← Κύπρος

Αναφορικά με τον αποβιώσαντα Oleg Bourlakov ν. Αναφορικά με την απόφαση αστικού δικαίου ημερομηνίας 11/10/2022 η οποία εκδόθηκε από το Riga Orphan's C

Αναφορικά με τον αποβιώσαντα Oleg Bourlakov ν. Αναφορικά με την απόφαση αστικού δικαίου ημερομηνίας 11/10/2022 η οποία εκδόθηκε από το Riga Orphan's Court της Δημοκρατίας της Λετονίας, Αρ. Αίτησης 554/2022, 5/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A150 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 554/2022 (i - Justice) Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου και Αναφορικά με τον αποβιώσαντα Oleg Bourlakov και Αναφορικά με την απόφαση αστικού δικαίου ημερομηνίας 11/10/2022 η οποία εκδόθηκε από το Riga Orphan's Court της Δημοκρατίας της Λετονίας στα πλαίσια της διαδικασίας με αριθμό 8.5./39-

  1. Ημερομηνία: 05 Ιουλίου, 2023 Για Αιτητές: κ. Γ. Ζ. Γεωργίου με κ. Ρ. Λοϊζίδη και κ. Κ. Πασιαρδή για Γ. Ζ. Γεωργίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για τον Αιτητή Sandis Petrovics και κα Ε. Φούττη για Α. Γ. Ερωτοκρίτου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. για την Αιτήτρια Sofiia Shevtsova Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κ. Κλ. Πλατή για Παπαδόπουλος, Λυκούργος και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενδιαφερόμενα Μέρη: κ. Σ. Παύλου με κα Ε. Χριστοφή και κα Αλ. Σάββα για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κ. Κ. Νεοφύτου μαζί με κ. Σ. Παφίτη για Α.& Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερ. 27.01.2023 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο κ. Sandis Petrovics και η κ. Sofiia Shevtsova είχαν αιτηθεί με αίτηση τους με ημερομηνία 29.12.2022 και πέτυχαν την 09.01.2023 την αναγνώριση και κήρυξη ως εκτελεστής στην Κυπριακή Δημοκρατία της απόφασης ημερ.11.10.
  2. Η απόφαση εκείνη είχε εκδοθεί από το Riga Orphan's Court της Δημοκρατίας της Λετονίας την 11.10.2022 για την οποία εκδόθηκε στη συνέχεια Βεβαίωση ημερ. 08.12.2022 δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/2012, με αυτή διορίστηκαν διαχειριστές (trustees) της κληρονομιαίας περιουσίας του αποθανόντα Oleg Burlakov, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 21.06.2021, και τους ανατέθηκαν τα ανάλογα καθήκοντα του διαχειριστή. Η αίτηση εκείνη συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση του κ. Sandis Petrovics ημερομηνίας 29.12.2023 (στη συνέχεια «η Πρώτη Ε/Δ Petrovics»). Ακολούθως οι ως άνω Sandis Petrovics και Sofiia Shevtsova αιτήθηκαν με μονομερή αίτησή τους και πέτυχαν αυθημερόν, ήτοι την 27.01.2023, την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ενώ άλλα από τα αιτούμενα διατάγματα, τα οποία αφορούσε η ίδια αίτηση, αφέθηκαν για εξέταση τους σε μεταγενέστερο στάδιο και μετά που η αίτηση θα επιδιδόταν στους Καθ' ων η αίτηση. Μετά την επίδοση τους ακολούθησαν διάφορες εξελίξεις στο πλαίσιο των συζητήσεων με σκοπό την διευθέτηση της υπόθεσης με την εμφάνιση των Καθ' ων η αίτηση και ακολούθως, αφού έλαβαν άδεια προς τούτο, των Ενδιαφερόμενων Μερών. Παράλληλα η διαδικασία προχώρησε με την καταχώριση των ενστάσεων. Στο πλαίσιο ακριβώς των διαβουλεύσεων που διεξάγονταν στις 17.02.2023 διαφοροποιήθηκε το αρχικά εκδοθέν διάταγμα που αφορούσε την επιστροφή του Yacht με το όνομα Black Pearl σε Ευρωπαϊκό λιμάνι στη Μεσόγειο έτσι ώστε αυτό να γινόταν μέχρι την 10.06.2023 εκτός εάν το προσωρινό διάταγμα ημερ. 27.01.2023 ακυρωνόταν ενωρίτερα. Με την ως άνω υποχρέωση τους οι Καθ' ων η αίτηση συμμορφώθηκαν όπως δηλώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης στις 10.05.
  3. Η τύχη του ως άνω Yacht όπως και του περιεχομένου του, αξίας περί τα €200.000.000,00 όπως αναφέρθηκε, αποτελεί κατά βάση την εδώ αντιδικία μεταξύ των Μερών. Λόγω ακριβώς της μη κατάληξης σε εξώδικη διευθέτηση, το Δικαστήριο καλείται σήμερα να αποφανθεί περί της οριστικοποίησης ή μη των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων ακόμα και με τη διαφοροποίηση τους, εφόσον πλέον δεν προωθούνται, όπως δηλώθηκε και στην αγόρευση των συνηγόρων των Αιτητών τα αιτητικά Δ, Ε και Στ τα οποία είχαν παραμείνει για εξέταση τους σε μεταγενέστερο στάδιο μετά που θα επιδιδόταν η αίτηση. Ως εκ τούτου τα αιτητικά Δ, Ε και Στ της αίτησης απορρίπτονται και δεν θα εξεταστούν στη συνέχεια. Όπως προανέφερα, η εξέταση της μονομερούς αίτησης οδήγησε στην έκδοση απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων όπως και παρεπόμενου διατάγματος αποκάλυψης εναντίον των εταιρειών Cypcoserve Ltd (στη συνέχεια «η Cypcoserve») και Silver Angel Yachting Ltd ( στη συνέχεια « η Silver Angel») (στη συνέχεια και οι δύο μαζί «οι Καθ' ων η Αίτηση»). Τα παραθέτω εν συντομία: (α) Διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης των μετοχών που κατέχει η Cypcoserve στην Silver Angel (Αιτητικό Α), (β) διάταγμα απαγόρευσης αποξένωσης και εκμίσθωσης του σκάφους Black Pearl (Αιτητικό Βι), (γ) διάταγμα με το οποίο καλείται η Silver Angel να προβεί σε ενέργειες να αγκυροβολήσει το πλοίο στο Μαυροβούνιο 30 ημέρες μετά την επίδοση του διατάγματος (Αιτητικό Βιι), (δ) διάταγμα αποκάλυψης (Αιτητικό Γ). Η υπό κρίση αίτηση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Sandis Petrovics ημερομηνίας 27.01.2023 (Δεύτερη Ε/Δ Petrovics). Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην συνέχιση των Μονομερώς εκδοθέντων Διαταγμάτων την 17.02.2023 και για την έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κ. Μυλίτσας Συμεού (στη συνέχεια «η Ε/Δ Συμεού»). Στη διαδικασία εμφανίστηκαν και καταχώρησαν ένσταση την 17.02.2023 για τη συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και ο κ. Nikolai και κα Vera Kazakov ως Ενδιαφερόμενα Μέρη. Η ένσταση τους συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κ. Σαλώμης Σταύρου ημερομηνίας 17.02.2023 (στη συνέχεια «η Ε/Δ Σταύρου 1»). Αργότερα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη καταχώρισαν και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.04.2023 την οποία ορκίζεται η ίδια η κ. Σταύρου (στη συνέχεια η «Ε/Δ Σταύρου 2»). Εδώ παρεμβάλλω ότι, ως εμφαίνεται και στα πρακτικά του Δικαστηρίου, που κάθε φορά τηρούνταν, σε εμφανίσεις που προηγήθηκαν της ακρόασης, το χρονικό διάστημα των 30 ημερών για να αγκυροβοληθεί το Yacht στο Μαυροβούνιο ως το Αιτητικό Βιι, επεκτάθηκε σε διαδοχικές ημερομηνίες, κατόπιν της συγκατάθεσης των Αιτητών, ώστε να δοθεί χρόνος να επιστρέψει από την Καραϊβική στη Μεσόγειο όπου και έφτασε ως δηλώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Επομένως όσα ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση σχετικά με τους κατ' ισχυρισμό φυσικούς κινδύνους που υφίσταντο τότε ή τις οικονομικές δυσκολίες να επιστρέψει το Yacht, δεν έχουν οποιοδήποτε έρεισμα και σε κάθε περίπτωση έχουν καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου για σκοπούς της παρούσας και δεν θα εξεταστούν κατά τον τρόπο που οι Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Επιπλέον, των ως άνω, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη αποδέχονται ως ένα βαθμό τη συνέχιση του Μονομερούς Διατάγματος (λόγος ένστασης 5, από τον οποίο προκύπτει πως αν το Μονομερές Διάταγμα περιοριζόταν στο Αιτητικό Α αυτό θα ήταν ενδεχομένως αποδεκτό). Τα ίδια ανέφερε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Ενδιαφερόμενων Μερών κατά την ακρόαση της αίτησης. Δεδομένων των πιο πάνω, τα όσα αναφέρουν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη σχετικά με την ακύρωση του συνόλου των διαταγμάτων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε και φυσικά μπορούν να προωθούν την ακύρωση τους από τη στιγμή που το άμεσα επηρεαζόμενο μέρος, ήτοι η Cypcoserve, δεν ενίσταται στη συνέχιση του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και των ενστάσεων και των ενόρκων δηλώσεων αρχικών και συμπληρωματικών που υποστηρίζουν αντίστοιχα αυτές και στις γραπτές εισηγήσεις στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους όπως και τις προφορικές επισημάνσεις και διευκρινήσεις επί αυτών. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Αιτητών εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της οριστικοποίησης των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση και των Ενδιαφερομένων Μερών, όπως διατυπώνεται στην εισήγηση των συνηγόρων τους, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της οριστικοποίησης τους καθώς δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους και κυρίως επικαλούμενοι μεταγενέστερα γεγονότα της αίτησης όπως αυτά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις των ενιστάμενων και τα οποία αλλάζουν άρδην το σκηνικό και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης. Όλα αυτά τα έχω κατά νούν και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός και θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη τους. Σε κάθε περίπτωση, οι ικανές και διαφωτιστικές αγορεύσεις ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για τις επί μέρους πτυχές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). ΣΥΝΟΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ/ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ: Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της απόφασης, μετά από μελέτη των ενόρκων δηλώσεων που αντίστοιχα υποστηρίζουν τις θέσεις των Μερών, παραθέτω συνοπτικά τα ακόλουθα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς τα οποία άντλησα από αυτές, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζω και όσα άλλα προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και