MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING ν. db TECHNOLOGIES BV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2165/2021, 21/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2165/2021 Μεταξύ: MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD Ενάγουσα - Αιτήτρια -και- 1. db TECHNOLOGIES BV 2. Anaergia Inc Εναγόμενες - Καθ' ων η αίτηση -και- 1. MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V. 2. MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD 3. EUROBANK CYPRUS LTD Μεσεγγυούχων Ημερομηνία: 21 Ιουλίου, 2023 Για την Ενάγουσα/ Αιτήτρια: Ο κ. Ηρακλής Κυριακίδης και ο κ. Λούκας Περικλέους για Ηρακλής Κυριακίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Καμιά Εμφάνιση Για Μεσεγγυούχους 1 και 2: Ο κ. Ανδρέας Στ. Ταμάσιος για Ανδρέας Ταμάσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Μεσεγγυούχο 3: ο κ. Μάριος Σοφοκλέους και ο κ. Χρ. Καγκελλάρης για Χαβιαράς & Φιλίππου, Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 06.04.2023 για κατάσχεση στα χέρια τρίτου (writ of attachment) Η Αιτήτρια επιδίωξε μονομερώς την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων εναντίον των Μεσεγγυούχων (παρατίθενται αυτούσια): «Α. Διάταγμα (garnishee order nisi) του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως χρημάτων εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) για το ποσό των €680.000,00 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα € 3.239,00 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24.04.2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α., ήτοι τον Συνεταιρισμό MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V και/ή της διαχειρίστριας εταιρείας MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD και/ή της Eurobank Cyprus Ltd - μεσεγγυούχων, οι οποίοι διατηρούν περιουσία και/ή μετοχές και/ή χρήματα και/ή έσοδα και/ή εισπρακτέα και/ή τραπεζικούς λογαριασμούς με χρήματα της Εναγόμενης 1 και/ή με χρήματα που έχει να λαμβάνει η Εναγόμενη 1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, διατάσσον τον Συνεταιρισμό MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V και/ή την διαχειρίστρια εταιρεία MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD και/ή την Eurobank Cyprus Ltd όπως μη αποξενώσουν και/ή διαθέσουν: (
- i)το 40% οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται κατατεθειμένο στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Συνεταιρισμού MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V και/ή της διαχειρίστριας εταιρείας MDT LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD, και/η τέτοιου ποσού το οποίο αναλογεί και/ή ανήκει και/ή έχει να λαμβάνει η Εναγομένη 1, μέχρι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α, (
- ii)οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται κατατεθειμένο στους τραπεζικούς λογαριασμούς της db TECHNOLOGIES BV μέχρι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α, (iii) το 40% τη συμμετοχής και/ή ιδιοκτησίας και/ή δικαιωμάτων που η Εναγόμενη 1 κατέχει στον Συνεταιρισμό MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V (
- iv)400 μετοχές που η Εναγόμενη 1 κατέχει στην ΜDT LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD. (
- v)οιοδήποτε μέρισμα διαθέσιμο ή αδιάθετο, παρελθόν και/ή παρόν και/ή μελλοντικό και οιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο έχει λαμβάνειν η Εναγόμενη 1 από τον Συνεταιρισμού MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V (Σ 12359) και/ή την διαχειρίστρια εταιρεία MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD, μέχρι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α, (
- vi)το 40% της αξίας οιουδήποτε εξοπλισμού και/ή μηχανημάτων και/ή κινητών και/ή ακινήτων και/ή περιουσιακών στοιχείων του Συνεταιρισμού MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V μέχρι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α, μέχρι την ικανοποίηση της εκδοθείσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή απόφασης ημερομηνίας 19/01/2022 εναντίον των Εναγομένων. Γ. Διάταγμα που να διατάσσει όπως το 40% των εκάστοτε εσόδων και/ή πληρωμών και/ή εμβασμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Συνεταιρισμού MEDCON & DB TECHNOLOGIES J.V και/ή της διαχειρίστριας εταιρείας MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD αναφορικά με το έργο για τον Σχεδιασμό, Κατασκευή και Λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Απορριμμάτων (Ο.Ε.Δ.Α.) και Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Σ.Μ.Α.) Επαρχίας Λεμεσού, και/ή οιωνδήποτε άλλων πληρωμών ανεξαρτήτως προέλευσης διατεθούν προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και δικηγορικών εξόδων της παρούσας αγωγής και αίτησης, ήτοι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α Δ. Διάταγμα που να διατάσσει τους μεσεγγυούχους 1, 2 και 3 και/ή οποιονδήποτε εξ' αυτών όπως εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου καθορισμένη ημέρα και ώρα που θα οριστεί, για να εξεταστούν σχετικά με οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή άλλης ιδιοκτησίας που έχουν ή θα έχουν σε οποιοδήποτε χρόνο εις χείρας τους και/ή στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και/ή το ύψος των ποσών αυτών που αναλογεί και/ή θα αναλογεί στην Εναγομένη 1 και/ή θα είναι υποκείμενο σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Ε. Διάταγμα που να διατάσσει τους μεσεγγυούχους 1,2 και 3 και/ή οποιονδήποτε εξ'αυτών πληρώσουν και/ή καταβάλουν και/ή διαθέσουν το σύνολο της υποκείμενης σε κατάσχεση ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 εις χείρας τους, προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και δικηγορικών εξόδων της παρούσας αγωγής και αίτησης, ήτοι του ποσού των €680.000 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25/11/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α.». Αρχικά εκδόθηκαν τα διατάγματα ως τα αιτητικά Α, Β και Δ της αίτησης ενώ τα αιτητικά Γ και Ε παρέμειναν για επίδοση. Στη πορεία της προδικασίας και συζήτησης της υπόθεσης το εκδοθέν αρχικά διατάγματα ως το αιτητικό Α αυτής τροποποιήθηκε με την απάλειψη του φερόμενου ως μεσεγγυούχου 1 του συνεταιρισμού/κοινοπραξίας MEDCON & DB TEHNOLOGIES J.V. (S.12359) (στη συνέχεια θα απαντάται ως συνεταιρισμός και/ή κοινοπραξία και/ή ως Μedcon). Στις 16.06.2023 συμφωνήθηκε ακόμα η εξαίρεση του ποσού των €50.000,00 συνολικά αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα από τις μεσεγγυούχους 1 και 2 για την πληρωμή λειτουργικών και/ή άλλων εξόδων τους ποσό το οποίο η μεσεγγυούχος 3 θα έθετε στη διάθεση τους εντός 7 ημερών από την επανασύνταξη του διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 9, 14
(1), 15, 73 - 81 και επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.43, Δ.43 A, και Δ.48, θ.θ. 2, 7, 8, 10, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης διαταγμάτων μεσεγγύησης, στην παλαιά διαταγή Ο.45 r.1 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκο δήλωση του ο κ. Μιλτιάδης Νεοφύτου, Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Πέραν της ιδιότητας του, η οποία του επιτρέπει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, της εξουσιοδότησης που έχει για να ορκισθεί προς υποστήριξη της αίτησης και της νομικής συμβουλής που έλαβε για τα νομικά σημεία τα οποία επικαλείται, αναφέρει ότι κατά την 19.01.2022 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγόμενων (Τεκμ.1). Οι εναγόμενοι οφείλουν, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στην ενάγουσα το ποσό των €680.000,00 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239,00 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24/04/2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. Περιγράφει την ιδιότητα της ενάγουσας και των εναγόμενων αναφέροντας ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα τον Στρόβολο της Λευκωσίας. Η εναγόμενη 1, είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Ολλανδία και η εναγόμενη 2 είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στον Καναδά και είναι η μητρική της εναγόμενης
- Ασχολούνται κυρίως με την διαχείριση αποβλήτων-απορριμμάτων και τον κατασκευαστικό τομέα γενικότερα. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στο πως προέκυψε η σχέση μεταξύ της ενάγουσας, των εναγόμενων και πως εμπλέκονται σε αυτή οι μεσεγγυούχοι. Αναφέρει ότι η ενάγουσα, η εναγόμενη 1, η εταιρεία Loizos Iordanou Constructions Ltd (στη συνέχεια «η Iordanou») και η εταιρεία Medcon Construction Ltd συνέστησαν την κοινοπραξία, «MILTIADES-IORDΑNOU-MEDCON-DB TECHNOLOGIES BV J.V.», και υπέγραψαν συμφωνία ημερομηνίας 17.12.2014 υπό τον τίτλο "Final Consortium Agreement", κατόπιν κατακύρωσης υπέρ τους, του διαγωνισμού υπ' αριθμό 2/2013 από το Υπουργείο Εσωτερικών («ο Εργοδότης») για τον Σχεδιασμό, Κατασκευή και Λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Απορριμμάτων (Ο.Ε.Δ.Α.) και Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Σ.Μ.Α.) της Επαρχίας Λεμεσού» («το Έργο»). Η ενάγουσα και η Iordanou συμμετείχαν με 28% ο κάθε ένας, η Medcon επίσης με 28% και η εναγόμενη 1 με 16%. Ο ενόρκως δηλών κάμνει εκτεταμένη αναφορά στους συσχετισμούς που επήλθαν ως προς τη συμμετοχή στο Έργο και δίδει την δική του εκδοχή για το πως προέκυψε η επίδικη διαφορά που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της επίδικης απόφασης (Τεκμ. 1). Για να γίνει κατανοητή η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ των Μερών αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα όπως τα περιγράφει ο ενόρκως δηλών κ. Νεοφύτου (καταγράφονται αυτούσια): «
- Στις 24/11/2016 υπεγράφη Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων υπό τον τίτλο «Agreement for the Assignment of Economic Rights» (εφεξής η «Συμφωνία Εκχώρησης»), δια της οποίας η Ενάγουσα και η Iordanou εκχώρησαν τα οικονομικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με το Έργο, στην Εναγομένη 1 και την Medcon (η «Κοινοπραξία»). Η Ενάγουσα αποχώρησε εντελώς από την Κοινοπραξία, ενώ η Iordanou, διατήρησε τυπικά, ποσοστό συμμετοχής 10%, κατ' απαίτηση του Εργοδότη, προκειμένου να παραμείνει το Έργο ζωντανό και να εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτυχίας του διαγωνισμού. Η Μedcon έλαβε το 55% και το ποσοστό ύψους 35%, η Εναγομένη
- Ωστόσο, η Iordanou, δεν αντλούσε οποιαδήποτε δικαιώματα από το ποσοστό αυτό, ως εκ τούτου, ουσιαστικά, η πραγματική συμμετοχή στην Κοινοπραξία άνηκε και εξακολουθεί να ανήκει στην Εναγομένη 1 με ποσοστό 40% και στην Medcon με 60%. Επισυνάπτω αντίγραφο της Συμφωνίας Εκχώρησης ως Τεκμήριο 2 και αντίγραφο Πιστοποιητικού Εγγραφής αλλαγών ομόρρυθμου συνεταιρισμού, ως αυτό εκτύπωσα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Τεκμήριο
- Ως εγγύηση και εξασφάλιση πιστής τήρησης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης και καταβολής των ποσών που αυτή αφορούσε, υπεγράφησαν στις 25/11/2016, τρία
(3)γραμμάτια συνήθους τύπου από την Εναγομένη 1 προς όφελος της Ενάγουσας, υπό την εγγύηση της Εναγομένης
- Δύο εκ των τριών αυτών γραμματίων, αποτελούν τα επίδικα στην παρούσα αγωγή γραμμάτια για το ποσό των €340.000 έκαστο. Αντίγραφα των δύο γραμματίων, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 καθώς τα πρωτότυπα βρίσκονται κατατεθειμένα εντός του δικαστικού φακέλου της πιο πάνω αγωγής.
