← Κύπρος

NEVEN EMILOV NIKOV ν. OUTONO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2319/2022, 10/1/2023

NEVEN EMILOV NIKOV ν. OUTONO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2319/2022, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2319/2022 ( i-Justice) Μεταξύ: NEVEN EMILOV NIKOV Ενάγοντας και

  1. OUTONO LIMITED
  2. URI POLIAVICH Εναγόμενων Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: Ο κ. Σταύρος Παύλου και κ. Ελένη Διονυσίου για Πατρίκιος Παύλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με τον κ. Στέλιο Αμερικάνο και κ. Σωτήρη Κώστα για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Ανδρέας Γ. Μιχαηλίδης και κ. Αλεξάνδρα Σάββα για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 21.11.2022 για τροποποίηση προσωρινού διατάγματος τύπου Mareva) O Ενάγων/Καθ' ου η αίτηση (στη συνέχεια «ο Καθ' ου η αίτηση»), με μονομερή αίτηση του με ημερομηνία 27.10.2022 είχε εξασφαλίσει στις 03.11.2022 προσωρινό ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα τύπου Mareva σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της θυγατρικής της εταιρείας Brainrocked Ltd το οποίο διάταγμα παγοποίησε τα εν λόγω περιουσιακά της στοιχεία μέχρι ποσού ύψους €4.37 εκατομμυρίων. Τώρα με την υπό κρίση αίτηση της η Eναγόμενη 1/Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), η οποία επηρεάζεται από αυτό, με διά κλήσεως αίτηση αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να τροποποιηθεί το ως άνω προσωρινά εκδοθέν διάταγμα. Σημειώνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν πρώην Γενικός Διευθυντής της Αιτήτριας Εταιρείας και είναι κοινά αποδεκτό ότι γνώριζε πολύ καλά τον τρόπο λειτουργίας της αλλά και τα διαθέσιμα περιουσιακά της στοιχεία. Χωρίς να ενέχει οποιανδήποτε σημασία για την απόφαση αυτή, σημειώνω επίσης ότι έγινε πράγματι προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης που όπως αναφέρθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων αυτή απέτυχε, με αποτέλεσμα να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση από την Αιτήτρια - εταιρεία με την οποία αιτείται τροποποίηση του διατάγματος για να της επιτραπεί να χρησιμοποιεί τους τραπεζικούς της λογαριασμούς για πληρωμή των λειτουργικών και άλλων εξόδων των Εταιρειών (συμπεριλαμβανομένων και μισθών, φόρων, δικηγορικών και άλλων επαγγελματικών εξόδων). Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κ. Julia Poliavich, η οποία είναι επικεφαλής των οικονομικών της Αιτήτριας («η Ε/Δ Poliavich») στην οποία επισυνάπτονται 35 έγγραφα/τεκμήρια τα οποία ξεπερνούν τις 1700 σελίδες σε περιεχόμενο των οποίων παραπέμπει προς κατάδειξη των ισχυρισμών της. Σε αυτά τα τεκμήρια επισυνάπτονται μεταξύ άλλων καταγραφές μισθών υπαλλήλων, πληρωμές σε ελεύθερους επαγγελματίες και συνεργάτες, έξοδα λειτουργίας γραφείου, τεχνικά έξοδα, έξοδα συνδρομών, έξοδα διαφήμισης, πληρωμή φόρων, τιμολόγια, αποδείξεις κ.ά. Η αίτηση όπως και η ένσταση στηρίζονται σε πρόνοιες του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960), σε πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στον περί Προστασίας των Μισθών Νόμο του 2007, στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο του 1967, στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 (Ν.59(Ι)/2010), στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο (Ν. 31(I)/1992), στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113), στις αρχές του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της Επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η κ. Julia Poliavich, πέραν της ιδιότητας υπό την οποία ορκίζεται και της εξουσιοδότησης που έχει προς τούτο από την Αιτήτρια, αιτιολογεί τα πιο πάνω αιτήματα παραθέτοντας γεγονότα και στοιχεία που κατά τον ισχυρισμό της δικαιολογούν το αίτημα και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
  3. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή σχετική επί του θέματος Νομολογία, οι οποίες καθιστούν δυνατή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή εκδικητικά και εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, ήτοι τη μεθοδευμένη αποξένωση και/ή εξουδετέρωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1-Αιτήτριας.
  5. Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική και/ή στηρίζεται σε ανεπαρκή στοιχεία και/ή η Αιτήτρια παραλείπει εσκεμμένα να παρουσιάσει ουσιώδη δεδομένα και στοιχεία που απαιτούνται για την υποστήριξη και/ή αξιολόγηση του αιτήματος της.
