές έπαυσαν να είναι επίδικες. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ.15.12.2021, όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Όπως έχει λεχθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ. μαζί με τους όρους της∙ (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης∙ (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σύμφωνα με την υπόθεση WYNNE v. Μαυρονικόλα
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, σ. 1146 σε περίπτωση που υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα η μαρτυρία αντικρίζεται ως ακολούθως: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο». (βλ. επίσης, Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Χαραλάμπους
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829). Βεβαίως, δεν έχει νομολογηθεί τι ακριβώς είναι και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι «εγγενείς δυσκολίες». Παρά ταύτα, η απλή, γραμματική έννοια της λέξης «εγγενής» σημαίνει αυτό που «ενυπάρχει στην ίδια τη φύση, από την αρχή της παρουσίας ενός ατόμου ή τη γένεση μιας κατάστασης» (βλ. λεξικό Μπαμπινιώτη, 2η έκδοση, σ. 541). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξετάζει τη μοναδική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του, αλλά την κρίνει με βάση τη φύση της μαρτυρίας - όχι την ποιότητά της. Εξάλλου, όπως λέχθηκε στην R.C.K. Sports Ltd v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σ.1084, «ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας εγείρεται μόνο οσάκις υπάρχουν δυο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο» και ασφαλώς, δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας όταν υπάρχει μια μόνον εκδοχή. Το Άρθρο 22 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.54(Ι)/94, προβλέπει τα ακόλουθα:
(1)«Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄ αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώρηση». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Άρθρου 22 πιο πάνω, εφόσον οι προϋποθέσεις του Άρθρου αυτού ικανοποιούνται, τότε τέτοιες καταχωρήσεις σε Τραπεζικούς Λογαριασμούς, οι οποίοι θεωρούνται Τραπεζικά Βιβλία, θεωρούνται εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και δοσοληψιών που είναι καταχωρημένα σε αυτή. Ουσιαστικά δηλαδή το Άρθρο 22 δημιουργεί μαχητό Τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης για την αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας των καταχωρήσεων στους επίδικους Λογαριασμούς είχαν οι Εναγόμενοι αρ. 1 μέχρι 9, οι οποίοι απέτυχαν να το αποσείσουν. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η οποία δόθηκε εκ μέρους των εναγόντων από τον ΜΕ1 η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, καθώς και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 δεν προσκόμισαν οποιανδήποτε μαρτυρία που να αμφισβητεί με οποιονδήποτε τρόπο τις χρεώσεις και πιστώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό Δανείου (Τεκμ. 10), βρίσκω ότι καλύπτουν και ικανοποιούν πλήρως τις πρόνοιες του Άρθρου 22 και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχαν ώστε να αποδείξουν ότι οποιεσδήποτε καταχωρίσεις υπήρχαν και έγιναν στο Τεκμ. 10 δεν ήταν νόμιμες και κανονικές. ΟΙ σχετικοί ισχυρισμοί τους στο δικόγραφο τους απορρίπτονται. Περαιτέρω, για σκοπούς πληρότητας οι ενάγοντες κατέθεσαν και το Τεκμ. 11, το οποίο είναι το Πιστοποιητικό των εναγόντων ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων και εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9. Η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ισοδυναμεί με αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της (βλ. Αdidas Sport
(1987)1 C.L.R. 383 και Frederickou Schools v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Γενική αρχή είναι ότι παράλειψη αντεξέτασης ουσιωδών σημείων ισοδυναμεί ή είθισται να ισοδυναμεί με παραδοχή (βλ. Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147). Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Σχετική είναι η υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 όπου αναφέρθηκε ότι : «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να ανακρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac In