στα τεκμήρια που τις συνοδεύουν τα οποία σε συνδυασμό και με την νομική πτυχή της υπόθεσης θα με οδηγήσουν στην κρίση μου επί αυτών. Ο Οleg Bourkakov, είχε υπηκοότητα της Ρωσίας, της Ουκρανίας και του Καναδά. Απεβίωσε στις 21.06.2021 αφήνοντας σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες σε όλο τον κόσμο τα οποία ανήκαν σε αυτόν είτε προσωπικά είτε ως μέτοχος μέσω οντοτήτων ή φυσικών προσώπων ως εντολοδόχων για αυτόν. Κατά το χρόνο θανάτου του, ο Bourlakov είχε σύζυγο την κ. Loudmila Bourlakova, την οποία παντρεύτηκε στις 02.06.1972 με την οποία απέκτησαν δύο θυγατέρες κατά τη διάρκεια του γάμου τους- την Elena Bourlakova και την Veronica Bourlakova. Απέκτησε επίσης με την κ. Shevtsova (Αιτήτρια) την ανήλικη Nikol Shevtsova. Η κ. Sofiia Shevtsova είναι μητέρα της ανήλικης Nikol Shevtsova. Λετονός Συμβολαιογράφος εκκίνησε διαδικασία διαδοχής και στις 08.06.2022 έγινε επίσημη δημοσίευση με βάση το Λετονικό Αστικό Δίκαιο και το Δίκαιο των Συμβολαιογράφων, δια της οποίας παρεχόταν δημόσια ειδοποίηση της έναρξης της διαχείρισης της περιουσίας του Bourlakov προς όλους τους πιθανούς κληρονόμους, πιστωτές και ενδιαφερόμενα μέρη και τους κάλεσε όπως προσέλθουν στη διαδικασία ενώπιον του Συμβολαιογράφου μέχρι τις 08.01.2023 (Σχετ. η παρ. 13 της Πρώτης Ε/Δ Petrovics και η παρ. 10 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics). Η κ. Shevtsova, καταχώριε στις 06.06.2022 αίτηση ενώπιον του Λετονού Συμβολαιογράφου, με σκοπό τον διορισμό της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποθανόντα. Ο Λετονός συμβολαιογράφος εγκαθίδρυσε επιτροπεία εμπιστεύματος (trusteeship) επί της περιουσίας και απέστειλε το αντίστοιχο έγγραφο στο Riga Orphan's Court. Ο Αιτητής Sandis Petrovics καταχώρισε αίτηση ενώπιον του Riga Orphan's Court εκ μέρους της Elena Bourlakova επιδιώκοντας επίσης τον διορισμό του ως διαχειριστή (trustee) της περιουσίας. Η αίτηση αυτή υποστηρίχθηκε στη συνέχεια από τις Loudmila Bourlakova και Veronica Bourlakova. Διευκρινίζεται ότι τo Orphan's Riga Court αποτελεί δημόσια αρχή και όχι δικαστήριο. Κατόπιν εξέτασης των αιτημάτων των Αιτητών ενώπιον του Riga Orphan's Court εκδόθηκε απόφαση του Riga Orphan's Court στην Υπόθεση Αρ. 8.5./39-2022 στις 11.10.2022 (στη συνέχεια το «Δημόσιο Έγγραφο») (Κατατέθηκε ως Τεκμ. 2. Στην Πρώτη Ε/Δ Petrovics). Βάσει του Δημοσίου εγγράφου, οι Αιτητές στην παρούσα διορίστηκαν από κοινού ως διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντα. Το Δημόσιο Έγγραφο είναι άμεσα δεσμευτικό και εκτελεστό στη Λετονία. Η διασυνοριακή συλλογή, διαχείριση και εκπροσώπηση της περιουσίας του αποθανόντα εμπίπτουν στις εξουσίες των Αιτητών. Υπάρχουν τα ακόλουθα γνωστά περιουσιακά στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία εμπίπτουν στην περιουσία του αποθανόντα: (α) Το ωφέλιμο συμφέρον επί μετοχών της Κυπριακής εταιρείας Captain Vrungel Yachting Limited («Captain Vrungel»), (β) το ωφέλιμο συμφέρον των μετοχών της Silver Angel Yachting Limited, και (γ) το ωφέλιμο συμφέρον επί μετοχών της Κυπριακής εταιρείας Captain Jack Sparrow Yachting Ltd («Captain Jack»). Σύμφωνα με τα αναμφισβήτητα γεγονότα η Silver Angel είναι η ιδιοκτήτρια του σκάφους Black Pearl, του οποίου η αξία υπολογίζεται περί τα €200,000,000 και το οποίο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρείας. Βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση Ευρωπαϊκού Κληρονομητηρίου ("EU Succession Regulation") οι Αιτητές καταχώρισαν την αίτηση με αριθμό 554/2022 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για να κηρύξουν εκτελεστό το Δημόσιο Έγγραφο, με σκοπό να επιτραπεί στους Αιτητές να ασκήσουν τις εξουσίες τους ως διαχειριστές σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 09.01.2023 εκδόθηκε το Διάταγμα Εκτελεστότητας. Οι Αιτητές κοινοποίησαν το Διάταγμα Εκτελεστότητας επί των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στη Δημοκρατία στους Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα με επιστολή τους (Τεκμ. 3 και 4 στην Δεύτερη E/Δ Petrovics), απαίτησαν τη μεταβίβαση των μετοχών της Silver Angel τις οποίες κρατά η εταιρεία Cypcoserve και επιβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να αποξενωθούν οι μετοχές των Καθ' ων η αίτηση (Σχετ. οι παρ. 6 - 8 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics). Οι Καθ' ων η αίτηση αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και μέσω επιστολών των δικηγόρων τους, αμφισβήτησαν, μεταξύ άλλων, τη Λετονική Διαδικασία, το Δημόσιο Έγγραφο και τη δικαιοδοσία των Λετονικών Αρχών (Σχετ. η παρ. 9 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics). Οι Καθ' ων η αίτηση επίσης αναφέρθηκαν στα κατ' ισχυρισμό δικαιώματα των Ενδιαφερόμενων Μερών στη βάση της Ολογραφικής Διαθήκης και αμφισβήτησαν την ορθότητα και την ειλικρινή αποκάλυψη της πληροφόρησης που παρείχαν οι Αιτητές στο παρόν Δικαστήριο κατά το στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση του Διατάγματος Εκτελεστότητας (Σχετ. η παρ. 32 της Πρώτης Ε/Δ Petrovics και οι παρ. 10 - 15 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics). Στη συνέχεια οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώριση της Μονομερούς Αίτησης για την έκδοση διαταγμάτων με σκοπό τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης της περιουσίας του αποθανόντα (status quo), συνοπτικά για τους πιο κάτω λόγους (Σχετ. η παρ. 16 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics): α) Την προκατειλημμένη και αδικαιολόγητη εναντίωση στους Αιτητές - νόμιμους διαχειριστές της περιουσίας του Bourlakov από τις Καθ΄ ων η αίτηση. β) Την κακόπιστη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τη διαχείριση του Black Pearl και συνεπώς την έκθεση των πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η αίτηση και της αξίας τους σε κίνδυνο (Σχετ. οι παρ. 16 - 18 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics), προτάσσοντας προς τούτο τις πιο κάτω πράξεις τους: (
  1. i)Αποκοπή των Bourlakovs από πληροφόρηση σχετικά με το Black Pearl η οποία όμως παρεχόταν στους Kazakovs, (
  2. ii)παραγνώριση των επιθυμιών, εκκλήσεων, δικαιωμάτων και συμφερόντων των Bourlakovs και προτίμηση της διαφύλαξης αυτών των Kazakovs, (iii) Υποκίνηση των πράξεων και αποφάσεων των Καθ' ων η αίτηση από τους Kazakovs, (γ) Ψευδείς αναφορές και παραπλάνηση των Καθ' ων η αίτηση σχετικά με τις πραγματικές μετακινήσεις και εργασίες του Black Pearl (για παράδειγμα η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση για εκμίσθωση του Black Pearl στην Καραϊβική ενώ οι ίδιες ενημερώνοντας τις Bourlakovas ότι το Black Pearl θα επέστρεφε στο λιμάνι του Μαυροβουνίου έπειτα από κατ' ισχυρισμό επιδιορθώσεις που δέχθηκε στην Μαγιόρκα). (δ) Ανέντιμη συμπεριφορά των Kazakovs, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές διαδικασίες. (ε) Αυθαίρετη προσπάθεια εξεύρεσης αγοραστή για την πώληση του Black Pearl. (στ) Την άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να προβούν στη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που εμπίπτουν στην περιουσία του αποθανόντα. Προχωρώ με τη σύνοψη των γεγονότων που παρατέθηκαν σε σχέση με προηγούμενες διαδικασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία και στο εξωτερικό είτε αυτές έχουν ολοκληρωθεί είτε βρίσκονται σε εξέλιξη: Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις, η ύπαρξη των πιο κάτω διαδικασιών δεν αμφισβητείται. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι: α) Καταχωρίστηκε στο παρελθόν αίτηση για έκδοση εγγράφων Διαχείρισης περιορισμένης παραχώρησης Ad Colligenda Bona, για να διοριστεί ανεξάρτητος προσωρινός διαχειριστής, με αποκλειστικό σκοπό τη συλλογή, διατήρηση και διασφάλιση του ωφέλιμου δικαιώματος του Bourlakov επί των μετοχών της Silver Angel και της Captain Vrungel μέχρι την έκδοση γενικής παραχώρησης εγγράφων Διαχείρισης της περιουσίας του αποθανόντος. Αυτό αναφέρεται ρητά στις παραγράφους 36 - 39 της Πρώτης Ε/Δ Petrovics όπου επισυνάφθηκε η σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις παρ. 15 - 17 της Ε/Δ Σταύρου 1 (Σχετ. και στην Δεύτερη Ε/Δ Petrovics). β) Εκκρεμούν διαδικασίες στην Ρωσία σχετικές με την "εγκυρότητα" της Ολογραφικής Διαθήκης και ότι με απόφασή του το Lyublinski District Court of Moscow στις 28.10.2022 επικύρωσε την εγκυρότητα της Ολογραφικής Διαθήκης και ότι αυτή η απόφαση εφεσιβλήθηκε (Σχετ. η παρ. 40 της Ε/Δ Petrovics και παρ. 23 της Ε/Δ Σταύρου 1). γ) Εκκρεμούν διαδικασίες στο Μονακό σχετικά με τη διαδοχή της περιουσίας του αποθανόντα και ότι το Court of First Instance of Monaco στις 15.07.2022 εξέδωσε απόφαση για διορισμό προσωρινού διαχειριστή της περιουσίας του κ. Bourlakov (Σχετ. οι παρ. 30, 34-35 της Πρώτης Ε/Δ Petrovics στην οποία ρητά παρέπεμπε η Δεύτερη Ε/Δ Petrovics, στις παραγράφους 24, 26 της Ε/Δ Σταύρου 1 και στην παράγραφο 104 της Ε/Δ Συμεού). δ) Υπήρξαν διαδικασίες στο Μαυροβούνιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (Σχετ. η παρ. 27 της Ε/Δ Σταύρου 1) οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους Αιτητές). Διαπιστώνεται δηλαδή, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, ότι υπάρχουν διαδικασίες σε διάφορες δικαιοδοσίες που αφορούν σε διαφορές των μερών. Πρόκειται για διαδικασίες που οι Αιτητές τις αποκάλυψαν και τις έθεσαν εξ αρχής εις γνώση του Δικαστηρίου και όλη η σχετική ενημέρωση προσκομίστηκε αρχικά στην Πρώτη Ε/Δ Petrovics, στην οποία ρητά παρέπεμπε η Δεύτερη Ε/Δ Petrovics. Επομένως, δεν με βρίσκουν σύμφωνο οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί για μη συμμόρφωση των Αιτητών με την υποχρέωση τους να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και για παραπλάνηση του Δικαστηρίου όπως για παράδειγμα αδικαιολόγητα κατά την άποψη μου προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση στις παραγράφους 99-102 της Ε/Δ Συμεού και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη στην παράγραφο 60(δ) της Ε/Δ Σταύρου 1. Περαιτέρω, κατά την αντίληψη μου, οι ως άνω διαδικασίες δεν είναι καθοριστικές ή σχετικές για την έκβαση της παρούσας αίτησης και δεν θα έπρεπε να προβάλλονται καν ως σχετικά και αναγκαία στοιχεία από τους Καθ' ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Οι εν λόγω διαδικασίες δεν επιδρούν με κανένα τρόπο στην εξέταση των προϋποθέσεων που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και παραμένουν χωρίς έρεισμα και δεν λαμβάνονται υπόψη οι σχετικοί ισχυρισμοί ούτε και χρειάζεται να εξεταστούν περαιτέρω καθώς τα εν λόγω γεγονότα είναι σχετικά μόνο στο βαθμό που περιγράφουν γενικότερα τις διαφορές των μερών και τις δικαστικές τους διαμάχες σε σχέση με πτυχές των διαφορών τους. Αποτελούν γεγονότα του ευρύτερου υπόβαθρου των διαφορών των μερών. Δεν είναι όμως σχετικά ή αναγκαία όπως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια για την εξέταση της παρούσας αίτησης, η οποία αφορά μόνο στην ικανοποίηση προϋποθέσεων για την διατήρηση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων που σκοπό έχουν τη συντήρηση του status quo ως επάναγκες για την εκτέλεση του Διατάγματος Εκτελεστότητας. Και τούτο, καθώς το Δικαστήριο δεν καλείται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης να εξετάσει τις ευρύτερες διαφορές των μερών ή να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με αυτές. Καλείται να λειτουργήσει στο πλαίσιο του EU Succession Regulation και συγκεκριμένα στο μέρος αυτού που αφορά στην εκτελεστότητα δημοσίου εγγράφου που εκδόθηκε από ένα Κράτος Μέλος σε άλλο Κράτος Μέλος, στην προκείμενη περίπτωση από τη Λετονία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τα γεγονότα που αφορούν σε άλλες διαδικασίες εκτός της Λετονικής είναι άσχετα με την παρούσα αίτηση. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ: Δικαιοδοσία των Λετονικών αρχών Καταβλήθηκε προσπάθεια από τους Καθ' ων η αίτηση/Ενδιαφερόμενα Μέρη να διασυνδέσουν όλες τις άλλες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στο εξωτερικό με σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Λετονικού Orphan's Court που εξέδωσε το Δημόσιο Έγγραφο και που κηρύχθηκε εκτελεστέο με το Διάταγμα Εκτελεστότητας. Σε κάθε περίπτωση, οι θέσεις αυτές παρουσιάζουν εγγενή αδυναμία επί της ουσίας τους και δεν μπορούν να έχουν σημασία και να πετύχουν οι αναφορές των Καθ' ων η αίτηση και των Ενδιαφερόμενων Μερών στις υπόλοιπες διαδικασίες ως αποδεικτικές της έλλειψης δικαιοδοσίας των Λετονικών Αρχών. Και τούτο, καθώς παρουσιάζεται το οξύμωρο σχήμα ότι ενώ τα Ενδιαφερόμενα Μέρη αμφισβητούν τη δικαιοδοσία της Λετονίας εντούτοις αυτόβουλα, καταχώρισαν δικαστικές διαδικασίες (Τεκμ. 1Α και 1Β της Ε/Δ Σταύρου 2, παρ. 6 - 7) με τις οποίες αξιώνουν, από τις Λετονικές αρχές, τελικές θεραπείες σε σχέση με την περιουσία του Bourlakov. Προκύπτει επομένως ξεκάθαρα ότι οι ίδιοι έχουν υπαχθε ανεπιφύλακτα στη Λετονική δικαιοδοσία. Ως προς τα ως άνω, το άρθρο 41 του EU Succession Regulation είναι σχετικό καθώς προνοεί ότι: «Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης που εκδίδεται σε κράτος μέλος». Στην απόφαση Krones AG v. Samskip GmbH (Case C-456/11) το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επανέλαβε τα εξής, σχετικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά στο άρθρο 36 το οποίο είναι αντίστοιχο του άρθρου 41 του EU Succession Regulation πιο πάνω: «Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 36 του κανονισμού 44/2001, αποκλείεται «η επί της ουσίας αναθεώρηση» της αποφάσεως του κράτους μέλους εκδόσεως, σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή περί αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Πράγματι, κατά την έκθεση Jenard (σ. 74) «[η] έλλειψη [αναθεωρήσεως επί της ουσίας] επιβάλλει πλήρη εμπιστοσύνη στο δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως· η εμπιστοσύνη αυτή όσον αφορά το βάσιμο της δικαστικής αποφάσεως πρέπει φυσιολογικά να επεκτείνεται και στην εφαρμογή των [εναρμονισμένων] κανόνων δικαιοδοσίας [.] από το δικαστήριο. [.] Η έννοια του δεδικασμένου κατά το δίκαιο της Ένωσης δεν εστιάζεται αποκλειστικώς στο διατακτικό της επίδικης δικαστικής αποφάσεως, αλλά επεκτείνεται και στο σκεπτικό της το οποίο αποτελεί το αναγκαίο υπόβαθρο του διατακτικού της και συνιστά ως εκ τούτου αναπόσπαστο μέρος αυτού». Επομένως, οι αναφορές από τους Καθ' ων η αίτηση/Ενδιαφερόμενα Μέρη σχετικά με τη νομιμοποίηση της κ. Shevtsova να προωθεί διαδικασίες στο Μονακό ή στη Λετονία, η απόφαση εγκυρότητας ή μη της Ολογραφικής Διαθήκης από το Ρωσικό Δικαστήριο, το τί εξέτασε ή δεν εξέτασε το Λετονικό Orphan's Court για να καταλήξει προτού εκδώσει το Δημόσιο Έγγραφο, ο κατ' ισχυρισμό αποκλεισμός των Kazakovs, και γενικότερα τα ζητήματα δικαιοδοσίας, είναι γενικότερα ζητήματα τα οποία το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και ούτε πρέπει να το πράξει σύμφωνα με την απόφαση Krones ανωτέρω. Το σκεπτικό της αμοιβαίας εμπιστοσύνης διέπει διάχυτα το EU Succession Regulation και είναι αυτή η αρχή που ισχύει για όλους τους Κανονισμούς βάσει των οποίων αναγνωρίζονται αποφάσεις μεταξύ κρατών μελών. Για αυτό ακριβώς τον λόγο η αναγνώριση με βάση το EU Succession Regulation είναι αυτόματη. Αδιαμφισβήτητα, το κατά πόσο το Orphan's Court μπορούσε και είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το Δημόσιο Έγγραφο, είναι θέμα που αφορά τη Λετονία. Ούτε φυσικά μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ουσία του περιεχόμενου του Δημοσίου Εγγράφου κατ' επίκληση των ισχυρισμών των Ενδιαφερόμενων Μερών. Αυτά είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στις αιτήσεις παραμερισμού που έχουν καταχωρίσει τόσο οι Καθ' ων η αίτηση όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Ως προς την δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου σχετικό είναι το Άρθρο 54 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/2012 (EU Succession Regulation) το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα που εξέδωσε Μονομερώς. Το άρθρο 54 προνοεί τα εξής: 1. Όταν μια απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, ο αιτών δύναται να ζητήσει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση δυνάμει του άρθρου 48. 2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας εμπεριέχει αυτοδικαίως τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων. 3. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ενδίκου μέσου που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για το ένδικο μέσο αυτό, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση». Στη βάση επομένως των πιο πάνω προνοιών βρίσκω ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση ως προς την εφαρμογή και εμβέλεια του Άρθρου 54 από νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που ερμήνευσε αντίστοιχες πρόνοιες με πανομοιότυπο λεκτικό. Σε σχέση με τον ορισμό του τί συνιστά ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τα οποία παραθέτω στη συνέχεια, με αναφορά στο άρθρο 24 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, το οποίο - δίδει τον ορισμό του όρου «ασφαλιστικά μέτρα» ως εξής: "Application may be made to the courts of a Member State for such provisional, including protective, measures as may be available under the law of that Member State, even if the courts of another Member State have jurisdiction as to the substance of the matter". Συγκεκριμένα στην απόφαση Van Uden Maritime BV (t/a Van Uden Africa Line) v. Kommanditgesellschaft in Firma Deco-Line (C-391/95) που αφορούσε αίτηση για προσωρινά μέτρα που καταχωρίστηκε στα Ολλανδικά Δικαστήρια, ενώ διεθνή δικαιοδοσία για να εκδικάσουν την υπόθεση είχαν τα Γερμανικά Δικαστήρια, το ΔΕΚ διαπίστωσε ότι: «[.] Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι ως «ασφαλιστικά μέτρα» υπό την έννοια του άρθρου 24 της Συμβάσεως πρέπει να θεωρούνται τα μέτρα τα οποία, στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, αποβλέπουν στη διατήρηση μιας πραγματικής ή νομικής καταστάσεως προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των οποίων η αναγνώριση ζητείται εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας (προαναφερθείσα απόφαση Reichert και Kockler, σκέψη 34)». Στο σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions 7η έκδοση
(2020), παράγραφος 6-056 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τα προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το Άρθρο 35 και τα οποία κατ' αναλογία ισχύουν και εδώ: "What are provisional measures? This has an autonomous meaning independent of the classification of the measures under national law. They are to be distinguished from and do not include final relief or resolution of the substance of the case. In the case of an interim payment, to be a provisional measure it must in principle not involve determination of the merits and be reversible. So with an interim payment this could only be a provisional or protective measure if the defendant was sure to get his money back if he won on the substantive dispute.238 An order to make provisional measures effective would be within art.