  6. Η Αιτήτρια κατέχει επιπρόσθετα περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να αντλήσει πόρους για να καλύψει τα κατ' ισχυρισμό τρέχοντα έξοδα της ή τα οποία θα μπορούσε να δεσμεύσει προς εξασφάλιση του αξιούμενου από τον Καθ' ου η Αίτηση ποσού, τα οποία περιουσιακά στοιχεία δεν αποκάλυψε και/ή δεν ανέφερε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση της.
  7. Τα ποσά τα οποία εξαιτείται η Αιτήτρια να αποδεσμευτούν και/ή να εξαιρεθούν από τις πρόνοιες του Προσωρινού Διατάγματος είναι αδικαιολόγητα και/ή υπερβολικά και/ή δεν αποσκοπούν στην κάλυψη των πραγματικών μηνιαίων τρεχουσών αναγκών και/ή των εκκρεμών οικονομικών υποχρεώσεων της Αιτήτριας και/ή δεν εμπίπτουν στον ορισμό που δίδει η Νομολογία για τα αναγκαία και/ή εύλογα λειτουργικά και/ή δικηγορικά έξοδα μιας εταιρείας.
  8. Η Αιτήτρια παρουσιάζει διογκωμένες ανάγκες ούτως ώστε να εξαντλήσει τα υφιστάμενα χρηματικά αποθέματα των λογαριασμών της, με απώτερο σκοπό να καταστήσει άνευ αντικειμένου το Προσωρινό Διάταγμα που έχει εκδοθεί και βρίσκεται σε ισχύ.
  9. Η Αιτήτρια εξαιτείται, μεταξύ άλλων, την αποδέσμευση ποσών προς το σκοπό εξόφλησης καθυστερημένων οφειλών των μηνών Σεπτεμβρίου 2022 και Οκτωβρίου 2022 οι οποίες προϋπήρχαν και/ή ήταν προγενέστερες του Προσωρινού Διατάγματος και δεν είναι πρόσφορο και/ή εύλογο και/ή δίκαιο να επωμισθεί ο Καθ' ου η Αίτηση το βάρος των καθυστερημένων υποχρεώσεων της Αιτήτριας, σε σχέση με τις οποίες ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη και/ή υπαιτιότητα και/ή σχέση.
  10. Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό, καθότι αναιρείται ο σκοπός και η εκτελεστότητα του Προσωρινού Διατάγματος το οποίο καθίσταται άνευ αντικειμένου.
  11. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα θέσει σε κίνδυνο και/ή θα μειώσει την ασφάλεια η οποία παρέχεται στον Ενάγοντα με το Προσωρινό Διάταγμα. 10.Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει πώς με την αιτούμενη τροποποίηση θα διατηρηθεί η ασφάλεια του Καθ' ου η Αίτηση που του παρέχεται με βάση το Προσωρινό Διάταγμα. 11.Δεν θα μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ του στην Αγωγή και/ή η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία προς ικανοποίηση απόφασης η οποία τυχόν θα εκδοθεί εναντίον της. 12.Η Αιτήτρια δεν δικαιολογείται να εξαιτείται την αύξηση του ποσού που κατατέθηκε ως εγγύηση από τον Ενάγοντα/Αιτητή για σκοπούς κάλυψης τυχόν ζημιάς η οποία ήθελε προκληθεί από την εφαρμογή του Προσωρινού Διατάγματος. 13.Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 14.Δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί τα αιτούμενο διάταγμα». Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Neven Emilov Nikov (η Ε/Δ Nikov), την οποία μετέφρασε σύμφωνα με ένορκη δήλωσή του ο κ. Νικόλας Κρασέ. Γίνεται επίσης παραπομπή στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην Ε/Δ Nikov πέραν της ιδιότητας του ενόρκως δηλούντος ως του ενάγοντος, ιδιότητα από την οποία απορρέει και η προσωπική γνώση του των γεγονότων της υπόθεσης, αφού δηλώνει ότι επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του, με την οποία υποστήριξε την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, δηλώνει, επιπρόσθετα, διάφορα γεγονότα και στοιχεία που συνηγορούν κατά την εισήγηση του υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Αποφεύγω σ' αυτό το μέρος της απόφασης μου την παράθεση όσων οι ενόρκως δηλούντες δηλώνουν ή έστω σύνοψη τους προς αποφυγή επαναλήψεων, εφόσον, όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου και στο κατάλληλο σημείο, θα επανέρχομαι σε αυτά. Θα με απασχολήσουν όσα από αυτά πράγματι σχετίζονται με το αίτημα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας και ισχυρισμούς. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτές εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του όπως και επί των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Στις εισηγήσεις τους (γραπτές και προφορικές), υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η δυνατότητα τροποποίησης προσωρινού διατάγματος παρέχεται από το Άρθρο 32.2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), δεδομένου ότι αποδειχθεί από τον αιτητή εύλογη αιτία. Ειδικότερα το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα». Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος». Στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 175, αναφέρεται πότε δικαιολογείται η τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος: «Ο αποτυχών διάδικος έχει επίσης δικαίωμα να αιτηθεί όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα ή οι όροι του, ιδιαίτερα αν υπήρξε αλλαγή των περιστάσεων από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα ή προέκυψαν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε γνώση του και τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς τη διατήρηση της ισχύος του διατάγματος». Σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων στις οποίες γίνεται παραπομπή και σε αγγλικές αποφάσεις, διατυπώθηκαν τα κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αιτημάτων διαφοροποίησης απαγορευτικών διαταγμάτων όπως μεταξύ άλλων και η δυνατότητα διαδίκου να αιτηθεί την τροποποίηση διατάγματος ώστε να επιτραπεί η απελευθέρωση ποσών για την πληρωμή δικηγορικών εξόδων ή να χρηματοδοτήσει τις άμεσες ανάγκες της επιχείρησης του. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε μερικές από αυτές: Στην υπόθεση AΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αίτηση τροποποίη­σε το αρχικό διάταγμα, επιτρέποντας την αποδέσμευση: (α) ποσού ύψους £1.420.000 για εξόφληση οικονομικής υποχρέωσης, (β) ποσού £60.000 για κάλυψη δικηγορικών εξόδων, (γ) ποσού £400.000 για χρηματοδότηση άμεσων αναγκών και (δ) ποσού £5.000 μηνιαίως για έξοδα διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο και επέτρεψε μόνο το ποσό των £60.000 για κάλυψη των δικηγορικών εξόδων, θεωρώντας ότι τα υπόλοιπα χρήματα αποτελούσαν αντικείμενο της αγωγής και θα έπρεπε να παραμείνουν παγοποιημένα. Στην υπόθεση Global Maritime Services Ltd κ.ά. v. Bulcom Ltd
(2013)1(A) Α.Α.Δ. 709, το Εφετείο έκρινε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει αιτήματα για απελευθέρωση χρημάτων για την αναγκαιότητα πληρωμής δικηγορικών, προσωπικού και άλλων εξόδων. Το Εφετείο ανέφερε ότι αν το Δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα, τροποποιώντας το διάταγμα, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, καθότι, με την πάροδο ορισμένων μηνών, θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στον λογαριασμό ποσό. Ειδικότερα το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα εξής: «Περαιτέρω, όπως ορθά επισημαίνουν οι Εφεσίβλητοι στο διάγραμμά τους, καλώς απορρίφθηκαν τα αιτήματα για απελευθέρωση χρημάτων για την αναγκαιότητα πληρωμής δικηγορικών, προσωπικού και άλλων εξόδων, αφού, εάν το δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα, τροποποιώντας το διάταγμα, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, γιατί, με την πάροδο ορισμένων μηνών, θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στο λογαριασμό ποσό. Καταλήγοντας, κρίνουμε πως ήταν εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου να ασκήσει την εξουσία του υπέρ της έκδοσης και οριστικοποίησης του διατάγματος, και, έτσι, με βάση τις αρχές επέμβασης του Εφετείου, δεν χωρεί εκ μέρους μας τέτοια επέμβαση». Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumachenko Alisa κ.ά.,
(2014)1Γ ΑΑΔ 2110 το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τον λόγο έφεσης που αφορούσε τη μη ικανοποίηση του αιτήματος των εφεσειουσών για απελευθέρωση από τους παγοποιηθέντες λογαριασμούς ποσών για καταβολή της δικηγορικής αμοιβής και για άλλους λόγους, με παραπομπή στην πρωτόδικη απόφαση ανέφερε σχετικά τα εξής: «Είναι γεγονός ότι σε υποθέσεις του είδους και με βάση τη νομολογία (βλ. PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon
(1983)2 All E. R. 158, Halifax pic v. Chandler
(2002)EWCA Civ. 1750 και David Bean: Inductions 8η εκδ., σελ. 113-115, para 7.24 - 7.27) είναι δυνατή η τροποποίηση του διατάγματος ώστε να απελευθερώνονται λογικά ποσά για την ικανοποίηση τρεχόντων εξόδων μιας επιχείρησης, την πληρωμή των μισθών και την καταβολή δικηγορικών εξόδων. Εάν, όμως το Δικαστήριο ενέκρινε τέτοιο αίτημα, τροποποιώντας το διάταγμα θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε, αφού σταδιακά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, γιατί, με την πάροδο του χρόνου, θα εξαντλείτο και το κατατεθειμένο στον λογαριασμό ποσό (βλ. Global Maritime Services Ltd κ.ά. v. Bulcom Ltd Πολ. Έφ. Αρ. 6/2010, ημερ. 21.3.13)». Αντλώντας ακόμα καθοδήγηση από την κυπριακή νομολογία όπως για παράδειγμα τις υποθέσεις Avila Management Services Ltd και Μelouskia Commercial Ltd v. Global Maritime Services Ltd (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης μετά την έκδοση του διατάγματος και ότι ποσά που ισχυρίζονταν ότι ήθελαν να καταβάλουν είχαν καταστεί πληρωτέα πέραν του ενός έτους προηγουμένως, ήταν παράγοντες που επίσης λήφθηκαν υπόψη για να απορριφθούν αιτήσεις τροποποίησης. Ειδικότερα ως προς την ανάγκη διατήρησης της ασφάλειας η οποία παρέχεται στον Καθ' ου η αίτηση με την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος, παραπέμπω στην υπόθεση Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co Ltd
(1987)1 CLR 627, όπου επαναβεβαιώθηκε ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva και λέχθηκε ότι ο σκοπός του διατάγματος τέτοιου τύπου είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων για να καταστεί δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση όταν εκδίδεται απόφαση του δικαστηρίου υπέρ του. Περαιτέρω λέχθηκαν στην ως άνω απόφαση ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει στην αίτησή της με ποιο τρόπο θα μπορούσε να διατηρηθεί η ασφάλεια η οποία παρέχεται στην Καθ' ης η αίτηση με την διατήρηση του διατάγματος ως αυτό έχει εκδοθεί και ότι ακόμα σε κάποιες περιπτώσεις, ο εναγόμενος καταβάλει κάποια εγγύηση (security) στο ποσό της απαίτησης και το διάταγμα παγοποίησης ακυρώνεται εκ συμφώνου. Σχετικά είναι επίσης όσα αναφέρονται στο Injunctions, David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, 11η έκδοση, 2012, σελ. 138. Σε μια αίτηση αυτής της φύσης η Αιτήτρια οφείλει να παρουσιάσει στο δικαστήριο μια ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη, βάσιμη και αξιόπιστη μαρτυρία και εικόνα αναφορικά με τις πραγματικές οικονομικές της ανάγκες και, κατ' επέκταση, να καταδείξει την ανάγκη αποδέσμευσης των αξιούμενων ποσών, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει και αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος. Επιπρόσθετα, η πλήρης αποκάλυψη όλων των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας για την αποδέσμευση χρημάτων από την εμβέλεια εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εξουσίας του δικαστηρίου να εξετάσει το ενδεχόμενο αποδέσμευσης χρημάτων και ότι χωρίς να προηγηθεί τέτοια αποκάλυψη, δεν μπορεί να εξεταστεί ή να εγκριθεί αίτηση για αποδέσμευση παγοποιημένων κεφαλαίων. Δεν νοείται η αξιολόγηση του εύλογου ή μη του αιτήματος αποδέσμευσης μέρους των περιουσιακών στοιχείων που παγοποιήθηκαν για να προστατευθούν από την αποξένωσή τους, εάν προηγουμένως δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η οικονομική κατάσταση, οι πόροι και τα πλήρη περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας, ώστε να εξεταστεί η αναγκαιότητα αποδέσμευσης χρημάτων που παγοποιήθηκαν δυνάμει διατάγματος και οι τυχόν εναλλακτικές που υπάρχουν. Στην υπόθεση Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co. S.A. [1981] Q.B. 65, καθιερώθηκε η δικαιοδοσία τροποποίησης ενός διατάγματος προκειμένου να μπορούν να γίνουν συγκεκριμένες πληρωμές. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος (τύπου Mareva), επειδή τα χρήματα που δεσμεύονταν με το διάταγμα ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία ή πόρους από τα οποία να μπορεί να προβεί σε πληρωμές. Το δικαστήριο αποφάσισε, στη σελ. 70, τα εξής: «the fundamental purpose of the Mareva jurisdiction is to prevent foreign parties from causing assets to be removed from the jurisdiction in order to avoid the risk of having to satisfy any judgment which may be entered against them in pending proceedings in this country». Και στη σελ. 71 τα εξής: «it does not follow that, having established the injunction, the court should not thereafter permit a qualification to it to allow a transfer of assets by the defendant if the defendant satisfies the court that he requires the money for a purpose which does not conflict with the policy underlying the Mareva jurisdiction». Στην υπόθεση A v. C (No.2) [1981] 2 W.L.R. 634, το δικαστήριο διατύπωσε με σαφήνεια την αρχή ότι η τροποποίηση εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να επιτραπεί μόνο όταν τα παγοποιημένα περιουσιακά στοιχεία είναι η μόνη περιουσία του αιτούντος την τροποποίηση. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο εναγόμενος καταχώρισε αίτηση ζητώντας την τροποποίηση εκδοθέντων απαγορευτικών διαταγμάτων (τύπου Mareva), για να του επιτραπεί να προβεί σε απόσυρση ποσού ύψους £65,000 για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. Ο αιτητής δεν είχε προσκομίσει στο δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία. Η αίτησή του, ως εκ τούτου, απορρίφθηκε. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι, σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί να επιτρέψει τη μερική αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, μετά την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος παγοποποίησης περιουσιακών στοιχείων, όμως, είναι δύσκολο να το πράξει, εκτός και αν ο αιτητής ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα ώστε να καλύψει την οφειλή του. Το βάρος απόδειξης, σύμφωνα με τη νομολογία μας, τόσο της αναγκαιότητας αποδέσμευσης χρημάτων, όσο και της αδυναμίας κάλυψης των κατ' ισχυρισμό αναγκών από άλλες πηγές ή περιουσιακά στοιχεία βαραίνει αποκλειστικά τον αιτούντα. Η άρνηση ή παράλειψη της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία αφαιρεί τη δυνατότητα, από το δικαστήριο, να αξιολογήσει το εύλογο ή μη του αιτήματος. Επομένως η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει ούτως ή άλλως προοπτική επιτυχίας, αφού εν όψει της μη αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας, κρίνω ότι στερούμαι της δυνατότητας να αντικρίσω θετικά το αίτημά της. Παρόμοιο ζήτημα είχε προκύψει στην υπόθεση A v. C (No.2) [1981] 2 W.L.R. 634 στην οποία έκανα αναφορά και πιο πάνω. Ο εκεί αιτητής προσκόμισε στο δικαστήριο μαρτυρία για να καταδείξει ότι, εάν δεν επιτρεπόταν η αποδέσμευση χρημάτων από τα απαγορευτικά διατάγματα, θα υφίστατο ουσιαστική ζημιά. Παρόλα αυτά, το δικαστήριο, απέρριψε την αίτησή του, επειδή ακριβώς ο εκεί αιτητής (όπως εδώ η Αιτήτρια) δεν είχε αποκαλύψει στην αίτησή του τα περιουσιακά του στοιχεία. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «There was evidence before the court that the defendants were likely to incur substantial costs in the forthcoming proceedings; and they therefore applied, invoking the principle stated in Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co. S.A. [1981] Q.B. 65 for release of money to pay those costs. But no evidence whatsoever was placed before the court concerning any other assets of the defendants making the application; it was not therefore possible for the court to assess whether any other assets of these defendants were available to pay the costs or, if they were so available, why the defendants were seeking to make use of the assets which were subject to the Mareva injunction for this purpose. I had therefore to consider whether it would be proper for the court, in such circumstances, to accede to the defendants' application». Σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162 στα πλαίσια της οποίας, στην πρωτόδικη διαδικασία, είχε γίνει διευθέτηση για κάλυψη, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, των αναγκαίων εξόδων κάποιων από τους Εφεσείοντες, καθώς και για μη επηρεασμό της νόμιμης, συνήθους πορείας της επιχείρησης της Εφεσείουσας 6 Εταιρείας. Η Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο τόνισε ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία μετά τη λήξη της συναινετικής διευθέτησης. Στην εν λόγω υπόθεση εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εφεσείουσας 6 Εταιρείας πριν την διευθέτηση κάλυψης των αναγκαίων εξόδων της είχε εκδοθεί, μεταξύ άλλων, σχετικό παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο διατασσόταν να πληροφορήσει τους εφεσίβλητους γραπτώς εντός 16 ημερών από της εκδόσεως της αποφάσεως για όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Ως εκ τούτου πριν την διευθέτηση κάλυψης των αναγκαίων εξόδων της υπήρχε ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Επιπλέον η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται και από την υπόθεση Stavros Hotels Apartments Ltd κ.