← Κύπρος

Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Γενικής Αίτησης: 252/2020, 28/3/2023

Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Γενικής Αίτησης: 252/2020, 28/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 252/2020 Αναφορικά με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/1996, ως τροποποιήθηκε Μεταξύ:- Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή Αιτητή και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Η κ. Φρόσω Σωτηρίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Καθ' ων η αίτηση: Η κ. Αθηνά Αθανασιάδου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ως προς το ζήτημα της ακολουθητέας διαδικασίας κατά την ακρόαση της υπόθεσης δηλαδή αν θα γίνει διά των ενόρκων δηλώσεων ή θα πρέπει να προσκομισθεί προφορική μαρτυρία) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στα πλαίσια της κυρίως αίτησης καταχωρίστηκε και εκκρεμεί αίτηση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση για παροχή άδειας αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας, στην ένορκο δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η κυρίως αίτηση (Γενική Αίτηση), αίτηση για την οποία καταχωρίστηκε ένσταση. Ενώ αναμενόταν η εκδίκαση της ως άνω αίτησης, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση έθεσε το ζήτημα της μορφής που θα προσλάβει η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να διεξαχθεί με προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, οπότε και σε τέτοια περίπτωση η αίτηση για αντεξέταση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η πλευρά του Αιτητή εξέφρασε διαφορετική άποψη. Υποστήριξε ότι η ακρόαση της κυρίως αίτησης θα πρέπει να περιοριστεί στις αγορεύσεις και η μαρτυρία σε όσα συμπεριλήφθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Όταν προέκυψε το ως άνω ζήτημα το Δικαστήριο κάλεσε τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν επ' αυτού και πράγματι ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις. Μετά την ανταλλαγή τους προχώρησαν και σε προφορικές διευκρινήσεις. Έκαναν αναφορά στη νομική πτυχή που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις σε συνδυασμό με τα γεγονότα της και η κάθε πλευρά ενέμεινε στη θέση της με παραπομπή στους Κανονισμούς, σε νομολογία και σε αυθεντίες. Έχοντας υπόψη τα ως άνω, θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω για το τι δέον γενέσθαι, χωρίς κατ' ανάγκη να με απασχολήσουν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον το προς εξέταση ζήτημα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). Εξάλλου, θα έλεγα στο περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας απόφασης ασφαλώς και δεν είναι επιτρεπτό να υπεισέλθω στην ουσία της επίδικης διαφοράς και των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αυτοί θα εξετασθούν όταν θα εκδικαστεί η Κυρίως Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η Γενική Αίτηση, τη μορφή της οποία έλαβε η παρούσα υπόθεση, αποτελεί πολιτική διαδικασία η οποία προνοείται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), το οποίο ορίζει ότι: «αγωγή» σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχόμενη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπο ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού». Η Διαταγή 1 θ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ορίζει ότι: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με Κλητήριο Ένταλμα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που πιθανόν να καθορίζεται σε οποιονδήποτε Νόμο ή Θεσμούς Δικαστηρίου». Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996): «Όταν, ύστερα από εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)σχετικά με οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα, ο Διευθυντής θεωρήσει ότι αυτή είναι καταχρηστική, δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να ζητήσει με αίτηση του προς το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση του, χρησιμοποιεί ή εισηγείται τη χρήση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές». Στο δε άρθρο 9