  1. This allows asset information orders in support of freezing relief, and would allow an order made against a third party under the Chabra jurisdiction for the purpose of making the freezing order effective". Συνεπώς, το κατά πόσο ένα διάταγμα εμπίπτει στην έννοια των ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από το αν αυτό είναι απαγορευτικής ή προστακτικής φύσεως αλλά κατά πόσο συνάδει με τον ορισμό της έννοιας «ασφαλιστικά μέτρα», όπως τέθηκε στην απόφαση Van Uden ανωτέρω. Σημειώνεται δε ότι όλα τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς αποσκοπούσαν ακριβώς στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων και συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση (ως ο λόγος ένστασης 5) όσο και των Ενδιαφερόμενων Μερών ( ως οι λόγοι ένστασης 1,3,4 και10) απορρίπτονται ως ανεδαφικοί. Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη επίσης ισχυρίζονται ότι τα Μονομερή Διατάγματα αποτελούν «μέτρα εκτέλεσης» και άρα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας αφού έπρεπε να παρέλθουν 30 ημέρες πριν να μπορούν να ληφθούν (Σχετ. οι παρ. 39-42 Ε/Δ Σταύρου 1). Ως προς τον ορισμό του τι συνιστά μέτρα εκτέλεσης σχετική είναι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Under resolution pursuant to the provisions of the Resolution of Credit and Other Institutions Law 2013 N.17(I)/2013 (acting by its Special Administrator) v. Andreas Vgenopoulos, a.o [2018] EWCA Civ 1, η οποία ερμήνευσε τον όρο αυτό παραπέμποντας σε Ευρωπαϊκή και Αγγλική Νομολογία, με αναφορά στο άρθρο 47 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Κανονισμός 44/2001). Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με το άρθρο 54 του EU Succession Regulation. Ειδικότερα το άρθρο 47 προνοεί ότι: «
  2. Όταν μια απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ο αιτών δύναται να προσφύγει σε ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτελέσεως χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας δυνάμει του άρθρου
  3. Η κήρυξη της εκτελεστότητας εμπεριέχει και τη δυνατότητα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
  4. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση». Στην απόφαση Cyprus Popular Bank Public Co (ανωτέρω) επεξηγήθηκε περαιτέρω ότι: "
  5. Turning to the second question on the appeal, the starting point is that European law recognises that the question of what constitutes a "measure of enforcement" is a matter for the domestic law of the State where enforcement is sought, here English law. As the European Court of Justice put it in Capelloni v. Pelkmans (Case 119/84) [1986] 1 CMLR 388 at [16]: "However, the Convention confines itself to governing the procedure for obtaining authorization for enforcement, and does not contain any provisions concerning enforcement properly so called, which, as stated in the judgment of 2 July 1985 (Case 148/84 Deutsche Genossenschaftsbank
(1985)ECR 1987), is subject to the national law of the court hearing the proceedings." 58. This all suggests very strongly that "enforcement" of a judgment as a matter of English law entails the invocation of the process of the English Court. Nevertheless, it is not necessary to determine definitively whether other measures such as measures of self-help are thus excluded from "measures of enforcement" under English law because, in my judgment, the steps taken by the appellant in the present case were not on any view "measures of enforcement". Τα διαβήματα που λήφθηκαν στην ως άνω υπόθεση καθώς και η σχετικότητα της με την παρούσα θα επεξηγηθούν στη συνέχεια της απόφασης μου για να καταδειχθεί το τι συνιστά μέτρο εκτέλεσης και κατά το Κυπριακό Δίκαιο. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: Των ως άνω λεχθέντων θα εξετάσω στη συνέχεια τις προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, τα εν λόγω διατάγματα εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 54 του EU Succession Regulation). Σύμφωνα με το άρθρο 54
(2)και
(3)οι Αιτητές δικαιούνται αυτοδικαίως την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ως αυτά που αιτήθηκαν με την παρούσα αίτηση, μετά την έκδοση του Διατάγματος Εκτελεστότητας. Το πλησιέστερο σε λεκτικό άρθρο είναι το άρθρο 47 του Κανονισμού 44/2001 το οποίο παρατίθεται πιο πάνω. Στο σύγγραμμα Dicey & Morris, the Conflict of Laws αναφέρονται τα εξής σχετικά με το σκεπτικό έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 47: "Before the expiry of the time for appealing against the order for registration has expired or before such appeal has been determined, the execution of the judgment is not possible, although protective measures may be taken. The policy is that measures should be available to prevent the judgment debtor from being able to frustrate the later enforcement and there is therefore a strong presumption in favour of their being granted". Στο σύγγραμμα Ζητήματα Από Την Εφαρμογή Του Κανονισμού 1215/2012 Για Τη Διεθνή Δικαιοδοσία Και Την Εκτέλεση Αποφάσεων, του Ι.Σ Δεληκωστόπουλου, 2016 ως προς το λεκτικό του άρθρου 40 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις Ευρωπαϊκού Κανονισμού, αντιπαραβάλλεται με το παλαιότερο άρθρο 47 του Κανονισμού 44/2001. Το άρθρο 40 προνοεί ότι: «Κάθε εκτελεστή απόφαση παρέχει αυτοδικαίως την εξουσία λήψης οποιουδήποτε συντηρητικού μέτρου το οποίο προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης». Ειδικότερα από το εν λόγω σύγγραμμα προκύπτει ότι το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στην έκδοση ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να πρέπει να αποδεικνύεται το στοιχείο του κατεπείγοντος ή του επικείμενου κινδύνου. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί, αυτοδικαίως, να εκδώσει ασφαλιστικά μέτρα προς διασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης και εδώ του Δημοσίου Εγγράφου (authentic instrument). Το ως άνω σύγγραμμα παραπέμπει στα όσα αναφέρονται από τους Dickinson/Lein, The Brussels I Regulation Recast, 2015 ότι: "Art 40 gives rise to an automatic right and is not itself subject to any further conditions, such as showing that there is an actual risk that enforcement will be frustrated. This right directly flows from the Regulation". Oι προϋποθέσεις του άρθρου 32 επομένως προσαρμόζονται ανάλογα για να δοθεί ισχύς στο λεκτικό του άρθρου 54 του Succession Regulation (εμπεριέχει αυτοδικαίως τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων), χωρίς την ανάγκη εξέτασης επιπρόσθετων προϋποθέσεων. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι είναι πλήρως δικαιολογημένη η έκδοση του Μονομερούς Διατάγματος. Παρά ταύτα, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας και στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνήγορους των Αιτητών ότι σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another,
(1982)1 C.L.R. 557), προσαρμόζονται και εξετάζονται κατ' αναλογία με υποθέσεις όπου εκδόθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι υπάρχει εγγενής εξουσία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης μέχρι την εκτέλεση αυτής (που για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ταυτίζεται με την απόκτηση του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της περιουσίας του αποθανόντα). Στην Αγγλική απόφαση Orwell Steel v. Asphalt and Tarmac [1984] 1 WLR 1097 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "There is accordingly, in my judgment, power to grant an interlocutory injunction between final judgment and execution. If there is such a power, there seems to be no logical reason why a Mareva injunction should not be used in aid of execution. Indeed, in one sense it could be said that there is greater justification for restraining a defendant from disposing of his assets after judgment than before any claim has been established against him. It is true that there is a variety of methods for enforcing execution as set out in RSC Ord 45 r. 1 and once the plaintiff has obtained judgment it may be said that he should pursue the remedies provided by the rules rather than extend the application of Mareva injunctions still further. The answer to that objection is that, as has been frequently pointed out, the Mareva injunction acts in-personam on the defendant and does not give the plaintiff any rights over the goods of the defendant nor involve any attachment of them. In this context it would have the effect of preserving the defendant's goods until execution could be levied upon them; and the remedies of injunction execution can take effect side by side. Such was the views of Robert Goff J in Stewart Chartering Ltd v C & O Managements SA [1980] 1 WLR 460 where he continued a Mareva injunction granted before judgment in aid of execution. Plainly an injunction will only be granted where the plaintiff can adduce evidence of a kind which normally supports an application for a Mareva injunction, namely, that there are grounds for believing that the judgment debtor may dispose of his assets to avoid execution. Perhaps such grounds may be more readily established after judgment than before it". Πέραν των ως άνω στις πιο κάτω Αγγλικές αποφάσεις, όπου τα δικαστήρια προχωρούσαν στην εξέταση έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων στη βάση ότι υπάρχει ήδη «good arguable case», αποφασίστηκε ότι τα μόνα στοιχεία που παρέμεναν προς εξέταση ήταν κατά πόσο υπήρχε κίνδυνος εξανέμισης και αν ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν/συνεχιστούν τα εν λόγω διατάγματα: Στην υπόθεση Ivanhoe Mines Limited (previously Ivanhoe Nickel and Platinum Limited) v. Tony Ricky Gardner [2020] EWHC 144 (Comm) λέχθηκαν τα ακόλουθα: "The test for post-judgment freezing order relief 9. There was no dispute as to the test for post-judgment freezing order relief. It is sufficient, for present purposes, to note that the only two matters in issue before me were:
  1. i)whether a real risk of dissipation had been made out; and
  2. ii)whether it is just and convenient to continue the Injunction". Στην υπόθεση Iranian Offshore Engineering and Construction Company v Dean Investment Holdings SA (formerly known as Dean International Trading SA), α.ο. [2019] EWHC 107 (Comm) λέχθηκαν τα εξής: "4. Because this is an application for a post-judgment worldwide freezing injunction, the claimants clearly can satisfy the burden of showing that they have a good arguable case. Mr Nash I think recognizes the force of that, but points out that the sixth defendant wishes to challenge the judgment by way of appeal". Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, βρίσκω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας πληρούνται. Και εξηγώ το πολύ απλό σκεπτικό μου γιατί καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό το οποίο συνίσταται στο ότι με την έκδοση του Δημοσίου Εγγράφου έχει κριθεί ο διορισμός των Αιτητών και η ανάγκη να συλλέξουν και να προστατεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στην περιουσία του αποθανόντα. Συνεπώς κρίνω ότι δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο για να ικανοποιηθούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη παραδόξως προωθούν τη θέση ότι έχουν καλές πιθανότητες να πετύχουν στην αίτηση παραμερισμού του Διατάγματος Εκτελεστότητας. Η θέση όμως αυτή δεν είναι ορθή αφού δεν είναι αυτό που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο για να συνεχίσει ή όχι τα Μονομερή Διατάγματα. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, είτε έχουν είτε δεν έχουν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αίτηση παραμερισμού, είναι άσχετο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Αιτητές να δείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και όχι στα Ενδιαφερόμενα Μέρη να δείξουν ότι έχουν καλές ορατότητες επιτυχίας στην αίτηση παραμερισμού. Πρόσθετα, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη προβάλλουν τη θέση και επιχειρηματολογούν ότι επειδή ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον του Δημόσιου Εγγράφου στη Λετονία τότε το Δημόσιο Έγγραφο καθίσταται χωρίς αποδεικτική αξία (Σχετ. οι παρ. 45-49 Ε/Δ Σταύρου 1) και άρα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Να υπενθυμίσω εδώ ότι τόσο οι Καθ' ων η αίτηση όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, έχουν καταχωρίσει αιτήσεις παραμερισμού του Διατάγματος Εκτελεστότητας και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη έχουν καταχωρίσει και αίτηση αναστολής. Επομένως, οι Καθ' ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη κωλύονται από του να προωθούν την θέση αυτή σε αυτό το πρώιμο στάδιο, πόσο μάλλον όταν οι ίδιοι έχουν ταυτόχρονα καταχωρίσει αιτήσεις παραμερισμού και αναστολής του Διατάγματος Εκτελεστότητας. Θα έπρεπε δε, κατά την άποψη μου, να προωθήσουν κατά προτεραιότητα τις εν λόγω αιτήσεις αν επιθυμούσαν. Αντίθετη θεώρηση θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο θα προέβαινε σε τελικά ευρήματα σε σχέση με την ισχύ του Δημόσιου Εγγράφου, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει η καλά εδραιωμένη νομολογία αναφορικά με την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι με την κοινοποίηση του Διατάγματος Εκτελεστότητας και των επιστολών ημερομηνίας 13.01.2023 με την οποίες οι Αιτητές ζήτησαν τη μεταβίβαση των μετοχών που κατέχει η Cypcoserve στην Silver Angel, oι Αιτητές έλαβαν μέτρα εκτέλεσης πριν την πάροδο 30 ημερών όπως προνοεί σχετικά το άρθρο 54
(3)του EU Succession Regulation, σχετική είναι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Cyprus Popular Bank (ανωτέρω), στην οποία εξετάστηκε κατά πόσο η κοινοποίηση απαγορευτικού διατάγματος σε τρίτο μέρος, το οποίο είχε κηρυχθεί προηγουμένως εκτελεστέο στην Αγγλία, συνιστούσε μέτρο εκτέλεσης η οποία είναι άκρως διαφωτιστική. Στην εν λόγω απόφαση εξετάστηκε το άρθρο 47 του Κανονισμού 44/2001 που είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο
  1. Το Αγγλικό Δικαστήριο στην Cyprus Popular Bank, κατέληξε ότι η κοινοποίηση μιας απόφασης με την οποία κηρύχθηκε η εκτελεστότητα και συνοδευτικής επιστολής, ζητώντας συμμόρφωση με τις πρόνοιες της εν λόγω απόφασης, δεν αποτελούσε μέτρο εκτέλεσης. Στην ίδια υπόθεση ήταν αποδεκτό από τους διαδίκους και το γεγονός ότι στην περίπτωση κοινοποίησης απόφασης για πληρωμή καθορισμένου χρηματικού ποσού μαζί με την αποστολή επιστολής ζητώντας την πληρωμή των χρημάτων, το εν λόγω διάβημα δεν αποτελούσε μέτρο εκτέλεσης. Το Αγγλικό Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε διαφοροποίηση μεταξύ αυτού του υποθετικού περιστατικού και της περίπτωσης που η αλλοδαπή απόφαση αφορούσε κοινοποίηση απαγορευτικού διατάγματος. Σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα: "
  2. Service of a registration order on the party against whom enforcement is sought as required by Article 42.2 of the Judgments Regulation and CPR 74.6
(1)by definition cannot be a "measure of enforcement" given that it is required and not prohibited. In those circumstances, it is difficult to see how the service of a registration order or the foreign judgment on a third party or notification to the third party of the terms of such an order or foreign judgment could conceivably amount to a "measure of enforcement". The contrary argument run by Mr Evans based upon the distinction in status between the third party and the judgment debtor is misconceived. The issue is as to the status of the service or notification, not of the person to whom it is addressed. [.]