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή που προβάλλεται στην Υπεράσπιση είναι καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος. Αναφορικά με τις χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους που να αμφισβητεί ουσιαστικά και τεκμηριωμένα οποιαδήποτε χρέωση ή συναλλαγή ή χρεοπίστωση, ως είχαν καθήκον και υποχρέωση με βάση την ισχύουσα Νομολογία επί του θέματος. Στην υπόθεση C.T.A. TECHNO MARKETING LTD v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. σελίδα 720, οι Εφεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος του ποσού που διεκδικούσε η τράπεζα και το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα στηρίχτηκε στις καταστάσεις λογαριασμού που τέθηκαν ενώπιον του ως τεκμήρια τα οποία είχαν εκτυπωθεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της τράπεζας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την θέση αυτή των Εφεσειόντων και αποφάσισε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο υπάλληλος της Τράπεζας ως ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του χρέους. Στην σελίδα 6 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Βασιζόμενο το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και έχοντας κατά νου την αυθεντία Μαρσέλ κ.α v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)Α.Α.Δ 1858 κατέληξε, ορθά, ως ακολούθως: «Υπενθυμίζω πως στην παρούσα υπόθεση η Υπεράσπιση ουδεμία μαρτυρία επρόσφερε. Δεν παρήλασε οιοσδήποτε μάρτυρας που να εισηγηθεί ότι η Α ή Β χρέωση στον επίδικο λογαριασμό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή ότι πρόκειται για λανθασμένη καταχώρηση. Ούτε εις οιονδήποτε των μαρτύρων των Εναγόντων επροτάθηκε κάτι τέτοιο. Αντιπαραθέτοντας τα δεδομένα με την υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) σημειώνω πως ο Εναγόμενος 2 πέραν από εγγυητής των Εναγομένων 1 ήταν και ο διευθυντής τους και από πλευράς τους το φυσικό πρόσωπο που διεύθυνε τις επιχειρήσεις και λογαριασμούς τους. Είχε προσωπική ανάμιξη σε πλήρες επίπεδο στα του επίδικου λογαριασμού. Όπως και οι Εναγόμενοι 1 έτσι και αυτός είχε πλήρη ευχέρεια, αν έτσι ήταν η πραγματικότητα, να αμφισβητήσει τις χρεώσεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 6. Η μη προσφορά μαρτυρίας από τους Εναγόμενους δεν ενδυναμώνει την υπόθεση, όμως ανεξάρτητα τούτου υπό τις περιστάσεις αισθάνομαι ικανοποιημένος ότι οι σχετικές καταστάσεις αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό». Περαιτέρω η προαναφερόμενη θέση των εναγόντων υποστηρίζεται και από την υπόθεση Ηλίας Τσιακλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2005)1.Α.Α.Δ 768 το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, κρίνουμε, ότι η θέση του Δικαστηρίου πως οι σχετικοί με τα ποσά τα οποία ζητούσε ο Εφεσείων να αφαιρεθούν ισχυρισμοί δεν ήταν δικογραφημένοι, ήταν σωστή. Η θέση του Εφεσείοντα ότι καλυπτόταν το θέμα από τους γενικούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, δεν είναι ορθή. Καμία ειδική αναφορά στο θέμα δεν έγινε στα δικόγραφα, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους του Εφεσείοντα-εναγομένου που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Έτσι, δε χωρεί επέμβαση μας στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της αναφορικά με το οφειλόμενο από τον Εφεσείοντα ποσό, όπως προέκυπτε από το Τεκμήριο 52». Αναφορικά με την υποχρέωση των εναγομένων να αποδείξουν με μαρτυρία οποιεσδήποτε χρεώσεις αμφισβητούν στις Καταστάσεις του επίδικου Λογαριασμού Δανείου, σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Αντώνη Κόμπου v. UNIVERSAL BANK LTD
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 όπου το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε το πιο πάνω σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου και κρίνουμε ότι η κατάληξή του είναι, με βάση τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ορθή. Η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Coral Foods Ltd. κα Πολ. Έφεση αρ. 276/05 ημερ. 17/9/08, που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα για να υποστηρίξει τη θέση του ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν το τελικό ποσό που όφειλε ο Εφεσείων, κρίνουμε ότι διακρίνεται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα της, για τους εξής βασικά λόγους: (α) διότι σ' εκείνη την υπόθεση δεν ήσαν σε θέση οι Ενάγοντες να επεξηγήσουν συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το άρθρο 5 Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ούτως ώστε η βαρύτητά τους δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνη είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77 ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα περίπτωση ενώ ο μάρτυρας των Εφεσιβλήτων Μουαïμης, που παρουσίασε τα τεκμήρια 18 και 19 (καταστάσεις λογαριασμού), αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε, όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στα εν λόγω τεκμήρια. Επομένως, όσον αφορά το παράπονο ότι δεν αποδείχθηκαν τα υπόλοιπα των λογαριασμών, ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται». Tο Άρθρο 22 του Κεφ. 9 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι οι καταχωρίσεις που υπάρχουν στα Τραπεζικά Βιβλία είναι ορθές και ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο για να το ανατρέψει αυτό, επαναβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Λτδ,