ά. (Aρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 389, από την οποία άντλησε καθοδήγηση ο κ. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. στην απόφαση του στην υπόθεση Cooresby Ltd κ.ά. ν. Astroplus Limited κ.ά., Αρ. Αίτησης: 377/2017 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 18.07.2017 όπου επέτρεψε την τροποποίηση του διατάγματος ούτως ώστε να εξαιρεθούν συγκεκριμένα λειτουργικά έξοδα των εταιρειών και δικηγορικά έξοδα. Στην υπόθεση Stavros Hotels Apartments Ltd (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο χορήγησε άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari εναντίον απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινού διατάγματος, λόγω του ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν ήταν ένα συνηθισμένο διάταγμα και στην πραγματικότητα επέβαλλε την αναστολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των αιτητών χωρίς να συμπεριλαμβάνει οποιαδήποτε πρόνοια για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων των αιτητών ή άλλων εξόδων. Η παρούσα υπόθεση όμως είναι εντελώς διαφορετική από τα γεγονότα της υπόθεσης Stavros Hotels Apartments Ltd (ανωτέρω) καθότι το Προσωρινό Διάταγμα σε καμία περίπτωση δεν αναστέλλει ή παραλύει με οποιοδήποτε τρόπο την επιχειρηματική δραστηριότητα της Εναγόμενης 1. Ο κ. Nikov στην ένορκο δήλωσή του στις παρ. 20 και 21, αναφέρει ότι τα έσοδα που η Outono και οι θυγατρικές της παράγουν σε μηνιαία βάση είναι σημαντικά μεγαλύτερα από 7 εκατομμύρια ευρώ. Το δε μέγιστο ποσό που δεσμεύτηκε με το Προσωρινό Διάταγμα ανέρχεται περίπου στο 60% των μηνιαίων εξόδων της Outono και των θυγατρικών της (και σαφώς ανέρχεται σε λιγότερο από το 60% του μηνιαίου εισοδήματός τους). Βγαίνει επομένως αβίαστα το συμπέρασμα ότι σε καμία περίπτωση η παγοποίηση των €4,37 εκατομμυρίων (που, σύμφωνα με τα ποσά που παρουσίασε η Outono που αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 5%, των ετήσιων εισοδημάτων της) μπορεί να οδηγήσει στην παράλυση της επιχείρησής της. Όπως αναφέρει ο Ενάγοντας στην Ε/Δ Nikov δεν είναι πρόθεση του, ούτε επιθυμεί για οποιοδήποτε λόγο την παράλυση ή έστω την πρόκληση ζημιάς στην Outono. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε λογική στο επιχείρημα αυτό, ενόψει του ότι με την αγωγή του ο Ενάγοντας επιζητεί, μεταξύ άλλων, τη μετατροπή των μετοχών του στην Outono σε Συνήθεις Μετοχές, οι οποίες θα του παρέχουν, μεταξύ άλλων, δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή μερισμάτων από τα κέρδη της Outono, τα οποία είναι τεράστια. Ουδείς ασφαλώς ενεργεί ενάντια στα οικονομικά του συμφέροντα και ο Ενάγοντας δεν θα ήθελε να προκαλέσει οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας των μετοχών του. Σημαντικό ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στο κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, είναι και το κατά πόσο η Outono διατηρεί άλλα περιουσιακά στοιχεία (πέραν του ποσού που αναφέρεται στο Προσωρινό Διάταγμα), που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν τα τρέχοντα εύλογα και αναγκαία έξοδά της ή τα έξοδα που προκύπτουν από τη συνήθη πορεία της επιχείρησής της (ordinary course of business). Η Outono επέλεξε να κρατήσει το Δικαστήριο στο σκοτάδι, σε σχέση με τα εισοδήματα, κέρδη και περιουσιακά της στοιχεία, παρουσιάζοντας μόνο τα έξοδα της. Τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που παρέθεσε η Outono είναι οι ελεγμένες καταστάσεις άυλων περιουσιακών στοιχείων τόσο της Outono όσο και της Brainrocket, οι οποίες ουσιαστικά περιλαμβάνουν εξοπλισμό και βελτιώσεις γραφείων, οχήματα, λογισμικά ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.λπ. Όπως εξηγείται όμως στην Ε/Δ Nikov (σχ. η παρ. 11), δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η δέσμευση αυτών μόνο των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συμμόρφωση με το Προσωρινό Διάταγμα. Στις δύο ένορκες δηλώσεις στις οποίες έχει μέχρι σήμερα προβεί ο Ενάγοντας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (δηλ. την Ε/Δ Nikov και προηγουμένως την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 20.10.2022 η οποία έγινε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Προσωρινό Διάταγμα), ο Ενάγοντας έχει προβεί σε λεπτομερείς αναφορές σε σχέση με τα εισοδήματα και τα κέρδη της Outono και γενικά του Ομίλου Outono. Η Outono δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τα όσα έχει αναφέρει ο Ενάγοντας σε σχέση με τα εισοδήματα και τα κέρδη της ούτε έχει ζητήσει να αντεξετάσει τον Ενάγοντα σε σχέση με τα όσα αυτός αναφέρει στην Ε/Δ Nikov. Εάν τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας δεν ήταν ορθά και αξιόπιστα θα ήταν πάρα πολύ εύκολο για την Outono να τα αντικρούσει και φυσικά θα το έκανε. Επομένως, προκύπτει ότι η Outono επέλεξε να αποκρύψει τα εισοδήματα και τα κέρδη της αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του την πλήρη εικόνα σε σχέση με τα εισοδήματα και τα κέρδη της, η υπό εξέταση αίτηση θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Διαφάνηκε από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο Ενάγοντας δεν είναι κάποιο άτομο το οποίο δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Outono και απλά προβάλλει γενικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς σε σχέση με τα εισοδήματα και τα κέρδη της Outono. O Ενάγοντας ήταν για τέσσερα χρόνια (μέχρι τον Αύγουστο του 2022) ο ανώτερος εκτελεστικός διευθυντής (CEO) της Outono και γνωρίζει σε μεγάλο βαθμό τα εισοδήματα, κέρδη και γενικά τα οικονομικά δεδομένα του Ομίλου Outono. Και είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι, τα όσα έχει αναφέρει δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την Outono και έτσι γίνονται αποδεκτά. Σταχυολογώντας αυτά, αρκετά κατά την αντίληψη μου για να καταδείξουν το ως άνω συμπέρασμα μου καταγράφω τα εξής: (α) τα μερίσματα τα οποία διένειμε η Outono στον Εναγόμενο 2 από την 1.01.2021 μέχρι την 30.06.2022, ήτοι συνολικά €18 εκατομμύρια ευρώ (σχ. η παρ. 17 της Ε/Δ Nikov). (β) κατά το οικονομικό έτος 2021 η Outono εμφάνισε λογιστικά κέρδη περίπου €30 εκατομμύρια ευρώ σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της για την περίοδο αυτή, όπως ελέγχθηκαν από την KPMG ( σχ. η παρ. 19 της Ε/Δ Nikov). (γ) η Outono παράγει σημαντικά ποσά μετρητών (πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα, πριν από τις διανομές) και ο λόγος που δεν διατηρεί οποιοδήποτε σημαντικό ποσό μετρητών διαθεσίμων (cash reserves), στους τραπεζικούς της λογαριασμούς είναι ότι ο Εναγόμενος 2 συλλέγει τα μετρητά ως μέρισμα (σχ. η παρ. 19 της Ε/Δ Nikov). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει κατά πόσον η τροποποίηση ενός διατάγματος παγοποίησης είναι δικαιολογημένη εάν δεν έχει πλήρη εικόνα της οικονομικής κατάστασης, των πόρων και των περιουσιακών στοιχείων του αιτητή, προκειμένου να εξετάσει την ανάγκη αποδέσμευσης ορισμένων κεφαλαίων ή άλλων εναλλακτικών. Όπως δε εξηγείται πιο πάνω, η Outono επέλεξε να μην παρουσιάσει στο δικαστήριο την πλήρη εικόνα, αποκρύβοντας κυρίως την απάντηση σε ένα ερώτημα τεράστιας σημασίας το οποίο εγείρει ο Καθ' ου η αίτηση και το οποίο είναι εύλογο κατά την αντίληψη μου. Παραμένει δε ως ερώτημα και προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι μία εταιρεία η οποία έχει έξοδα πέραν των 7 εκατομμυρίων ευρώ τον μήνα (δηλαδή πέραν των 85 εκατομμυρίων ευρώ το χρόνο) πόσα έσοδα έχει και πόσα είναι τα κέρδη της; Περαιτέρω, προκύπτει και το ακόλουθο ερώτημα, επίσης ουσιώδες για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης το οποίο προκαλείται, κατά τον Καθ' ου η αίτηση, λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης από την πλευρά της Outono: Λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα της Outono τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τα 85 εκατομμύρια ευρώ ετησίως (με βάση την εικόνα που υπάρχει για τα έξοδα και τα κέρδη), γεννάται πράγματι το ερώτημα πόσο σημαντικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί στην Outono από την παγοποίηση των €4,37 εκατομμυρίων που αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 5% των ετήσιων εισοδημάτων της Outono; Η παραδοχή της Outono ότι δεν διαθέτει οποιοδήποτε σημαντικό ποσό σε μετρητά στους τραπεζικούς της λογαριασμούς (σχ. η παρ. 15 της Ε/Δ Poliavich), κατά την αντίληψη μου, ενισχύει τη θέση του Καθ' ου η αίτηση και συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της υπό εξέταση αίτησης. Εάν το Προσωρινό Διάταγμα τροποποιηθεί σύμφωνα με την Αίτηση Τροποποίησης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Outono ή της Brainrocket, με αποτέλεσμα το Προσωρινό Διάταγμα να μην εξυπηρετεί το σκοπό του και να καταστεί άνευ ουσίας. Τώρα, σε σχέση με τα ποσά τα οποία παρουσιάζονται ως αναγκαία μηνιαία έξοδα, αυτά κρίνω ότι μπορεί να αντικριστούν ως υπερβολικά από έναν αντικειμενικό παρατηρητή και χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες για το κάθε προσδιοριζόμενο έξοδο και/ή υποχρέωση τα θεωρώ αβάσιμα και δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως αναγκαία για την κάλυψη των πραγματικών μηνιαίων λειτουργικών εξόδων της Outono και της Brainrocket. Η Outono έχει παρουσιάσει μια συγκεχυμένη εικόνα σχετικά με τα μηνιαία της έξοδα παρουσιάζοντας ένα τεράστιο αριθμό τιμολογίων, αποδείξεων και άλλων εγγράφων. Επίσης, όπως εξηγείται στις παρ. 12, 13 και 14 της Ε/Δ Nikov πολλά από αυτά τα έξοδα δεν μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να δικαιολογηθούν ως αναγκαία έξοδα για τη λειτουργία της Εταιρείας όπως π.χ. οι πληρωμές τεράστιων ποσών για πάρτυ και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και τα οικονομικά στοιχεία της Αιτήτριας που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η απόφαση για την μη συμπερίληψη πρόνοιας στο διάταγμα με την οποία να εξαιρούνται από την παγοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, ποσά τα οποία να είναι απαραίτητα για την λειτουργία της Αιτήτριας Εταιρείας και της θυγατρικής της, ήταν δικαιολογημένη. Σε σχέση όμως με την εφαρμογή του διατάγματος και λαμβάνοντας υπόψη όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας εξήγησαν και κατά την προφορική τους αγόρευση, όπως εξηγείται και στην Ε/Δ Poliavich ότι «.όλες οι Τράπεζες στις οποίες έχει επιδοθεί το Διάταγμα παγοποίησαν πλήρως τους λογαριασμούς των Εταιρειών και δεν πρόκειται να επιτρέψουν οποιαδήποτε πληρωμή από αυτούς εκτός εάν μαζευτεί ποσό άνω των €4,37 εκατομμυρίων στο λογαριασμό των Εταιρειών σε κάθε Τράπεζα. Και ότι δεν ενδιαφέρει τις Τράπεζες εάν οι Εταιρείες έχουν και επιπρόσθετα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι ήδη παγοποιημένα και ξεπερνούν το συγκεκριμένο ποσό σύμφωνα με το Τεκμ. 1 στην Ε/Δ της Julia Poliavich ημ. 21.11.2022 και ότι το Διάταγμα, το οποίο δεν περιλαμβάνει πρόνοιες που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, σε συνδυασμό με τον τρόπο λειτουργίας των Τραπεζών και την ερμηνεία που δίνουν στο διάταγμα, έχει καταστροφικές συνέπειες στη λειτουργία των Εταιρειών», θα έλεγα ότι εναπόκειται στις δύο πλευρές χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και μέσα σε πνεύμα συνεργασίας, όπως αναμένεται να υπάρχει, η οποία στο τέλος θα αποβεί και προς όφελος της Αιτήτριας, να καθορίσουν συγκεκριμένους λογαριασμούς σε τράπεζες με τα αναγκαία δεσμευμένα κεφάλαια και να εξαιρέσουν τα υπόλοιπα κατά τρόπο που η Αιτήτρια να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την λειτουργία της απρόσκοπτα. Τέλος, σε σχέση με το αίτημα για αύξηση του ποσού της εγγύησης, κρίνω ότι ούτε αυτό δικαιολογείται για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως στη συνέχεια. Όπως αναφέρεται στην παρ. 23 της Ε/Δ Nikov, ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να εργαστεί από τον Αύγουστο του 2022, καθώς τηρεί αυστηρά τις υποχρεώσεις μη ανταγωνισμού της σύμβασης εργασίας του, παρόλο που η Outono, ως πρώην εργοδότης του δεν έχει καταβάλει καμία από τις συμφωνηθείσες αποζημιώσεις και τα ποσά που του οφείλει. Αυτό έχει προκαλέσει σοβαρή οικονομική επιβάρυνση στην οικογένειά του, η οποία έχει μείνει χωρίς καμία πηγή εισοδήματος. Τυχόν αύξηση του ποσού της εγγύησης κρίνω ότι θα προκαλούσε σε αυτόν μεγάλη πίεση, κάτι που δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Δικαιοσύνης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η Outono η οποία φέρει το βάρος της απόδειξης στην υπό εξέταση αίτηση, έχει αποτύχει να το αποσείσει και ως εκ τούτου η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας και υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.