  1. The correct analysis is that notification of the terms of a judgment or order is just that and no more. It may be a step which is necessary for subsequent enforcement, but it is not enforcement per se. This conclusion is supported by a number of the English authorities to which Mr Samek QC referred the Court. Thus, where a third party bank is notified of the terms of a freezing order (which as Lord Bingham of Cornhill said in Customs and Excise Commissioners v Barclays Bank plc [2006] UKHL 28; [2007] 1 AC 181 at [13] is "literally, an everyday event") the party which obtained the order no doubt expects that the bank will respect the order. However, if it does not, then the party relies on the court enforcing its order for example by proceedings for contempt: see per Lord Rodger of Earlsferry in Customs and Excise Commissioners v Barclays Bank plc at [65]: "If a party wishes to freeze his opponent's bank account, he cannot do so without the intervention of the court. Having obtained a freezing order and notified the bank, the applicant can expect that any responsible bank will respect the order. But he does not rely on the bank doing so. Rather, like anyone else who obtains a court order, he relies on the court being able to enforce its orders. So the applicant relies on the court ensuring that the bank does not flout its order and punishing the bank for contempt if it does. That is, after all, the assistance which the law provides to someone who shows that his opponent's assets should be frozen". [.]
  2. It follows that, in my judgment, the notification of the Cypriot Freezing Order and the Registration Order to UBP, even accompanied by reference to non-compliance being a potential contempt of court, was not a "measure of enforcement" prohibited by Article 47.3 of the Judgments Convention . Contrary to Mr Evans' submissions, I do not consider that this conclusion will cause or did cause confusion or delay. The concern raised by UBP on 25 February 2016 related to misinformation they had from some source to the effect that the Cypriot Freezing Order had not been registered. Once it was clarified that it had, they complied with the Order and froze the relevant bank accounts. In the event, no question of any proceedings for contempt (which it is accepted would amount to enforcement) arises". Εφαρμόζοντας το πιο πάνω ξεκάθαρο σκεπτικό της απόφασης Cyprus Popular Bank (ανωτέρω) προκύπτουν τα εξής: (α) Η κοινοποίηση του Διατάγματος Εκτελεστότητας στους Καθ' ων η αίτηση δεν αποτελούσε μέτρο εκτέλεσης αλλά απαιτείτο σύμφωνα με το άρθρο 49 του Succession Regulation. (β) Η απαίτηση συμμόρφωσης και μεταβίβασης των μετοχών στους Αιτητές δεν αποτελούσε μέτρο εκτέλεσης, όπως δεν θα αποτελούσε η κοινοποίηση μιας απόφασης με επιστολή που διατάζει την καταβολή ενός ποσού στους Αιτητές όπως ούτε θα αποτελούσε μέτρο εκτέλεσης η κοινοποίηση ενός απαγορευτικού διατάγματος. (γ) Η απαίτηση να συμμορφωθούν οι Καθ' ων η αίτηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα απαραίτητο μέτρο για σκοπούς μεταγενέστερης εκτέλεσης αλλά δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης αυτό καθ' αυτό. Το κατά πόσο η άρνηση των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τους άλλους παράγοντες κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε το Μονομερές Διάταγμα, δεν συνιστά ικανό λόγο για την ακύρωση του. Ως εκ των πιο πάνω, οι σχετικοί ισχυρισμοί των Ενδιαφερόμενων Μερών (Σχετ. οι παρ. 38-44 Ε/Δ Σταύρου 1), δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται στην ολότητα τους ως ανεδαφικοί. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, της δυσκολίας δηλαδή να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές: 1.Ο Αιτητής πρέπει να δείξει είτε: (α) Βάσιμο κίνδυνο ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί, γιατί χωρίς τo απαγoρευτικό διάταγμα, ο εναγόμενος θα αποξενώσει ή θα διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός από τη συνήθη πορεία εργασιών, ή (β) ότι τα περιουσιακά στοιχεία είναι πιθανό να τύχουν διαχείρισης κατά τρόπο αντίθετο από τους συνήθεις επιχειρηματικούς σκοπούς ώστε να καταστεί πιο δύσκολη η εκτέλεση μίας απόφασης (βλ. υπόθεση Fetokakis v. Christofi κ.ά.
(2006)1 CLR 800; Phasarias C (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785). 2. Ο κίνδυνος εξανεμισμού των περιουσιακών στοιχείων είναι ένα αντικειμενικό ζήτημα. Ο αιτητής δεν χρειάζεται να παρουσιάσει μία "παράνομη πρόθεση" από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, παρόλο που εάν αποδειχθεί μία τέτοια πρόθεση, το Δικαστήριο θα παραχωρήσει το διάταγμα με μεγαλύτερη ετοιμότητα (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd and Others
(2001)1 C.L.R. 1301). 3.Το γεγονός και μόνον της καθυστέρησης στην καταχώριση αίτησης για διάταγμα παγοποίησης δεν σημαίνει ότι αυτή η προϋπόθεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης ή ότι θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραχωρήσει το απαγορευτικό διάταγμα παρά την οποιαδήποτε καθυστέρηση [βλ. Madoff Securities International Ltd v Raven and others [2011] EWHC 3102 (Comm)]. Οι Αιτητές με τη μαρτυρία που προσκόμισαν κατέδειξαν πράγματι ότι ελλοχεύει κίνδυνος να μη δύναται να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν τα απαγορευτικά διατάγματα παραμεριστούν. Προς τούτο σχετικές είναι οι ακόλουθεδς αναφορές στη Δεύτερη Ε/Δ Petrovics: α. Υπάρχει μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η αίτηση χρηματοδοτούνται από τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, κάτι που το παραδέχονται και οι ίδιοι. β. Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη έχουν κριθεί ότι παραπλανούν δικαστικές αρχές (Σχετ. όσα αναφέρονται στην παρ. 18 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics) και συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία τους. γ) Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραγνωρίσει στο παρελθόν τα αιτήματα για προσκόμιση πληροφοριών όπως επεξηγείται στην παρ. 16 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics. δ) Η Silver Angel δεν έχει αρνηθεί το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 22.12.2022 και ότι προσπάθησε να πουλήσει το Yacht. Η απάντηση ότι δήθεν θα ενημερωθούν τα μέρη για την επόμενη πρόταση πώλησης, δεν μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική. ε) Η ενέργεια για πώληση του Black Pearl καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι είναι απαραίτητο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα το συντομότερο ώστε να μην επιτραπεί στους διευθυντές της Silver Angel να προβούν στην πώληση του Black Pearl ενάντια στις ρητές επιθυμίες των κληρονόμων του Bourlakov ή να εξανεμίσουν τα πολύτιμα έργα τέχνης και τις αρχαιότητες που βρίσκονται στο Yacht. Στη βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι πράγματι ενυπάρχει ορατός κίνδυνος και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν τα Διατάγματα δεν διατηρηθούν σε ισχύ τροποποιημένα βέβαια, ως θα καταγράψω σε άλλο μέρος της απόφασης μου, σε σχέση με την δυνατότητα εκμίσθωσης του Yacht με κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες και φύλαξης του πολύτιμου περιεχομένου του. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν διαταχθεί η εκμίσθωση του Yacht ο κίνδυνος καταστροφής των εν λόγω αντικείμενων και φθοράς του Yacht χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες συνεχίζουν να υφίστανται ανεξαρτήτως των μέτρων προστασίας που κατ' ισχυρισμό λαμβάνουν οι Καθ' ων η αίτηση. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, το οποίο εξετάζεται όταν το Δικαστήριο καταλήξει ότι πληρούνται οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 οπότε το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσουν τα υφιστάμενα διατάγματα και όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει την πορεία που φαίνεται ότι ενέχει τον ελάχιστο κίνδυνο αδικίας, εάν αποδειχθεί αργότερα ότι η απόφαση του είναι εσφαλμένη, παραπέμπω στις υποθέσεις Bacardi v. Vinco
(1996)1 (B) C.L.R. 788, Zintilis v. Andreou
(1997)1 (C) C.L.R. 1603 and Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (C) C.L.R.