- Ειδικότερα, η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε και δεσμεύτηκε στην πληρωμή του αναφερόμενου επί εκάστου γραμματίου ποσού, το οποίο καθίστατο πληρωτέο σύμφωνα με την Συμφωνία Εκχώρησης μετά την πάροδο πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της Κοινοπραξίας από τον Εργοδότη, ήτοι μετά την έκδοση των προσδιοριζόμενων στην Συμφωνία Εκχώρησης ενδιάμεσων πιστοποιητικών Πληρωμής για την λειτουργία του Έργου.
- Παρά την πληρωμή της Κοινοπραξίας από τον Εργοδότη και συγκεκριμένα την έκδοση του δεύτερου και τρίτου ενδιάμεσου πιστοποιητικού πληρωμής για το στάδιο λειτουργίας του Έργου, οι Εναγομένοι ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι των οφειλών τους. Ως εκ των ανωτέρω, δια της παρούσας, η Ενάγουσα ζητά να εισπράξει το εκ δικαστικής αποφάσεως λαβείν της από τα χρήματα που διατηρεί η Κοινοπραξία στους τραπεζικούς της λογαριασμούς.
- Το Έργο, αφορά τον Σχεδιασμό, Κατασκευή και Λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Απορριμμάτων (Ο.Ε.Δ.Α.) και Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Σ.Μ.Α.) Επαρχίας Λεμεσού. Η περίοδος για την λειτουργία του Έργου, είναι δεκαετής και καθορίστηκε στο ποσό των €30.431.600, δηλαδή €3.043.160 περίπου ετησίως. Το ποσό αυτό ενδεχομένως να έχει αυξηθεί, κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων με τον Εργοδότη, σε καμία περίπτωση όμως, να έχει μειωθεί. Η μέθοδος πληρωμής της Κοινοπραξίας από τον Εργοδότη, είναι με έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας ανά δίμηνο, επομένως, η Κοινοπραξία, λαμβάνει κάθε δύο μήνες, το ποσό των €500.000 ευρώ περίπου, εκ των οποίων το 40% αναλογεί στην Εναγομένη 1, όση και η συμμετοχή της στην Κοινοπραξία. Εξ' όσων γνωρίζω, η Κοινοπραξία διατηρούσε λογαριασμό στην Eurobank Cyprus Ltd στον οποίο γίνονταν οι πληρωμές από το Κράτος, χωρίς να γνωρίζω εάν εξακολουθεί να συνεργάζεται με το συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα. Στην ίδια Τράπεζα, από πληροφόρηση που έλαβα από εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης, είχε τραπεζικό λογαριασμό και η ίδια η Εναγόμενη 1, χωρίς να είμαι βέβαιος αν αυτό ισχύει.
- Εξ' όσων επίσης έχω πληροφορηθεί, η Εναγομένη 1, και η MEDCON έχει διορίσει την MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD, η οποία αποτελεί εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με έδρα την Λευκωσία, για σκοπούς διαχείρισης του Έργου και των πληρωμών από τον Εργοδότη και γενικότερα την διαχείριση των πληρωμών προς τρίτους. Η Εναγόμενη 1 διατηρεί το 26.66% του μετοχικού κεφαλαίου της προαναφερόμενης εταιρείας όπως εμφαίνεται από την έρευνα του Εφόρου Εταιρειών που εκτύπωσαν οι δικηγόροι της Εταιρείας από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Να σημειωθεί ότι, αντίστοιχα γραμμάτια συνήθους τύπου υπεγράφησαν και προς όφελος της Iordanou από την Εναγομένη 1 και την Εναγομένη 2 ως εγγυήτρια. Η πρώτη, καταχώρησε τις αγωγές υπ' αριθμούς 2988/2018 και 2555/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στα πλαίσια των οποίων, διεκδίκησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών της Κοινοπραξίας και της προαναφερόμενης διαχειρίστριας εταιρείας. Η νομιμότητα των διαταγμάτων και η δυνατότητα παγοποίησης των εν λόγω λογαριασμών τρίτων προσώπων, κρίθηκε και επιβεβαιώθηκε κατ' έφεση. Επισυνάπτω την απόφαση ημερομηνίας 15/10/2020 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης Ε166/2019 ως Τεκμήριο
- Με τα χρήματα που βρίσκονται κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Κοινοπραξίας ή κατατίθενται σε αυτούς από καιρού εις καιρόν και τα οποία αναλογούν ή έχει λαμβάνειν η Εναγομένη 1 από τις πληρωμές της Κοινοπραξίας, σύμφωνα με την συμμετοχή της σε αυτήν, δύναται να ικανοποιηθεί η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων και κατά συνέπεια είναι δίκαιο και επιβεβλημένο όπως η Κοινοπραξία διαταχθεί να δεσμεύσει και στη συνέχεια να καταβάλει το εν λόγω ποσό για την εξόφληση της απαίτησης της Ενάγουσας. 9.Το ίδιο συμβαίνει και με χρήματα τα οποία η διαχειρίστρια εταιρεία MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD διαχειρίζεται εκ μέρους και ή για λογαριασμό της Κοινοπραξίας, στο μέρος που αυτά αναλογούν στην Εναγόμενη
- 10.Όπως βεβαίως και με οποιαδήποτε μερίσματα ή πιστωτικά υπόλοιπα έχει λαμβάνειν η Εναγόμενη 1 από την Κοινοπραξία ή από την MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD, τα οποία πρέπει να δεσμευτούν και να διατεθούν προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. 11.Πέραν τούτου, είναι δίκαιο και εύλογο όπως τυχόν άλλη κινητή περιουσία της Κοινοπραξίας που αναλογεί στην Εναγόμενη 1, δεσμευτεί για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. 12.Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατυπωμένα με τρόπο ώστε να μην επηρεαστούν τα δικαιώματα και συμφέροντα τρίτων προσώπων, ήτοι της Κοινοπραξίας ή της διαχειριστικής εταιρείας MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD (HE 371458). Ειδικότερα, τα κεφάλαια που θα δεσμευτούν και χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους, θα είναι αυτά που αναλογούν αποκλειστικά στην Εναγομένη 1». Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι ουδέν διάταγμα αναστολής της απόφασης ημερομηνίας 19.01.2022 βρίσκεται σε ισχύ και έτσι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, η τελευταία δικαιούται να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση για να διεκδικήσει το λαβείν της. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης και στην Ολλανδία μέσω προσπάθειας ανεύρεσης περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικών λογαριασμών του εξ αποφάσεως οφειλέτη, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα μέχρι και την καταχώριση της παρούσας και χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση των εναγόμενων μέχρι σήμερα. Είναι δε σημαντικό όπως τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, είναι βέβαιο ότι, η ενάγουσα δεν θα δύναται να ικανοποιήσει με άλλο τρόπο την απαίτησή της, αφού οι εναγόμενες αποτελούν εταιρείες εξωτερικού και στερούνται άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Ως εκ τούτου, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αποτελεί την μόνη πραγματική δυνατότητα ικανοποίησης του εξ' αποφάσεως χρέους στην Κύπρο. Οι μεσεγγυούχοι 1 και 2 καταχώρισαν χωριστές ενστάσεις. Η μεσεγγυούχος 3 παρόλο ότι παρίσταται στη διαδικασία, εντούτοις δήλωσε ότι θα συμμορφωθεί με την όποια απόφαση του Δικαστηρίου. Η μεσεγγυούχος 1 επικαλείται τους ακόλουθους έξι λόγους ένστασης (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Τα διατάγματα με τα οποία διατάζεται η μη αποξένωση από τη μεσεγγυούχο 1, είναι παράνομα και/ή αντινομικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή άκυρα καθότι δεν υπάρχει εκδοθέν διάταγμα (garnishee order nisi) εναντίον της ούτω καλούμενης μεσεγγυούχου
- Ομοίως και τα διατάγματα τα οποία αφορούν σε δικαίωμα της ούτω καλούμενης μεσεγγυούχου 1 να διαθέτει σε συνάρτηση και σωρευτικά με την μεσεγγυούχο 2 ποσό μέχρι €50.000 προς εξασφάλιση των λειτουργικών τους εξόδων καθώς και το διάταγμα με το οποίο διατάζεται η ούτω καλούμενη μεσεγγυούχος 1 να εμφανιστεί προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής, παράλειψη η οποία επέτρεψε να αγνοηθούν πρόνοιες των άρθρων 23, 25 και 26, του σχετικού Νόμου, ήτοι του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, με αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα το οποίο εν πρώτοις δεσμεύει περιουσία του οίκου για ξεχωριστό εξ αποφάσεως χρέος συνεταίρου και εν δευτέροις να σκοπεύει στην εκτέλεση δια κατασχέσεως επ' αυτής της περιουσίας και/ή εν πάση περιπτώσει να εκδοθούν διατάγματα τα οποία λόγω απουσίας ορθής διευκρίνησης να είναι γενικά και αόριστα με εμβέλεια πέραν του νομίμως επιτρεπτού, αλλά επιπροσθέτως να ερμηνεύονται από τη μεσεγγυούχο 3 κατά τρόπο που να απολήγουν σε ολική στέρηση της περιουσίας του οίκου. Ουσιαστικώς όμως όπως και αν ερμηνευθεί το διάταγμα (i) η ουσία είναι ότι το συμφέρον (40%) της Εναγομένης 1 επί το εισοδημάτων του συνεταιρισμού, είναι περιουσία του συνεταιρισμού και ως τέτοια δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης για σκοπούς ικανοποίησης χρέους κάποιου εκ των συνεταίρων, εφόσον τέτοια ενέργεια απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 25
(2)του Κεφ. 116. Τέτοια ενέργεια είναι δυνατή μόνο μέσω της διαδικασίας του άρθρου 25
(2)του Κεφ.