(2014)1 ΑΑΔ (1Β) σελ. 1491 όπου το Δικαστήριο στις σελίδες 5 και 6 της Απόφασης του αναφέρει τα ακόλουθα: «. Σύμφωνα με τον Νόμο, αντίγραφα των καταχωρήσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρήσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρημένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ -v- Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από την Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της Τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι η καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». Βρίσκω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς των εναγόντων σε σχέση με τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, ικανοποιεί πλήρως το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, καθιστώντας τις καταχωρίσεις σε αυτόν εκ πρώτης όψεως και δεόντως αποδεδειγμένες σχετικές είναι οι παράγραφοι 15 και 16 της Γραπτής Δήλωσης Εγγράφου Α του ΜΕ 1 όπως και τα Τεκμ. 10 και 11. Περαιτέρω με βάση την ισχύουσα νομολογία η παρουσίαση από τους ενάγοντες της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 12), με την οποία διαμορφώνεται το ποσό που αξιώνουν πλέον οι ενάγοντες, αφαιρεμένων χρεώσεων και άλλων δικαιωμάτων και με διαφορετικό υπολογισμό του τόκου, αποτελεί επιτρεπτή ενέργεια η οποία δεν αντιβαίνει προς τα δικογραφηθέντα (βλ. Ζερβού κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ 2192 και Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010 1(B) Α.Α.Δ. 1238, στην οποία ο Εφεσείων με την Έφεση του ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο για να διαμορφώσει τα οφειλόμενα ποσά, έλαβε υπόψη την αναδομημένη κατάσταση, η οποία ήταν εκτός δικογράφων, και δεν είχε αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα ακόλουθα: «Οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Δεν συμφωνούμε με το δικηγόρο του Εφεσείοντος, ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ήταν εκτός δικογράφων. Εκείνο που συνέβη, ήταν ότι μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, η Τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση* των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω. Δεν βλέπουμε γιατί αυτή η ενέργεια, θα πρέπει να θεωρηθεί εκτός δικογράφων. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους σκοπούς των δικογράφων:- τα μέρη αφού αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, διαμορφώνουν τις θέσεις τους με απώτερο πάντα σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Πέραν τούτου, τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου, με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικόγραφα καλύπτουν πλήρως την επίδικη διαφορά. Το δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Ούτε με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δημιουργείται οποιαδήποτε πρόβλημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Δεν διαπιστώνουμε να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ασάφεια». Υπό το φως των ως άνω αρχών και εξετάζοντας την προσκομισθείσα παραδεκτή μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα και εξετάζοντας το κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει τις αξιώσεις της στο βαθμό πάντοτε που απαιτείται, κρίνω ότι αυτή πράγματι δικαιούται το ποσό που αξιώνει όπως αυτό ασφαλώς αναπροσαρμόστηκε με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και ότι η ευθύνη των εναγομένων 2 - 5 απορρέει από την εγγύηση που παρέσχαν για το οφειλόμενο ποσό. Αντίθετα οι εναγόμενοι 2 - 5 δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει αυτήν των εναγόντων ούτε και μαρτυρία προς απόδειξη των δικών τους ισχυρισμών. Στη βάση λοιπόν της παραδεκτής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου από πλευράς των εναγόντων, κρίνω ότι τα απαιτούμενα γεγονότα σύμφωνα με τη νομολογία μας σε τέτοιας φύσης αξιώσεις έχουν αποδειχθεί από τους ενάγοντες. Από την άλλη, ενόψει της μη προσκόμισης μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και έτσι η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία που να τεκμηριώνει την αξίωση τους στον βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται σε αυτής της φύσης τις υποθέσεις όπως και κρίνω ότι το έχει πράξει. Κρίνω επίσης ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία τηρήθηκαν όλες οι νομότυπες διαδικασίες για τη πώληση και μεταφορά του επίδικου λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς την Gordian Holdings Ltd με σχετική εκ των προτέρων ενημέρωση των εναγομένων και προς τούτο καταχωρίστηκε στον φάκελο και η νενομισμένη Ειδοποίηση στις 19.06.2019. Επομένως οι υφιστάμενοι ενάγοντες νομιμοποιούνται να αξιώνουν ως η αγωγή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις τους εναντίον και των εναγομένων αρ. 2 - 5 και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 2 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.229.162,80σ. πλέον τόκο προς 5.75% τον χρόνο επί ποσού €1.210.850,76σ. από την 06.04.2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο ήτοι την 30.06. και 31.12. εκάστου έτους. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 - 5 ομού και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.