(7)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) προνοούνται τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει του εδαφίου
(2)ή
(5)του παρόντος άρθρου έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει.». Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση, ήτοι ο Διευθυντής Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή (στο εξής ο «Διευθυντής»), επικαλούμενος, ανάμεσα σε άλλα, το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο επιδιώκει την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο με το οποίο να διατάσσεται η άμεση παύση και/ή η μη επανάληψη χρήσης, κατ' ισχυρισμό, καταχρηστικών ρητρών από τους Καθ' ων η αίτηση όπως τους απαριθμεί στη συνέχεια της αίτησης. Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα, καθίσταται σαφές, ότι η Κυρίως Αίτηση συνιστά «αγωγή» (action) εν τη εννοία των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του περί Δικαστηρίων Νόμου, η οποία ξεκινά με Γενική Αίτηση ή εν πάση περιπτώσει Πρωτογενή και/ή Εναρκτήρια Αίτηση και σίγουρα, όχι, ενδιάμεση αίτηση. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι εφόσον η Κυρίως Αίτηση, είναι Γενική Αίτηση και συνιστά πρωτογενή διαδικασία και όχι ενδιάμεση, η απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση κατά κανόνα θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με την Διαταγή 36 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ορίζει ότι: «Subject to these Rules, the witnesses at the trial of any action or at any assessment of damages shall be examined viva voce and in open Court, but the Court or a Judge may at any time for sufficient reason order that any particular fact or facts may be proved by affidavit, or that the affidavit of any witness may be read at the hearing or trial, on such conditions as the Court or Judge may think reasonable, or that any witness whose attendance in Court ought for some sufficient cause to be dispensed with be examined by interrogatories or otherwise before a commissioner or examiner; and where any witness is in a country with which a convention in that behalf has been or shall be extended to Cyprus, the Court may order such witness to be examined before the competent Court or authority of such country or before any person appointed by such Court or authority : provided that, where it appears to the Court or Judge that the other party bona fide desires the production of a witness for cross-examination, and that such witness can be produced, an order shall not be made authorizing the evidence of such witness to be given by affidavit». Σε μετάφραση: «Τηρουμένων των παρόντων κανονισμών οι μάρτυρες κατά την ακρόαση οποιασδήποτε αγωγής ή σε οποιοδήποτε υπολογισμό αποζημιώσεων θα εξετάζονται προφορικά και σε Δικαστήριο που θα συνεδριάζει δημόσια, αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί καθ' οποιοδήποτε χρόνο και για επαρκή λόγο να διατάξει όπως γεγονός ή γεγονότα να μπορούν να αποδειχθούν με ένορκο δήλωση ή ότι η ένορκος δήλωση οποιουδήποτε μάρτυρα μπορεί να διαβασθεί κατά την ακρόαση ή δίκη με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα κρίνει λογικούς ή ότι οποιοσδήποτε μάρτυρας που η παρουσία του στο Δικαστήριο για ικανό λόγο πρέπει να αποφευχθεί, η μαρτυρία του να γίνει με ερωτήσεις