- Το σεβαστό Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα (garnishee order nisi) και τα παρεπόμενα εξ αυτού διατάγματα καθότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προσφέρει την απαραίτητη μαρτυρία/ισχυρισμούς ως απαιτείται από τη βιβλιογραφία και νομολογία. Η απουσία των απαραίτητων ισχυρισμών από την ένορκη δήλωση, δεν παρείχε στο Σεβαστό Δικαστήριο την εξουσιοδοτική βάση ισχυρισμών/γεγονότων προς έκδοση των διαταγμάτων με αποτέλεσμα να μετατραπεί η αίτηση και τα διατάγματα σε επιχείρηση αλίευσης μαρτυρίας (fishing expedition). Στην απουσία προσφοράς της κατάλληλης μαρτυρίας/ισχυρισμών ή έστω και αν η παράλειψη ήτο λόγω πραγματικής αδυναμίας γνώσεως των απαραίτητων ισχυρισμών η Αιτήτρια θα έπρεπε να ζητήσει το διορισμό παραλήπτη με άλλη φυσικά νομοθεσία και διαδικασία και όχι να προχωρήσει με διαδικασία μεσεγγυούχου.
- Η Εναγομένη 1 δεν έχει συμφέρον σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή ασφαλειών για ποσό χρημάτων ή αγαθών ή σε άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελεί υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο της ούτω καλούμενης μεσεγγυούχου 1, ούτε η τελευταία είναι οφειλέτης αυτής.
- Ακόμα και αν ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο να καταλήξει ότι υπάρχει οποιοδήποτε χρέος ή άλλη περιουσία υπό τη φύλαξη της μεσεγγυούχου 1, δεκτική κατάσχεσης, τότε το Σεβαστό Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα με τέτοιους όρους που να επιτρέπει την οικονομική επιβίωση της μεσεγγυούχου 1, καθότι η κύρια προς το παρόν εργασία της αφορά σε εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος το οποίο δημιουργήθηκε προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αδυναμία συνέχισης αυτού θα έχει καταστροφικές συνέπειες, μεταξύ άλλων, προς το ίδιο το κράτος και προς τους δημότες Λεμεσού.
- Δεν συντρέχουν ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας για έκδοση του διατάγματος». Η μεσεγγυούχος 2 προβάλλει τους ακόλουθους τρεις λόγους ένστασης (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Η Μεσεγγυούχος 2 σύμφωνα με τη διαταγή του Δικαστηρίου να εξεταστεί για «οποιοδήποτε μέρισμα . και οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο έχει να λαμβάνει η Εναγομένη 1» και προς συμμόρφωση με την αναφερόμενη διαταγή του Δικαστηρίου θα παραθέσει τις σχετικές πληροφορίες στην συνοδευτική ένορκη δήλωση.
- Το διάταγμα (ιν) δεν μπορεί να εκδοθεί σε διαδικασία δυνάμει των άρθρων 73 μέχρι 81, ήτοι σε διαδικασία για κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ομοίως και το διάταγμα υπό την παράγραφο Γ της αίτησης, δεν μπορεί να εκδοθεί, καθότι, η Δημοκρατία δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό προς τη μεσεγγυούχο 2 για το συγκεκριμένο έργο, αλλά μόνο προς τη μεσεγγυούχο
- Ακόμα και αν το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καταλήξει στην έκδοση διαταγμάτων διαφορετικών από αυτά που εισηγείται η μεσεγγυούχος 2 τότε το Σεβαστό Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα με τέτοιους όρους που να επιτρέπει την οικονομική επιβίωση της μεσεγγυούχου 2, καθότι η κύρια προς το παρόν μόνη εργασία της αφορά σε εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος το οποίο δημιουργήθηκε προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αδυναμία συνέχισης αυτού θα έχει καταστροφικές συνέπειες, μεταξύ άλλων, προς το ίδιο το κράτος και προς τους δημότες Λεμεσού». Η ένσταση της μεσεγγυούχου 1 (συνεταιρισμού) υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο εκτελεστικός της διευθυντής κ. Στέφανος Πιερίδης (η Ε/Δ Πιερίδη), της δε μεσεγγυούχου 2 από τον διευθυντή της κ. Λοϊζο Αυξεντίου (η Ε/Δ Αυξεντίου). Υποστηρίζουν ο καθένας από τη δική του σκοπιά τους λόγους ένστασης που προβάλλονται στις ενστάσεις τους και επιχειρηματολογούν εκφράζοντας τη δική τους αντίληψη επί των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και τη νομική αντίληψη τους σύμφωνα με συμβουλή που έλαβαν από τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν στην παρούσα. Θα αποφύγω να παραθέσω σε αυτό το μέρος της απόφασης μου τα όσα υποστηρίζουν και να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες αυτών προς αποφυγή επαναλήψεως τους εφόσον όπου χρειαστεί στη συνέχεια και για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης θα σχολιαστούν οι θέσεις που εκφράζονται σε αυτές. Ουσιαστικά, όπως θέτουν το ζήτημα, η διαφορά τους με την Αιτήτρια δεν άπτεται αυτής τούτης της δυνατότητας της έκδοσης διαταγμάτων μεσεγγύησης και όπου υπάρχει δυνατότητα κατάσχεσης, αλλά το περιεχόμενο αυτών, δηλαδή η έκταση και η μορφή που αυτά θα προσλάβουν σε σχέση με τις υποχρεώσεις των μεσεγγυούχων. Καταληκτική δε εισήγηση και ανησυχία θα έλεγα, είναι όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί κατά τρόπο που να μην θέτει τέρμα στην λειτουργία του συνεταιρισμού και κατ' επέκταση στην λειτουργία της διαχειρίστριας εταιρείας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις είναι η εισήγηση της μεσεγγυούχου 1 όπως, εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος εναντίον της και ότι δικαιολογείται η κατάσχεση όπως ζητά η Αιτήτρια του 40% των εισοδημάτων της, τότε κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του το Δικαστήριο θα πρέπει να συμπεριλάβει διαταγή με την οποία να επιτρέπεται στη μεσεγγυούχο 1 να καταβάλλει προς τη μεσεγγυούχο 2 όλα τα ποσά που η τελευταία χρειάζεται για 2 μήνες λειτουργίας και το όποιο περίσσευμα, αν υπάρχει, να αποτελεί αντικείμενο κατάσχεσης έστω και αν τούτο είναι χαμηλότερο του 40%. Αυτός κατά την εισήγηση είναι ο μοναδικός τρόπος λόγω της οικονομικής στενότητας που επέφεραν οι κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικές ενέργειες του Εργοδότη/Δημοκρατία, ενέργειες οι οποίες στην ουσία δημιούργησαν έλλειψη ρευστότητας, η οποία δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί (και να δημιουργηθούν και κέρδη) αν δεν επιλυθούν οι διαφορές είτε δικαστικώς είτε εξωδικαστικώς μετά και συνεπεία της καταχώρισης αγωγής. Σε περίπτωση δε που κατά την άποψη του Δικαστηρίου θεωρείται ότι είναι νομικά δυνατή η δέσμευση και κατάσχεση των εσόδων (περιουσίας του συνεταιρισμού, διαφωνώντας με το άρθρο 25
(1)του Κεφ. 116), ως επιζητείται με το διάταγμα (i) αντί των κερδών του συνεταιρισμού που θα ανήκουν στον συνέταιρο/εναγόμενη 1, όπως ζητείται με το διάταγμα (ν), κάτι το οποίο κατά την εισήγηση ξεκάθαρα δεν είναι δυνατόν διότι σύμφωνα με τα άρθρα 23, 25 και 26 του Κεφ. 116, τα εισοδήματα και γενικά η όποια άλλη περιουσία του συνεταιρισμού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης (κατάσχεσης), αφού η διαδικασία των άρθρων 73 ως 81 του Κεφ 6, είναι μέτρο εκτέλεσης), για χρέος συνεταίρου και εδώ για χρέος της εναγόμενης 1, και σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κεφ. 116 από το οποίο προκύπτει ότι τα συμφέροντα των συνεταίρων από την περιουσία του συνεταιρισμού ορίζονται από τη μεταξύ τους συμφωνία. Θα πρέπει δε να εξαιρεθεί από οποιοδήποτε τυχόν ποσό θεωρηθεί ότι είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο διατάγματος κατάσχεσης τα ποσά που προέρχονται από την αποκλειστική εργασία ενός εκ των συνεταίρων και συγκεκριμένα της Medcon Construction Ltd, δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, καθότι τέτοια ποσά ανήκουν εξολοκλήρου στην Medcon Construction Ltd και όχι στον συνεταιρισμό προς απόδοση κερδών μετά και για τον άλλο συνέταιρο την εναγόμενη 1. Προς τούτο γίνεται παραπομπή στις συμφωνίες δυνάμει των οποίων φαίνεται ότι μέρος των εισοδημάτων του συνεταιρισμού ανήκει αποκλειστικά στην Medcon και δεν είναι περιουσία του συνεταιρισμού (Τεκμ. 8). Οι ενστάσεις στηρίζονται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 9, 14, 15, 73 μέχρι 81, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.7
(9), Δ.43, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 10, Δ.64, τον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60), άρθρο 29
(1). Αυτή της Medcon στον περί Ομόρρυθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116, άρθρα 23
(1), 25
(1)-