  1. Διαβλέπω από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου ότι ο στόχος των Αιτητών είναι να διατηρήσουν το status quo εκκρεμούσης της λήψης μέτρων εκτέλεσης του Δημοσίου Εγγράφου και ως εκ τούτου κρίνεται ως επιτακτική η συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων διαφοροποιούμενα ως ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με την εκμίσθωση του Yacht και τη φύλαξη των αντικειμένων που ευρίσκονται σε αυτό και έχουν αποκαλυφθεί. Τα ίδια δε γεγονότα φανερώνουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καταφανώς υπέρ της διατήρησης τους εφόσον ο κίνδυνος αποξένωσης του Yacht και πρόκλησης ζημιάς και φθοράς μέσω της χωρίς έλεγχο εκμίσθωσης του είναι υπαρκτός. Επιπλέον, δεν προκαλείται καμία ζημιά στα Ενδιαφερόμενα Μέρη καθότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα αποσκοπούν στη διατήρηση και προστασία περιουσιακών στοιχείων του αποθανόντα. Το προσωρινά εκδοθέν διάταγμα απαγόρευσης πώλησης του Yacht θα πρέπει στη βάσει των πιο πάνω να εξακολουθήσει να ισχύει. Ως προς την εκμίσθωση του όμως διαφορετική είναι η αντίκριση μου καθώς είναι λογικό ότι αυτό θα υπόκειται σε φθορά αν δεν επιτραπεί η εκμίσθωση του. Σε τέτοια όμως περίπτωση ασφαλώς και θα πρέπει να τεθούν κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες, όπως εξάλλου είναι και η εισήγηση των Αιτητών, τροποποιώντας το εκδοθέν διάταγμα. Ως προς τούτο το εδκδοθέν διάταγμα τροποποιείται έτσι ώστε να διαλαμβάνει τους ακόλουθους όρους στην Silver Angel: (α) να αφαιρέσει και να αποθηκεύσει τα πολύτιμα αντικείμενα τα οποία έχει αποκαλύψει με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 09.02.2023 σε ασφαλισμένη τοποθεσία, ώστε να μην υφίσταται ο κίνδυνος καταστροφής τους, από την εκμίσθωση του Yacht, (β) τα μέρη να διαταχθούν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια συμφωνίας των όρων της εκμίσθωσης εντός ενός καθορισμένου εύλογου χρονικού διαστήματος, (γ) οι Καθ' ων η αίτηση να έχουν υποχρέωση να αποκαλύπτουν στους Αιτητές όλες τις πληροφορίες σχετικά με τους όρους και τα πρόσωπα στα οποία θα εκμισθωθεί το Yacht. Η απομάκρυνση και αποθήκευση αντικειμένων εξάλλου συνάδει και με τα όσα ανέφεραν οι Καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 89 της Ε/Δ Συμεού όπου αναφέρεται ότι «τα αντικείμενα αυτά μόνο πονοκέφαλο δημιουργούν για την Cypcoserve αφού ουσιαστικά παρέχουμε δωρεάν ασφαλή φύλαξη (με ειδικές συνθήκες αποθήκευσης) αντικειμένων, πολλά εκ των οποίων δεν ανήκουν στην Silver Angel». Προχωρώ με την εξέταση των υπόλοιπων διαταγμάτων που ζητούνται: ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ Η έκδοση παρεπόμενων διαταγμάτων αποκάλυψης έχει αναγνωριστεί από την Κυπριακή νομολογία σε πλειάδα υποθέσεων και μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Joseph P. Lasala κ.α. v. Lykourgou Kyprianou κ.α. Αγωγή Αρ. 5581/2005 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 20.02.2006 του Σ.Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) και Alexander Filippovich Shchukin v. Rusian Borisovich Αγωγή Αρ. 6310/2015 Ε.Δ. Λευκωσίας απόφαση του Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 30.11.
  2. Παρεπόμενα διατάγματα αποκάλυψης εκδίδονται όταν είναι απαραίτητα για να προστατεύσουν τα ουσιαστικά διατάγματα ήτοι τα διατάγματα παγοποίησης. Πιο πρόσφατα στην πρωτόδικη απόφαση AL ASSAM κ.α. ν. LATIMER (MANAGEMENT SERVICES) LIMITED κ.ά. Αγωγή 376/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας της Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 11.04.2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία επεξηγούν με σαφήνεια το σκεπτικό έκδοσης παρεπόμενων διαταγμάτων αποκάλυψης με αναφορές στο White Book του 2019 και Gee (ανωτέρω): White Book 2019: "For the purpose of rendering a freezing injunction effective (before judgment as well as after judgment), the court may make orders requiring the defendant
(1)to make a statement disclosing his assets,
(2)to give discovery of documents, and
(3)to provide information. Such orders can assist
(1)in determining the existence, nature and location of assets,
(2)in clarifying questions of title concerning assets, and
(3)in identifying third parties to whom notice of the injunction should be given for the purpose of ensuring that they do not advertently or inadvertently assist the defendant in the removal or disposal of assets". Επομένως, στη βάσει της πιο πάνω νομολογίας η έκδοση των παρεπόμενων διαταγμάτων αποκάλυψης κρίνω ότι ήταν απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των απαγορευτικών και των προστακτικών διαταγμάτων. Οι Αιτητές δεν γνώριζαν ποιοι ασκούσαν αποτελεσματικό έλεγχο του Yacht και αν οι Καθ' ων η αίτηση θα συμμορφώνονταν με αυτά, ούτε και τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ζητούσαν αλλά δεν είχαν καμία ενημέρωση από τους Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς, δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν αν αυτά θα αποξενώνονταν με αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία των μετοχών που κατέχει η Cypcoserve. Η έκδοση επομένως παρεπόμενων διαταγμάτων αποκάλυψης (για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η αίτηση) ήταν επιβεβλημένη, αφού αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης του status quo. Οι αιτιάσεις στις παραγράφους 78-84 της Ε/Δ Σταύρου 1 δεν αποτελούν παρά γενικές και αόριστες εικασίες και απορρίπτονται. ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: Με τη μονομερή αίτηση για προσωρινά μέτρα οι Αιτητές είχαν καθήκον να παρουσιάσουν όλα τα σχετικά πραγματικά και νομικά ζητήματα, αρχή που είναι επίσης γνωστή και ως «παροχή πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης». Η φύση του καθήκοντος αυτού έχει αναλυθεί σε αριθμό αυθεντιών τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Οι κατευθυντήριες αρχές συνοψίστηκαν στην Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188, Αγγλική υπόθεση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο και πιο πρόσφατα αναφέρθηκε στην Commerzbank Auslandsbanken Holding Ag Et Al. N. Adeona Holdings Limited,
(2015)1 ΑΑΔ 386 όπου λέχθηκε ότι: α. Ο Αιτητής πρέπει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που του είναι γνωστά ή θα του ήταν γνωστά εάν προέβαινε σε εύλογες έρευνες. β. Η παράλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένο θέμα κρίνεται ως ουσιώδης εάν θα λαμβανόταν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δηλαδή ένα γεγονός είναι ουσιώδες εάν θα είχε επηρεάσει το δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα προέβαινε στην έκδοση του διατάγματος ή όταν αποφάσιζε για τους όρους με τους οποίους θα έπρεπε να εκδοθεί. Κριτής του τι είναι ουσιώδες είναι το Δικαστήριο. γ. Τα θέματα που πρέπει να αποκαλυφθούν μπορεί να είναι πραγματικά ή νομικά και μπορούν να επενεργούν αρνητικά για τον Αιτητή. Αυτή η υποχρέωση περιλαμβάνει και την παράθεση οποιασδήποτε υπεράσπισης στην αξίωση που δυνατό να έχουν οι Καθ' ων η αίτηση. δ. Εάν έχει υπάρξει ουσιώδης μη αποκάλυψη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια να ακυρώσει το Διάταγμα, αλλά δεν υποχρεούται να το πράξει. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει κατά πόσο η μη αποκάλυψη ήταν σκόπιμη ή αθώα και περαιτέρω κατά πόσο θα επιτρέψει η εφαρμογή αυτής της αρχής να καταστεί ένα εργαλείο που θα προκαλέσει αδικία. Η νομολογία είναι επίσης ξεκάθαρη ότι η εφαρμογή της αρχής της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης δεν θα πρέπει να λαμβάνει ακραίες διαστάσεις ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ ουσιωδών και μη ουσιωδών γεγονότων. Το σημείο αυτό υπογραμμίσθηκε δεόντως από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Commerzbank Auslandsbanken (ανωτέρω): «Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που αποκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014)» [.] «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω)». Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν στις πρόσφατες αποφάσεις CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.α. v. CONTENT UNION SA, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2018,Ε35/2018, 8/4/2021, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.α. ν. BUGAEV, Πολιτική Έφεση Ε69/2016, 11.04.2019 Περαιτέρω, οι διάδικοι συχνά επικαλούνται ότι ορισμένα θέματα και γεγονότα συνιστούν ουσιώδη μη αποκάλυψη, ενώ στην πραγματικότητα αφορούν απλώς διαφορετικές αντικρουόμενες απόψεις και εκτιμήσεις της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε. Τα θέματα αυτά θα μπορούσαν να επιλυθούν πλήρως μόνο στο πλαίσιο της πλήρους ακροάσεως (βλ. Lariena Investments Ltd (ανωτέρω) Lariena Investments Ltd και Άλλων v RFI Consortium Ltd, Πολιτική Έφεση E164/19, ημερομηνίας 22.01.2021). Στη βάσει ακριβώς των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι οι Αιτητές ικανοποίησαν την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Οι Καθ' ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, ωστόσο, αντίθετα με την πιο πάνω καθοδήγηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που οι ίδιοι θεωρούν ότι υποστηρίζει την θέση τους, όσο επουσιώδες και να είναι, ανεξαρτήτως του αν λογικά αναμενόταν να ήταν στη σφαίρα γνώσης των Αιτητών, αν δεν αναφέρθηκε στην Δεύτερη Ε/Δ Petrovics, τότε αποτελεί παράβαση του καθήκοντος τους. Την αντίληψη μου αυτή ότι δεν υπήρξε παράβαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης την αποκόμισα από τα ακόλουθα στοιχεία προερχόμενα από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου χωρίς κατ' ανάγκη να χρειάζεται η καταγραφή τους στην πλήρη έκταση των εν λόγω αιτιάσεων: α. Οι Αιτητές αποκάλυψαν την ύπαρξη της διαθήκης ημερομηνίας 08.01.2004 στην παρ. 30 της Πρώτης E/Δ Petrovics στην οποία ρητά παρέπεμπε η Δεύτερη Ε/Δ Petrovics (σχετικά όσα καταγράφονται στη παρ. 102.4 Ε/Δ Συμεού), όπως επίσης και την επιστολή ημερομηνίας 22.12.2022 (Τεκμ. 16 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics) στην οποία οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρονταν στην πώληση του πλοίου. Μάλιστα έγινε και σχετική παραπομπή στην εν λόγω επιστολή (σχετικά όσα καταγράφονται στις παρ. 100, 102.10 της Ε/Δ Συμεού). β. Οι Αιτητές αναφέρθηκαν στις αλλοδαπές διαδικασίες αποσκοπώντας στην ενημέρωση του Δικαστηρίου για το εύρος της διαμάχης μεταξύ των μερών. Όπως κατέγραψα και πιο πάνω, οι διαδικασίες στις αλλοδαπές δικαιοδοσίες δεν είναι σχετικές με την εξέταση των προϋποθέσεων διατήρησης του Μονομερούς Διατάγματος (σχετικά όσα καταγράφονται στις παρ. 101, 102.1, 102.2, 102.3 Ε/Δ Συμεού, και 60(α), 60(β) και (δ) Ε/Δ Σταύρου 1). γ. Οι Καθ΄ ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη συγχέουν τους Αιτητές με τις Bourlakovas (σχετικά όσα καταγράφονται στις παρ. 100, 101, 102.1, 102.2, 102.3, 102.5, 102.7,102.10, 102.18, 102.22 Ε/Δ Συμεού, και στις παρ. 60(α), 60(β), 60 (γ) και 60 (δ) Ε/Δ Σταύρου 1). δ. Οι αναφορές σχετικά με τα έξοδα συντήρησης του πλοίου, της επιστροφής αυτού, σε ποια λιμάνια αγκυροβολούσε στο παρελθόν και για ποιους λόγους, εκφεύγουν του πεδίου γνώσεως των Αιτητών ή που αναμενόταν εύλογα να γνωρίζουν (σχετικά όσα καταγράφονται στις παρ. 102.6, 102.11, 102.12, 102.13, 102.14, 102.15, 102.16, 102.17,102.21 Ε/Δ Συμεού, παρ. 60(γ) Ε/Δ Σταύρου 1). ε. Οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση/Ενδιαφερόμενων Μερών επί των γεγονότων στις παρ. 102.19 Ε/Δ Συμεού, 102.20, 102.22, 60(α) και 60(β) Ε/Δ Σταύρου 1. Κρίνω ότι είναι άσχετοι, λανθασμένοι ή απλά αποτελούν απλά διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη καθότι αφορούν την ουσία του Δημοσίου Εγγράφου ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΥΠΕΒΑΛΑΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΔΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ: Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο ... και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ...». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος». Η θέση των Αιτητών ότι τόσο το στοιχείο του κατεπείγοντος στοιχειοθετείται από τις ειδικές περιστάσεις που περιβάλλουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης βρίσκει, κατά την αντίληψη μου έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Σε τούτο δε συνηγορούν και οι στοχευμένες και σκόπιμες προσπάθειες παρεμπόδισης της οικογενείας Bourlakov από του να λάβουν πληροφορίες. Το γεγονός ότι οι διαφορές των υπόλοιπων μερών εκκρεμούν από το 2021 δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο ο οποίος καταδεικνύει καθυστέρηση, καθότι τα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν το έναυσμα της καταχώρισης της Μονομερούς Αίτησης προέκυψαν μόλις μεταξύ 13 και
  1. 01.