ή διαφορετικά ενώπιον εξεταστή και όπου οποιοσδήποτε μάρτυρας ευρίσκεται σε χώρα με την οποία υπάρχει σύμβαση γι' αυτό το σκοπό, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τέτοιο μάρτυρα να εξετασθεί ενώπιον του κατάλληλου Δικαστηρίου ή αρχής τέτοιας χώρας ή ενώπιον οποιουδήποτε προσώπου που θα έχει ορισθεί από τέτοιο Δικαστήριο ή αρχή νοουμένου ότι, όπου φανεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή ότι ο άλλος διάδικος καλόπιστα επιθυμεί την προσαγωγή ενός μάρτυρα για αντεξέταση και ότι τέτοιος μάρτυρας μπορεί να προσαχθεί, δεν θα εκδίδεται διάταγμα που να εξουσιοδοτεί όπως η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δοθεί με ένορκο δήλωση». Από την πιο πάνω διάταξη συνάγεται ότι η μαρτυρία κατά την ακρόαση αγωγής, Γενικής Αίτησης και εν γένει Εναρκτήριας Αίτησης, κατά κανόνα, δίνεται προφορικά και μόνο κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικού αιτήματος και για επαρκή λόγο, με ένορκο δήλωση, ενώ αν ο άλλος διάδικος καλόπιστα επιθυμεί την προσαγωγή του μάρτυρα για αντεξέταση, τότε δεν θα εκδίδεται διάταγμα που να εξουσιοδοτεί όπως η μαρτυρία του τοιούτου μάρτυρα δοθεί με ένορκο δήλωση. Επίσης, σύμφωνα με την Διαταγή 38 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Each witness, when his examination in chief is closed, is liable to be cross-examined by the opposite party and to be re-examined by the party calling him, and after re-examination may be questioned by the Court, and shall not be recalled or further questioned save through and by leave of the Court». Σε μετάφραση: «Κάθε μάρτυρας, όταν η κύρια εξέταση του κλείσει, υπόκειται σε αντεξέταση από τον αντίθετο διάδικο και σε επανεξέταση από το διάδικο που τον κάλεσε και μετά την επανεξέταση μπορεί να ερωτηθεί από το Δικαστήριο και δεν θα πρέπει να επανακλητευθεί ή ερωτηθεί περαιτέρω εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με τη νομολογία μας η Δ.48 Θ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, δεν εφαρμόζεται σε Γενικές Αιτήσεις ή Εναρκτήριες ή Πρωτογενείς, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Η Διαταγή 48 Θ. 2 προνοεί ότι: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Με βρίσκει σύμφωνο η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι, όταν η πιο πάνω διάταξη ορίζει ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης, αφορά ενδιάμεση αίτηση και όχι Γενική Αίτηση όπως είναι η παρούσα, η οποία εξομοιώνεται με αγωγή, η ακρόαση της οποίας διεξάγεται με προφορική μαρτυρία (the witnesses at the trial of any action or at any assessment of damages shall be examined viva voce and in open Court) (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1978 στην οποία αναγνωρίσθηκε ότι παρέχεται δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 και σε εναρκτήριες αιτήσεις, αλλά η αναγνώριση αυτή έγινε για σκοπούς υποβολής της ίδιας της Εναρκτήριας Αίτησης και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι ο θ.4
(2)της Δ.48, που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Ο Αιτητής, λέχθηκε, είναι ελεύθερος να προσκομίσει τη μαρτυρία που επιθυμεί κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων το αντικείμενο των οποίων ήταν παρόμοιο με αυτό της παρούσας. Τις παραθέτω καθώς από αυτές θεωρώ ότι μπορώ να αντλήσω καθοδήγηση: Ο κ. Ν. Σάντης, Π.Ε.Δ.(ως ήταν τότε), στην Γεν. Αίτηση Αρ. 762/15 Ε.