(3)και 26(α) - (θ), ενώ αυτή του μεσεγγυούχου 2 και στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113), στον Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο (Ν. 31(Ι) 1992), άρθρα 2 - 8, στην Οδηγία 1999/31/ΕΚ περί Υγειονομικής Ταφής των Αποβλήτων Οδηγία Πλαίσιο για τα Απόβλητα 2008/98 όπως και στη σχετική νομολογία και βιβλιογραφία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των αιτήσεων και των ενστάσεων όπως και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα αυτές και στις γραπτές εισηγήσεις και γραπτή συμπληρωματική από πλευράς της Medcon και της μεσεγγυούχου 2 στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τα Μέρη όπως και στις προφορικές τους διευκρινήσεις. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων της Αιτήτριας εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των της Medcon και της μεσεγγυούχου 2, όπως διατυπώνεται στην εισήγηση του συνηγόρου τους, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους και ως εκ τούτου εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί προς υποστήριξη των λόγων που ώθησαν την Αιτήτρια σε αυτό το διάβημα της όπως και των ενστάσεων και τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει κατά τους ενιστάμενους να απορριφθεί η αίτηση τουλάχιστον ως είναι συνταγμένη καθότι, ως κατέγραψα και πιο πάνω, προβαίνουν σε εισήγηση για το πως θα έπρεπε να είχαν αυτά χωρίς να επηρεάζονται συμφέροντα τρίτων, όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές γραπτές αγορεύσεις τους και στις προφορικές επισημάνσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού, όπου απαιτηθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη τους. Σε κάθε περίπτωση, κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές για την κατανόηση των εκατέρωθεν θέσεων κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για όσα συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η δυνατότητα εκτέλεσης με κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζεται από τα άρθρα 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα οποία ρυθμίζουν τη μέθοδο εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης με κατάσχεση περιουσίας που ήδη βρίσκεται ή που έχει να λαμβάνει ο εξ αποφάσεως χρεώστης από τρίτο άτομο. Η διαδικασία αυτή τυγχάνει εφαρμογής όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Η ακολουθητέα διαδικασία η οποία είναι διερευνητικής υφής στοχεύοντας στη διακρίβωση ύπαρξης χρέους από τον μεσεγγυούχο προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη και η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής, διαλαμβάνει δύο μέρη όπως εξηγείται στη συνέχεια. Το πρώτο, αφορά την καταχώριση μονομερούς αίτησης για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi), ενώ, στο μεταξύ, διατάζεται ο μεσεγγυούχος να μην αποξενώσει την ιδιοκτησία που αναφέρεται στο διάταγμα. Το διάταγμα επιδίδεται στον μεσεγγυούχο ο οποίος καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό δε είναι σαφές ότι εκδόθηκε σε πρώτο στάδιο και αφορούσε και τους τρεις αρχικά μεσεγγυούχους. Επομένως δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου κ. Ταμάσιου ότι ελλείπει αυτό εξ αρχής. Στο δεύτερο μέρος, και αφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ αποφάσεως χρεώστης καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που το Δικαστήριο δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Το άρθρο 73 του Κεφ. 6 δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μόνο σε χρέη (σε αντίθεση με την Αγγλία), αλλά επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις (securities) για χρηματικά ποσά. Σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VII του Κεφ.6 η οποία συνοψίσθηκε πιο πάνω, παραπέμπω στην υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co. AG v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd.
(1969)1 C.L.R. 106, στις σελίδες 113-114: «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of α writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment». Σχετικό με το υπό εξέταση θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Τόμος 16, σελ. 79, παράγραφος 119: «Attachment of debts in general. Attachment of debts is a process by means of which a judgment creditor is enabled to reach money due to the judgment debtor (t) which is in the hands of a third person (u). For this purpose the ordinary methods of execution are inapplicable (a); but there is power to order the third person to pay to the judgment creditor the debt due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the judgment creditor's claim (b). In this connection, the third person in whose hands is the money which is sought to be attached is called the garnishee, the requisite proceeds are known as garnishee proceedings, and the necessary order is called a garnishee order». Ιδιαίτερα όσον αφορά την προϋπόθεση περί ύπαρξης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου στο Annual Practice του 1958 σελ. 1093-1096 αναφέρονται τα ακόλουθα: «It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee. There must be money due to the judgment debtor. A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him». Περαιτέρω στη σελ. 1096 αναφέρονται τα εξής: "What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desires to do so". Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η ΄Εκδοση, Τόμος 17, σελ. 327, παράγραφος 527 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης της ημέρας της κατάσχεσης κάποιου αντικειμένου το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος: «(A debt) To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt where the existence of a debt depends upon the performance of a condition. There is no attachable debt until the condition has been duly performed. Even an existing right under which something is accruing which will probably become a debt at some future date is not sufficient, notwithstanding that the amount to become due is capable of being calculated with precision». Στο Σύγγραμμα The Supreme Court Practice 197, Vol. 1 σελ. 724 όπως επίσης και στο Annual Practice του 1958 σελ. 1096 επισημαίνεται ότι το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος (judgment debt) συνιστά χρέος το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης στο πλαίσιο διαδικασίας κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (attachable debt). Ειδικότερα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A judgment debt may be attached in the hands of the judgment debtor (Ηoltby v Hodgson,
(1889)24 Q.B.D. 103), and this although the judgment was not entered until after the application for the order nisi. The question whether a judgment upon which there is a stay of execution can be attached has never been decided. It is submitted, however, that until the stay is removed there can be no attachment. As Lopes. L.J., said in Ηoltby v Hodgson, supra (at p. 108): "What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desire to do so». Τέλος, στην Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ. ά.
(1990)1 A.A.Δ. 28, αναφέρθηκε το εξής: «Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου "beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκησή του να τελεί υπό όρους». Συνοψίζοντας, εξέταση των Άρθρων 73, 74 και 78 του Κεφ. 6 υπό το φως της σχετικής νομολογίας που τα ερμήνευσε και στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, αποκαλύπτει ότι για να μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης αίτησης για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου θα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Ο Αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής, (β) ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου, και (γ) ταυτόχρονα, να υπάρχει την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος. Όπως δε προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου 78 του Κεφ. 6 και όπως έχει τονιστεί στις υποθέσεις Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ. ά. (πιο πάνω) και Κυριάκος & Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ ν. Τουμαζή κ.ά.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 754 η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία βέβαια θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής προχωρώ με την εξέταση και εφαρμογή των νομολογιακών αρχών σε αυτά που χαρακτηρίζουν την υπόθεση αυτή. Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια ζητά και εναντίον της μεσεγγυούχου 1 όπως και εναντίον της μεσεγγυούχου 2, παρά την τροποποίηση που επήλθε στο διάταγμα κατά την 16.06.2023 με τη διαγραφή/ αφαίρεση της μεσεγγυούχου 1 διάφορα διατάγματα ως η αίτηση. Είναι δε σημαντικό να εξεταστεί κατ' αρχή η σημασία που ενέχει η διαγραφή της Medcon από το λεκτικό του διατάγματος το οποίο την ονόμαζε/ καθόριζε ως μεσεγγυούχο 1. Η Medcon εισηγείται, πρώτον, ότι κανένα από τα ανωτέρω διατάγματα δεν θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον της μεσεγγυούχου 1 και/ή δεν θα πρέπει να εξακολουθήσει να υφίσταται μετά την τροποποίηση του διατάγματος στις 16.06.2023 και δεύτερον, ότι ακόμα και αν ήταν δυνατή η έκδοση τους, σε πρώτο στάδιο, της δέσμευσης δηλαδή, θα πρέπει τώρα για τους λόγους που εξηγεί ότι θα πρέπει να απορριφθούν ή τουλάχιστον ως αυτά είναι συνταγμένα ή αιτούνται. Προς τούτο, η εξέταση των ακόλουθων θεμάτων είναι σημαντικά και χαρακτηρίζουν την περίπτωση και ο συλλογισμός του μεσεγγυούχου 1 επί τούτων με βρίσκει σύμφωνο: Οι ακόλουθες σκέψεις οι οποίες εδράζονται σε μη αμφισβητούμενα γεγονότα, με οδηγούν στα συμπεράσματα τα οποία θα καταγράψω στη συνέχεια. Πρόκειται για το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της εναγόμενης 1, ούτε και τα χρήματα που οφείλει η Δημοκρατία και που αφορούν στα τιμολόγια/διατακτικά που υποβάλλει ανά διμηνία η μεσεγγυούχος 1 και καταβάλλει στη μεσεγγυούχο 1 η Δημοκρατία ανήκουν στην εναγόμενη 1 αλλά ανήκουν αποκλειστικά στον συνεταιρισμό και σε κανένα άλλο πρόσωπο, είναι δηλαδή περιουσία του συνεταιρισμού. Το συμφέρον όμως ενός συνεταίρου σε ένα συνεταιρισμό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δικαιούται σύμφωνα με τη συμμετοχή του, εδώ 40%, το ποσοστό αυτό επί των εισοδημάτων του συνεταιρισμού. Αυτό το συμφέρον αφορά στα κέρδη του συνεταιρισμού και όχι στα εισοδήματα/εισπράξεις του συνεταιρισμού. Πέραν της κοινής λογικής επί του θέματος, τούτο προκύπτει και από τις πρόνοιες του άρθρου 25