  2. Παρόμοια, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ικανοποιητικά το επιχείρημα ότι αν οι Καθ' ων η αίτηση επιθυμούσαν να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία θα το είχαν ήδη πράξει. Αντίστοιχο επιχείρημα απορρίφθηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Ras Al Khaimah Investment Authority v. Bestfort Development LLP [2017] EWCA Civ 1014,όπου λέχθηκαν τα εξής:
  3. Delay on the part of a party applying for a freezing injunction gives rise to rather more elusive considerations. It can be said that any serious delay means that an applicant does not genuinely believe there is any risk of dissipation or conversely (and more cynically) that, if a defendant is prone to dissipate his assets, such dissipation will have already occurred by the time a court is asked to intervene. This latter argument assumes that a defendant is already of dubious probity and it is a curious principle that would allow such a defendant to rely on his own dubious probity to avoid an order being made against him. The former argument is also open to the objection that it is the fact of the risk rather than a claimant's apprehension of it that should govern the court's decision». Επομένως, η προώθηση ενός τέτοιου επιχειρήματος από τη μεριά των Καθ' ων η αίτηση, υποδηλοί εκ μέρους τους κακοπιστία, γεγονός που συνηγορεί στη διατήρηση των διαταγμάτων. Η πραγματικότητα είναι ότι υπήρχε σαφής διατύπωση από μέρους των Καθ' ων η αίτηση (μέσω των δικηγόρων τους), ότι προχώρησαν σε βήματα για πώληση του Yacht τα οποία δεν πέτυχαν "Recently our clients have received an offer, which did not match the value given by the relevant valuations of the vessel and it was rejected" (Σχετ. το Τεκμ. 15 στην Δεύτερη Ε/Δ Petrovics, που είναι το e-mail ημερ. l 22.12.2022) και ότι αμφισβητούσαν πλήρως την έκδοση του Δημοσίου Εγγράφου στη Λετονία μετά που καθηκόντως τους κοινοποιήθηκε το Διάταγμα Εκτελεστότητας. Προφανώς δεν ενημέρωσαν προηγουμένως οποιονδήποτε για την αποτυχημένη προσπάθεια πώλησης και η δήλωση ότι θα το έπρατταν για την επόμενη πρόταση βρίσκω ότι είναι κενού περιεχομένου όπως κατέγραψα και πιο πριν. Συνεπώς, κρίνεται ότι ήταν πλήρως δικαιολογημένες οι ενέργειες των Αιτητών να αιτηθούν την έκδοση του Μονομερούς Διατάγματος. Ως προς το ζήτημα της παρασχεθείσας εγγύησης παρατηρώ ότι στην αίτηση τους για προσωρινά μέτρα, οι Αιτητές προσφέρθηκαν να παράσχουν εξασφάλιση υπό μορφή εγγύησης στο ποσό που θα έκρινε κατάλληλο το Δικαστήριο το οποίο τελικά έκρινε ότι το ποσό των €200.000,00 ήταν επαρκές και το οποίο και κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Η εγγύηση παρατέθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Όπως επιβεβαιώθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Group DF Holdings Ltd κ.ά. Πολ. Αιτ. 4/2019, 31.01.2019: «Σημασία έχει η εγγύηση που δίδεται να είναι ικανή να καλύψει τυχόν ζημιές. Η εγγύηση δίδεται κατά τον τρόπο που το Δικαστήριο «θεωρεί σκόπιμο» (άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6), και δίδεται προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή και προς το Δικαστήριο. Η εγγύηση σύμφωνα με το σύγγραμμα των O'Hare & Browne: Civil Litigation 12η Έκδ. σελ. 367, δίδεται όχι προς τον καθ΄ ου η αίτηση, αλλά προς το Δικαστήριο το οποίο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ή όχι την εγγύηση (Cheltenham & Gloucester Buibling Society v. Ricketts
(1993)1 W.L.R. 1545 και Goldman Sachs International Ltd v. Lyons, The Times, February 28, 1995)». Οι Καθ' ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι το ποσό και το είδος της εγγύησης που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο ήταν ανεπαρκές. Στην πρωτόδικη απόφαση Αναφορικά με την Εταιρεία MATZ HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 607/10 Ε.Δ. Λεμεσού της Δ. Σωκράτους Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 18.05. 2011 ανέφερε τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο κατά την εξέταση είτε της έκδοσης συντηρητικού διατάγματος είτε κατά την εξέταση της οριστικοποίησης αυτού έχει την υποχρέωση να λάβει υπόψη αν οι δοθείσες εγγυήσεις έχουν αντίκρισμα (βλ. Gee & Andrews "Mareva Injunctions: Law and Practice" υπό τον τίτλο "Fortification of the Undertaking" στη σελ. 60 και Graham Hartman
(1990)1 A.A.Δ. 587)». Πρόσφατα στην Αγγλική υπόθεση Energy Venture Partners Ltd v. Malabu Oil and Gas Ltd [2015] 1 W.L.R. 2309 καθορίστηκαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις για να εκτιμηθεί κατά πόσο δικαιολογείται η ενίσχυση/αλλαγή του ποσού της εγγύησης: (
  1. i)an intelligent estimate, being informed and realistic although not necessarily entirely scientific, of the likely amount of any loss which might be suffered by the applicant for fortification by reason of making the interim order; (
  2. ii)that the applicant has shown a sufficient level of risk of loss to require fortification, which involves showing a good arguable case to that effect; and (iii) that the making of the interim order is or was a cause without which the relevant loss would not be or would not have been suffered. Εδώ παρατηρώ ότι ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Καθ' ων η αίτηση για την υποστήριξη οποιουδήποτε αιτήματος για αύξηση της εγγύησης που παρείχαν οι Αιτητές. Το βάρος απόδειξης για να πείσουν το Δικαστήριο να αυξήσει το ποσό της εγγύησης βρίσκεται στους ώμους των Καθ' ων η αίτηση (σύμφωνα με την Energy ανωτέρω). Στις παρ. 91 - 96, 102.6, 117 - 125 της Ε/Δ Συμεού προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι η εγγύηση «δεν είναι ικανοποιητική». Οι ισχυρισμοί ότι οι Καθ' ων η αίτηση υπόκεινται σε ζημιά της τάξης των EUR 600.000,00 - EUR 700.000,00 προβάλλονται γενικά και αόριστα και δεν έχουν αποδεικτικό έρεισμα αφού δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να στηρίζει αυτή την αποτίμηση. Η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση βασίζεται σε μία υποθετική λογική ότι το σκάφος θα είχε, με σιγουριά, κάθε μήνα έσοδα ύψους EUR 700.000,00 από εκμίσθωση. Είναι φανερόν ότι για τους Καθ' ων η αίτηση, είναι στην ουσία συνυφασμένη η έννοια της ζημιάς με ένα υποθετικό και ενδεχόμενο χαμένο κέρδος, λογική που στερείται οποιασδήποτε σημασίας για τους σκοπούς της εξέτασης της επάρκειας και ορθότητας της εγγύησης, πόσο μάλλον αποδεικτικής αξίας. Με το ίδιο σκεπτικό, αντικρίζονται και τα όσα αναφέρονται στην παρ. 124 της Ε/Δ Συμεού τα οποία δεν συνοδεύονται από την απαραίτητη μαρτυρία για την υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών των Καθ' ων η αίτηση προς επίρρωση του ισχυρισμού περί ανεπάρκειας της εγγύησης. Οι εκεί ισχυρισμοί περί χαμένων κερδών από «συγκεκριμένη πρόταση» παραμένουν και πάλι γενικοί, ατεκμηρίωτοι και άσχετοι με τους σκοπούς εξέτασης του παρόντος ζητήματος, κυρίως και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι η εν λόγω ναύλωση ήταν ένα σίγουρο επερχόμενο γεγονός. Η μόνη προσφερθείσα μαρτυρία προς τούτο είναι οι ισχυρισμοί της κ. Συμεού και επομένως είναι τόσο γενική και αόριστη που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σχεδόν σε οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα που επηρεάζει οποιανδήποτε νομική οντότητα. Στην υπόθεση Energy (ανωτέρω), η οποία επικροτήθηκε στη συνέχεια από το Αγγλικό Court of Appeal στην Pugachev [2015] EWCA Civ 139, επεξηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης κινδύνου ζημιάς είναι ανεπαρκής. Αντιθέτως πρέπει να προσκομιστεί πραγματική μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει αντικειμενικά τον κίνδυνο αυτό (παρ. 98-99 της απόφασης). Πιο πρόσφατα ακόμα στην υπόθεση Brainbox Digital Ltd v. Backboard Media GmbH [2017] EWHC 2465 υιοθετήθηκαν οι ανωτέρω αρχές. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το ζήτημα του ύψους της εγγύησης (cross-undertaking) και οποιοδήποτε αίτημα για ενίσχυση παραμένει ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η ενίσχυση απαιτεί μία ενημερωμένη και ρεαλιστική εκτίμηση του πιθανού ποσού της ζημιάς που πιθανόν να υποστούν οι Καθ΄ ων η αίτηση ως η Pugachev [2015] EWCA Civ 139 (ανωτέρω). Η μαρτυρία καταδεικνύει ότι πρόκειται για αόριστους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση ως προς το ζήτημα αυτό, οι οποίοι συνάδουν με τη γενικότερη συμπεριφορά τους προς τις Bourlakovas ως πιθανούς κληρονόμους του Bourlakov και στην επαναλαμβανόμενη τάση τους να μην παρέχουν, σημαντικές πληροφορίες, βασισμένες σε πραγματική μαρτυρία. Όπως εξηγείται στην παρ. 16 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics, οι Καθ' ων η αίτηση συνηθίζουν, και είναι οι πράξεις τους που οδήγησαν στην ανάγκη έκδοσης του Μονομερών Διαταγμάτων και δεν είναι η εξαίρεση, να ενεργούν με αδιαφάνεια και να μην παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες όταν αυτές τους ζητούνται, σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά και του κύριου περιουσιακού της στοιχείου, του Black Pearl. Εμμένουν ταυτόχρονα στην απόκρυψη στοιχείων και μαρτυρίας που θα ήταν απαραίτητα για την αξιολόγηση οποιασδήποτε μεγάλης εμπορικής συναλλαγής σε σχέση με το Black Pearl. Με τον ίδιο τρόπο, ενώ σε αυτό το στάδιο ισχυρίζονται την επικείμενη έλευση ζημιών μεγάλου ύψους, επέλεξαν να μην παράσχουν καμία σχετική μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω, δεν είναι δυνατόν, κατά την αντίληψη μου, να πετύχει το αίτημα των Καθ' ων η αίτηση για επανεξέταση, ενίσχυση ή αλλαγή της ήδη νομότυπα καθορισθείσας και δοθείσας στη βάση των οδηγιών του Δικαστηρίου εγγύησης. Ως προς τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση στην παρ. 125 της Ε/Δ Συμεού ότι οι Αιτητές δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία για την δυνατότητά τους να καλύψουν ζημιές αυτός κρίνεται ως παραπλανητικός και ατεκμηρίωτος. Οι Αιτητές δήλωσαν στην παρ. 25 της Δεύτερης Ε/Δ Petrovics ότι είναι έτοιμοι να υποβάλουν την οποιαδήποτε εγγύηση που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, όπως και έπραξαν, και δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομολογιακή προϋπόθεση που να επιβάλλει στον εκάστοτε Αιτητή να αποδεικνύει την οικονομική του ευρωστία όταν αιτείται μονομερώς ένα διάταγμα. Για τους ως άνω λόγους κρίνω ότι οι όροι που επιβλήθηκαν κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στο μονομερές στάδιο, και με τους οποίους οι Αιτητές συμμορφώθηκαν, ήταν κατάλληλοι, και δεν υπάρχει καμία βάση στη μαρτυρία που να δικαιολογεί την επιβολή οποιωνδήποτε επιπρόσθετων ή αυστηρότερων όρων επί του παρόντος. Για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω στη συνέχεια και τους άλλους λόγους ένστασης. Προβλήθηκε η ξεχωριστή νομική οντότητα της Silver Angel. Οι Καθ' ων η αίτηση/Ενδιαφερόμενα Μέρη προωθούν δηλαδή τη θέση σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα προς το διοικητικό συμβούλιο εταιρειών και το οποίο επηρεάζει τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και ότι παραβιάζεται η καλά εδραιωμένη αρχή της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας των νομικών προσώπων. Προφανώς δεν υπάρχει καμία αυθεντία που να υποστηρίζει την εν λόγω θέση. Απεναντίας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 A.A.Δ 694, αναφορικά με το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων ανέφερε ότι: «Ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, 14/60, που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει για τη σύνθεση, δικαιοδοσία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός». Συνεπώς είναι εντός των καθηκόντων του Δικαστηρίου η έκδοση προστακτικού διατάγματος ώστε να προστατευθεί το αντικείμενο της διαφοράς και το status quo. Αυτό δύναται να το πράξει το Δικαστήριο και με αυτό το διάταγμα δεν παραγνωρίζεται η ξεχωριστή νομική προσωπικότητα της εκάστοτε εταιρείας. Η εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν θα μπορούσε ένα Δικαστήριο να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με τους οικονομικούς πόρους μιας εταιρείας, επειδή θα επέμβαινε στη διακριτική ευχέρεια χρήσης τους από το διοικητικό συμβούλιο, δεν με βρίσκει σύμφωνο και δεν συνάδει με καμιά νομική ή νομολογιακή αρχή. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι αντίθετα καθημερινά εκδίδονται πληθώρα ενδιάμεσων διαταγμάτων που ενδεχομένως να επηρεάζουν τη διοίκηση μιας εταιρείας και που αφορά περιουσιακά της στοιχεία. Και έχουν δίκαιο οι συνήγοροι των Αιτητών να εισηγούνται ότι αντίθετα, οι διευθυντές της εκάστοτε εταιρείας θα μπορούσαν απλά να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας με αποτέλεσμα οι μετοχές της εταιρείας να έχουν μηδενική αξία. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η μη επίδοση της Μονομερούς Αίτησης/Διατάγματος Εκτελεστότητας στα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Το EU Succession Regulation δεν επιβάλει την επίδοση σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο αλλά μόνο στα μέρη εναντίον των οποίων θα στραφεί η εκτέλεση της απόφασης. Ειδικότερα το άρθρο 49
(2)του EU Succession Regulation προνοεί ότι: «2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον καθ' ου η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο». Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των Ενδιαφερόμενων Μερών (Σχετ. οι παρ. 17-18 Ε/Δ Σταύρου), ότι είναι επηρεαζόμενα πρόσωπα με αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα Ad Colligenda Bona (Τεκμ. 16 στην Πρώτη Ε/Δ Petrovics) και ως εκ τούτου οι Αιτητές όφειλαν να τους επιδώσουν είτε το Μονομερές Διάταγμα είτε το Διάταγμα Εκτελεστότητας, στερούνται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος. Ούτε και φυσικά επιβάλλεται η καταστρατήγηση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας κατ' επίκληση τους. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Άλλος λόγος ένστασης είναι η αμφισβήτηση της δυνατότητας των Αιτητών να προωθούν την παρούσα διαδικασία (Locus Standi). Δεν είναι όμως επιτρεπτή μια τέτοια θέση καθώς αν επιθυμούσαν να προβάλουν το εν λόγω ζήτημα θα έπρεπε να είχαν εγείρει αίτηση για διαγραφή της διαδικασίας. Στην Union Des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd
(1998)1 Α.Δ.Δ 542, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο κατάλληλος μηχανισμός για την αμφισβήτηση της ύπαρξης μίας κατ' ισχυρισμό ανύπαρκτης εταιρείας για να εγείρει διαδικασία ήταν μέσω αίτησης για διαγραφή: «Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (H.L.). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 574 και 575)». Στην πρωτόδικη απόφαση Εvand Trading Limited v. Kolte Enterprises Ltd, Αγωγή 94/2015 Ε.Δ. Λάρνακας του Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 29.01.2016 το πρωτόδικο δικαστήριο ακολούθησε τον ως άνω συλλογισμό και συμπέρανε ότι το ορθό διαδικαστικό διάβημα για να αμφισβητήσει την εξουσιοδότηση του Αιτητή είναι η καταχώριση αίτησης για διαγραφή. Παρομοίως, στην πρωτόδικη απόφαση Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 96/2014 Ε.Δ. Λεμεσού του Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 30.01.2017, η οποία αφορούσε προσωρινά διατάγματα, και στην οποία η ύπαρξη των εναγομένων αμφισβητήθηκε, το Δικαστήριο επανέλαβε τα ως άνω και ανέφερε ότι: «Ως προς το εγερθέν ζήτημα της μη ύπαρξης της οντότητας των εναγόντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να εξετάζονται με τον δέοντα δικονομικό τρόπο και στον δέοντα δικονομικό χρόνο και όχι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, στην οποία δεν απαιτείται η ύπαρξη των αγώγιμων δικαιωμάτων και κατ΄ επέκταση η ιδιότητα και οντότητα των εναγόντων, αλλά τίθεται το μαρτυρικό υπόβαθρο των γεγονότων και αυτό που απαιτείται, είναι οι σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος. Ειδικότερα δε, οι εναγόμενοι οφείλουν να λάβουν εκείνα τα δέοντα δικονομικά διαβήματα εφ' όσον αμφισβητούν την οντότητα των εναγόντων». Στη βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη εμποδίζονται να εγείρουν ζητήματα νομιμοποίησης των Αιτητών στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εταιρεία Cypcoserve εναντίον της οποίας στρεφόταν το Αιτητικό A της αίτησης και αντίστοιχα το εκδοθέν Μονομερές Διάταγμα που την αφορά, δεν αμφισβήτησε τη συνέχιση του (Σχετ. είναι όσα αναφέρονται στην παρ. 16 της Ε/Δ Συμεού). Ως εκ τούτου, εκ των πραγμάτων, το μονομερές διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση του αιτητικού Α της αίτησης και αφορά την Καθ' ης η αίτηση Cypcoserve διά της παρούσας οριστικοποιείται σε σχέση με αυτή. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ως το αιτητικό Β (i) της αίτησης με την απάλειψη της λέξης «εκμίσθωση» από το αιτητικό καθίσταται απόλυτο όπως επίσης και το αιτητικό Β(ii) (όπως αυτό έχει στο μεταξύ τροποποιηθεί) αν και όπως δηλώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία πλέον δεν έχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον το Yacht ευρίσκεται πλέον σε λιμάνι Ευρωπαϊκής χώρας όπως επίσης απόλυτο καθίσταται και το διάταγμα ως το αιτητικό Γ της αίτησης που παρόλο ότι δηλώθηκε ότι υπήρξε συμμόρφωση σε αυτό, εντούτοις όλες οι πλευρές ήθελαν με τις επιφυλάξεις στις οποίες προέβσαν να αποφανθεί και επ' αυτού το Δικαστήριο. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση και Ενδιαφερόμενων Μερών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας των αιτήσεων παραμερισμού οπότε και θα είναι πληρωτέα εκτός εάν ήθελε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών διαφορετικά. (Υπ.) ............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.