Δ. Λ/σίας, A & P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία LANI RESTAURANTS LTD, ημερ. 3.02.2016 αναφορικά με εταιρική αίτηση για διορισμό εξεταστή δυνάμει του Μέρους IVA του Κεφ. 113 αποφάσισε ότι: «Η κυρίως αίτηση (ένεκα και των δικονομικών της καταβολών) - εκπορευόμενων τούτων από τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και τους διαδικαστικούς του κανονισμούς - δεν αποτελεί (στην απουσία άλλης επί τούτω δικονομικής πρόβλεψης), τίποτε περισσότερο από πολιτική διαδικασία συμφώνως του (δικαιοδοτικού) άρθρου 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ήτοι, ως προβλεπόμενη (η αίτηση), από συγκεκριμένο (εταιρικό εδώ) διαδικαστικό κανονισμό». Στην Aίτηση 5/2013 Ε.Δ. Λ/σού, YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA ν. BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH, απόφαση ημερ. 31.01.2014 ο κ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. απέρριψε αίτηση για συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια Γενικής Αίτησης για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης λέγοντας ότι: «Τέτοια δυνατότητα κατά την άποψή μου δεν υπάρχει και αν η αιτήτρια επιθυμεί να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της (εναρκτήριας) αίτησης της, μπορεί να το πράξει γιατί όπως είναι γνωστό η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις όχι μόνο είναι επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη». Στην Γενική Αίτηση 2104/12 Ε.Δ. Λ/σίας, Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πίστεως ν. Χριστιάνας Παραΐκα, ημερ. 26.04.2014, η κ. Στ. Χ'' Γιάννη Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), αποφάσισε στα πλαίσια αίτησης-έφεσης για ακύρωση διαιτητικής απόφασης ότι «η ακρόαση των πρωτογενών εναρκτήριων αιτήσεων, θα πρέπει να διεξάγεται ως η ακροαματική διαδικασία σε αγωγή, κάτι που αναπόφευκτα επιβάλλει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από τους διαδίκους». Στην Αίτηση 1477/2011 Ε.Δ. Λ/σίας, ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΠΕ ΔΕΥΤΕΡΑΣ - ΑΝΑΓΥΙΑΣ) v. S.C.A. Charalambous Construction Ltd, ημερ. 0109.2014 της κ. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. αποφασίστηκε πως: «Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν καθιερώσει ξεχωριστή διαδικασία ακρόασης των εναρκτήριων κλήσεων απ' ότι των αγωγών. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαταγή στους εν λόγω Θεσμούς η οποία να επιτάσσει όπως η ακρόαση εναρκτήριας κλήσης διεξάγεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως η ενδιάμεση αίτηση σε αγωγή, παρά η αγωγή. Μόνη, λοιπόν, η Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ρυθμίζει τη διαδικασία ακροάσεως σε πολιτική διαδικασία που δεν είναι ενδιάμεση διαδικασία. Τούτο συνεπάγεται, κατά την κρίση μου, ότι η ακρόαση εναρκτήριας κλήσης θα πρέπει να ακολουθεί την προβλεπόμενη στη Δ.33 διαδικασία ακρόασης. όχι μόνον το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, αλλά ο διάδικος επιβάλλεται να προσκομίσει προφορική μαρτυρία προς απόδειξη της αίτησής του. Συμφωνώ με αυτή την προσέγγιση». Στην Αίτηση 470/16 Ε.Δ. Λ/σίας, Θεανώ Στελλάκη ν. Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & ΣΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ, δια των Ομόρρυθμων συνεταίρων, Άγι Πετρίδη και Άδωνι Πετρίδη, ημερ. 20.10.2017 του κ. Μ. Χριστοδούλου Ε.Δ., λέχθηκαν τα ακόλουθα σε αίτηση εγγραφής απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου: «η κυρίως αίτηση εμπίπτει στην έννοια της αγωγής υπό την Δ.1 Θ 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Εφόσον λοιπόν, η κυρίως αίτηση είναι πρωτογενής αίτηση η οποία εμπίπτει στην έννοια της αγωγής υπό Δ.1 Θ 2, αυτή θα πρέπει να εκδικαστεί με τον τρόπο που εκδικάζονται οι αγωγές, ήτοι με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά τη δίκη. Ακόμα όμως και εάν παρέχεται η δυνατότητα για εκδίκαση κάποιων πρωτογενών αιτήσεων στη βάση ενόρκων δηλώσεων, κρίνω ότι μια τέτοια διαδικασία δεν είναι η ενδεδειγμένη υπό το φως της ιδιαίτερης φύσης των αιτήσεων υπό το άρθρο 16Α των περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών 1985 - 1999. Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των CYLLENIUS HOLDINGS LTD