(2)του Κεφ. 116 το οποίο αναφέρει: «
(2)Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, μετά από αίτηση διά κλήσεως οποιουδήποτε εξ απόφασης πιστωτή συνεταίρου, να εκδώσει διάταγμα επιβαρύνοντας το συμφέρον του εν λόγω συνεταίρου επί της περιουσίας του συνεταιρισμού και των κερδών για την καταβολή του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους και τόκου επί αυτού, και δύναται, με το ίδιο ή με μεταγενέστερο διάταγμα, να διορίσει παραλήπτη του μεριδίου του εν λόγω συνεταίρου επί των κερδών .». Αν το συμφέρον ενός συνεταίρου επί της περιουσίας ενός συνεταιρισμού αφορούσε τα εισοδήματα του συνεταιρισμού ή π.χ. τα οχήματα του [βλ. αιτητικό Β (vi)], καθιστώντας αυτομάτως το εισόδημα ως ανήκων στον κάθε συνέταιρο στην έκταση του συμφέροντος του, δεν θα υπήρχαν 2 αναφορές στο άρθρο 25 ειδικά για τα κέρδη. Το συμφέρον στην περιουσία δεν περιλαμβάνει τις εισπράξεις αλλά τα κέρδη. Αν η αναφορά σε συμφέρον στην περιουσία περιλάμβανε και τις εισπράξεις δεν θα υπήρχε ειδική αναφορά «. και των κερδών», αφού αυτά θα ήταν απόρροια των εισπράξεων και αν αυτές ανήκαν στο συμφέρον του συνέταιρου, όπως εισηγείται η Αιτήτρια, δεν θα υπήρχε η διαφοροποίηση στο άρθρο 25. Ακριβώς μπορεί να διοριστεί και παραλήπτης για τα κέρδη. Ομοίως στο άρθρο 25
(3)οι συνέταιροι μπορούν να αποδεσμεύσουν το συμφέρον που επιβαρύνθηκε και αν διαταχθεί η πώληση του να το αγοράσουν. Όπως αναφέρεται στην νομική πτυχή ανωτέρω, η διαδικασία έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου για να τύχει εφαρμογής, απαιτεί να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις με τη δεύτερη εξ αυτών να είναι η: «Η ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου), του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου». Ουσιαστικά, αυτό που εισηγείται η Αιτήτρια είναι πως στα χρήματα που κατέχονται από τη Δημοκρατία - τρίτο πρόσωπο - (και θα πληρώνονται κατά καιρούς στην Κοινοπραξία) η εναγόμενη 1 (ο εξ αποφάσεως δηλαδή οφειλέτης) έχει νόμιμο δικαίωμα επ' αυτών, προφανώς εκ της ιδιότητας της ως συνέταιρος. Τα χρήματα που πρέπει να πληρώνει η Δημοκρατία όταν περιέλθουν στην κατοχή του συνεταιρισμού δεν είναι χρήματα των οποίων ο νόμιμος δικαιούχος είναι η εναγόμενη 1, υπό την ιδιότητα της ως συνέταιρος στην κοινοπραξία. Αυτά τα χρήματα καθ' όσον αφορά στην κοινοπραξία αποτελούν δυνάμει του άρθρου 23
(1)του Κεφ. 116 περιουσία του συνεταιρισμού και όχι των συνεταίρων και ως περιουσία του συνεταιρισμού «πρέπει να κατέχεται και διατίθεται από τους συνέταιρους αποκλειστικά για τους σκοπούς του συνεταιρισμού». Το μόνο άμεσο (ως ορίζει η νομολογία (βλ. Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.ά. (πιο πάνω) συμφέρον/δικαίωμα που υπάρχει, είναι το κέρδος που αν πραγματοποιήσει ένας συνεταιρισμός πρέπει να το δώσει στο συνέταιρο. Το συμφέρον της εναγόμενης 1 γίνεται άμεσο όταν θα διαλυθεί ο συνεταιρισμός και όχι ενωρίτερα. Όσο υφίσταται ο συνεταιρισμός όλη η περιουσία είναι του συνεταιρισμού και πρέπει να την χρησιμοποιεί για τους σκοπούς του συνεταιρισμού, δεν είναι για να διατίθεται προς τους συνεταίρους. Δεν είναι το ίδιο με το συμφέρον κάποιου σε κοινό λογαριασμό, εκεί δικαιούται άμεσα κάποιο ποσό από τον λογαριασμό, εδώ το συμφέρον της εναγόμενης 1 δεν της δίνει άμεσο δικαίωμα σε τίποτα. Με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Medcon ότι διαφορετική θεώρηση θα καθιστούσε τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 116 χωρίς νόημα. Αν δηλαδή, αυτομάτως ανήκε σε κάποιο συνέταιρο μέρος της περιουσίας του συνεταιρισμού, αν αυτομάτως ήταν δικό του συνεταίρου, εδώ κατά 40%, οποιαδήποτε περιουσία του συνεταιρισμού, τότε το άρθρο 23 του Κεφ. 116, δεν θα είχε νόημα, ούτε και θα είχαν νόημα οι πρόνοιες του άρθρου 25 του Κεφ. 116, διότι, αν ήταν ορθός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, δηλαδή, αν από την περιουσία του συνεταιρισμού, είτε αυτή συνίσταται από ακίνητα ή εισπράξεις αυτομάτως 40% ανήκε στην εναγόμενη 1 και 60% ανήκε στην μεσεγγυούχο 1, τότε προκύπτει το ερώτημα για ποια περιουσία του συνεταιρισμού αναφέρεται το άρθρο 25
(1)η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εντάλματος εκτέλεσης; Αφού αν το συμφέρον των συνεταίρων στην περιουσία του συνεταιρισμού είχε την έννοια που του αποδίδει η Αιτήτρια, τότε, δεν θα υπήρχε περιουσία του συνεταιρισμού αλλά περιουσία των συνεταίρων και τίθεται το ερώτημα για ποιο συμφέρον επιτρέπει τη δέσμευση το άρθρο 25
(2), αν η περιουσία του συνεταιρισμού ανήκε αυτομάτως στον κάθε συνέταιρο στη βάση του ποσοστού της συμμετοχής του στο συνεταιρισμό; Είναι φανερόν ότι αυτό που δικαιούται ένας συνέταιρος είναι μερίδιο επί του κεφαλαίου και των κερδών. Το κεφάλαιο καθώς και κάθε άλλη περιουσία, ως ορίζεται στο άρθρο 23 (που περιλαμβάνει και τα εισοδήματα/εισπράξεις), είναι περιουσία του συνεταιρισμού και ανήκει στο συνεταιρισμό και όχι σε κάποιο συγκεκριμένο συνέταιρο. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο συνεταιρισμός είναι τρίτο πρόσωπο που κρατά περιουσία που ανήκει σε κάποιο συνέταιρο, ούτε μπορεί να θεωρηθεί πως ένας συνέταιρος έχει άμεσο νόμιμο συμφέρον στην περιουσία του συνεταιρισμού καθ' όσον χρόνο υπάρχει ο συνεταιρισμός και η περιουσία του αυτή αυξομειώνεται. Δική του συνεταιρισμού είναι η περιουσία που κρατά. Τούτη δε η περιουσία όχι μόνο βρίσκεται δικαιωματικά στα δικά του χέρια αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο εντάλματος εκτέλεσης, για τα πληρωθούν χρέη κάποιου συγκεκριμένου συνεταίρου. Συνεπώς, το ποσό που επιζητείται να κατακρατείται από τη Δημοκρατία και να καταβάλλεται στην Ενάγουσα/Αιτήτρια, ήτοι το 40% των ανά διμηνία πληρωμών, δεν ανήκει στην εναγόμενη 1, αλλά μαζί και με το υπόλοιπο 60% των μελλοντικών πληρωμών, αποτελεί μέρος της περιουσίας της κοινοπραξίας/συνεταιρισμού Medcon και ως τέτοια όχι μόνο δεν ανήκει στην εναγόμενη 1, αλλά ανήκει στην Medcon και ως τέτοιο όχι μόνο δεν βρίσκεται ή θα βρίσκεται στα χέρια της Medcon ως τρίτο πρόσωπο (και ούτε έχει επ' αυτών των εισοδημάτων άμεσο συμφέρον ο όποιος συνέταιρος) αλλά, και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης/κατάσχεσης σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Κεφ. 116, εκτός και αν η απόφαση είναι εναντίον του οίκου, κάτι φυσικά που δεν είναι. Με εξαίρεση περιουσία που κατά τον ανωτέρω τρόπο ανήκει σε συγκεκριμένο συνέταιρο, όλη η άλλη περιουσία (όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 23 του Κεφ. 116) αποτελεί περιουσία του συνεταιρισμού και ως τέτοια δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί περιουσία που ανήκει στην εναγόμενη 1 ή έχει άμεσο συμφέρον η εναγόμενη 1 επ' αυτής, αλλά βρίσκεται στα χέρια του συνεταιρισμού ως τρίτου προσώπου. Αντιθέτως είναι περιουσία του συνεταιρισμού και μόνον του συνεταιρισμού και ως τέτοια πολύ ορθώς και φυσιολογικά και δικαιωματικά βρίσκεται στα χέρια του, ενώ ταυτόχρονα ως δική του περιουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ικανοποιηθεί χρέος συνεταίρου προς τρίτο πρόσωπο, εδώ την Αιτήρια και ούτε και για οποιοδήποτε άλλο σκοπό πέραν από τους σκοπούς του συνεταιρισμού. Επομένως, καταλήγω ότι με το να δεσμευθεί το συμφέρον της εναγόμενης 1 στην περιουσία του συνεταιρισμού, όπως ζητά η Αιτήτρια, σημαίνει πως διατάζεται ο συνεταιρισμός να μην αποξενώσει το συγκεκριμένο συμφέρον, αλλά το συμφέρον που έχει η εναγόμενη 1, δεν ελέγχεται από τον συνεταιρισμό, μπορεί π.