(2008)1 Α.Α.Δ. 272 οι αποφάσεις της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δεν υπέχουν θέση διαιτητικών αποφάσεων υπό το Κεφ 4 και η εμφάνιση κατά τη διαδικασία για εγγραφή τους δεν είναι τυπική. Εφόσον η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου για εγγραφή αποφάσεων της πιο πάνω επιτροπής δεν είναι τυπική και σε αυτή μπορούν να προβληθούν ισχυρισμοί επί της ουσίας της απόφασης, κρίνω ότι η προσήκουσα διαδικασία είναι η διαδικασία ακρόασης μέσω προσκόμισης μαρτυρίας και όχι στη βάση των ενόρκων δηλώσεων». Από τα πιο πάνω εξάγεται ως γενικός κανόνας ότι μαρτυρία κατά την ακρόαση Αγωγής, Γενικής Αίτησης και εν γένει Πρωτογενούς Αίτησης, δίνεται προφορικά. Αυτό είναι το εύλογο και δίκαιο ειδικά στις περιπτώσεις όπως είναι και η παρούσα, όπου αμφισβητούνται γεγονότα και ισχυρισμοί. Το Δικαστήριο, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στα πλαίσια δίκης Γενικής Αίτησης, όπως είναι η παρούσα, για να μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας αυτής όταν αμφισβητούνται ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμοί και όταν τίθεται συνεπώς ζήτημα αξιοπιστίας, θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, προτού προβεί σε ευρήματα επί ουσιωδών γεγονότων και ως εκ τούτου είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι θα πρέπει να διασαφηνιστεί ποια είναι η αλήθεια - στην περίπτωση που αυτή αμφισβητείται -, άρα θα πρέπει να ακούσει προφορική μαρτυρία η οποία θα πρέπει να τύχει της βασάνου της αντεξέτασης. Εντοπίζω τα ακόλουθα αμφισβητούμενα γεγονότα στην ένορκο δήλωση της κ. Κούσιου με την οποία υποστηρίζεται η Κυρίως Αίτηση όπως προκύπτουν από την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και την ένορκο δήλωση της κ. Άννας Γιαννάτσου: (α) Η θέση που προωθεί ο Διευθυντής περί καταχρηστικότητας των επίδικων όρων των επίδικων συμφωνιών δανείου, βασίζονται μεταξύ άλλων στην μελέτη από την κ. Κούσιου του φακέλου της υπόθεσης και σε πληροφορίες που έχει πάρει από τον Διευθυντή Προστασίας Καταναλωτή. Από την αναφορά αυτή συνάγεται ξεκάθαρα, από μια προσεχτική μελέτη της ενόρκου δηλώσεως Κούσιου, ότι κάποια συμπεράσματα στα οποία προβαίνει είτε η κ. Κούσιου είτε ο Διευθυντής δεν αιτιολογούνται αρκούντως ικανοποιητικά ή και καθόλου στην ένορκο δήλωση της και ως εκ τούτου καθίσταται απαραίτητη η παρουσία της μάρτυρος ή/και μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου για να δώσει/ουν προφορική μαρτυρία επί των θεμάτων αυτών και για να τύχει/ουν αντεξέτασης επ' αυτών. Ως τέτοια παραδείγματα αναφέρω τα ακόλουθα: (β) Στην παράγραφο 27, της ενόρκου δηλώσεως Κούσιου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι Καθ΄ ων η Αίτηση απέστειλαν τελικό αναθεωρημένο πρότυπο σύμβασης διά ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 20.08.2018 (Τεκμ. 14), απέτυχαν, ωστόσο, εκ νέου να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Νόμου (Τεκμ. 15)». Η κ. Κούσιου προβαίνει στο συμπέρασμα ότι, η Τράπεζα απέτυχε, με το τελικό αναθεωρημένο πρότυπο σύμβασης που κοινοποίησε στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 ως έχει τροποποιηθεί για αυτό και εκ των πραγμάτων ο Διευθυντής θεώρησε αναγκαίο για την προστασία των καταναλωτών, να καταχωρίσει την Κυρίως Αίτηση. Δεν δίδεται όμως κάποια εξήγηση πως καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, (ήτοι ότι η Τράπεζα απέτυχε με το τελικό αναθεωρημένο πρότυπο σύμβασης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Νόμου), παρόλο ότι αναφέρονται στην επιστολή (Τεκμ. 15), της ενόρκου δηλώσεως Κούσιου, κάποιοι συγκεκριμένοι όροι του αναθεωρημένου προσχεδίου του προτύπου σύμβασης, και ότι: «παρουσιάζουν πρόβλημα συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου για τις καταχρηστικές ρήτρες», εντούτοις δεν παρέχεται κάποια αιτιολογία αυτής της άποψης του Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή. Επομένως ως μη αιτιολογημένο το συμπέρασμα του καταλήγει να είναι αυθαίρετο και αστήριχτο και χωρίς βάσιμη ή ικανοποιητική επεξήγηση. Ούτε προκύπτει από τις σχετικές αναφορές στην ένορκο δήλωση Κούσιου ή τουλάχιστον δεν μπορεί να εντοπιστεί κάτι διαφορετικό. Είναι γι' αυτό που επιβάλλεται όπως η διαδικασία της ακρόασης της Γενικής Αίτησης διεξαχθεί με προφορική μαρτυρία και αντεξέταση επί των θεμάτων αυτών όπου θα διαπιστωθεί ενδεχομένως κατά πόσο είναι πράγματι αυθαίρετο το συμπέρασμα αυτό, όπως είναι η εισήγηση της Τράπεζας. Είναι απόλυτα σχετικό και αναγκαίο για την δίκαιη διεξαγωγή της δίκης η κ. Κούσιου ή οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας, να εξηγήσει πως κατέληξε στο ως άνω «αυθαίρετο», κατά την εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση, συμπέρασμα, ότι δήθεν η Τράπεζα με το τελικό αναθεωρημένο πρότυπο σύμβασης απέτυχε εκ νέου να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Νόμου. Προκύπτει στη βάση των αμέσως πιο πάνω ότι από προφορική μαρτυρία και κατόπιν αντεξέτασης, σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα μεταξύ άλλων, θα φανεί αν τα συμπεράσματα του Διευθυντή ότι η Τράπεζα παραβαίνει τον Νόμο, είναι αυθαίρετα, οπότε το Δικαστήριο δεν θα έχει άλλη επιλογή από του να αποφασίσει ότι ο Διευθυντής δεν νομιμοποιείτο στην καταχώριση της Κυρίως Αίτησης και θα την απορρίψει. Σε διαφορετική περίπτωση εάν ήθελε διαφανεί ότι πράγματι όροι του προτύπου σύμβασης ήθελαν κριθεί ως καταχρηστικοί τότε θα εκδώσει ανάλογα τα αιτούμενα διατάγματα. (β) στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως Κούσιου αναφέρει: «Ο Διευθυντής, αφού αξιολόγησε τα ευρήματα της έρευνας θεώρησε ότι οι παραπονούμενοι οι οποίοι συνήψαν στεγαστικά δάνεια με τους Καθ' ων η Αίτηση ενεργούσαν εκτός των πλαισίων των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και επομένως, εμπίπτουν στον ορισμό του «καταναλωτή», ως αυτός αποδίδεται στον Νόμο αφού κατά τη σύναψη των συμβάσεων ενήργησαν για σκοπούς άσχετους με την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ...». Στην ίδια παράγραφο η κ. Κούσιου αναφέρει και τα εξής: «... ο Διευθυντής έκρινε ότι οι παραπονούμενοι συνήψαν στεγαστικά δάνεια δυνάμει συμβάσεων που συντάχθηκαν εκ των προτέρων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, . οι οποίοι δεικνύουν ότι αποτελούν συνήθεις προκαθορισμένες συμβάσεις, οι οποίες περιέχουν προδιατυπωμένους όρους, με την έννοια ότι προορίζονται για χρήση σε απεριόριστο αριθμό συμβάσεων ή γενικευμένη χρήση και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ...». Σύμφωνα επομένως με την κ. Κούσιου, ο Διευθυντής κατέληξε στα συμπεράσματα ότι:
(1)οι παραπονούμενοι ήταν καταναλωτές εν τη εννοία του Νόμου,
(2)οι επίδικες συμβάσεις περιέχουν προδιατυπωμένους όρους,
(3)οι επίδικες συμβάσεις συντάχθηκαν εκ των προτέρων,
(4)οι επίδικες συμβάσεις προορίζονται για γενικευμένη χρήση, και