χ. σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κεφ. 116 να το εκχωρήσει και δεν μπορεί να κάνει κάτι ο συνεταιρισμός να εμποδίσει τέτοια εκχώρηση/αποξένωση. Αυτό δεικνύει πως το συμφέρον αυτό δεν βρίσκεται στα χέρια του συνεταιρισμού και ούτε και μπορεί ο συνεταιρισμός να πωλήσει/εκποιήσει αυτό το συμφέρον για να δώσει το προϊόν της πώλησης στην Αιτήτρια. Δεν ευρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια τρίτου. Συνεπώς από τη μια το συμφέρον αυτό δεν δίνει άμεσο δικαίωμα στην εναγόμενη 1 στην περιουσία του συνεταιρισμού και από την άλλη ο συνεταιρισμός δεν μπορεί να εμποδίσει την αποξένωση του συμφέροντος της εναγόμενης 1. Δεν είναι δε δουλειά του Δικαστηρίου να υποδείξει τυχόν άλλα μέτρα εκτέλεσης διαθέτει στη φαρέτρα της η Αιτήτρια για να προστατεύσει τα συμφέροντα της και για αυτό μένω ως εδώ. Το συμφέρον ενός συνεταίρου το οποίο παρέχει άμεσο δικαίωμα, μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στα κέρδη. Σε αυτή δε την προοπτική προσανατολίζεται να στρέψει την προσοχή του το Δικαστήριο με ανάλογη διαμόρφωση των διαταγμάτων όπως θα είναι καταληκτικά και η απόφαση μου κατά τον τρόπο που εισηγείται και η πλευρά της Medcon. Η πιο πάνω κατάληξη μου ως προς τα διατάγματα (i) και (ιιι) ως προς την Medcon καθιστά περιττή την εξέταση της σημασίας του Τεκμ. 6 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που είναι η απόφαση του Εφετείου στην Π.Ε. Αρ. Ε 166/2019 στην DB TECHNOLOGIES B.V. v. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD ημερ. 15.10.2020, εξέταση η οποία καθίσταται μόνον ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος η οποία κατά τη νομολογία μας θα πρέπει να αποφεύγεται. Συνοψίζοντας προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά και νομικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της Medcon: - Δεν είναι νομικά δυνατή η εκτέλεση εναντίον περιουσίας του συνεταιρισμού για χρέος που οφείλει συνέταιρος σε κάποιο πρόσωπο, εδώ το χρέος που οφείλει η εναγόμενη 1 στην Αιτήτρια. Συνεπώς το αιτητικό για το διάταγμα (i) δεν μπορεί να υφίσταται εναντίον της Medcon και πρέπει να ακυρωθεί. - Δεν είναι νομικά δυνατή η δέσμευση και κατάσχεση της συμμετοχής της εναγόμενης 1 στον συνεταιρισμό, μέσω της διαδικασίας κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, διότι, πρώτον αυτή δεν είναι υπό τη φύλαξη του συνεταιρισμού, της Medcon και δεύτερον δεν μπορεί με κανένα τρόπο η Medcon, ο άλλος συνέταιρος δηλαδή, να κατάσχει και μεταφέρει το συμφέρον της εναγόμενης 1 στο συνεταιρισμό στην Αιτήτρια ή να το πωλήσει και να διαθέσει το προϊόν της πωλήσεως στην Αιτήτρια. Τέτοια αιτήματα είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν με διαφορετική διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 25
(2)του Κεφ. 116. - Το αιτητικό για το διάταγμα (ν) που αφορά στη δέσμευση μελλοντικών μερισμάτων/κερδών που ίσως υπάρξουν στο μέλλον και τα οποία με το που δημιουργούνται (τα κέρδη δηλαδή) το 40% εξ αυτών ανήκει αυτομάτως στην εναγόμενη 1, είναι δυνατόν να εκδοθεί, εφόσον όταν υπάρξουν κέρδη, αυτά αυτομάτως είναι περιουσία του συνεταίρου και όχι του συνεταιρισμού και ως περιουσία του συνεταίρου πλέον μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο συνεταιρισμός αν υπάρξει κέρδος σε οποιοδήποτε έτος από το 2023 και έπειτα, το 40% του κέρδους αυτού να καταβάλλεται από το συνεταιρισμό προς την Αιτήτρια αντί προς την εναγόμενη 1. - Το μέρος του διατάγματος (ν) που αφορά σε πιστωτικά υπόλοιπα, πρέπει να παραμεριστεί, διότι, (α) δεν υπάρχει ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περί ύπαρξης χρέους και (β) επειδή ακόμα δεν υπάρχει δυνάμει των όρων των συμφωνιών οποιοδήποτε χρέος της του συνεταιρισμού Medcon προς την εναγόμενη 1. Από την άλλη η μεσεγγυούχος 2 εισηγείται ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία και νομολογία, μόνο η οφειλή του ποσού των €2.426,258,57, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο τελικού διατάγματος, με το οποίο να διατάζεται η μεσεγγυούχος 2 όπως: «όταν το εν λόγω ποσό καταστεί απαιτητό, ήτοι στις 31/12/2028, να ΜΗΝ το καταβάλει στην Εναγομένη 1 αλλά να καταβάλει εξ αυτού το ποσό των €680.000, πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.16 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239 πλέον τόκο 2% επ' αυτών το χρόνο από 24.04.2021 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ προς την Ενάγουσα». Κατέγραψα πιο πάνω την ακολουθητέα διαδικασία της έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης (garnishee order nisi), το οποίο ακολουθεί τελικά αν υπάρχει προς κατάσχεση περιουσία ένταλμα κατάσχεσης περιουσίας που είναι υπό τη φύλαξη του προσώπου ή προσώπων που κατονομάζονται στο Διάταγμα ως μεσεγγυούχων και ανήκει ή οφείλεται προς τον εναγόμενο, εξ αποφάσεως οφειλέτη του ανάγοντος. Αφού εκδοθεί το διάταγμα μεσεγγύησης ταυτόχρονα στην ουσία, εκδίδονται και παρεπόμενα/υποστηρικτικά αυτού διατάγματα με τα οποία διατάζεται το πρόσωπο που κατονομάστηκε ως μεσεγγυούχος να μην αποξενώσει την περιουσία μέχρι να εξεταστεί το κατονομαζόμενο πρόσωπο/μεσεγγυούχος και ακολούθως να αποφασιστεί αν το αρχικό διάταγμα θα καταστεί απόλυτο (garnishee order absolute) διατάζοντας σε τέτοια περίπτωση την καταβολή της περιουσίας προς τον ενάγοντα (garnishor). Στην υπό κρίση αίτηση η μεσεγγυούχος 1 δεν είναι πλέον μεσεγγυούχος, καθότι έχει αφαιρεθεί από το διάταγμα. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αποτελεί μέρος των παρεπόμενων διαταγμάτων μη αποξένωσης, αν και η σχετική δήλωση για την αφαίρεση της από το διάταγμα δεν συμπεριέλαβε και αυτά. Ούτε είναι δυνατόν να διατάζεται να παρουσιαστεί προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε μπορεί να υπάρχει οποιοσδήποτε περιορισμός αναφορικά με τη διαχείριση των οποιωνδήποτε ποσών κατέχει πρόσωπο το οποίο δεν καθορίζεται από το διάταγμα ότι είναι μεσεγγυούχος, εφόσον τόσο το αρχικό όσο και τα συνοδευτικά/παρεπόμενα διατάγματα, εκδίδονται και υπάρχουν εναντίον κάποιου προσώπου που ονομάστηκε ή και όπως η περίπτωση μας να συνεχίσει να κατονομάζεται ως μεσεγγυούχος. Δεν εκδίδονται τα διατάγματα στο κενό ή γενικώς κατά αορίστου ή μη ονομαζόμενου προσώπου. Αντιθέτως εκδίδονται εναντίον συγκεκριμένου προσώπου που κατονομάζεται ως μεσεγγυούχος και ακριβώς και λόγω αυτής του της ιδιότητας του για κανέναν άλλον λόγο. Επομένως με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς της μεσεγγυούχου 1 ότι πλέον δεν μπορεί να συνεχίσουν να ισχύουν ούτε τα παρεπόμενα διατάγματα παγοποίησης εναντίον της όπως τα υπό το αιτητικό (Β) (i), (iii) και (
- vi)αιτούμενα στην αίτηση διατάγματα αλλά και το αιτητικό Γ της αίτησης όπου ισχύουν τα ίδια. Τούτο δε ανεξάρτητα της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των μεσεγγυούχων σε σχέση με τη μεσεγγυούχο 1 και την ιδιότητα της ως συνεταιρισμού με εφαρμογή στην περίπτωση της των προνοιών του περί Ομόρρυθμων και Ετερόρρυθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ.116 στις οποίες εύστοχα με παρέπεμψε και οι οποίες οδηγούν, ως αποφαίνομαι, επίσης στο ίδιο αποτέλεσμα, της αδυναμίας δηλαδή εφαρμογής ενός τέτοιου εντάλματος επί της περιουσίας του Συνεταιρισμού κατά το ποσοστό συμμετοχής (40%) της Εναγόμενης 1 σε αυτόν, η οποία (περιουσία), ασφαλώς και είναι ανεξάρτητη από αυτή του κάθε συνεταίρου και έτσι μη υποκείμενη σε εκτέλεση. Διαφορετική είναι όμως η αντίκριση ως προς τα διατάγματα που αφορούν τις μεσεγγυούχους 2 και 3 τόσο ως προς τα αρχικά εκδοθέντα διατάγματα όσο και για τα παρεπόμενα που τις αφορούν για τα οποία θα γίνει σχετική αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου έστω και διαφοροποιημένα κατά τρόπο που να μην επηρεάζεται η λειτουργία του συνεταιρισμού της Medcon. Θα εξετάσω στη συνέχεια τα διατάγματα που εξασφάλισε ή επιζητεί να εξασφαλίσει η Αιτήτρια εναντίον της μεσεγγυούχου 2. Η νομική πτυχή που τα διέπει είναι η ίδια και ήδη έχει αναλυθεί πιο πάνω. Η απάλειψη/διαγραφή του ονόματος της Medcon από το διάταγμα που επιζητείτο σύμφωνα με το αιτητικό Α της αίτησης ασφαλώς και δεν ασκεί οποιανδήποτε επίδραση στους μεσεγγυούχους 2 και 3. Το αιτητικό Β (
- ii)αφορά την μεσεγγυούχο 3 και δεν υπάρχει καμιά δυσκολία για την έκδοση του. Ως προς τα διατάγματα του αιτητικού Β (
- i)και (
- v)κρίνω ότι μπορούν να εκδοθούν μόνο σε σχέση με μελλοντικά μερίσματα της μεσεγγυούχου 2 MDT LIMASSOL WASTE MANAGMENT COMPANY LTD αρχίζοντας από το 2023, διότι όταν μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όπως είναι η μεσεγγυούχος 2, εξασφαλίσει κέρδος, αποφασίζουν οι διευθυντές αυτής αν θα δοθεί μέρισμα από αυτό το κέρδος (ολόκληρο ή μέρος του) προς τους μετόχους και σε ότι αναλογεί την εναγόμενη 1 θα μπορεί να κατασχεθεί μέχρι την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Συνεπώς όταν υπάρξει κέρδος της μεσεγγυούχου 2 και αποφασιστεί η καταβολή μερίσματος αυτό το μέρισμα αποτελεί αμέσως χρέος της εταιρείας προς το μέτοχο της και ως τέτοιο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τελικού διατάγματος μεσεγγύησης. Όπως αναφέρεται και στην ένσταση δεν έχει μέχρι σήμερα αποφασιστεί η καταβολή οποιουδήποτε μερίσματος αφού δεν υπήρξαν καν κέρδη για να είναι δυνατό να αποφασίσουν οι διευθυντές αν θα δώσουν μέρισμα. Η καταβολή μερίσματος κατά τα διαλαμβανόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, σε μετόχους εταιρειών περιορισμένης ευθύνης δικαιολογεί να εκδοθεί τελικό διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η μεσεγγυούχος 2 σε περίπτωση που αποδοθεί μέρισμα να μην το αποδώσει/καταβάλει προς την εναγόμενη 1 αλλά προς την ενάγουσα. Σε σχέση τώρα με το διάταγμα κατά το αιτητικό (Β) (ιν) το οποίο αφορά στη δέσμευση των 400 μετοχών που κατέχει η εναγόμενη 1 στη μεσεγγυούχο 2 σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 παρατηρώ ότι το διάταγμα μεσεγγυούχου σε πρώτο στάδιο δεσμεύει την περιουσία του καλούμενου μεσεγγυούχου μέχρι να εξεταστεί η αίτηση, υπό αυτή την έννοια η περιουσία αυτή καλείται «περιουσία που κατασχέθηκε». Στη συνέχεια αφού το δικαστήριο ακούσει όλα τα πρόσωπα που θεωρεί ως ενδιαφερόμενα αποφασίζει αν θεωρεί κατάλληλο υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης η περιουσία που κατασχέθηκε να πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απαίτησης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Συνεπώς εξ όσων αντιλαμβάνομαι το διάταγμα σκοπό έχει στο τέλος να διατάξει την κατασχεθείσα περιουσία να μεταφερθεί στα χέρια της Αιτήτριας. Με βρίσκει σύμφωνο η θέση του μεσεγγυούχου 2 ότι οι μετοχές δεν βρίσκονται υπό τη φύλαξη της μεσεγγυούχου 2. Επομένως σε σχέση με αυτές το μόνο που μπορεί να διαταχθεί είναι αυτό που διατάχθηκε μέχρι στιγμής στο πρώτο στάδιο, δηλαδή, η διαταγή για μη αποξένωση τους, παρά το ότι αποξένωση δεν σημαίνει μόνο να μην μεταβιβαστούν σε κάποιο άλλο πρόσωπο, (που μέχρι αυτού του σημείου εξαρτάται από τη μεσεγγυούχο 2) αλλά μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους τους οποίους η μεσεγγυούχος 2 δεν θα μπορεί να ελέγξει. Δεν μπορώ να αντιληφθώ επίσης πως μπορεί να διαταχθεί η διάθεση τους προς όφελος της Αιτήτριας. Πως μπορεί η εταιρεία/μεσεγγυούχος 2 να πάρει τις μετοχές ενός μετόχου της και να της μεταβιβάσει στο όνομα της Αιτήτριας; Μπορεί να διαταχθεί να τις πωλήσει και να διαθέσει το προϊόν της πώλησης στην Αιτήτρια; Η απάντηση στα ερωτήματα είναι ασφαλώς αρνητική. Πέραν του ότι η μεταβίβαση των μετοχών κάθε μετόχου στην μεσεγγυούχο 2 υπάγεται στις σχετικές πρόνοιες του καταστατικού, θεωρώ πως δεν υπάρχει πραγματικός ή νομικός τρόπος να διατεθούν προς την Αιτήτρια. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι μετοχές δεν κατέχονται από την εταιρεία ως τρίτο πρόσωπο, αλλά, κατέχονται από τον ίδιο το μέτοχο. Ο τρόπος χρησιμοποίησης/διάθεσης των μετοχών της εναγόμενης 1 προς εξόφληση της οφειλής της προς την Αιτήτρια εναπόκειται στην Αιτήτρια να προβεί στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα. Το μόνο που θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί ως δέσμευση χωρίς οι μετοχές να καθίστανται αντικείμενο δέσμευσης είναι το δικαίωμα που δίνουν αυτές στον ιδιοκτήτη και κάτοχο τους δηλαδή στο μέτοχο, εδώ την εναγόμενη 1, που είναι προφανώς το πιθανό μέρισμα. Κάτι το οποίο μπορεί να δεσμευθεί και αν υπάρξει να διαταχθεί η εταιρεία - εδώ η μεσεγγυούχος 2 - να το καταβάλει στην Αιτήτρια αντί στο μέτοχο/εναγόμενη 1. Επειδή στο διάταγμα προ της τροποποίησης ζητείτο η δέσμευση του «40% οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της μεσεγγυούχου 2 και αναλογεί και/ή ανήκει και/ή έχει να λαμβάνει η εναγόμενη 1» και παρά το ότι αυτό έχει αφαιρεθεί, θα πρέπει να ειπωθεί ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια έχει την άποψη ότι η εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος της μεσεγγυούχου 2 έχει δικαίωμα/συμφέρον στο λογαριασμό/εισπράξεις/έσοδα της μεσεγγυούχου 2 (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης) να σημειώσω πως αυτό είναι απολύτως εσφαλμένο. Τούτο δε δια τον απλούστατο λόγο ότι κανένας μέτοχος οποιασδήποτε εταιρείας δεν έχει κανένα δικαίωμα οποιασδήποτε μορφής ή είδους στην όποια περιουσία μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Το μόνο δικαίωμα που έχει ο όποιος μέτοχος είναι να λαμβάνει μέρισμα αν τούτο αποφασίσουν οι διευθυντές να δώσουν όταν υπάρξει κέρδος. Εκ συμφώνου απάλειψη/ διαγραφή του διατάγματος που εκδόθηκε στη βάσει του αιτητικού Β(
- i)δεν μου αφήνει περιθώριο εκ των υστέρων και σε αυτό το στάδιο να το εξετάσω εκ νέου και δεν μπορεί να εκδοθεί. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει κάποιο χρέος δυνάμενο άμεσης εκτέλεσης αλλά ακόμα και αν υπήρχε, δεν θα μπορούσε να δεσμευτούν τα μελλοντικά εισοδήματα της μεσεγγυούχου 2, προς ικανοποίηση της Αιτήτριας, διότι, το διάταγμα μεσεγγύησης όπως προβλέπεται στη νομολογία «ο δικαιούχος του διατάγματος μεσεγγύησης δεν καθίσταται πιστωτής του μεσεγγυούχου, αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα από τη Βουλή των Λόρδων, στην υπόθεση Societe Eram Shipping Co Ltd v Cie Internationale de Navigation and Others [2003] 3 W.L.R. 21, όπου λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «The effect of the [garnishee] order absolute has been similarly explored in the authorities. It was pointed out in In re Combined Weighing and Advertising Machine Co
(1889)43 Ch D 99 that the [garnishee] order does not operate as a transfer of the garnishee'ς debt but attaches the debt and confers a right of execution only». Ως προς το αιτούμενο υπό (Γ) διάταγμα στην αίτηση, καθότι η μεσεγγυούχος 2 επηρεάζεται προφανώς και από αυτό, ούτε όμως και αυτό μπορεί να εκδοθεί για τους πιο κάτω λόγους: - Η Δημοκρατία δεν καταβάλλει ούτε και έχει την όποια υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς την μεσεγγυούχο
- Η συμφωνία για το έργο είναι μεταξύ της Medcon και της Δημοκρατίας, κάτι που και η Αιτήτρια και γνωρίζει και αναγνωρίζει και αναφέρει στην ένορκη της δήλωση. - Η μεσεγγυούχος 2 με συμφωνία τύπου «back to back» μαζί με τον Ανάδοχο του έργου, δηλαδή την Κοινοπραξία, έχει αναλάβει ως υπεργολάβος τη λειτουργία/διαχείριση και συντήρηση του Έργου, ως τούτο προβλέπεται στον όρο 1 στη σελ. 5 του Τεκμ. 1 στην ένσταση της μεσεγγυούχου 2, η οποία είναι η συμφωνία υπεργολαβίας μεταξύ της Κοινοπραξίας και της μεσεγγυούχου
- - Λόγω του ότι πρόκειται περί «back to back» σύμβαση, η μεσεγγυούχος 2 εκτελεί όλες τις εργασίες και χρεώνει/τιμολογεί (τη μεσεγγυούχο 1) στη βάση της συμφωνίας του συνεταιρισμού με το κράτος, δηλαδή αφού η μεσεγγυούχος 2 εκτελέσει τις εργασίες ενημερώνει τη μεσεγγυούχο 1, η οποία εκδίδει τιμολόγιο/διατακτικό (ανά διμηνία) προς τη Δημοκρατία και η οποία αφού πληρώσει αυτό ενημερώνει την μεσεγγυούχο 2 περί των αποκοπών της Δημοκρατίας και η μεσεγγυούχος 2 στη βάση αυτού, δηλαδή, των σημειώσεων περί των αποκοπών που κάνει η Δημοκρατία, εκδίδεται ανάλογης μορφής και ύψους τιμολόγιο από την μεσεγγυούχο 2 προς τη μεσεγγυούχο 1, η οποία τότε εμβάζει στη μεσεγγυούχο 2 το ποσό που η Δημοκρατία κατέβαλε λίγες ημέρες προηγουμένως. Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν μέχρι από την αρχή του έτους μέχρι και σήμερα, έχουν επισυναφθεί ως Τεκμ. 2 στην ένσταση. Όπως αναφέρεται στην νομική πτυχή ανωτέρω, η διαδικασία έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου για να τύχει εφαρμογής, απαιτεί να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις με τη δεύτερη εξ αυτών να είναι: «η ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου». Εξετάζοντας την πιο πάνω προϋπόθεση προκύπτει ότι ουσιαστικά αυτό που εισηγείται η Αιτήτρια είναι πως στα χρήματα που κατέχονται από τη Δημοκρατία - τρίτο πρόσωπο - (και θα πληρώνονται κατά καιρούς στην Κοινοπραξία) και/ή έστω αυτά που μετά θα δώσει/πληρώσει η Κοινοπραξία προς τη μεσεγγυούχο 2, η εναγόμενη 1 (ο εξ αποφάσεως οφειλέτης) έχει νόμιμο δικαίωμα επ' αυτών, προφανώς εκ της ιδιότητας της ως συνέταιρος και/ή υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος στη μεσεγγυούχο
- Τα χρήματα που πρέπει να πληρώνει η Δημοκρατία πληρώνονται προς την Κοινοπραξία και όχι προς τη μεσεγγυούχο
- Αλλά ακόμα και αν πληρώνονταν προς την ίδια τη μεσεγγυούχο 2 (το ίδιο ισχύει ασφαλώς και τώρα που πληρώνονται στην Κοινοπραξία) αυτά όταν περιέλθουν στην κατοχή της μεσεγγυούχου 2 (ή και της Κοινοπραξίας) δεν είναι χρήματα των οποίων νόμιμος δικαιούχος είναι η εναγόμενη 1, ούτε υπό την ιδιότητα της ως συνέταιρος στην κοινοπραξία ούτε υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος στη μεσεγγυούχο
- Αυτά τα χρήματα καθ' όσον αφορά στην Κοινοπραξία αποτελούν δυνάμει του άρθρου 23