(5)οι επίδικες συμβάσεις δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Τα πιο πάνω συμπεράσματα του Διευθυντή, τα οποία ήταν καταλυτικά τόσο για την έκδοση της απόφασης του ημερ.12.10.2017 με την οποία αποφάσισε ότι οι επίδικοι όροι των επίδικων συμβάσεων είναι καταχρηστικοί, όσο και για την κατά την άποψη του ανάγκη για καταχώριση της Κυρίως Αίτησης με την οποία αξιώνει την αναγνώριση από το Δικαστήριο των επίδικων όρων ως καταχρηστικών και την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την άμεση παύση χρήσης των, εξετάζοντας το σύνολο της ενόρκου δηλώσεως Κούσιου κρίνω ότι δεν αιτιολογούνται και πάλι αρκούντως ικανοποιητικά. Περαιτέρω τα συμπεράσματα αυτά του Διευθυντή αμφισβητούνται από τους Καθ' ων η αίτηση μέσω της ένστασης τους και της Ένορκος δήλωσης που την υποστηρίζει. Καθίσταται επομένως απόλυτα αναγκαίο κατά την κρίση μου όπως δοθεί προφορική μαρτυρία για απόδειξη τους, όπως αρμόζει σε πολιτικές διαδικασίες όπως και η παρούσα, η οποία θα πρέπει να τύχει της βασάνου της αντεξέτασης και στη συνέχεια να αξιολογηθεί τεκμηριωμένα από το Δικαστήριο ώστε να μπορέσει να καταλήξει στα απαραίτητα ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία θα το οδηγήσει στην έγκριση ή την απόρριψη της Κυρίως Αίτησης. Είναι φανερόν ότι, εν προκειμένω, υπάρχει έντονη αμφισβήτηση από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, ουσιωδών γεγονότων και ισχυρισμών, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Κυρίως Αίτησης και τα οποία κατά τη γνώμη μου και στη βάση της πιο πάνω καθοδήγησης που είχα, θα πρέπει να αποδειχθούν με προφορική μαρτυρία με δικαίωμα αντεξέτασης για σκοπούς δίκαιης κρίσης επί αυτών και τη διαπίστωση της αλήθειας, πράγμα που θα εξυπηρετήσει εν τέλει τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Είναι αυτονόητο ότι δεν είναι ορθό ή δίκαιο ή εύλογο τα αμφισβητούμενα επίδικα ζητήματα σε Γενικές Αιτήσεις, όπως είναι εν προκειμένω η Κυρίως Αίτηση, να αντιμετωπίζονται όπως αντιμετωπίζονται σχετικά αιτήματα σε ενδιάμεσες αιτήσεις, καθότι στις ενδιάμεσες αιτήσεις το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας και σε ευρήματα γεγονότων, όπως υποχρεούται να κάνει στις περιπτώσεις αγωγών και/ή Γενικών Αιτήσεων όπως είναι και η παρούσα. Το ζήτημα που εξετάζεται εδώ κατά την ταπεινή μου άποψη δεν θα μπορούσε να τεθεί ως λόγος ένστασης από τους Καθ' ων η αίτηση ούτε και το ιστορικό της παρούσας αίτησης είναι αποτρεπτικό από του να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο το ζήτημα που τέθηκε. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος ούτε και κρίνεται καταχρηστική η διαδικασία που ακολούθησε η εδώ Καθ' ης η αίτηση αλλά ούτε και είναι παρελκυστική. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή στην αρχή της αγόρευσης της δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Και με όλον τον σεβασμό, εφόσον στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, ούτε η επιχειρηματολογία με τις σχετικές παραπομπές που αναπτύχθηκε υπέρ της διεξαγωγής της διαδικασίας διά των ενόρκων δηλώσεων τυγχάνει σύγκλησης εφόσον εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας της αμφισβήτησης γεγονότων και της εις βάθος αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα προσφερθεί όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι τα γεγονότα της αίτησης είναι τέτοια που επιβάλλουν την απόδειξη τους από τον Αιτητή με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας οπότε και θα δοθεί η δυνατότητα στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση να τα αμφισβητήσει με την αντεξέταση και με την προσκόμιση εκ μέρους τους αντικρουστικής μαρτυρίας και τότε μόνο το Δικαστήριο θα μπορέσει, αξιολογώντας την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του, να εξάγει τα αναγκαία συμπεράσματα του. Ασκώντας επομένως τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι θα ήταν δίκαιο όπως κάθε πλευρά παραθέσει προφορικά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.