(1)του Κεφ. 116 περιουσία του συνεταιρισμού και όχι των συνεταίρων και ως περιουσία του συνεταιρισμού «πρέπει να κατέχεται και διατίθεται από τους συνέταιρους αποκλειστικά για τους σκοπούς του συνεταιρισμού» και στην έκταση που θα αφορούσε τη μεσεγγυούχο 2 αν λάμβανε πληρωμές από τη Δημοκρατία, αποτελούν περιουσία της εταιρείας επί της οποίας όπως εξηγήθηκε ανωτέρω δεν έχει κανένα δικαίωμα/συμφέρον ο οποιοσδήποτε μέτοχος. Το μόνο άμεσο (ως ορίζει η νομολογία βλ. Carna, ανωτέρω) συμφέρον/δικαίωμα που υπάρχει, είναι το κέρδος που αν πραγματοποιήσει ένας συνεταιρισμός πρέπει να το δώσει στο συνέταιρο και για τη μεσεγγυούχο 2, το μέρισμα που αν υπάρξει κέρδος και αν ήθελαν αποφασίσει οι διευθυντές της να δώσουν προς τους μετόχους. Προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης σε σχέση με την απόδοση από την Αιτήτρια στη μεσεγγυούχο 2 της ιδιότητας ως «διαχειρίστρια εταιρεία», κάτι που ίσως μεταφέρει ή δημιουργεί διαφορετική εικόνα ή αντίληψη από την πραγματική σχέση μεταξύ της μεσεγγυούχου 2 και της Κοινοπραξίας/Συνεταιρισμού, θα πρέπει να διευκρινιστεί, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, ότι με συμφωνία back to back η μεσεγγυούχος 2 ανέλαβε την εκτέλεση το Έργου ως υπεργολάβος, δεν διαχειρίζεται κάτι εκ μέρους του συνεταιρισμού. Αυτά καθίστανται αναγκαία να λεχθούν καθότι στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας αναφέρεται πως: «η διαχειρίστρια εταιρεία, (δηλαδή η μεσεγγυούχος 2) διαχειρίζεται εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της Κοινοπραξίας χρήματα». Κάτι που ίσως προβλήθηκε ως ισχυρισμός λόγω του ότι η Αιτήτρια επιλέγει να αποκαλεί τη μεσεγγυούχο 2 (εσφαλμένα) ως διαχειρίστρια εταιρεία ενώ αυτή ως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι ανεξάρτητη νομική οντότητα και η σχέση της με το συνεταιρισμό είναι αυτή του ανεξάρτητου υπεργολάβου και ως τέτοιος δεν διαχειρίζεται χρήματα για κανένα πέραν των δικών του. Τα αναμφισβήτητα λοιπόν γεγονότα ως προς την μεσεγγυούχο 2 οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα: - Η Αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και ακόμα δεν έχει ικανοποιηθεί. - Υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ της εναγόμενης 1 και της μεσεγγυούχου 2. Αυτή η σχέση αφορά τα μελλοντικά μερίσματα που ενδεχομένως σε περίπτωση κέρδους να αποφασιστεί να δοθούν προς του μετόχους, ήτοι και προς την εναγόμενη 1 και υπάρχει κατά παραδοχή και οφειλή/χρέος για το ποσό των €2.426.258,57, το οποίο εξασφαλίζεται με το γραμμάτιο (promissory note), συνεπώς μπορούν να εκδοθούν 2 τελικά διατάγματα, το πρώτο αναφορικά με μελλοντικά μερίσματα και το δεύτερο με τη δέσμευση του γραμματίου/υποσχετικής και τη διαταγή εκτέλεσης του κατά την ωρίμανση του προς όφελος της Αιτήτριας. Αναφορικά με τις 400 μετοχές που η εναγόμενη 1 κατέχει στην μεσεγγυούχο 2, δεν μπορεί να διαταχθεί κάτι πέραν της δέσμευσης του μερίσματος που αυτές θα αποφέρουν και τούτο με την καταχώριση των κατάλληλων δικονομικών εργαλείων. Τέλος, κάποια καταληκτικά σχόλια σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τα οποία αφορούν τόσο τον συνεταιρισμό όσο και τη μεσεγγυούχο 2. Σύμφωνα με τη νομολογία η έκδοση ή μη του τελικού διατάγματος ή το περιεχόμενο αυτού είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την έκδοση άλλου διατάγματος ως ήθελεν κριθεί δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στην Πολιτική Έφεση Αρ. Ε142/2018, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2020, μεταξύ των Ι. ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ
(1)Μ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ κ.ά. v. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Μεσεγγυούχου λέχθηκαν τα εξής: «Στην Κύπρο, οι πρόνοιες της νομοθεσίας επιτρέπουν την κατάσχεση και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις της ενώπιον του υπόθεσης θα αποκλίνει από του να διατάξει την κατάσχεση». Παρόμοια στην Πολιτική Έφεση Αρ. 171/14, ημερ. 30.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A596, μεταξύ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΑ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ Γ.Σ.Π. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ v. ULYSSES INVESTMENTS LTD, λέχθηκαν τα εξής: «Για αυτό τον λόγο, τα διά νόμου προβλεπόμενα μέσα εκτέλεσης δεν πρέπει να απολήγουν άγονα, εκτός σε απολύτως δικαιολογημένες περιπτώσεις .». Στην πρόσφατη απόφαση του το Εφετείο στην Πολ. Έφεση Αρ. Ε43/2016 Ημερ. 14.06.2023 Ανδρέας Κωνσταντίνου v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ λέχθηκαν τα ακόλουθα εν κατακλείδι υπό τον κ. Μαλαχτό Δ., αν και το ζήτημα που εξετάστηκε εκεί αφορούσε πώληση διά δημόσιου πλειστηριασμού για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους, τα οποία κατά την άποψη μου ταιριάζουν τηρουμένων των αναλογιών και στην προκείμενη περίπτωση έχει τη σημασία της ως προς την αναγκαιότητα της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων: «Απλά να υπενθυμίσουμε την υπόμνηση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Κωνσταντίνου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1034,1038, ότι: «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος τα δικαστικής διαδικασίας. Αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις». Το ζήτημα που έχει βαρύνουσα σημασία εδώ είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εκδώσει τέτοια διατάγματα τα οποία να εξυπηρετούν και τους δύο σκοπούς. Από τη μια την αναγκαιότητα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης και από την άλλη τα διατάγματα να είναι τέτοιος μορφής και εμβέλειας που να επιτρέπουν στο συνεταιρισμό να πληρώνει τη μεσεγγυούχο 2 και η μεσεγγυούχος 2 να μπορεί να πληρώνει τα λειτουργικά της έξοδα, ώστε να μη τερματιστεί η λειτουργία του συνεταιρισμού και της εταιρείας και κατ' επέκταση η καταστροφή του Έργου, η σημαντικότητα του οποίου έχει επεξηγηθεί ευθαρσώς στις Ε/Δ Πιερίδη και Αυξεντίου τόσο από οικονομικής άποψης και βιωσιμότητας της Κοινοπραξίας Medcon όσο και της μεσεγγυούχου 2 όσο και από περιβαλλοντικής άποψης και συμμόρφωσης και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της χώρας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της μεσεγγυούχου 2 διαφοροποιημένου κατά τον τρόπο που εύστοχα εισηγούνται η μεσεγγυούχος 2 και δεν θα επηρέαζε όπως αντιλαμβάνομαι ούτε τον Συνεταιρισμό (Medcon) αλλά αντίθετα προτείνουν και εισηγούνται όπως μελλοντικά μερίσματα της εταιρείας και για το χρέος όπως αποκαλύφθηκε και τούτο πιστώνεται στην μεσεγγυούχο, του οποίου η πληρωμή είναι δυνάμει γραμματίου/υποσχετικής/ συναλλαγματικής πληρωτέο σε μελλοντική ημερομηνία εκδοθούν σχετικά διατάγματα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως των όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διαταγμάτων/ή ενταλμάτων με διαφοροποίηση τους κατά τρόπο που θα εξυπηρετεί τους σκοπούς της παρούσας όπως προσδιορίστηκαν πιο πάνω. Εκδίδονται διατάγματα/Εντάλματα ως ακολούθως: (A) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η μεσεγγυούχος 2 εταιρεία MDΤ LIMASSOL WASTE MANAGEMENT COMPANY LTD όπως μη αποξενώσει και/ή διαθέσει οποιοδήποτε μελλοντικό μέρισμα αρχίζοντας από το 2023 από κέρδη της και δικαιούται στην καταβολή/πληρωμή τους η εναγόμενη 1 db Technologies BV από την Ολλανδία μέχρι το ποσό το οποίο αναλογεί και/ή ανήκει και/ή έχει να λαμβάνει η Ενάγουσα/Αιτήτρια και καταβάλει σ' αυτήν μέχρι το ποσό των €680.000,00 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239,00 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24.04.2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. (Β) Διάταγμα όπως αποδοθεί στην Ενάγουσα/Αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο στους τραπεζικούς λογαριασμούς της db TECHNOLOGIES BV στην μεσεγγυούχο 3 Eurobank Cyprus Ltd μέχρι του ποσού των €680.000,00 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239,00 της αγωγής πλέον τόκο επί αυτού 2% το χρόνο από 24.04.2021 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. (Γ) Διάταγμα εναντίον της μεσεγγυούχου 2 όταν το ποσό των €2,426.258,57σ. καταστεί απαιτητό, ήτοι στις 31.12.2028 να μην το καταβάλει στην εναγόμενη 1 αλλά να καταβάλει εξ αυτού στην Ενάγουσα/Αιτήτρια το ποσό των €680.000,00 πλέον τόκο 0,1% το χρόνο από 25.11.16 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €3.239,00 πλέον τόκο 2% επ' αυτών το χρόνο από 24.04.2021 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ. Τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης είναι αυτονόητο ότι απορρίπτονται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης κρίνω ότι θα ήταν δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο