← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤ

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ως έχει μετονομαστεί σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3841/2013, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3841/2013 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED Εvάγοντας και

  1. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
  2. ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ άλλως ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΦΑΤΤΑΛΑΣ άλλως ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εvαγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 10.2.2014 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED Εvάγοντας και
  3. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ
  4. ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ άλλως ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΦΑΤΤΑΛΑΣ άλλως ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 29.09.2020 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED Εvάγοντας και
  5. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ως έχει μετονομαστεί σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
  6. Έλενα Χριστοφόρου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Αιμίλιου Χατζηχαραλάμπους δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 06.03.2020 για παραχώρηση εγγράφων περιορισμένης διαχείρισης (limited grant). Εvαγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 24.06.2021 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης ή/και Διαχειριστής της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LIMITED Εvάγοντας και
  7. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ως έχει μετονομαστεί σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
  8. Ανδρέας Φαττάλα υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Αιμίλιου Χατζηχαραλάμπους δυνάμει Διατάγματος γενικού παραχωρητηρίου ημερομηνίας 10/02/
  9. Εvαγομένων Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Η κ. Νίκη Λιασίδου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1: Ο κ. Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης και η κα Μαρία Κυριάκου Για Εναγόμενο 2: Καμιά Εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η υπό κρίση αγωγή καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής (Π/Δ) της εταιρείας GREEN VALLEY SUPERMARKETS LTD (η «Εταιρεία»). Είχε διοριστεί ως Π/Δ από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ΤΚ), στις 31.10.2011 δυνάμει των όρων Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 21.02.2011 (ΟΚΕ), το οποίο συνάφθηκε μεταξύ της Εταιρείας και της ΤΚ προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παρασχεθεί από την ΤΚ στην Εταιρεία και με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτούσιες ως η Έκθεση Απαιτήσεως): «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το σύνολο των ενεργειών ή/και πράξεων ή/και δικαιοπραξιών που έγιναν σε σχέση με την ανάληψη υποχρεώσεων ή/και εγγύηση ή/και επιβάρυνση ή/και ενεχυρίαση ή/και υπεξαίρεση ή/και άλλως πως διάθεση ποσού €1.345.000 που είχε κατατεθεί στην εναγόμενη 1 κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 προς όφελος της Εταιρείας, ήσαν άκυρες ως: (α) γενόμενες κατά παράβαση των όρων του ΟΚΕ ημερομηνίας 21.02.2011 συναφθέντος μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας, (β) παράνομες ή/και με παράνομο σκοπό ή/και ως εικονικές ή/και γενόμενες με σκοπό ή αποτέλεσμα την εξαπάτηση ή/και προς βλάβη των εναγόντων και προς όφελος τρίτων. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το σύνολο των εγγράφων που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγομένων ή/και μεταξύ της εναγόμενης 1 και του εναγόμενου 2 ενεργούντος ως αξιωματούχου της Εταιρείας ή/και μεταξύ της εναγόμενης 1 και του εναγόμενου 2 ενεργούντος ως αξιωματούχου τρίτων προσώπων ή/και ενεργούντος με άλλες ιδιότητες εκ μέρους άλλων εταιρειών ή/και προσώπων, ήσαν άκυρες ως: (α) γενόμενες κατά παράβαση των όρων ΟΚΕ ημερομηνίας 21.02.2011 συναφθέντος μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας, (β) παράνομες ή/και με παράνομο σκοπό ή/και ως εικονικές ή/και ως γενόμενες με σκοπό ή αποτέλεσμα την εξαπάτηση των εναγόντων. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας σε συμπαιγνία ή/και με πρόθεση εξαπάτησης των εναγόντων: (α) παρέβησαν τους όρους ΟΚΕ ημερομηνίας 21.02.2011 μεταξύ εναγόντων και της Εταιρείας, (β) ενήργησαν κατά τρόπο παράνομο ή/και προκάλεσαν την παράβαση του ΟΚΕ ημερομηνίας 21.02.2011 συναφθέντος μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας ή/και δια υπογραφής εικονικών συμφωνιών ή/και συμφωνιών με παράνομο σκοπό ή/και συμφωνιών που είχαν ως σκοπό ή αποτέλεσμα την εξαπάτηση των εναγόντων και την πρόκληση βλάβης σε αυτούς. Δ. Καταβολή ποσού €1.345.000,00 ως:

(1)Ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία πράξεων ή/και ενεργειών ή/και ανάληψης υποχρεώσεων ή/και επιβάρυνσης ή/και ενεχυρίασης ή/και υπεξαίρεσης ή/και άλλως πως διάθεσης αντίστοιχου ποσού σε τρίτα πρόσωπα που έλαβε χώρα την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 - Νοεμβρίου 2011 από τους εναγόμενους: (ι) κατά παράβαση των όρων ΟΚΕ μεταξύ εναγόντων και της Εταιρείας ημερομηνίας 21.02.2011, (ιι) κατά τρόπο παράνομο ή/και δια υπογραφής εικονικών συμφωνιών ή/και συμφωνιών με παράνομο σκοπό ή/και συμφωνιών που είχαν ως σκοπό ή αποτέλεσμα την εξαπάτηση των εναγόντων.
(2)Ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης εμπιστεύματος (trust) που δημιουργήθηκε κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 μετά που το εν λόγω ποσό περιήλθε στην εναγόμενη 1 και ενώ η εναγόμενη 1 έκτοτε κατείχε ή/και όφειλε να κατέχει προς όφελος ή/και δια λογαριασμό ή/και υπό μορφή εμπιστεύματος (trust) προς όφελος των εναγόντων, εντούτοις διέθεσε ή/και αποξένωσε το εν λόγω ποσό, σε συνεννόηση ή/και συμπαιγνία με τον εναγόμενο 2, προς όφελος τρίτων προσώπων.
(3)Ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης πρόκλησης παράβασης σύμβασης ΟΚΕ ημερομηνίας 21.02.2011 συναφθέντος μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας.
(4)Ποσό που κατέχεται ή/και έπρεπε να κατέχεται υπό μορφή εμπιστεύματος (trust) προς όφελος ή/και δια λογαριασμό των εναγόντων και το οποίο δημιουργήθηκε κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 μετά που το εν λόγω ποσό περιήλθε στην Εναγόμενη 1 και ενώ η Εναγόμενη 1 έκτοτε κατείχε ή/και όφειλε να κατέχει. Ε. Νόμιμo τόκo. Στ. Έξοδα και Φ.Π.Α.». Στις 09.12.2022 και ενώ η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης βρισκόταν σε εξέλιξη, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 ως οι πιο πάνω καταγεγραμμένες αξιώσεις στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, η ακρόαση της παρούσας αγωγής ενώ ξεκίνησε για όλους τους εναγόμενους εν τούτοις ολοκληρώθηκε μόνο σε σχέση με την εναγόμενη 1 την οποία και αφορά η παρούσα απόφαση. Θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω σε έκταση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων εφόσον σε αυτούς εμπεριέχονται οι εκδοχές των δύο πλευρών. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: Στην Έκθεση Απαιτήσεως αναφέρεται ότι η Εταιρεία συστάθηκε το 2001 και ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην Λευκωσία λειτουργώντας με την πάροδο των χρόνων διάφορες υπεραγορές, με σταδιακή αύξηση των πωλήσεων της. Μέχρι το 2010 η Εταιρεία δραστηριοποιείτο με έξι υπεραγορές και απασχολούσε 82 άτομα. Ο Αιμίλιος Χατζηχαραλάμπους άλλως Αιμίλιος Ανδρέου Φαττάλα («ο εναγόμενος 2»), ήταν ο Διευθυντής της Εταιρείας και πελάτης της εναγόμενης 1 ο οποίος απεβίωσε στις 17.09.2018 («ο Αποβιώσαντας») και ενώ εκκρεμούσε η επίδικη αγωγή. Η οικονομική κρίση του 2011 επηρέασε αρνητικά και την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας. Ο κύκλος εργασιών της μειώθηκε και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Το 2010, και παρά την οικονομική ύφεση που αντιμετώπιζε η Εταιρεία, προχώρησε σε ανακαίνιση δύο
(2)καταστημάτων της με κόστος που ξεπέρασε το ποσό των €2,100.000,00. Για την υλοποίηση της εν λόγω ανακαίνισης η Εταιρεία έλαβε χρηματοδότηση και πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΤΚ καθώς επίσης και από διάφορους προμηθευτές της. Στις 21.02.2011, η Εταιρεία προχώρησε στη σύναψη και έκδοση του ΟΚΕ προς όφελος της ΤΚ, με σκοπό την εξασφάλιση της πληρωμής και εξόφλησης όλων των υποχρεώσεων της Εταιρείας και των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η ΤΚ προς την Εταιρεία. Σύμφωνα με τους όρους του ΟΚΕ, η Εταιρεία αναλάμβανε να επιβαρύνει (charges) ολόκληρη την επιχείρηση (Undertaking) και όλη την περιουσία της, κάθε μορφής και οπουδήποτε βρίσκεται, παρούσα και μέλλουσα συμπεριλαμβανομένων και του μη κληθέντος Κεφαλαίου και της φήμης και της πελατείας (Goodwill) αυτής υπό μορφή κυμαινόμενης εξασφάλισης. Ήταν περαιτέρω ρητός όρος του ΟΚΕ ότι η Εταιρεία δεν ήταν ελεύθερη να δημιουργήσει οποιαδήποτε υποθήκη ή άλλο εμπράγματο βάρος ή άλλη επιβάρυνση επί του ρηθέντος ενεργητικού και έτσι κανένα δικαίωμα επίσχεσης (lien) ή άλλο δικαίωμα καθ' οιονδήποτε τρόπο να δημιουργείται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί του ρηθέντος ενεργητικού ή να επηρεάζει οιονδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού (εκτός μόνο προς όφελος της ΤΚ), είτε κατά προτεραιότητα ή ίσης αξίας ή προτεραιότητας ως η επιβάρυνση που δημιουργήθηκε με το ΟΚΕ. Επιπρόσθετα, ήταν ρητός όρος του ΟΚΕ ότι η Εταιρεία δεν θα είχε το δικαίωμα ή εξουσία, άνευ της προηγούμενης εγγράφου συγκατάθεσης της ΤΚ να συνάψει οιονδήποτε δάνειο ή να δώσει οποιαδήποτε εγγύηση πλην προς όφελος της ΤΚ. Η Εταιρεία δυνάμει του ΟΚΕ ανέλαβε την υποχρέωση να μην αποξενώσει ή άλλως πως διαθέσει οποιοδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού χωρίς την συγκατάθεση της ΤΚ παρά μόνο κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της (ordinary course of business). Το ΟΚΕ συστήθηκε δεόντως και καταχωρίστηκε δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και αποτελούσε μέρος δημόσιου αρχείου ή και αρχείου στο οποίο οποιοδήποτε πρόσωπο μπορούσε να έχει πρόσβαση και να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Κατά παράβαση των ρητών όρων του ΟΚΕ ο Αποβιώσαντας προχώρησε στις 19.09.2011 στη πώληση μιας εκ των υπεραγορών, ιδιοκτησίας της Εταιρείας, στην αλυσίδα υπεραγορών Χ.Α. Παπαέλληνας Εμπορική Λτδ έναντι του ποσού των €1.345.000,00 (Προϊόν Πώλησης), χωρίς προηγουμένως να ζητήσει την έγγραφη συγκατάθεση της ΤΚ κατά παράβαση των όρων του ΟΚΕ. Εν συνεχεία, ο Αποβιώσαντας αυθαίρετα και χωρίς καμία απολύτως έγκριση από την ΤΚ και κατά παράβαση των ρητών όρων του ΟΚΕ κατέθεσε το Προϊόν Πώλησης σε λογαριασμό που διατηρεί η Εταιρεία στην εναγόμενη 1 και ταυτόχρονα έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 1 να ετοιμάσει ισόποσο Γραμμάτιο Προθεσμίας (ΓΠ) διάρκειας ενός έτους προς όφελος της Εταιρείας. Εν συνεχεία και κατά παράβαση των όρων του ΟΚΕ εντελώς παράνομα και αυθαίρετα η εναγόμενη 1 με οδηγίες του Αποβιώσαντος ενεχυρίασε το ΓΠ προς εξασφάλιση δανειοδότησης που έλαβε από την εναγόμενη 1 η εταιρεία GR.V North Fruit Ltd (GRV) συνδεόμενη με την Εταιρεία. Συνεπεία της παράβασης των όρων του ΟΚΕ καθώς και των πιο πάνω ενεργειών των εναγόμενων, η ΤΚ στις 18.10.2011 και 31.10.2011 ζήτησε εγγράφως την άμεση πληρωμή από την Εταιρεία του οφειλόμενου εκ μέρους της ποσού χωρίς ωστόσο καμία ανταπόκριση. Ενόψει των ανωτέρω, η ΤΚ στις 31.11.2011 προχώρησε στο διορισμό του ενάγοντα ως Παραλήπτη Διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΟΚΕ προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα της, τα οποία έθεσαν σε κίνδυνο οι μη εξουσιοδοτημένες και παράνομες ενέργειες των εναγόμενων. Στη συνέχεια περί τις αρχές Νοεμβρίου 2011 και παρά το γεγονός ότι ο διορισμός του ενάγοντα ως Διαχειριστή Παραλήπτη της Εταιρείας ήταν γνωστός στους εναγόμενους, ο Αποβιώσας έδωσε σχετικές οδηγίες στην εναγόμενη 1 να προβεί σε πρόωρη διακοπή του ενεχυριασμένου ΓΠ καθώς επίσης και οδηγίες προς άμεση εξόφληση του δανείου της GRV στην εναγόμενη 1, πράγμα που έγινε, καθώς επίσης και μεταφοράς του εναπομείναντος ποσού σε λογαριασμό της GRV στην εναγόμενη 1 προς εξόφληση υπέρβασης που είχε επιτρέψει η εναγόμενη 1 βάσει της εξασφάλισης που απολάμβανε. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2011, αξιωματούχος της εναγόμενης 1 είχε διαβουλεύσεις και συνομιλίες με τον Αποβιώσαντα, στα πλαίσια των οποίων ο εν λόγω αξιωματούχος εισηγήθηκε ή/και παρακίνησε ή/και έπεισε τον Αποβιώσαντα να καταθέσει στην εναγόμενη 1 το Προϊόν Πώλησης. Το Προϊόν Πώλησης το οποίο κατατέθηκε, μετά από συνεννόηση του Αποβιώσαντος με αξιωματούχο της εναγόμενης 1 σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εταιρεία στην εναγόμενη 1 έλαβε την μορφή ΓΠ. Στις 28.09.2011 και πάντοτε μετά από συνεννόηση του Αποβιώσαντα και αξιωματούχου της εναγόμενης 1, η εναγόμενη 1 παραχώρησε δανειοδότηση στην εταιρεία GRV με ποσό της τάξης των €496.580,00 και μερίμνησε ώστε να υπογραφούν «έγγραφα εξασφάλισης» με τα οποία το ΓΠ θα εξασφάλιζε το εν λόγω δάνειο που παραχωρήθηκε στην GRV. Στις 03.11.2011 και πάλι έπειτα από συνεννόηση του Αποβιώσαντα με αξιωματούχο της εναγόμενης 1, η εναγόμενη 1 προχώρησε σε πρόωρη διακοπή ή/και τερματισμό του πιο πάνω δανείου της GRV, το οποίο και εξοφλήθηκε με μέρος των χρημάτων που συναποτελούσαν το ΓΠ και ανέρχονταν σε €502.875,00. Επιπρόσθετα, κατά την ίδια ημερομηνία η εναγόμενη 1 μετέφερε ποσό ύψους €847.038,20σ. σε λογαριασμό της GRV προς εξόφληση υπέρβασης που είχε επιτρέψει η εναγόμενη 1 βάσει της εξασφάλισης που απολάμβανε. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες εκ μέρους της εναγόμενης 1 έγιναν ενόσω ήταν σε γνώση του αξιωματούχου της εναγόμενης 1 τόσο η ύπαρξη του ΟΚΕ όσο και το γεγονός ότι αυτό ρητά απαγόρευε τη δημιουργία νέων επιβαρύνσεων στο ενεργητικό της Εταιρείας χωρίς την συγκατάθεση της ΤΚ. Κατά τις 03.11.2011 ή και εν πάση περιπτώσει πριν να λάβουν χώρα τα όσα εκτίθενται ανωτέρω, η εναγόμενη 1 ή/και αξιωματούχος αυτής γνώριζε θετικά αναφορικά με τον διορισμό του ενάγοντα ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας και για το γεγονός ότι οποιαδήποτε ενέργεια που αφορούσε το ενεργητικό της Εταιρείας θα έπρεπε να εξουσιοδοτηθεί από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το σύνολο των όσων περιγράφονται ανωτέρω έλαβαν χώρα κατόπιν εισήγησης, καθοδήγησης και παρότρυνσης από αξιωματούχο της εναγόμενης 1 προς τον εναγόμενο 2, με σκοπό τον πλουτισμό της εναγόμενης 1 και την εξαπάτηση της ΤΚ ή/και την αναίρεση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από το ΟΚΕ προς όφελος της. Παρά το γεγονός ότι είχε περιέλθει εις γνώση του Αποβιώσαντα ο διορισμός Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας, αυτός εξακολουθούσε να μην συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του ΟΚΕ αψηφώντας τις επανειλημμένες οχλήσεις και εξουσίες του ενάγοντος. Εντελώς αυθαίρετα συνέχισε να διατηρεί τον έλεγχο της Εταιρείας και να προβαίνει σε μη εξουσιοδοτημένες και παράνομες ενέργειες κατά παράβαση των ρητών όρων του ΟΚΕ. Η εναγόμενη 1 ενήργησε κατά παράβαση του εμπιστεύματος (trust) που δημιουργήθηκε κατά τον Σεπτέμβριο του 2011 μετά που το Προϊόν Πώλησης περιήλθε στην εναγόμενη 1 και ενώ η εναγόμενη 1 έκτοτε κατείχε ή/και όφειλε να κατέχει προς όφελος ή/και δια λογαριασμό ή/και υπό μορφή εμπιστεύματος (trust) προς όφελος του ενάγοντα, εντούτοις διέθεσε και αποξένωσε το εν λόγω ποσό, σε συνεννόηση ή/και συμπαιγνία με τον Αποβιώσαντα, προς όφελος τρίτων προσώπων, μη πιστωτών της Εταιρείας. Περαιτέρω, ο ενάγοντας επεδίωξε ανεπιτυχώς να άρει τις συνέπειες των παράνομων και μη εξουσιοδοτημένων ενεργειών των εναγόμενων, ήτοι την αποξένωση του Προϊόντος Πώλησης, στις οποίες οι εναγόμενοι προέβησαν χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση και εξουσιοδότηση του ενάγοντος, αποστέλλοντας στην εναγόμενη 1 σχετική επιστολή καλώντας την όπως καταβάλει το χρηματικό ποσό το οποίο κατείχε υπό την μορφή εμπιστεύματος προς όφελος και δια λογαριασμό της ΤΚ. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται τα ακόλουθα ως λεπτομέρειες της βλάβης ή/και ζημιάς την οποία κατ' ισχυρισμό υπέστη: Ως αποτέλεσμα των παράνομων και μη εξουσιοδοτημένων ενεργειών ή/και της υπέρβασης των υποχρεώσεων των εναγόμενων έναντι του ενάγοντα και κατ' επέκταση έναντι της ΤΚ οι εναγόμενοι πέτυχαν με δόλιο και παράνομο τρόπο την επιβάρυνση και εν τέλει την αποξένωση του Προϊόντος Πώλησης από το ενεργητικό της Εταιρείας το οποίο εντελώς παράνομα και αυθαίρετα δεν διατέθηκε προς εξόφληση των υποχρεώσεων και οφειλών της Εταιρείας προς την ΤΚ κατά παράβαση των ρητών όρων του ΟΚΕ καθώς επίσης και των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 ως εμπιστευματοδόχου στη βάση εμπιστεύματος (trust) που δημιουργήθηκε κατά τον Σεπτέμβριο του 2011 μετά που το Προϊόν Πώλησης περιήλθε στην εναγόμενη 1 το οποίο η εναγόμενη 1 έκτοτε κατείχε ή/και όφειλε να κατέχει προς όφελος και δια λογαριασμό και υπό μορφή εμπιστεύματος (trust) προς όφελος του ενάγοντα. Η συνολική συμπεριφορά των εναγόμενων, όπως αυτή αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω και προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχει ο ενάγοντας στην κατοχή του και επιφυλάσσεται να προσκομίσει κατά τη δικάσιμο και γενικότερα οι ενέργειες στις οποίες οι εναγόμενοι έχουν προβεί, είναι εμφανώς παράνομες και η διάθεση χρηματικών ποσών της Εταιρείας σε τρίτους μη πιστωτές της, έγινε κατά προφανή παραβίαση των όρων του ΟΚΕ, κατά παράβαση του Διορισμού του ενάγοντος ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εταιρείας και κατά παράβαση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 ως εμπιστευματοδόχου, ως ανωτέρω περιγράφεται, με αποτέλεσμα η ΤΚ να παραμείνει εκτεθειμένη και η Εταιρεία να αδυνατεί μέχρι και σήμερα να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλών της προς την ΤΚ. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως αλλά και την παρασχεθείσα μαρτυρία από τον ΜΕ 3, στη μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ στη συνέχεια, οι κατωτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, ως επίσης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΤΚ που απορρέουν από αυτά, έχουν μεταφερθεί στην Gordian Holdings Limited («η Gordian»), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί συμφώνως των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η Gordian έχει πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την ΤΚ σε ό,τι αφορά τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις και τα οφειλόμενα προς την ΤΚ ποσά, απορρέοντα δικαιώματα και αξιώσεις έχουν πλέον μεταβιβαστεί στην Gordian. Ειδικότερα: (α) Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί, και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.05.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 372/2019 βάσει των Άρθρων 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30.05.2019, εξ αποφάσεως χρέη, πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, περιλαμβανομένων και των ακόλουθων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχουν μεταβιβαστεί από την ΤΚ στην εταιρεία Gordian. (β) Στις 30.05.2019 η ΤΚ μετέφερε στην Gordian, η οποία είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει στην Εταιρεία με αριθμούς λογαριασμών 012211004248 και 018238002253 και τις αντίστοιχες εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί επί αυτών. (γ) Επίσης, κατά την ίδια ημερομηνία η ΤΚ μετέφερε στην Gordian, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που εγγυώνται και εξασφαλίζουν τις ως άνω υπό (β) πιστωτικές διευκολύνσεις, ήτοι (
  1. i)το ΟΚΕ και (
  2. ii)τα υπό ενοικίαση εμπορεύματα ή/και τα απορρέοντα δικαιώματα της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 23.02.2011 και σχετικές εγγυήσεις. (δ) Μεταφέρθηκαν επίσης από την ΤΚ στην Gordian, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει η ΤΚ στην GRV (
  3. i)012211003942, (
  4. ii)012213005845, (iii) 012213008356, (
  5. iv)012238000031, (
  6. v)01238001186, (
  7. vi)018201014901, (vii) 018213010154, (viii) 018213010251, (
  8. ix)018213012009, (
  9. x)018238001753, (
  10. xi)357004738905, (xii) 357016916310. (ε) Η ΤΚ μετέφερε στην Gordian, τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που εγγυώνται και εξασφαλίζουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει η ΤΚ στην GRV και σε άλλες συνδεόμενες με τον Αποβιώσαντα εταιρείες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες εγγυήσεις/ εξασφαλίσεις που είχε παραχωρήσει η Εταιρεία: (
  11. i)εγγυήσεις ημερομηνίας 11.08.2009, (
  12. ii)εγγυήσεις ημερομηνίας 10.08.2011, (iii) εγγυήσεις ημερομηνίας 03.10.2008, (
  13. iv)εγγυήσεις ημερομηνίας 20.08.2009, (
  14. v)εγγυήσεις ημερομηνίας 11.08.2011 και (
  15. vi)εγγυήσεις ημερομηνίας 23.02.2011. (στ) Μετά τη μεταφορά των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων ή/και εξασφαλίσεων από την TΚ προς την Gordian και την υποκατάσταση ή/και αντικατάσταση της ΤΚ από την Gordian, εκδόθηκε από τον Έφορο Εταιρειών Πιστοποιητικό Εγγραφής Επιβάρυνσης, έντυπο ΗΕ50, με το οποίο πιστοποιείτο η εγγραφή της κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της Εταιρείας ως ασφάλεια οποιουδήποτε ποσού χρημάτων το οποίο οφείλεται από την Εταιρεία ή στο μέλλον ή από καιρό εις καιρό και το οποίο πρέπει να πληρωθεί από την Εταιρεία προς την Gordian. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Η εναγόμενη 1 μέσω της τροποποιημένης Υπεράσπισης της ημερ.28.06.2022 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορούσε να καταχωρισθεί και/ή δεν δύναται να προωθηθεί, εφόσον η Εταιρεία τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση υπό πιστωτών στις 10.07.2012 και στις 27.07.2012 διορίστηκε εκκαθαριστής ο κ. Μιχάλης Μουσιούττας και δεδομένων των προαναφερόμενων δεν λήφθηκε πριν την καταχώριση της αγωγής η άδεια του Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω η θέση της εναγόμενης 1 ότι οι συμφωνίες και συναλλαγές στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω έγιναν από την Εταιρεία και την GRV με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, η οποία στις 25.01.2014 συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας Λτδ, η οποία την ίδια ημερομηνία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμόχωστου Λτδ. Τα προαναφερόμενα έλαβαν χώρα δυνάμει των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως έκτοτε τροποποιήθηκε από τους μεταγενέστερους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους του 1987 έως 2014, και ιδιαίτερα δυνάμει των άρθρων 49Γ έως 49Στ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 1985 έως 2013. Με την συγχώνευση, όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, ως μεταφέρουσας εταιρείας, μεταφέρθηκαν στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, ως αποδεχόμενης εταιρείας, η οποία, συνεπεία της συγχώνευσης διαδέχθηκε επίσης την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, εξ ολοκλήρου, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Δυνάμει των προαναφερόμενων, η εναγόμενη 1, ως η αποδεχόμενη εταιρεία, αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των συμβατικών και νομικών δικαιωμάτων και υπερασπίσεων που αναφέρονται στην Υπεράσπιση της. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, μετά τον διορισμό του ενάγοντα και όχι προηγουμένως και ότι η Εταιρεία δεν χρειαζόταν την έγκριση της ΤΚ για να πωλήσει μέρος της επιχείρησης της. Είναι η θέση της εναγόμενης 1 ότι: (α) Την 20.09.2011 η Εταιρεία κατάθεσε το ποσό των €1.345.000,00 στην εναγόμενη 1 και την 29.09.2011, το ποσό μεταφέρθηκε στον λογαριασμό υπ' αριθμό 3204091-5 ως γραμμάτιο προθεσμίας. (β) Περί τον Σεπτέμβριο του 2011, η εταιρεία GR.V North Fruit Limited συνδεδεμένο πρόσωπο με την εταιρεία Green Valley Supermarkets Ltd αποτάθηκε στην εναγόμενη 1 για λήψη δανείου εκ €500.000,00 από την εναγόμενη 1. Σχετική συμφωνία δανείου υπεγράφη στις 28.09.2011 μεταξύ εναγόμενης 1 και εταιρείας GR.V North Fruit Limited. Για την εταιρεία GR. V North Fruit Limited υπέγραψε ο μόνος διευθυντής, ο Αποβιώσαντας. Ως εξασφάλιση και εγγύηση για το δάνειο, η εναγόμενη 1 έλαβε προσωπικές εγγυήσεις του Αποβιώσαντα και της συζύγου του Μαρίνας Ευσταθίου ημερ. 28.09.2011, Δήλωση Δέσμευσης Κατάθεσης η οποία έφερε τίτλο «Δέσμευση Κατάθεσης» ημερ. 28.09.2011 την οποία υπέγραψε η προαναφερόμενη Μαρίνα Ευσταθίου σε σχέση με τον προσωπικό πιστωτικό της λογαριασμό 3202724-3 και Δήλωση Δέσμευσης Κατάθεσης η οποία έφερε τίτλο «Δέσμευση Κατάθεσης» ημερ. 28.09.2011 την οποία υπέγραψε η εταιρεία Green Valley Supermarkets Ltd δια του διευθυντή της, Αποβιώσαντα. Η εν λόγω δέσμευση κατάθεσης της Εταιρείας αφορούσε τον ως άνω λογαριασμό προθεσμίας. Δια της εν λόγω «Δέσμευσης Κατάθεσης» η Εταιρεία μεταξύ άλλων εξουσιοδοτούσε την εναγόμενη 1 ανέκκλητα όπως χρησιμοποιήσει ολόκληρο ή μέρος της κατάθεσης έναντι της οφειλής ή οποιασδήποτε ζημιάς που τυχόν θα υφίστατο η εναγόμενη 1 λόγω της παραχώρησης της ως άνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης προς την εταιρεία GRV. (γ) (
  16. i)Πρόσθετα, κατά τον Σεπτέμβριο του 2011, η GRV αποτάθηκε στην εναγόμενη 1 για παροχή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό εκ €500.000,00. Σχετική συμφωνία η οποία φέρει τίτλο "Σύμβαση Πιστώσεως" υπεγράφη στις 21.09.2011 μεταξύ εναγόμενης 1 και εταιρείας GRV. Για την GRV υπέγραψε ο μόνος διευθυντής, ήτοι ο εναγόμενος 2. Ως εξασφάλιση και εγγύηση για το δάνειο, η εναγόμενη 1, έλαβε προσωπικές εγγυήσεις του Αποβιώσαντα και της συζύγου του, Μαρίνας Ευσταθίου ημερ. 21.09.2011, Δήλωση Δέσμευσης Κατάθεσης η οποία έφερε τίτλο «Δέσμευση Κατάθεσης» ημερ. 21.09.2011 την οποία υπέγραψε η προαναφερόμενη Μαρίνα Ευσταθίου σε σχέση με τον προσωπικό πιστωτικό της λογαριασμό 3202724-3 και Δήλωση Δέσμευσης Κατάθεσης η οποία έφερε τίτλο «Δέσμευση Κατάθεσης» ημερ. 21.09.2011 την οποία υπέγραψε η Εταιρεία δια του διευθυντή της, δηλαδή του Αποβιώσαντα. Δια της εν λόγω «Δέσμευσης Κατάθεσης» η Εταιρεία μεταξύ άλλων εξουσιοδοτούσε την εναγόμενη 1 ανέκκλητα όπως χρησιμοποιήσει ολόκληρο ή μέρος της κατάθεσης έναντι της οφειλής ή οποιασδήποτε ζημιάς που τυχόν θα υφίστατο η εναγόμενη 1 λόγω της παραχώρησης της ως άνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης προς την εταιρεία GRV. (
  17. ii)Ήτο ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της ως άνω "Σύμβασης Πίστωσης", ότι η εταιρεία GRV θα ήταν υπόλογη διά οποιοδήποτε ποσό υπέρβασης. Εν πάση περιπτώσει η κάθε εντολή της εταιρείας GRV προς την εναγόμενη 1 είτε για πληρωμή επιταγής είτε άλλως πως, αποτελούσε ρητό και/ή σιωπηρό και/ή εξυπακουόμενο αίτημα της εταιρείας προς την εναγόμενη 1, για αύξηση του ορίου πίστωσης, όπου υφίστατο τέτοια αύξηση, ενώ η πληρωμή/ τίμησης τέτοιας επιταγής και/ή εντολής από την εναγόμενη 1 αποτελούσε ρητή και/ή σιωπηρή και/ή εξυπακουόμενη αποδοχή της εντολής από την εναγόμενη 1 και συνεπώς αύξηση του ορίου, όπου αυτό ίσχυε, για το ισόποσο της κάθε εντολής/επιταγής. (iii) Μετά από αίτημα της εταιρείας GRV την 03.11.2011 υπεγράφη σχετική συμφωνία μείωσης του ορίου από €500.000 σε €75.000. (
  18. iv)Να σημειωθεί ότι η GRV διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στην εναγόμενη 1 από πριν τον Σεπτέμβριο του 2011 δυνάμει προγενέστερης συμφωνίας, και με την σύναψη της πιο πάνω Σύμβασης Πιστώσεως ζήτησε όπως ο αριθμός του λογαριασμού παραμείνει ο ίδιος, όπως και έγινε. (δ) Όλες οι πιο πάνω συμφωνίες και /ή εντολές έγιναν και δόθηκαν από την Εταιρεία και/ή την GRV ιδία πρωτοβουλία και χωρίς οποιαδήποτε εισήγηση και/ή παρότρυνση και/ή καθοδήγηση της εναγόμενης 1 και/ή οποιουδήποτε λειτουργού και/ή αξιωματούχου και/ή υπαλλήλου αυτής, μέσω του εναγόμενου 2 ο οποίος να σημειωθεί ότι ήταν ένας έμπειρος επιχειρηματίας. (ε) Στις 03.11.2011, ο Αποβιώσαντας ενεργώντας υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Εταιρείας και/ή της GRV, ζήτησε από την εναγόμενη 1 ιδία πρωτοβουλία και κατ' ισχυρισμό χωρίς οποιαδήποτε εισήγηση και /ή παρότρυνση και/ή καθοδήγηση της εναγόμενης 1 και/ή οποιουδήποτε λειτουργού και/ή αξιωματούχου και/ή υπαλλήλου αυτής, όπως μεταφέρει το ποσό των €502.875 από το ως άνω γραμμάτιο στον λογαριασμό δανείου προς εξόφληση, και ποσό εκ €847.038,20σ. στον τρεχούμενο λογαριασμό. Με την καταβολή των δύο προαναφερόμενων ποσών, το αναφερόμενο γραμμάτιο προθεσμίας (€1.349.933,20σ. κατά τον ουσιώδη χρόνο), εξοφλήθηκε πλήρως (€502.875,00 πλέον €847.038,20σ. ως προαναφέρεται, πλέον το ποσό των €20,00 το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εταιρείας). Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα γεγονότα σε σχέση με τα αναφερόμενα στις ως άνω παραγράφους έλαβαν χώρα ως ακολούθως: (
  19. i)Η εναγόμενη 1 ενημερώθηκε με e-mail και τηλεφωνικώς στις 08.11.2011 από τον ενάγοντα ότι αυτός διορίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου ως Π/Δ τόσο της εταιρείας GRV όσο και της Εταιρείας δυνάμει σχετικών ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ενώ στη συνέχεια έλαβε και σχετική επιστολή ημερομηνίας 08.11.2011 ταχυδρομικώς. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προηγουμένως γνώριζε για την ύπαρξη των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης των δύο εταιρειών προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. (
  20. ii)Η εναγόμενη 1, σε συνέχεια της πιο πάνω ενημέρωσης, σε μεταγενέστερο στάδιο προέβη σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και έλαβε αντίγραφο των σχετικών εντύπων ΗΕ35 δια των οποίων γνωστοποιείται ο διορισμός Παραλήπτη Διαχειριστή, και από τα οποία προκύπτει ότι ο διορισμός σε σχέση με την Εταιρεία έγινε με ημερομηνία διορισμού 31.10.2011 και το σχετικό έντυπο καταχωρίστηκε στον Έφορο Εταιρειών την 01.11.2011 και για την εταιρεία GRV στις 03.11.2011 ενώ το έντυπο καταχωρίστηκε στον Έφορο Εταιρειών μεταγενέστερα. (iii) Από 08.11.2011 και εντεύθεν, υπήρξε συνεργασία του ενάγοντα με την εναγόμενη 1, με εξουσιοδότηση για πληρωμές από λογαριασμό της GRV και/ή της Εταιρείας και ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής από τον ενάγοντα σε περίπτωση που οποιαδήποτε επιταγή θα επιστρεφόταν ατίμητη, η εναγόμενη 1 συμμορφωνόταν πλήρως με τις οδηγίες του ενάγοντα και ο ενάγοντας ουδέποτε προηγουμένως ήγειρε οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα, παρά το ότι εξ' αρχής γνώριζε για τις ως άνω συναλλαγές των δύο εταιρειών με την εναγόμενη 1, παρά μόνο πέραν από ένα χρόνο μετά τον διορισμό του με επιστολή των δικηγόρων του, ημερ. 27.11.2012. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας αποποιήθηκε (waived) του δικαιώματος του και/ή κωλύεται (is estopped) να εγείρει τα επίδικα θέματα δυνάμει συμπεριφοράς κα/ή εγγράφων. (
  21. iv)Με την επιστολή μέσω των δικηγόρων του ημερ. 27.11.2012, ο ενάγοντας απαίτησε καταβολή του ποσού €1.345.000,00 από την εναγόμενη 1. Η εναγόμενη 1 απάντησε με επιστολή μέσω των δικηγόρων της ημερ. 04.12.2012 απορρίπτοντας την απαίτηση, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η ημερομηνία ενημέρωσης της εναγόμενης 1 περί διορισμού του Παραλήπτη Διαχειριστή ήταν η 08.11.2011. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ακόμα ότι η ΤΚ διατηρούσε ΟΚΕ και σε σχέση με την εταιρεία GRV, για την οποία επίσης διόρισε Παραλήπτη Διαχειριστή τον ενάγοντα και ως εκ τούτου υπήρξε όφελος από την χρήση του ποσού του γραμματίου προς την προαναφερόμενη εταιρεία και κατ' επέκταση προς την ΤΚ. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η ΤΚ γνώριζε τα περί πρόθεσης πώλησης της επιχείρησης της Εταιρείας και δεν έλαβε οποιοδήποτε διάβημα για να διασφαλίσει ότι το προϊόν από τέτοια πώληση θα κατάληγε στους λογαριασμούς της προαναφερόμενης εταιρείας στην ΤΚ, όπως π.χ. τον διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή νωρίτερα και ως εκ τούτου ο ενάγοντας κωλύεται από του να προβάλει την απαίτηση του. Ότι η ΤΚ γνώριζε κατά τον Φεβρουάριο του 2011 ότι η Εταιρεία και η GRV διατηρούσαν συνεργασία και με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης 1. Ως προκύπτει από έρευνα στην οποία προέβη η εναγόμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών, δεν προκύπτει το ποσό για το οποίο η Εταιρεία σύστησε το επίδικο ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτεται το χρεωστικό υπόλοιπο των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που κατ' ισχυρισμό εξασφαλίζονται με το ΟΚΕ ή/και άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, ούτε και οι τυχόν λοιπές εξασφαλίσεις που απολάμβανε και/η απολαμβάνει η ΤΚ σε σχέση με τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, και λεπτομέρειες σε σχέση με αυτές, με αποτέλεσμα ακόμα και αν ο ενάγοντας δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία, κάτι το οποίο η εναγόμενη 1 απορρίπτει, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση από τα ενώπιον του στοιχεία να προσδιορίσει το ύψος του ποσού σε σχέση με την θεραπεία και/ή το ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς της ΤΚ και/ή του ενάγοντα. Οι συναλλαγές ήταν καθ' όλα νόμιμες και στα πλαίσια των νόμιμων συμβατικών σχέσεων της εναγόμενης 1, της Εταιρείας και της GRV και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για την μεταφορά των Πιστωτικών Διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΤΚ προς την Gordian και δεν γνωρίζει το καθεστώς υπό το οποίο έγινε η μεταφορά αυτών των Πιστωτικών Διευκολύνσεων. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: Ο ενάγοντας με την Απάντηση του στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 ουσιαστικά αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς και θέσεις που προβάλλει στην Υπεράσπιση της και επαναλαμβάνει τις θεραπείες που αξιώνει με την τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ/ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Από πλευράς του ενάγοντος κλήθηκαν οι ακόλουθοι μάρτυρες: Ο κ. Mάριος Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι νομικός σύμβουλος και εργάζεται στην εταιρεία του ενάγοντα (ΜΕ 1), ο κ. Μιχάλης Στυλιανού, ο οποίος είναι υπάλληλος της ΤΚ (ΜΕ 2), ο κ. Δαμιανός Τσαγκάρης, ο οποίος είναι υπάλληλος της Gordian Servicing Ltd (ΜΕ 3), ο κ. Χριστάκης Ιακωβίδης, ο οποίος είναι ο ενάγοντας ο οποίος κατάθεσε ως ο ΜΕ 4 και ο κ. Ανδρέας Φαττάλας ο οποίος είναι γιός και διαχειριστής της περιουσίας του Aποβιώσαντα και ο εναγόμενος 2 στην Αγωγή (ΜΕ 5). Η εναγόμενη 1 δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας από πλευράς ενάγοντος κατατέθηκε σειρά από σχετικά με την επίδικη διαφορά έγγραφα τα οποία αριθμήθηκαν ως Τεκμ. 1 - 49. Ο κ. Παπαδόπουλος (ΜΕ 1), κατάθεσε με την ιδιότητα του ως Νομικού Συμβούλου στο Τμήμα Διαχειρίσεων Εταιρειών της Corporate Recovery & Insolvency Group Ltd, στην οποία εκ των διευθυντών και μετόχων είναι ο ενάγοντας κ. Χριστάκης Ιακωβίδης. Ανέφερε ότι είναι γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης καθότι προέβη σε ηλεκτρονική έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες αναφορικά με τις εταιρείες τις οποίες ο ενάγοντας έχει αναλάβει τη διαχείριση τους. Η Γραπτή Δήλωση του μάρτυρος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, την ανέγνωσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Κατά την κυρίως εξέταση υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμ. 6 στη βάση του οποίου ρωτήθηκε εάν οι πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε βάλει η ΤΚ και στις οποίες αναφέρθηκε στην γραπτή του δήλωση, εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα στην ΤΚ και ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά από ξεκαθάρισμα του χαρτοφυλακίου που προχώρησε η ΤΚ έχουν μεταφερθεί στην Gordian. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν η Gordian προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να καταστεί, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, ο δικαιούχος της εξασφάλισης του ομολόγου και ο μάρτυρας δήλωσε καταφατικά ότι έχει προχωρήσει στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εξασφάλιση των ομολόγων και έχει εντοπίσει στο φάκελο που έχουν στο γραφείο του, το πιστοποιητικό το οποίο από έρευνα που έκανε είναι το σχετικό πιστοποιητικό με ανάλογη αναφορά στη Gordian. Το πιστοποιητικό αυτό αφού αναγνωρίσθηκε από τον μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμ. 10. Σε σχέση με το ΟΚΕ, ο μάρτυρας σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι επρόκειτο για μια συμφωνία μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας. Ο μάρτυρας διαφώνησε με υποβολή ότι κάποιος τρίτος, εκτός από την ΤΚ και την Εταιρεία δεν θα μπορούσε να γνωρίζει για την ύπαρξη του ομολόγου αυτού και εξήγησε τον λόγο που ο Έφορος Εταιρειών προχώρησε σε έκδοση του πιστοποιητικού επιβάρυνσης (Τεκμ. 6), το οποίο φέρει ημερομηνία 04.04.2011 και υπάρχει πρόνοια στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπου δίνει σε οποιοδήποτε πρόσωπο πρόσβαση για να εντοπίσει το περιεχόμενο οποιουδήποτε φακέλου και με μια απλή έρευνα που θα διεξαγόταν θα ήταν εύκολο να εντοπιστεί από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Σε ερώτηση γιατί οποιοσδήποτε τρίτος να κάνει έρευνα αν η Εταιρεία έχει ένα ομόλογο με την ΤΚ ή με οποιοδήποτε άλλο και πού στηρίζει αυτή τη θέση του, ο μάρτυρας απάντησε ότι η έρευνα είναι πιο σωστό και φρόνιμο να γίνει, ειδικά όταν μιλούμε για τραπεζικά ιδρύματα και ότι αυτό είναι η πιο σωστή πρακτική. Ο ΜΕ 1 ανέφερε ότι αυτή η πρακτική συνήθως γίνεται από τις Τράπεζες ή οποιαδήποτε πιστωτικά ιδρύματα όταν προτίθενται να προχωρήσουν σε δανειοδότηση κάποιου πελάτη τους και αυτή η πρακτική εφαρμόζεται για να μπορέσουν να ελέγξουν αν υπάρχει ομόλογο επί της περιουσίας της εταιρείας που θα δανειοδοτήσουν. Σε υποβολή ότι η ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης Λτδ δεν γνώριζε τότε για την ύπαρξη του ΟΚΕ και ενημερώθηκε για την ύπαρξη του στις 08.11.2011 με σχετική επιστολή και email του κ. Ιακωβίδη, ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση ότι ήταν καθήκον της Συνεργατικής να γνωρίζει, προβαίνοντας σε μια απλή έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με τις επιβαρύνσεις της Εταιρείας. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία ανταλλαγής του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 08.11.2011 αλλά γνωρίζει ότι αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις που διαχειρίζεται ο κ. Ιακωβίδης, να ενημερώνονται άμεσα όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και όλες οι υπηρεσίες, συνεπώς η εναγόμενη 1 πληροφορήθηκε άμεσα για τον διορισμό του κ. Ιακωβίδη ως διαχειριστή της Εταιρείας. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν οι όροι του ΟΚΕ (Τεκμ.2),περιλαμβάνονται και περιέχονται στους όρους του δανείου που παρασχέθηκαν στην Εταιρεία και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αφού δεν τα έχει δει. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ. Παπαδόπουλου, είναι φανερόν ότι αυτή περιορίστηκε σε καθαρά νομικά σημεία και όχι σε γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, σταθερός στις θέσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση που του έγινε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο αφού η αντεξέταση περιορίστηκε σε γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς οι οποίοι απορρίφθηκαν από τον ΜΕ1 ο οποίος απαντούσε πάντοτε κατά τρόπο σαφή, θετικό και άμεσο. Είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του, ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια και να μεταφέρει στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και σαφήνεια τη γνώση του σχετικά με την πρακτική που πρέπει να ακολουθούν τα πιστωτικά ιδρύματα όταν προτίθενται να δανειοδοτήσουν πελάτη τους, συγκεκριμένα τη διεξαγωγή έρευνας ώστε να ενημερωθούν για την εγγραφή οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων. Περαιτέρω, ο ΜΕ 1 αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ώστε να ενημερωθεί η εναγόμενη 1 για το διορισμό του ενάγοντος. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ούτε σε ανακρίβειες. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του ως ειλικρινή και αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία μπορώ να αντλήσω ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και η μαρτυρία του καθίσταται ταυτόχρονα και συνιστά μέρος των ευρημάτων μου. Ο κ. Στυλιανού (ΜΕ 2), είναι υπάλληλος της ΤK και συγκεκριμένα είναι Διευθυντής της υπηρεσίας δικαστικών υποθέσεων με έδρα τη Λευκωσία. Στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται ο χειρισμός της παρακολούθησης και της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που βρίσκονται κάτω από το χαρτοφυλάκιο της εν λόγω υπηρεσίας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η Εταιρεία ήταν πελάτης της ΤΚ κατά το έτος 2011 και ότι διατηρούσε δυο λογαριασμούς, ένα τρεχούμενο και ένα λογαριασμό ενοικιαγοράς, για τους οποίους υπήρχαν εξασφαλίσεις. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τον ενάγοντα, ο οποίος είναι Π/Δ. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η ΤΚ είχε απαιτήσει την πληρωμή των δύο λογαριασμών αφού έστειλε επιστολές προ-τερματισμού και τερματισμού (Τεκμ. 11 και 12) και αμέσως προχώρησε η Τράπεζα στην απαίτησή της, επιπρόσθετες επιστολές τερματισμού δεν έχουν σταλεί. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τις επιστολές (Τεκμ. 13 και 14), οι οποίες αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό και τον λογαριασμό ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ 2 ρωτήθηκε σε σχέση με αυτές εάν μετά την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 31.10.2011 η Εταιρεία προέβη σε εξόφληση και ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, ο μάρτυρας σημείωσε ότι η ΤΚ καταχώρισε δυο αγωγές με αρ. 3335/12 και 3182/12 όπου η πρώτη αφορούσε την ενοικιαγορά και η δεύτερη τον τρεχούμενο λογαριασμό. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ρωτήθηκε για ποιο λόγο η ΤΚ αποφάσισε να τερματίσει αυτούς τους λογαριασμούς και εξήγησε ότι η παρούσα υπόθεση ήταν ιδιαίτερη καθώς η ΤΚ έμαθε για την αποξένωση ενός ακινήτου - υπεραγοράς της Εταιρείας - προς άλλη αλυσίδα υπεραγορών, η οποία έγινε περί τα τέλη του 2011. Αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας, ενόχλησε ιδιαίτερα την ΤΚ αφού μέρος των εξασφαλίσεων ήταν και ένα κυμαινόμενο ομόλογο επιβάρυνσης (Τεκμ.2), στο οποίο η Τράπεζα απέδιδε αξία και ενόχλησε η πώληση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτη υπεραγορά αφού το προϊόν δεν κατάληξε σε ταμείο της Εταιρείας. Επίσης, ο ΜΕ2 σημείωσε ότι αυτό οδήγησε την ΤΚ στον τερματισμό και απαίτηση εξόφλησης ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποίησε η ΤΚ το ομόλογο δίνοντας οδηγίες να διορίσει έναν διαχειριστή για αποτροπή τέτοιων ενεργειών της Εταιρείας. Ακολούθως, ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν μετά τον διορισμό του κ. Ιακωβίδη ως διαχειριστή παραλήπτη της Εταιρείας η ΤΚ ενημέρωσε την Εταιρεία περί τούτου και ο μάρτυρας απάντησε θετικά και ανέφερε ότι είναι μέρος της όλης διαδικασίας που ακολουθείται. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμ. 2 - το ΟΚΕ - και ρωτήθηκε εάν με βάση τους όρους του, η Εταιρεία θα μπορούσε να πωλήσει χωρίς να ενημερώσει την ΤΚ και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση της. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η αποξένωση συνιστούσε πράξη η οποία δεν ήταν εντός των πλαισίων που καθόρισε ο πελάτης με την ΤΚ και για αυτό την αποκάλεσε αποξένωση. Σε σχέση με το ζήτημα της «αποξένωσης» ο ΜΕ2 υπέδειξε την σελίδα 3 της δέσμης εγγράφων του Τεκμ. 3, υπό τον τίτλο «Ομόλογο Επιβαρύνσεως», στην παρ. 6 του ΟΚΕ όπου ρητά γίνεται αναφορά στο ενεργητικό και στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας όπου χρειάζεται η συγκατάθεση της τράπεζας για την οποιαδήποτε διαφοροποίηση επί τούτου. Ο μάρτυρας σημείωσε ότι στη βάση αυτού δεν λήφθηκε η θέση τους όταν αποξενώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Στη συνέχεια ο ΜΕ 2 ρωτήθηκε εάν η Εταιρεία κατέθεσε το προϊόν πώλησης σε οποιοδήποτε λογαριασμό της και ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτός είναι ο λόγος που τερμάτισε και διόρισε διαχειριστή της περιουσίας της. Ο ΜΕ2 ρωτήθηκε σε σχέση με την παρ. 1 της πρώτης σελίδας του Τεκμ. 2, για τον τρόπο που εκλαμβάνονται οι υποχρεώσεις που είχε δυνάμει του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού ενοικιαγοράς ως άμεσες ή έμμεσες και δήλωσε ότι είναι έμμεσες και ότι εξ' όσων γνωρίζει οι άμεσες υποχρεώσεις υφίστανται. Στην ερώτηση εάν οι λογαριασμοί αυτοί εξακολουθούν να υφίστανται στην ΤΚ από την Εταιρεία, ο μάρτυρας δήλωσε ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί δυνάμει πώλησης του χαρτοφυλακίου έχουν μεταβιβαστεί στην Gordian. Επίσης, ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν μετά την μεταφορά των συγκεκριμένων λογαριασμών και των συνεπακόλουθων υποχρεώσεων, η ΤΚ διατήρησε οποιαδήποτε αρχεία σε σχέση με αυτούς και δήλωσε ότι το αρχείο που έχει πρόσβαση και είχε στην κατοχή του φτάνει στο σημείο εκείνο μέχρι που έγινε η διαδικασία πώλησης, μετά από αυτό το σημείο, δήλωσε ότι δεν έχει πρόσβαση. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ 2 ρωτήθηκε εάν οι τρεχούμενοι λογαριασμοί και ενοικιαγοράς δημιουργήθηκαν το 2011 και ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε ποιες ήταν οι εξασφαλίσεις για τον τρεχούμενο λογαριασμό και ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αφού δεν έχει κοιτάξει τις εξασφαλίσεις για αυτή την υπόθεση. Σε ερώτηση εάν το ομόλογο που κατατέθηκε ως τεκμήριο αποτελεί μια εξασφάλιση, ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Όταν δε ρωτήθηκε εάν το ομόλογο ήταν εξασφάλιση για τον λογαριασμό του τρεχούμενου απάντησε ότι ήταν εξασφάλιση και για τους δύο λογαριασμούς. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει αν υπήρχαν και άλλες εξασφαλίσεις, δήλωσε ότι η μελέτη και εμπλοκή του σε όλη τη διαδικασία αφορούσε τον τερματισμό και τον διορισμό και ότι ο ίδιος δεν χειρίστηκε την υπόθεση. Περαιτέρω δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς για το είδος ή το τι ακριβώς είχαν δοθεί ως εξασφαλίσεις για τις εν λόγω χορηγήσεις αλλά σίγουρα για την ενοικιαγορά θα υπήρχαν αντικείμενα, για δε τον τρεχούμενο δεν γνωρίζει. Όταν ρωτήθηκε εάν είχε εμπλοκή ή εάν γνωρίζει από τον τερματισμό και μετά, επανέλαβε τη θέση του ότι η ΤΚ προχώρησε στον τερματισμό μόλις έλαβε γνώση για την αποξένωση της περιουσίας της Εταιρείας και προχώρησε στον άμεσο διορισμό διαχειριστή στη βάση του ΟΚΕ, από εκεί και πέρα δεν χειριζόταν εκείνος την υπόθεση. Σε ερώτηση εάν οι υποχρεώσεις της Εταιρείας για τους εν λόγω λογαριασμούς τηρούνταν, δηλαδή εάν καταβάλλονταν οι δόσεις, δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν τηρούνταν οι πρόνοιες των συμφωνιών. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο τερματισμός ήταν απόφαση λόγω της ενέργειας της Εταιρείας να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία, αυτό λήφθηκε υπόψη και αυτός ήταν ο κύριος λόγος για τον τερματισμό και την άμεση απαίτηση αποπληρωμής. Περαιτέρω ο μάρτυρας σε ερώτηση αναφορικά με τα δικαστικά μέτρα που έλαβε όταν έμαθε για αυτήν την πώληση, δήλωσε ότι πέραν του διορισμού του διαχειριστή, καταχώρισαν και αγωγές, οι οποίες δεν γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκονται. Ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι γνώριζε για την πρόθεση πώλησης μέρους της περιουσίας της Εταιρείας και δεν έπραξαν οτιδήποτε. Επίσης υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι κανένα διάβημα δεν έλαβαν για να διασφαλίσουν ότι το προϊόν από την πώληση θα κατέληγε από τους λογαριασμούς της Εταιρείας στην ΤΚ και o μάρτυρας αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή και δήλωσε ότι το μόνο που έμεινε ήταν να πάνε να πάρουνε τα χρήματα μόνοι τους. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η ΤΚ τερμάτισε, έβαλε παραλήπτη διαχειριστή και έκανε αγωγές και ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο που θα μπορούσε να γίνει από την πλευρά της. Αρνήθηκε υποβολή ότι θα μπορούσαν να διορίσουν διαχειριστή παραλήπτη πολύ νωρίτερα και εν πάση περιπτώσει όταν υπήρχε η πρόθεση εκ μέρους της Εταιρείας για πώληση μέρους της επιχείρησης και δήλωσε ότι ήδη είχε αναφέρει τους λόγους που οδήγησαν στον διορισμό του διαχειριστή παραλήπτη. Στην ερώτηση που έγινε στον μάρτυρα εάν έχουν προχωρήσει σε οποιαδήποτε αίτηση αναφορικά με την αποξένωση, δήλωσε ότι έχουν καταχωρίσει αγωγές. Περαιτέρω, εξήγησε ότι τα αποθέματα που υπάρχουν σε μια υπεραγορά δεν είναι από το περιουσιακό στοιχείο το οποίο έχει αριθμό εγγραφής ή τρόπο να το παρακολουθήσεις. Ο μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω ότι ο όρος «αποξένωση» που χρησιμοποίησε στην κατάθεση του παραπέμπει στην προσπάθεια που έγινε από την Εταιρεία να αφαιρέσει το δικαίωμα της ΤΚ να χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας ως προς τη διευθέτηση των οφειλών τους. Γι' αυτό και η θέση τους είναι ότι αποξενώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία και ο όρος αποξένωση έχει και ένα μεγάλο ποσοστό προσπάθειας αποφυγής όπως το εκλαμβάνουν. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης εάν γνωρίζει πότε η εναγόμενη 1 έλαβε γνώση κατά τη δική του άποψη για την ύπαρξη της κυμαινόμενης επιβάρυνσης της ΤΚ και δήλωσε ότι δεν λαμβάνεις γνώση ενός ομολόγου, συμβάλλεσαι, υπογράφεις και αποδέχεσαι το ομόλογο. Συνεπώς η ημερομηνία εφαρμογής του ομολόγου αναγράφεται στο ομόλογο. Ακολούθως ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν αυτό που ανέφερε το γνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι και η εναγόμενη 1 εάν γνώριζε ή θα μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη του ομολόγου. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι κάθε σοβαρή εταιρεία η οποία πρόκειται να συμβληθεί σε τέτοιου είδους δραστηριότητες διατηρεί μια υποχρέωση ως προς την απαιτούμενη έρευνα και «due diligence», δέουσα προσοχή, ως ανέφερε. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε μορφή γνώσης για την ύπαρξη του ΟΚΕ πριν τον διορισμό του διαχειριστή παραλήπτη από τον οποίο και ενημερώθηκε και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει περί τούτου. Του υποβλήθηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τους όρους και το περιεχόμενο του ΟΚΕ και δήλωσε ότι επί τούτου δεν μπορεί να απαντήσει. Στην υποβολή ότι δεν προκύπτει από την έρευνα που προέβη η εναγόμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών το ποσό για το οποίο η Εταιρεία σύστησε με την ΤΚ το ΟΚΕ, ο μάρτυρας δήλωσε ότι ρωτήθηκε προηγουμένως και ότι επίσης του υποβλήθηκε από τη δικηγόρο της εναγόμενης 1, η οποία τον αντεξέταζε ότι «δεν γνώριζε» ενώ τώρα του λένε ότι «έκαναν έρευνα και ήταν άλλο ποσό». Του υποβλήθηκε ότι η έρευνα έγινε μετά που ενημερώθηκε και από την έρευνα δεν προκύπτει συγκεκριμένο ποσό για το οποίο η Εταιρεία σύστησε το ΟΚΕ. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει και δεν ξέρει να απαντήσει καθότι δεν γνωρίζει τι είδους έρευνα έκαναν στον Έφορο, ενώ εάν γινόταν η έρευνα, το ΟΚΕ ήταν εγγεγραμμένο στο αρχείο του Εφόρου και όλα τα στοιχεία του ήταν εκεί. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν με βάση το ΟΚΕ το ποσό ήταν επί όλης της περιουσίας της εταιρείας και ο μάρτυρας δήλωσε ότι αυτό προκύπτει από τον όρο «Κυμαινόμενη Επιβάρυνση». Περαιτέρω, σε ερώτηση εάν ως ΤΚ θα έπρεπε σήμερα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και λεπτομέρειες για να προσδιορίσει το ακριβές ποσό της ισχυριζόμενης ζημιάς, την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν, ανέφερε ότι η ΤΚ πώλησε τα δάνεια και ότι μέρος της πώλησης αφορούσε και αυτές τις υποχρεώσεις, οι οποίες έχουν μεταφερθεί στην Gordian. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ 2 βρίσκω ότι αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια και ευθύτητα τα όσα γνώριζε. Κατάφερε να μεταφέρει στο Δικαστήριο το ακριβές κλίμα και τα αληθή γεγονότα που χαρακτήριζαν τη σύναψη του ΟΚΕ, τονίζοντας ότι η ΤΚ έλαβε όλα τα μέτρα μόλις έλαβε γνώση της παράβασης των όρων του ΟΚΕ, στέλνοντας τις σχετικές επιστολές στην Εταιρεία (Τεκμ. 4 και 11 - 14) και ακολούθως διορίζοντας τον Παραλήπτη/ Διαχειριστή, καταχώρισαν αγωγές και γενικά έχουν εξαντλήσει όλα τα μέτρα που θα μπορούσαν να είχαν λάβει. Επίσης επιβεβαίωσε από την εμπειρία του ως υπάλληλος σε τραπεζικό ίδρυμα το καθήκον κάθε τραπεζικού ιδρύματος κατά την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών του, κάτι που εν προκειμένω προϋπέθετε έρευνα στο φάκελο της Εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών. Η μαρτυρία του ήταν συνεκτική, σαφής και πειστική και ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ασάφειες αλλά αντίθετα υπήρξε σταθερός σε αυτά τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια και να μεταφέρει στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και σαφήνεια την γνώση του και όλα όσα γνώριζε σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Άλλωστε, αξιοσημείωτο είναι ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη ή/και δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο επί της ουσίας της από την πλευρά της εναγόμενης 1 καθώς όσα ρωτήθηκε δεν αποσκοπούσαν στην αμφισβήτηση όσων ανέφερε αλλά διευκρινήσεις επ' αυτών και επεξήγηση της πρακτικής που η Τράπεζα ακολουθούσε σε τέτοιες περιπτώσεις. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και θεωρώ ότι μπορώ να καταστήσω τα ουσιώδη μέρη αυτής ως ευρήματα μου όπως και πράγματι καθίστανται ευρήματα μου. Ο κ. Τσαγκάρης (ΜΕ 3), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε τη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β), την οποία διάβασε και υιοθέτησε. Ανέφερε ότι από τον Οκτώβριο του 2013 ήταν λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της ΤΚ και από την 18.01.2020 έχει εργοδοτηθεί από την Gordian και στις 02.05.2022 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στο ίδιο τμήμα της εταιρείας Gordian Servicing Limited η οποία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης δανείων/ πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ της Gordian και της Gordian Servicing Ltd, ενεργεί για λογαριασμό της Gordian και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων - εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να διευκρινίσει την διαφορά που παρουσιαζόταν στο χρεωστικό υπόλοιπο των αναδομημένων καταστάσεων - κάποιες παρουσίαζαν ημερομηνία 04/08 και άλλες ημερομηνία 25/07. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι είναι οι ημερομηνίες που είχαν ετοιμαστεί, οι δύο ετοιμάστηκαν στις 04/08 και οι υπόλοιπες είχαν ετοιμαστεί στις 25/07. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ρωτήθηκε αναφορικά με την ημερομηνία που μεταφέρθηκαν οι εργασίες της ΤΚ στην Gordian, η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν η 29.05.2019. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε ποιο ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο εκείνη την ημερομηνία και απάντησε ότι είναι σε όλα τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Στη συνέχεια υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι φαίνεται στο Τεκμ. 30 και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι το Τεκμ. 30 αλλά το Τεκμ. 29. Το Τεκμ. 30 δήλωσε ο μάρτυρας δείχνει υπόλοιπα μόνο για τις 03.11.2011 και 04.08.2022. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι τα υπόλοιπα στις 29.05.2019 φαίνονται μόνο στις αναδομημένες καταστάσεις που έχουν καταθέσει ως τεκμήρια. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν ήταν περισσότερο ή λιγότερο από €1.000.000 την ημερομηνία της μεταφοράς και απάντησε ότι συνολικά ήταν περισσότερο από €1.000.000. Ακολούθως ο μάρτυρας ρωτήθηκε αυτό το οφειλόμενο ποσό πέραν του ενός εκατομμυρίου, ποιος το όφειλε και σε ποιον και ο μάρτυρας εξήγησε ότι υπάρχουν δύο λογαριασμοί στους οποίους πρωτοφειλέτης είναι η Εταιρεία. Είναι ένας τρεχούμενος και ένα δάνειο ενοικιαγοράς. Για αυτούς τους δύο, το υπόλοιπο τους δεν ξεπερνούσε το €1.000.000 αφού στις 04.08.2022 το υπόλοιπο τους είναι €617.000. Αυτό σημαίνει ότι 3 χρόνια πριν, δηλαδή 29.05.2019 ήταν ακόμα πιο κάτω. Τώρα όμως υπάρχουν και 6 λογαριασμοί της GV North fruit Ltd, είναι πρωτοφειλέτης η GV North Ltd και τις οποίες εγγυήθηκε η Εταιρεία, η οποία όπως δήλωσε ο μάρτυρας στο Τεκμ. 30, στις 25.07.2022 το συνολικό οφειλόμενο ποσό ήταν €8.455.511,96σ. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν κατά την ημερομηνία μεταφοράς η Εταιρεία όφειλε λιγότερα από ένα εκατομμύριο και η GRV όφειλε περισσότερα από ένα εκατομμύριο και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε σε ποιον όφειλαν αυτά τα ποσά αυτές οι δύο εταιρείες κατά την ημερομηνία μεταφοράς και δήλωσε ότι μέχρι την ημερομηνία μεταφοράς στην ΤΚ και με την μεταφορά αυτόματα στην Gordian. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν εκείνος ο οποίος έχει να παίρνει και από την Εταιρεία και από τη GRV, ήτο η ΤΚ ως τη μεταφορά και η Gordian μετά την ημερομηνία μεταφοράς και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν αυτά τα οφειλόμενα είναι με βάση τις αποφάσεις των Δικαστηρίων που εκδόθηκαν προς όφελος της ΤΚ οι οποίες έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά και δήλωσε ότι εννοείται και αφού έλαβε υπόψιν του τυχόν καταθέσεις που έχουν γίνει μετά την έκδοση αποφάσεων. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν έχει οποιοδήποτε έγγραφο μέσα σε αυτόν τον όγκο που κατατέθηκε, που δείχνει ότι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχειών (ΣΕΔΙΠΕΣ), όπως ήταν πριν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας, ότι γνώριζε ότι υπήρχε κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω στα περιουσιακά στοιχεία της GRV προς όφελος της ΤΚ. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν βρήκε και ότι δεν είχε έτσι εντολή στην κλήση μάρτυρος που του επιδόθηκε, δεν είχε εντολή να βρει τέτοιο έγγραφο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν γνωρίζει ότι δεν υπήρχε τέτοιο έγγραφο που να δείχνει γνώση της εναγόμενης 1 που είναι η ΚΕΔΙΠΕΣ, πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία ότι υπήρχε αυτή η κυμαινόμενη επιβάρυνση και ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν έχει καν ασχοληθεί με αυτό το θέμα και δεν γνωρίζει. Στη συνέχεια ρωτήθηκε αφού έχει μελετήσει διάφορα έγγραφα, εάν είδε τέτοιο έγγραφο, όπως του το περιέγραψε, το οποίο να λέει ότι η GRV διέθετε κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω στην περιουσία της προς όφελος της ΤΚ και ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν έχει δει κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία του ΜΕ3 προερχόταν αφενός από την μελέτη του φακέλου που τηρεί ο ενάγοντας για την παρούσα υπόθεση και αφετέρου από τη θέση που έχει σήμερα στο τμήμα διαχείρισης των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Gordian Servicing Ltd. Η μαρτυρία του αυτή ήταν καθ' όλα πειστική και συνεκτική. Είναι εμφανές ότι ο ΜΕ3 ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει την αλήθεια και την αληθινή διάσταση των γεγονότων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την σαφήνεια και σταθερότητα με την οποία απάντησε στις ερωτήσεις και υποβολές του δικηγόρου της εναγόμενης 1 για όσα ζητήματα κλήθηκε για να καταθέσει. Παράλληλα, στη βάση των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι προσκομισθείσες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 29 και 30) όπου έμμεσα έγιναν αποδεχτές από τον εναγόμενο 2 αφού αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για το ποσό που περιγράφεται σε αυτές και επίσης δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση τους από την πλευρά της εναγόμενης 1, κρίνω ότι αποτελούν απόδειξη των δοσοληψιών και των υπολοίπων των λογαριασμών που είναι καταχωρισμένες σε αυτές. Το ποσοστό του επιτοκίου καθώς και οι καταστάσεις λογαριασμού, παρέμειναν μάλιστα αναντίλεκτες και δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη 1 ενώ καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την τελευταία για να αντικρουστεί η ορθότητα τους. Η μαρτυρία του ΜΕ 3 κρίνεται ειλικρινής, συνεκτική, σαφής και πειστική και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της και εξ αυτής αντλώ ανάλογα τα συμπεράσματα και ευρήματα μου ως ανωτέρω καταγράφηκαν. Ο κ. Ιακωβίδης (ΜΕ 4), υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα του είναι ο ενάγοντας και η Γραπτή του Δήλωση την οποία διάβασε και υιοθέτησε σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως (ως πιο πάνω), και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω και εδώ. Όπου ασφαλώς στη συνέχεια θεωρηθεί αναγκαίο θα γίνουν αναφορές στην εν γένει μαρτυρία του. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας συμφώνησε με τη δήλωση του δικηγόρου της εναγόμενης 1 ότι ο Αποβιώσαντας μέχρι τις 31.10.2011 ενεργούσε εκ μέρους της Εταιρείας νόμιμα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας διαφώνησε με τη δήλωση του δικηγόρου της εναγόμενης 1 ότι μετά τις 31.10.2011 που ανέλαβε ο ενάγοντας ως Π/Δ, o Αποβιώσαντας δεν είχε δικαίωμα να εκπροσωπεί και να ενεργεί για την Εταιρεία. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι από τις 19.09.2011 όταν πωλήθηκε η υπεραγορά κατά παράβαση του όρου 6 του ΟΚΕ, το ομόλογο αποκρυσταλοποιήθηκε και όλες οι ενέργειες του Αποβιώσαντα ήταν παράνομες. Διευκρινίστηκε στον μάρτυρα ότι όλες οι ενέργειες του Αποβιώσαντα ήταν παράνομες σε σχέση με την Εταιρεία, όχι άλλες εταιρείες άσχετες και ο μάρτυρας δήλωσε ότι όσον αφορά τις ενέργειες του, που αφορούσαν την Εταιρεία και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης της υπεραγοράς, ήταν παράνομες. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αναφορικά με τον τρόπο που λειτούργησε ο εναγόμενος (Αποβιώσαντας), δια μέσου της Εταιρείας, εάν με τον τρόπο αυτό παραβίασε το εμπίστευμα προς όφελος της ΤΚ και κατ' επέκταση της Gordian. O μάρτυρας δήλωσε ότι πριν να παραβιάσει το εμπίστευμα, παραβίασε τον ρητό όρο του ΟΚΕ που προνοούσε πρώτον τη γραπτή συγκατάθεση της ΤΚ για την πώληση του ενεργητικού της Εταιρείας, δηλαδή τον εξοπλισμό και το κτήριο και ενώ είχε υποχρέωση, προτού δημιουργήσει το εμπίστευμα να καταθέσει το προϊόν πώλησης σε λογαριασμούς, που έλεγχε η ΤΚ και ότι σε συμπαιγνία με τον διευθυντή της εναγόμενης 1, δημιούργησαν το εμπίστευμα και εν τέλει το καταχράστηκαν καθότι κακώς δημιουργήθηκε το εμπίστευμα. Ο λόγος για τον οποίο έλαβε το δάνειο η Εταιρεία, ήταν για να πληρωθούν πιστωτές της GRV. Ο μάρτυρας περαιτέρω, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι: «είναι δυνατό να πωλεί ο αποβιώσας περιουσιακό στοιχείο της Green Valley Supermarkets Ltd και να ζητά από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα της ΣΠΕ Αγγλισίδων, δανεισμό, με σκοπό να πληρωθούν πιστωτές σχετιζόμενης Εταιρείας. Άρα το συμπέρασμα μου είναι ορθό ότι σε συμπαιγνία μαζί με τον κ. Κωνσταντίνου κατάφεραν σε πρώτη φάση να αποξενώσουν το προϊόν πώλησης της υπεραγοράς και μετά να το χρησιμοποιήσουν για να πληρώσουν πιστωτές άλλης Εταιρείας και στο τέλος να μην αφήσουν ούτε και ένα σεντ, για τον παραλήπτη/ διαχειριστή, του οποίου οι όροι εντολής ήταν να θέσει υπό την κατοχή του τη γνωστή περιουσία της Εταιρείας και να την ρευστοποιήσει προς όφελος του εξασφαλισμένου πιστωτή. Ο αποβιώσας ο οποίος λάμβανε συμβουλές από τον κ. Κωνσταντίνου, διευθυντή της ΣΠΕ Αγγλισίδων, κατάφερε όχι μόνο να αποξενώσει αλλά και να σπαταλήσει παράνομα κατά την άποψη μου, τα λεφτά τα οποία όφειλαν να δώσουν στην Τράπεζα Κύπρου μιας εξ' αρχής». Ακολούθως ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν αυτά τα χρήματα τα έχασε η ΤΚ και κατ' επέκταση η Gordian λόγω των οφειλών της Εταιρείας προς την ΤΚ και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά και δήλωσε περαιτέρω ότι πρόκειται για οφειλές για τις οποίες η ΤΚ έλαβε μέτρα και έλαβε εξασφαλίσεις υπό τη μορφή του ομολόγου. Διαφώνησε με υποβολή ότι η εναγόμενη 1, η Συνεργατική Εταιρεία δεν είχε καμία απολύτως σχέση ή γνώση με τις ενέργειες του Αποβιώσαντα. Ο ΜΕ 4 κατέθεσε με σαφήνεια και συνέπεια πότε και πως διορίστηκε ως Π/Δ όταν παραβιάστηκαν οι όροι του ΟΚΕ και πότε αυτό κρυσταλοποιήθηκε. Η μαρτυρία του ήταν συνεκτική, σαφής και πειστική και ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις αλλά αντίθετα υπήρξε σταθερός σε αυτά τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ 4 επεξήγησε λεπτομερώς μέσα από την κυρίως εξέτασή του και την αντεξέταση αλλά και πειστικά πώς παραβιάστηκαν οι όροι του ΟΚΕ και πότε αυτό κρυσταλοποιήθηκε, παρουσιάζοντας ένα προς ένα τα έγγραφα τα οποία είχε στη διάθεση του και έλαβε υπόψιν του. Είναι το πρόσωπο που είχε επικοινωνία με τον Αποβιώσαντα καθώς και το πρόσωπο που είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, κατόπιν έρευνας, ότι ο Αποβιώσαντας σε συμπαιγνία με τον κ. Κωνσταντίνου κατάφεραν να αποξενώσουν τα χρήματα από την πώληση της υπεραγοράς τα οποία όφειλαν να παραδώσουν τότε στην ΤΚ. Είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια και να μεταφέρει στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και σαφήνεια τη γνώση του και όλα όσα γνώριζε σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της και από αυτή κρίνω ότι μπορώ να αντλήσω ασφαλή συμπεράσματα για γεγονότα της υπόθεσης τα οποία και καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου. Ο κ. Φαττάλας (ΜΕ 5), είναι ταυτόχρονα και ο εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντα πατέρα του και ο οποίος δέχθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του ως η παρ. 27 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης περί της δράσης του αποβιώσαντος σε συνεργασία με τον κ. Βασίλη Κωνσταντίνου που ενεργούσε τότε για την εναγόμενη 1. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν ο πατέρας του είχε διαχρονικά καλές σχέσεις με τον κ. Κωνσταντίνου και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω, ρωτήθηκε εάν μέχρι και τις 09.11.2011 που ο Αποβιώσαντας παρέδωσε στον κ. Κρις Ιακωβίδη, ο πατέρας του λειτουργούσε και κάτω από την Εταιρεία και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Ακολούθως ο μάρτυρας ρωτήθηκε εάν η Εταιρεία στο τέλος της ημέρας εκείνο που έγινε ήταν να «γελάσει» της ΤΚ που είχε δώσει τα χρήματα, διότι τα χρήματα από την πώληση του Παπαέλληνα μπήκαν στον Συνεργατισμό. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι λόγω του ότι ο πατέρας του είχε οικονομικά προβλήματα, θεώρησε ότι μετά από συζητήσεις που είχε με τον κ. Κωνσταντίνου, ότι είχε μια πρόταση για την αγορά ενός υποστατικού στη Δευτερά, αυτό του έδωσε ελπίδες ότι εάν γινόταν η πώληση, θα μπορούσε να τον βοηθήσει με το άνοιγμα ενός λογαριασμού στον Συνεργατισμό και αυτό έγινε. Λόγω του ότι είχε παρά πολλά οικονομικά προβλήματα, πάρα πολλή πίεση και ήταν σαν σανίδα σωτηρίας. Στο τέλος υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ακόμα και για τους λόγους που ανέφερε τώρα, όλη η σειρά των γεγονότων που περιέγραψε, κατέληξε να μη πάρει η ΤΚ τα λεφτά που είχε να παίρνει από την Εταιρεία και ο μάρτυρας συμφώνησε. Η μαρτυρία του ΜΕ5 πηγάζει αφενός από την προσωπική του γνώση και όλα όσα έζησε εκείνη την περίοδο αφού ως υιός του Αποβιώσαντα και υπάλληλος στην Εταιρεία, γνώριζε για όλες τις ενέργειες που προέβη ο Αποβιώσαντας σχετικά με τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης. Η μαρτυρία του αυτή ήταν καθ' όλα πειστική και συνεκτική. Είναι εμφανές ότι ο ΜΕ5 ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει την αλήθεια και την αληθινή διάσταση των γεγονότων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την σαφήνεια και σταθερότητα με την οποία απάντησε στις ερωτήσεις και υποβολές του δικηγόρου της εναγόμενης 1. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι ότι σε σχέση με τον εναγόμενο 2 εκδόθηκε πριν από την έναρξη της ακρόασης εκ συμφώνου δικαστική απόφαση που επιβεβαιώνει ουσιαστικά την απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων και τους ισχυρισμούς τους περί συμπαιγνίας και πρόθεσης εξαπάτησης του ενάγοντα και του ομολογιούχου και πρόκλησης βλάβης σε αυτούς καθώς επίσης και τις θεραπείες που επιζητεί ο ενάγοντας σε σχέση με την παράβαση των όρων του ΟΚΕ ενώ παράλληλα, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς της εναγόμενης 1 προς αντίκρουση των θέσεων και της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος καθ' όσον αφορά τις θεραπείες που επιζητούν εναντίον τους. Δεν έχω λόγους να μη κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΕ 5 ο οποίος κατέθεσε με φυσικότητα και απλότητα και ως εκ τούτου ήταν απόλυτα πειστικός, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και ασάφειες αλλά αντίθετα υπήρξε σταθερός σε αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο και ειλικρινής. Η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητά της και από αυτή αντλώ ασφαλή συμπεράσματα για τα γεγονότα της υπόθεσης ως καταγράφηκαν πιο πάνω. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν η κάθε πλευρά τη θέση της. Η πλευρά του ενάγοντος καταγράφοντας τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς, τη δοθείσα από πλευράς του ενάγοντος μαρτυρία και τη νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη της, τα επίδικα ζητήματα με παραπομπή στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει αυτά, τη νομολογία και αυθεντίες. Η πλευρά της εναγόμενης 1 στη σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευση ακόμα και με παραπομπή σε μαρτυρία που προήλθε από την πλευρά του ενάγοντος και κυρίως του ΜΕ 5, εισηγείται ουσιαστικά ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε λανθασμένος διάδικος (ενάγοντας), καθώς όπως ήταν και η απάντηση του ΜΕ 5 που είναι ο εναγόμενος 2 σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέτασή του στην Ερ. «.η σειρά των γεγονότων που περιγράψετε, κατέληξε στο ότι η Τράπεζα Κύπρου να μην παίρνει τα λεφτά που είχε να παίρνει από την Green Valley. Σωστά; Απ. Σωστά.». Επομένως, κατά την εισήγηση, «όφειλε να εγείρει την αγωγή η Τράπεζα Κύπρου ως η ενάγουσα και όχι παρούσα Ενάγουσα η οποία με ενέργειες του εναγόμενου 2 διά λογαριασμό της κατά τον ουσιώδη χρόνο, στέρησε από την Τράπεζα Κύπρου και όχι από την ενάγουσα το δανεισθέν εις την ενάγουσα ποσό». Είναι δε η Τράπεζα Κύπρου που στερήθηκε το προϊόν της πώλησης της περιουσίας της ενάγουσας στην Εταιρεία Άλφα Μέγα και όχι η ενάγουσα. Η τελευταία έλαβε τα λεφτά, προϊόν της πώλησης, και αντί να τα καταβάλει στην Τράπεζα Κύπρου που της είχε δανείσει τα χρήματα, τα κατέβαλε στην εναγόμενη 1. Με βάση τα ανωτέρω κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 1: «Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μίαν απαίτηση η οποία με βάση τα γεγονότα ως έχουν κατατεθεί εγείρεται από λανθασμένο ενάγοντα. Την εταιρεία που δανείστηκε τα χρήματα και που λόγω των ενεργειών του τότε ιδιοκτήτη της, του εναγόμενου 2, δεν τα κατέβαλε στην κατά Νόμο δικαιούχο τους, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου». Έτσι αγώγιμο δικαίωμα θα είχε ενδεχομένως, κατά την εισήγηση, η Τράπεζα Κύπρου όχι πάνω στη βάση του δανεισθέντος ποσού - αυτή υφίσταται μόνο κατά της ενάγουσας και του εναγόμενου 2 - αλλά πάνω σε άλλη νομική βάση. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα που προβλήθηκε όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ.15.12.2021, όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Η βάση των αξιώσεων του ενάγοντος περιστρέφεται γύρω από τα δικαιώματά του ως αυτά προκύπτουν δυνάμει του ΟΚΕ επί της περιουσίας της Εταιρείας. Σχετικά με τις πιο πάνω αξιώσεις είναι όσα καταγράφονται στις πιο κάτω παραγράφους του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Volume 7: «
  1. Meaning of "floating charge". The terms "floating charge" and "floating security" mean a charge or security which is not to be put into immediate operation, but is to float so that the company is to be allowed to carry on its business. It contemplates, for instance, that book debts may be extinguished by payment, and other book debts may come in and take the place of those which have disappeared. While a specific charge is one which without more, fastens on ascertained and definite property or property capable of being ascertained and defined, a floating charge moves with the property which it is intended to affect until some event occurs or some act is done which causes it to settle and fasten on the subject of the charge within its reach and grasp. It is of the essence of a floating charge that it remains dormant until the undertaking charged ceases to be a going concern, or until the person in whose favour the charge is created intervenes. His right to intervene may be suspended by agreement, but if there is no such agreement, he may exercise his right whenever he pleases after default.
  2. Effect of floating charge. A floating security being only a charge on the assets for the time being, the company may in the ordinary course of its business, unless it is otherwise agreed and until the security becomes fixed, sell, let, mortgage, or otherwise deal with any of its assets, and pay dividends out of profits, just as if the floating charge had not been created. Where a company has created a floating charge on its undertaking and assets and has reserved power to mortgage its property, it cannot in general create another general floating charge over all the assets to rank in priority to or pari passu with the first floating charge; but where the company has reserved power to charge specified assets, it may create a floating charge on those assets in priority to the general floating charge. ..............................
  3. When floating charge becomes fixed. If the company is wound up, or if a receiver is appointed or some event happens upon which the charge is to become a fixed charge, the security ceases to be a floating security and becomes a fixed charge, and the company cannot thereafter deal with any part of the property so charged except subject to the charge. Where the security merely provides that the company is to be at liberty to deal with the property charged until the happening of a specified event, the security continues to be a floating one after the happening of that event until a receiver is appointed or until the company goes into liquidation. The mere issue of a writ asking for a receiver is not sufficient to affect the company's power of disposition. ...............................
  4. Effect of floating charge becoming fixed. When a floating security upon all the property or assets of the company becomes fixed, it constitutes a charge upon all the property or assets then belonging to the company. ...... A floating charge on all the undertaking and property of a company including uncalled capital constitutes a charge on money recovered by a liquidator in misfeasance proceedings as well as on calls got in by him». Προκύπτει ότι αποκρυστάλλωση κυμαινόμενης επιβάρυνσης συμβαίνει με την επέλευση ενός γεγονότος, το οποίο είτε καθορίζεται ρητά από την ίδια τη συμφωνία επιβάρυνσης, είτε εξυπακούεται. Πρόνοια στη συμφωνία επιβάρυνσης, κατ' ακολουθία της οποίας κυμαινόμενη επιβάρυνση αποκρυσταλλώνεται με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος χωρίς την παρεμβολή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας, εκλαμβάνεται, συνήθως, ως όρος «αυτόματης αποκρυστάλλωσης». Στο αγγλικό σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G. Lightman και G. Moss, 5η έκδ. αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 26 (σε μετάφραση): «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό παραλήπτη από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου». Περαιτέρω στο αγγλικό σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receiver and Administrators, 15η έκδ. αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 312, ως έχουν μεταφραστεί: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης της εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd)
(2011)1 A.A.Δ. 1703, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της». Τέλος, στην πρωτόδικη απόφαση στην Aγωγή αρ. 2470/2014, Ε.Δ. Λάρνακας, Λευτέρης Φιλίππου, Παραλήπτης/ Διαχειριστής της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Company Ltd v. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd κ.α., ημερ. 27.10.2014, αναφέρθηκαν από τον κ. Χ. Μαλαχτό, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Τα δικαιώματα του Παραλήπτη Διαχειριστή όπως προκύπτουν από το νόμο, και που περιλαμβάνουν την ανάληψη του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και κατ' ακολουθία το δικαίωμα εισόδου στα υποστατικά της και φυσικής κατοχής των εγγράφων της, εδράζονται στο γεγονός του διορισμού του ως τέτοιου». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η ανάλυση που θα ακολουθήσει λαμβάνει υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία, την αξιολόγηση της την οποία κατέγραψα πιο πάνω, όσα εγείρει και προωθεί με την Υπεράσπιση της η εναγόμενη 1 σε συνάρτηση με τη σχετική νομοθεσία και νομολογία αλλά και το πλαίσιο του ΟΚΕ και των λοιπών συμφωνιών και τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες των εναγόμενων. Όλα αυτά βεβαίως λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία μας (βλ. WYNNE v. Μαυρονικόλα
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, σ. 1146 για την περίπτωση που υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα σύμφωνα με την οποία, όπως εν προκειμένω, η μαρτυρία αντικρίζεται ως ακολούθως: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο». (Βλ. επίσης, Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Χαραλάμπους
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829). Βεβαίως, δεν έχει νομολογηθεί τι ακριβώς είναι και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι «εγγενείς δυσκολίες». Παρά ταύτα, η απλή, γραμματική έννοια της λέξης «εγγενής» σημαίνει αυτό που «ενυπάρχει στην ίδια τη φύση, από την αρχή της παρουσίας ενός ατόμου ή τη γένεση μιας κατάστασης» (βλ. λεξικό Μπαμπινιώτη, 2η έκδοση, σ. 541). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξετάζει τη μοναδική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του, αλλά την κρίνει με βάση τη φύση της μαρτυρίας - όχι την ποιότητά της. Εξάλλου, όπως λέχθηκε στην R.C.K. Sports Ltd v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σ.1084, «ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας εγείρεται μόνο οσάκις υπάρχουν δυο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο» και ασφαλώς, δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας όταν υπάρχει μια μόνον εκδοχή. Η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ισοδυναμεί με αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της (βλ. Αdidas Sport
(1987)1 C.L.R. 383 και Frederickou Schools v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Γενική αρχή είναι ότι παράλειψη αντεξέτασης ουσιωδών σημείων ισοδυναμεί ή είθισται να ισοδυναμεί με παραδοχή (βλ. Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147). Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Σχετική είναι η υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 όπου αναφέρθηκε ότι: «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να ανακρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac In
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή που προβάλλεται στην Υπεράσπιση είναι καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος. Στην πρόσφατη απόφαση στην Π.Ε. Αρ. 325/2014 Ανδρέα Αργυρού κ.ά. v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου ημερ. 07.04.2023 υπό του κ. Ν. Γ. Σάντη, Δ. και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις όπως και ειδικότερα αυτή της Γεωργιάδης κ.ά. v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 376/2014, ημερ. 16.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:A90 και το εκεί απόσπασμα από αυτή). Στην τελευταία πιο πάνω απόφαση (Αργυρού), σχολιάζεται επίσης το ζήτημα της μη υποβολής ένστασης στην κατάθεση τεκμηρίων με παραπομπή σε σειρά αποφάσεων που διαπραγματεύονται το ζήτημα και πώς θα πρέπει μια τέτοια μαρτυρία να αντικρίζεται με τον κ. Ν. Γ. Σάντη να αναφέρει συγκεκριμένα και τα ακόλουθα: «Με μια σημαντική επιφύλαξη ωστόσο, που αφορά στο ότι η έλλειψη ένστασης στην κατάθεση τεκμηρίων (εδώ των υπ' αριθμό 1 -16Β), δεν υποδηλώνει απαρεγκλίτως πως ο μη ενιστάμενος υιοθετεί τα συγκεκριμένα έγγραφα ή ότι δεσμεύεται από το περιεχόμενο τους, παρά μονάχα πως δεν έχει ένσταση στην κατάθεση τους, και προπαντός - μεταβλητή που οπωσδήποτε δεν ισχύει στην προκειμένη - όταν ο μη ενιστάμενος επιφυλάσσει δικαίωμα για αντεξέταση επί των αφορώντων εγγράφων (Δαμιανού v. White Knight Holdings Limited και Άλλων
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 699, 704)». Το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enter. Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβη στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη 1, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, θέτει ζήτημα περί μη εξασφάλισης άδειας για καταχώριση της αγωγής εκ μέρους της υπό εκκαθάριση Εταιρείας και επομένως πάσχει και είναι άκυρη. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εταιρεία και σύμφωνα με τη μαρτυρία τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 10.07.2012 και στις 27.07.2012 διορίστηκε εκκαθαριστής και ως εκ τούτου δεν λήφθηκε η άδεια του Δικαστηρίου πριν την καταχώριση της αγωγής. Η εναγόμενη 1, έμμεσα αναφέρεται στις πρόνοιες του Άρθρου 233
(1)(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, σύμφωνα με το οποίο κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, ο εκκαθαριστής έχει εξουσία, μετά από έγκριση είτε του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης να εγείρει ή υπερασπίσει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα και εκ μέρους της εταιρείας. Παρόλα αυτά, σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής μπορεί να εξασκήσει την εξουσία του αυτή, χωρίς οποιαδήποτε έγκριση, στη βάση του άρθρου 286
(1)(β) του Κεφ. 113. Συγκεκριμένα, το άρθρο 286
(1)(α) αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι ένας εκκαθαριστής σε εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές (όπως και στην παρούσα), δύναται με την έγκριση του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης ή (αν δεν υπάρχει τέτοια επιτροπή), συνέλευσης των πιστωτών, να ασκεί οποιεσδήποτε από τις εξουσίες που χορηγούνται από τις παραγράφους (δ), (ε) και (στ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 233. Αναφορικά με τις υπόλοιπες εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 233 δεν χρειάζεται οποιαδήποτε έγκριση και αυτό επιβεβαιώνεται από το άρθρο 286
(1)(β) το οποίο αναφέρει ότι «χωρίς έγκριση, ασκεί οποιεσδήποτε άλλες εξουσίες που χορηγούνται από το Νόμο αυτό στον εκκαθαριστή σε περίπτωση εκκαθάρισης από το Δικαστήριο». Συνεπώς, εφόσον έγκριση χρειάζεται μόνο για τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 233 (δ), (ε), (στ), δεν χρειάζεται οποιαδήποτε έγκριση για την εξουσία που καθορίζεται στο άρθρο 233
(1)(α), που αφορά την έγερση ή υπεράσπιση οποιαδήποτε αγωγής. Σε κάθε περίπτωση όμως, η υπό κρίση αγωγή δεν εγέρθηκε από τον εκκαθαριστή της Εταιρείας αλλά από τον Παραλήπτη - Διαχειριστή της, οπότε η εν λόγω προδικαστική ένσταση κρίνω ότι είναι άσχετη, αβάσιμη και λανθασμένη. Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και ο διορισμός εκκαθαριστή, ουδόλως επηρεάζει και εμποδίζει τις εξουσίες του Π/Δ ως Ενάγοντα να ενάγει επ' ονόματι της Εταιρείας υπό την ιδιότητα του ως Π/Δ της Εταιρείας προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του ομολογιούχου που τον διόρισε, ήτοι της ΤΚ. Επιπλέον, το ομόλογο στην βάση του οποίου διορίστηκε ο Π/Δ καθορίζει μεταξύ άλλων, τις εξουσίες του και προνοεί ότι ο Π/Δ δύναται να προβαίνει εις οποιαδήποτε διαβήματα επ' ονόματι της Εταιρείας ή άλλως, ως ήθελε θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο (όρος 10 (α) του ΟΚΕ (Τεκμ. 2). Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας δεν είναι ασύμβατη, ούτε εμποδίζει πιστωτή να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματα του παρέχονται από ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει επίσης τον διορισμό Παραλήπτη/ Διαχειριστή της περιουσίας, με βάση τις εξουσίες που παρέχονται από ομόλογα (Re Pound (Henry), Son & Hutchins
(1889)42 Ch D 402, 418 - 421). Στην απόφαση Re Potters Oils (No2) [1986] 1 All ER 890, 894, έγινε αναφορά στην Re Pound (Henry), Son & Hutchins
(1889)42 Ch D 402 και εξηγήθηκε ότι το συμβατικό δικαίωμα του πιστωτή για διορισμό παραλήπτη με βάση ομόλογο, προκειμένου να προστατεύσει τα οικονομικά του συμφέροντα, υφίσταται και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, η δε περιουσία μιας εταιρείας που βρίσκεται ήδη στην κατοχή του εκκαθαριστή, πλην όμως αποτελεί περιουσία που καλύπτεται από το ομόλογο, μπορεί να περιέλθει στην κατοχή του παραλήπτη/ διαχειριστή μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Τέλος, το δικαίωμα του παραλήπτη/ διαχειριστή να εγείρει αγωγή υπό αυτή την ιδιότητά του και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Goughs Garages Limited v. Puggsley
(1930)1 KB 615. Σχετικό είναι επίσης και το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία NIAGRIUS ENTERPRISES LTD, Αρ. Γεν. Αιτ. 169/14, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 10.10.2014 του κ. Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. (ως ήταν τότε) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις εξουσίες του Εκκαθαριστή και του Παραλήπτη/Διαχειριστή τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Όπου εταιρεία που βρίσκεται υπό διαχείριση τίθεται υπό εκκαθάριση ισχύουν τα ακόλουθα: 1.Το διάταγμα εκκαθάρισης δεν επηρεάζει τον διορισμό του Παραλήπτη/ Διαχειριστή (βλ. The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda QC, 4th ed, 2006, σελ. 265 με αναφορά στην Re Henry Pound, Son & Hutchins
(1889)42 Ch D 402). 2. Ο κάτοχος ομολόγου επιβάρυνσης δύναται να προβεί σε διορισμό Παραλήπτη/ Διαχειριστή έστω και αν θα προκληθεί ζημιά στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές ή αν θα έχει τα ίδια καθήκοντα με τον εκκαθαριστή (βλ. Re Potter Oils Ltd No. 2 [1986] 1 All ER 890,
(1985)1 B.C.C. 99593).
  1. Το δικαίωμα διορισμού Παραλήπτη/ Διαχειριστή είναι απόλυτο. Οι κάτοχοι του ομολόγου ως εξασφαλισμένοι πιστωτές τίθενται εκτός της εκκαθάρισης. Η ανεξάρτητη ρευστοποίηση της εξασφάλισης εκ των πραγμάτων έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση, σε κάποιο βαθμό, της εκκαθάρισης από τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, ανωτέρω, σελ. 266).
  2. Όπου το ομόλογο προνοεί ότι ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής θα είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας η έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής εκκαθάρισης ή οικειοθελής εκκαθάριση τερματίζει αυτόματα την αντιπροσωπεία. Κάποιες εξουσίες όμως παραμένουν. Μπορεί να συνεχίσει τις δραστηριότητες της εταιρείας όχι όμως για να δημιουργήσει νέες υποχρεώσεις στην εταιρεία. Διατηρεί το δικαίωμα κατοχής και ελέγχου της περιουσίας που καλύπτεται από το ομόλογο. Δύναται να συλλέξει και να ρευστοποιήσει όλη την περιουσία της εταιρείας (εμπράγματη και κινητή) που καλύπτεται από το ομόλογο (βλ. The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, ανωτέρω, σελ. 283 με αναφορά στην Gough's Garages Ltd v. Pugsley [1930] KB 615 και στην Re Henry Pound, Son & Hutchins, ανωτέρω).
  3. Ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής διατηρεί την εξουσία συνέχισης δικαστικών διαδικασιών επ' ονόματι της εταιρείας (βλ. Gough's Garages Ltd v. Pugsley (Greer LJ σελ. 621), ανωτέρω).
  4. Ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής διατηρεί την εξουσία πώλησης ή μεταβίβασης ακινήτων επ' ονόματι της εταιρείας και της υπογραφής όλων των αναγκαίων εγγράφων για μια τέτοια πράξη (βλ. Sowman v. David Samuel Trust Ltd (in liquidation) [1978] 1 WLR 22 και Barrows v Chief Land Registrar (1977, Times, 20 October).
  5. Ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής διατηρεί την εξουσία να κατέχει όλα τα έγγραφα που είναι αποδεικνύουν τον τίτλο των κατόχων των ομολόγων επιβάρυνσης. Αν τα έγγραφα αυτά έχουν περιέλθει στην κατοχή του εκκαθαριστή μπορούν να ανακτηθούν (βλ. The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, ανωτέρω, σελ. 286)». Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν στρέφεται εναντίον της Εταιρείας, αλλά εγείρεται από τον Παραλήπτη/ Διαχειριστή και ο εκκαθαριστής της, δηλαδή ο κ. Μιχάλης Μουσιούττας δεν εμφανίστηκε για να διαμαρτυρηθεί για την έγερση αυτής, παρά μόνο διαμαρτύρεται η εναγόμενη
  6. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση του Δικαστή Greer L.J. στη Gough's Garages Ltd. v. Pugsley
(130)1 K.B. 615, στη σελ. 621 ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής έχει το δικαίωμα έγερσης διαδικασίας στο όνομα της εταιρείας. Σημασία έχει εάν ο Π/Δ ενεργεί εντός των όρων εντολής του και της δικαιοδοσίας που του παρέχεται από τους όρους του εγγράφου δυνάμει του οποίου διορίστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, του ΟΚΕ της ΤΚ, οι όροι του οποίου, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, παρέχουν την εξουσία στον Π/Δ να προβαίνει επ' ονόματι της Εταιρείας σε οποιοδήποτε διάβημα θεωρήσει αναγκαίο επ' ονόματι της Εταιρείας (βλ. αγγλικό σύγγραμμα Lightman & Moss on the law of administrators and receivers of companies, 6η έκδοση, από Gavi Lightman, σελ. 421 όπου αναφέρεται ότι: «Despite the winding-up, the receiver is entitled to continue or take legal or other action in the name of the company (βλ. Gough's Garages Ltd v. Pugsley [ 1930] 1 K.B. 6 15; Newhart Ltd v. Co-op Commercia/Bank [ 1978] Q.B. 814 (CA). Επομένως, κρίνω ότι δεν απαιτείτο να ληφθεί καμία άδεια πριν την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η οποία έχει όπως βρίσκω νομότυπα και έγκυρα καταχωριστεί και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 είναι ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Πέραν των ανωτέρω, ο ενάγοντας διεκδικεί την περιουσία της Εταιρείας η οποία έχει αποξενωθεί και είναι ο μόνος που μπορεί προωθήσει την αγωγή για να ανακτήσει την εν λόγω περιουσία και να ικανοποιήσει τον κάτοχο του ΟΚΕ. Στην υπόθεση M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, Ch, αναφέρεται πως ένας Παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ' όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει στην επιβαρυμένη περιουσία. Τα ως άνω, με όλο τον σεβασμό, κρίνω ότι απαντούν και στο βασικό επιχείρημα που προβάλλει στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 1 και οδηγούν σε αντίθετο συμπέρασμα από ό,τι η εισήγηση. Θα με απασχολήσει στην συνέχεια ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί παρότρυνσης και καθοδήγησης από την εναγόμενη 1 για την σύναψη των συμφωνιών δανειοδότησης μεταξύ της Green Valley Supermarkets Ltd, της GR. V. North Fruit Ltd και της εναγόμενης 1. Με την τροποποιημένη Υπεράσπιση της, η εναγόμενη 1 εγείρει ισχυρισμούς ότι οι τραπεζικές συμφωνίες που έγιναν και οι εντολές που δόθηκαν από την Εταιρεία και την GRV ήταν ιδία πρωτοβουλία και χωρίς οποιαδήποτε παρότρυνση και καθοδήγηση της εναγόμενης 1 και οποιουδήποτε αξιωματούχου αυτής, αλλά μέσω του Αποβιώσαντα ο οποίος ήταν έμπειρος επιχειρηματίας. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι συναλλαγές αυτές ήταν νόμιμες και στα πλαίσια των νόμιμων συμβατικών σχέσεων της εναγόμενης 1 και της Εταιρείας και της GRV και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης 1 εδράζεται επί του Άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, γνωστό ως «παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης» το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «34
(1)Πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή στη βιομηχανία στην οποία απασχολούνται οι απεργοί ή ανταπεργοί και εν γνώση και χωρίς επαρκή αιτιολογία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση σε τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η σχέση που δημιουργείται με το γάμο δεν θεωρείται συμβατική». Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, αναλύονται οι αρχές που διέπουν το θέμα, όπως έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία των Κυπριακών, αλλά και των Αγγλικών Δικαστηρίων. Τα πιο κάτω αναφέρονται στις σελίδες 109 μέχρι 110: «Αναγκαία στοιχεία - Τα αναγκαία στοιχεία του αδικήματος, όπως προκύπτουν από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού και της αγγλικής νομολογίας είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος προκάλεσε παράβαση σύμβασης μεταξύ δύο άλλων μερών· απαιτείται αυστηρή απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγωγής του και της παράβασης της σύμβασης. Η σύμβαση αυτή πρέπει να είναι κατά νόμο δεσμευτική. Στην υπόθεση Xenophondos v. Anastasiadou, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παρανομία γιατί η επίδικη διαγωγή εκδηλώθηκε μετά που η σύμβαση είχε ήδη τερματισθεί. Το να προκαλέσει επίσης κάποιος άλλο να τερματίσει νόμιμα μια σύμβαση ή να παραβεί μια άκυρη σύμβαση δεν συνιστά αδίκημα. Ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος έναντι του Β, έστω και αν η σύμβαση αυτή προνοεί ότι ο Α δεν ευθύνεται έναντι του Β αν η παράβαση οφείλεται σε ενέργειες όπως εκείνες του εναγόμενου που εμπόδισαν τον Α να εκτελέσει τη σύμβαση. (
  2. ii)Ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από την προκληθείσα παράβαση της σύμβασης. Όπου, ως συνήθως, το φυσικό επακόλουθο της παράβασης της σύμβασης είναι η πρόκληση ζημιάς, ο ενάγων μπορεί να επιτύχει χωρίς την απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς. (iii) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Το ερώτημα που γεννάται είναι μέχρι πού πρέπει να φτάνει η γνώση αυτή, τούτο δεν πρέπει να δημιουργεί δυσκολία, γιατί η πραγματική αρχή είναι ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να είχε πρόθεση να προκαλέσει την παράβαση ή να ήταν απερίσκεπτα αδιάφορος αν θα επροκαλείτο ή όχι παράβαση. Τούτο εξυπακούει ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να είχε κάποια γνώση της σύμβασης που όμως δεν χρήζει καθορισμού γιατί θα ποικίλλει από υπόθεση σε υπόθεση, σύμφωνα με τη φύση της διαγωγής του εναγόμενου.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 15η έκδοση, στο Κεφάλαιο 15 γίνεται ανάλυση του αστικού αυτού αδικήματος. Στην παράγραφο 15-02 αναφέρονται τα εξής: «Knowingly to procure or, as it is often put, to induce a third party to break his contract to the damage of the other contracting party without reasonable justification or excuse is a tort. Lord Macnaghten said that "a violation of a legal right committed knowingly is a cause of action, and it is a violation of legal right to interfere with contractual relations recognized by law if there be no sufficient justification for the interference». Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 15-03 εξετάζεται η απαιτούμενη γνώση και πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου να προκαλέσει παράβαση σύμβασης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «The plaintiff must show that there was an intentional invasion of his contractual rights and not merely that the breach of contract was the natural consequence of the defendant´s conduct. Similarly, negligent invasions of contractual rights are not actionable under this heading. The defendant must be shown to have knowledge of the existence of a contract, but the suggestion that he must know the "relevant terms" of the contract before he can be liable has now been shown to be erroneous; and, given that he know it existed, the test of his intention is objective». Στην υπόθεση J. T. Stratford & Son Ltd ν. Lindley
(1965)A.C. 269, η Βουλή των Λόρδων, έστω και εάν είχε αμφιβολία κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν επαρκή γνώση των συμβολαίων, εξέδωσε το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα, καταλήγοντας ότι οι εναγόμενοι επενέβαιναν επί των εν λόγω συμβολαίων, ενόψει του ότι ήταν εύλογο να συμπεράνουν (reasonable to infer) ότι η επέμβασή τους θα προκαλούσε παραβίαση των συμβολαίων (would involve breaches of those contracts). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts (ανωτέρω), στην παράγραφο 17-03, σελίδα 703 αναφέρεται: «Knowledge and intention are, of course, intimately connected; but their problems are not coterminous. Thus, affirmative proof that the defendants did not intend to induce any breach can rescue even if all other constituents of liability are present. But if they are shown to have intended to procure a breach, it is no defence for them to show that they were not malicious or spiteful, or that their motive was not to cause damage to the plaintiff. The problems arise, however, both as to knowledge and intention where the defendant has been reckless or shut his eyes to facts. In such circumstances he may be held to have knowledge of the relevant authorities». Στην υπόθεση British Industrial Plastics Ltd v. Ferguson
(1940)1 All E.R. 479, 482-483, έχει λεχθεί ότι: «The defendant has been reckless or shut his eyes to facts... in such circumstances he may be held to have knowledge of the relevant contract». Το αδίκημα συνίσταται στην εκ προθέσεως πρόκληση παράβασης μιας υφιστάμενης και έγκυρης συμβατικής υποχρέωσης. Στην Thomson (D.C.) & Co. Ltd v. Deakin
(1952)Ch. 646 το Δικαστήριο αναγνώρισε τρεις διαφορετικές μορφές πρόκλησης παράβασης σύμβασης, όπως αυτές αναλύθηκαν στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου (ανωτέρω), δηλ. άμεση πειθώ, άμεση επέμβαση ή έμμεση επέμβαση ως ακολούθως: «Άμεση πειθώ (direct inducement): η μορφή αυτή περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος παροτρύνει και πείθει κάποιο να παραβεί τη σύμβαση του με τρίτο. Άμεση επέμβαση (direct intervention): η μορφή αυτή συνίσταται στην άμεση επέμβαση του Α στο πρόσωπο ή την περιουσία του Β με τέτοιο τρόπο που να εμποδίζεται να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με το Γ. Έμμεση επέμβαση (indirect procurement): η μορφή αυτή συνίσταται στην πρόκληση της παράβασης της σύμβασης μεταξύ του Β και του Γ με ενέργεια μέσω τρίτου προσώπου». Αναφορικά με το τι αποτελεί επαρκή αιτιολογία είναι αδύνατο να οριστεί επακριβώς. Είναι πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: Η φύση της σύμβασης, η θέση των μερών, οι λόγοι της παράβασης, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την πρόκλησή της, η σχέση του εναγόμενου με το μέρος που παραβαίνει τη σύμβαση και ο σκοπός για τον οποίο προκαλεί την παράβαση. Η προώθηση των συμφερόντων του ιδίου του εναγόμενου δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία. Τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να καταδειχθούν και τα οποία κρίνω ότι έχουν πράγματι αποδειχθεί με την προσφερθείσα από τον ενάγοντα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα τα οποία καθίστανται ευρήματα μου: (α) Ύπαρξη συμβατικής σχέσεως αναγνωρισμένης από το νόμο - ΟΚΕ μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας. (β) Γνώση της ύπαρξης της σύμβασης από τον εναγόμενο - Η εναγόμενη 1 γνωρίζει για την ύπαρξη του ΟΚΕ μεταξύ της ΤΚ και της Εταιρείας. (γ) Επέμβαση εκ προθέσεως επί της εν λόγω συμβατικής σχέσεως - Η εναγόμενη 1 παροτρύνει και επεμβαίνει στην συμβατική σχέση της ΤΚ και της Εταιρείας παροτρύνοντας τον Αποβιώσαντα να παραβιάσει τους όρους του ΟΚΕ και να καταθέσει το προϊόν πώλησης στην Συνεργατική, ο Αποβιώσαντας αφού έχει παρακινηθεί από την εναγόμενη 1 προχωρεί στις ενέργειες που αναφέρονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και οι οποίες παρουσιάζονται από τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν εκ μέρους του ενάγοντα και την παράβαση των όρων του ΟΚΕ. (δ) Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας για την επέμβαση - Ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 1 δεν γνώριζε για την ύπαρξη του ΟΚΕ δεν είναι επαρκής αφού όφειλε ως τραπεζικό ίδρυμα να προβεί σε δέουσες ενέργειες για έλεγχο της χρηματοπιστωτικής ικανότητας της Εταιρείας. (ε) Συνακόλουθη ζημιά - Η ΤΚ και συνακόλουθα η Gordian δεν έχουν λάβει το προϊόν από το τίμημα πώλησης με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το χρέος της Εταιρείας η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Σχετικά περί του υπόλοιπου των επίδικων λογαριασμών είναι όσα ανέφερε ο κ. Τσαγκάρης (ΜΕ3) τα οποία δεν χρειάζεται να επαναληφθούν και εδώ. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι απαραίτητη προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση η εναγόμενη 1 προκάλεσε παράβαση σύμβασης όπως προνοείται στο Άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Στη βάση επομένως της προσαχθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή ως η πιο πάνω ανάλυση κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 δεν ευσταθούν και αυτό επιβεβαιώνεται από την παραδοχή του Αποβιώσαντα Αιμίλιου Χατζηχαραλάμπους μέσω της υπογεγραμμένης γραπτής του δήλωσης, (Tεκμ. 48), τη μαρτυρία του ΜΕ5 καθώς και την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του εναγόμενου
  1. Όπως είναι φανερό από την γραπτή δήλωση του Αποβιώσαντα (Τεκμ. 48), ο Aποβιώσαντας είχε καθημερινή επαφή και επικοινωνία με τον κ. Βασίλη Κωνσταντίνο, στον οποίο εξέφραζε τους προβληματισμούς του για την ύπαρξη του ΟΚΕ προς όφελος της ΤΚ και συγκεκριμένα κατά πόσο θα έπρεπε να ενημερώσει την ΤΚ για την πώληση της υπεραγοράς. Ο κ. Κωνσταντίνου καθησυχάζοντας τον Αποβιώσαντα, τον παρότρυνε να πωλήσει την υπεραγορά, το τίμημα πώλησης να το καταθέσει στη Συνεργατική για να μπορέσει να αναπνεύσει η GRV στην οποία θα μπορούσαν όπως του είπε να παραχωρήσουν νέο δάνειο εάν τα χρήματα τα έβαζε στην Συνεργατική. Με αυτά τα δεδομένα, και μετά από την παρότρυνση του κ. Κωνσταντίνου εκ μέρους της Συνεργατικής, σύμφωνα με τη μαρτυρία, αλλά και τις διαβεβαιώσεις του περί μη ύπαρξης λόγου ανησυχίας για αυτήν την πράξη, δηλαδή την πώληση της υπεραγοράς και την κατάθεση του ποσού στην Συνεργατική χωρίς την ενημέρωση της ΤΚ, ο Αποβιώσαντας προχώρησε στην κατάθεση του τιμήματος που έλαβε στη Συνεργατική. Ο τρόπος με τον οποίο θα κατατίθετο το εν λόγω ποσό ήταν εισήγηση της Συνεργατικής. Οι λογαριασμοί που ανοίχθηκαν στην Συνεργατική και στους οποίους αναφέρεται ο Αποβιώσαντας στην γραπτή δήλωση του (Τεκμ. 48), επιβεβαιώνονται και από τις υποπαραγράφους 12 (α) - (γ) της Τροποποιημένης Υπεράσπισης της εναγόμενης
  2. Ο Αποβιώσαντας μόλις πληροφορήθηκε για το διορισμό του Π/Δ τηλεφώνησε στον κ. Κωνσταντίνου, ενημερώνοντας τον για το γεγονός του διορισμού του κ. Χριστάκη Ιακωβίδη. Μάλιστα, την ίδια ημέρα ο Αποβιώσαντας επισκέφθηκε τα γραφεία της Συνεργατικής και ανέφερε στον κ. Κωνσταντίνου ότι το γεγονός της κατάθεσης των χρημάτων που έλαβε από την πώληση της υπεραγοράς στην Συνεργατική χωρίς την ενημέρωση της ΤΚ ήταν κάτι που συνετέλεσε στον διορισμό του ενάγοντος ως Π/Δ της Εταιρείας παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις κ. Κωνσταντίνου ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Ο κ. Κωνσταντίνου κατά τη συνάντηση του με τον Αποβιώσαντα, του είπε ότι αυτός δεν είχε επίσημη ενημέρωση μέχρι εκείνη την ώρα για το γεγονός του διορισμού του κ. Ιακωβίδη και παρότρυνε τον Αποβιώσαντα να σπάσει άμεσα το Γραμμάτιο για να ξοφληθεί έτσι το δάνειο της GRV και η υπέρβαση στον τρεχούμενο της GRV πριν προλάβει ο ενάγοντας να αποστείλει στη Συνεργατική επιστολή για το γεγονός του διορισμού του. Ο Αποβιώσαντας ακολουθώντας την παρότρυνση και εισήγηση του αξιωματούχου της Συνεργατικής έδωσε οδηγίες στις 03.11.2011 για την πρόωρη διακοπή του Γραμματίου Προθεσμίας με αποτέλεσμα να μεταφερθεί από το γραμμάτιο το ποσό που απαιτείτο για την εξόφληση του δανείου (περίπου €502.000) και το υπόλοιπο να μεταφερθεί στον τρεχούμενο της GRV για να καλύψει το όριο που είχε δοθεί (περίπου €847,000). Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι όλα έγιναν δύο μόλις ημέρες μετά τον διορισμό του Π/Δ και αφού ο Αποβιώσαντας είχε δεχτεί μεγάλη πίεση για να προχωρήσει όπως τελικά προχώρησε. Τα ως άνω γεγονότα που αποκαλύφθηκαν από τη μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς του ενάγοντα την οποία και αποδέχθηκα, είναι φανερό ότι οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η συνολική συμπεριφορά των εναγόμενων όπως την έχει εξηγήσει η πλευρά του ενάγοντα στην μαρτυρία που παρουσίασε και η οποία προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και όπως επιβεβαιώνεται από την γραπτή δήλωση του Αποβιώσαντα (Τεκμ. 48) και γενικότερα οι δόλιες ενέργειες στις οποίες οι εναγόμενοι έχουν προβεί, βρίσκω ότι είναι εμφανώς παράνομες και η διάθεση του Προϊόντος Πώλησης, με τον τρόπο κατά τον οποίο αυτό διατέθηκε ως έχει εξηγήσει ο Π/Δ (ΜΕ 4), αλλά και οι υπόλοιποι μάρτυρες στην μαρτυρία τους, έγινε κατά προφανή παραβίαση των όρων του ΟΚΕ και καταστρατήγησης των εξουσιών του Π/Δ και κατά παράβαση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 ως εμπιστευματοδόχου με αποτέλεσμα να μην καταστεί εφικτή η διευθέτηση των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την ΤΚ και κατ' επέκταση στη Gordian. Η ζημιά της ΤΚ και κατ' επέκταση της Gordian συνίσταται στην αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας κατά παράβαση των ρητών προνοιών του ΟΚΕ, όπου το υπόλοιπο των λογαριασμών παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα σύμφωνα με τον κ. Τσαγκάρη (ΜΕ 3) και η περιουσία της Εταιρείας επιβαρύνθηκε προς όφελος της εναγόμενης 1 για την παραχώρηση επιπρόσθετων πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εταιρεία και την GRV. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα της αναγκαιότητας λήψης έγκρισης της Τράπεζας Κύπρου για την πώληση καθώς η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Εταιρεία δεν χρειαζόταν την έγκριση της ΤΚ για να πωλήσει μέρος της επιχείρησης της. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αποτελούσε ρητό όρο του ΟΚΕ ότι η Εταιρεία δεν μπορούσε να διαθέσει οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της ΤΚ [Σχετ. είναι οι όροι 6, 13 (στ) και (ζ) του ΟΚΕ (Τεκμ. 2)]. Ως εκ τούτου είναι ξεκάθαρο από τους όρους του ΟΚΕ και τη μαρτυρία του ενάγοντος ότι η Εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να μην αποξενώσει ή άλλως πως διαθέσει οποιοδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας Κύπρου παρά μόνο κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της (ordinary course of business). Tο πότε η διάθεση γίνεται κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών μίας εταιρείας κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα Τhe Law relating to Receivers, Managers and Administrators, H. Picarda σελ. 35 αναφέρεται ότι: «Essentially the test for determining whether a transaction falls within the ordinary course of business is a mixed question of fact and law and questions of fact are to be, or may be, tested by reference to the objective outsider with knowledge of the company». Συνήθης διεξαγωγή των εργασιών της Εταιρείας, ως ιδιοκτήτριας υπεραγορών, αποτελούσε σε γενικές γραμμές η πώληση του αποθεματικού των υπεραγορών (δηλαδή των προϊόντων που πωλούσαν οι υπεραγορές) και η πληρωμή των προμηθευτών της. Στο σύγγραμμα του Η. Picarda (ανωτέρω) σελ. 35 παρουσιάζονται κάποια παραδείγματα συναλλαγών που γίνονται εντός της συνήθους διεξαγωγής των εργασιών μίας εταιρείας˙ τέτοια συναλλαγή μπορεί να είναι, ως αναφέρεται στο ανωτέρω σύγγραμμα και η πώληση μέρους της επιχείρησης μιας εταιρείας (βλ. Re HH Vivian & Co Ltd [1900] 2 Ch 654 (sale of one of the three separate businesses); cf Torzillu Pty Ltd v Brynac Pty Ltd
(1983)8 ACLR 52). Αυτό όμως ισχύει όταν η πώληση του μέρους της επιχείρησης θα εξυπηρετήσει την οικονομική διαβίωση μίας εταιρείας. Στην υπό κρίση περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθότι η διάθεση της περιουσίας της Εταιρείας, έγινε με σκοπό την πληρωμή πιστωτών άλλης τρίτης εταιρείας, δηλαδή της GRV, συνεπώς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι η διάθεση της περιουσίας έγινε εντός της συνήθους διεξαγωγής των εργασιών της Εταιρείας. Η πληρωμή πιστωτών άλλης νομικής οντότητας και όχι της Εταιρείας είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική απογύμνωση της Εταιρείας, η οποία δεν εξυπηρέτησε την συνέχιση της διαβίωσης της ούτε και τα συμφέροντα των πιστωτών της. Αντιθέτως, οδήγησε στην οικονομική της κατάρρευση, στον διορισμό Π/Δ και ακολούθως σε εκκαθάριση. Τόσο η Εταιρεία (μέσω του Αποβιώσαντα διευθυντή της), όσο και η εναγόμενη 1, ήταν ενήμερη ότι το Προϊόν Πώλησης παραχωρήθηκε παράνομα ως εγγύηση και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση της χρηματοδότησης που έλαβε η GRV για την πληρωμή των πιστωτών της. Αυτό επιβεβαιώνεται από την Αίτηση Δανείου ημερομηνίας 20.09.2011 (Τεκμ. 36), κάτω από τον τίτλο «ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ», «ΣΧΟΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ» όπου σημειώνονται από λειτουργό της εναγόμενης 1 τα πιο κάτω: «Πρόκειται για όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό με δέσμευση γραμματίου της συγγενούς εταιρείας που αποτελεί προϊόν πώλησης υπεραγοράς στην Λευκωσία. Θα διευθετηθούν υποχρεώσεις της GRV NORTH προς προμηθευτές» (Τεκμ. 36 σελ. 4). Τώρα ως προς το ζήτημα της ενημέρωσης της εναγόμενης 1 για την ύπαρξη του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ήταν βασική γραμμή της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 1 έλαβε γνώση για την ύπαρξη του ΟΚΕ μεταξύ της Εταιρείας και της ΤΚ μετά τον διορισμό του ενάγοντα και όχι προηγουμένως. Τόσο όμως ο διορισμός του ενάγοντα, όσο επίσης, και η ύπαρξη και η σύσταση του ΟΚΕ προς όφελος τότε της ΤΚ, ήταν γνωστά στην εναγόμενη 1 και όσα διαφορετικά ισχυρίζεται κρίνω ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της εναγόμενης 1 να δικαιολογήσει τις παράνομες ενέργειες της. Προς τούτο συνηγορούν τα ακόλουθα: (α) Το Άρθρο 90 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προβλέπει την εγγραφή επιβαρύνσεων που γίνονται από εταιρείες εγγεγραμμένες στη Δημοκρατία. Τα καθορισμένα στοιχεία της επιβάρυνσης πρέπει να παραδίδονται στον Έφορο Εταιρειών για καταχώριση εντός συγκεκριμένου χρόνου. Όπως επιβεβαιώνεται από το Τεκμ. 5, οι σχετικές ενέργειες για εμπρόθεσμη εγγραφή του Ομολόγου έγιναν εγκαίρως. Περαιτέρω, το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής (Τεκμ. 6), χορηγήθηκε από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στις 04.04.2011. Δυνάμει του άρθρου 93
(2)του Κεφ. 113, το πιστοποιητικό αυτό «αποτελεί, αμάχητη απόδειξη ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Μέρους αυτού αναφορικά με την καταχώριση». (β) Περαιτέρω, ο Π/Δ όπως έχει δηλώσει στην γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Γ), καθώς και ο ΜΕ1 και ΜΕ2, από την εμπειρία τους είναι ότι ένα τραπεζικό ή συνεργατικό ίδρυμα πριν αποφασίσει την παροχή χρηματοδότησης σε εταιρεία, υπέχει υποχρέωση διενέργειας ελέγχου στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη με σκοπό την αξιολόγηση της αξίας των εξασφαλίσεων που πρόκειται να παραχωρηθούν προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων/δανείων που πρόκειται ένας υποψήφιος δανειολήπτης να λάβει από το εν λόγω ίδρυμα. Επίσης, υπέχουν την υποχρέωση να προβούν σε κάθε αναγκαίο έλεγχο με σκοπό την αξιολόγηση της προτεραιότητάς τους στην εξασφάλιση με σκοπό την διασφάλιση επαρκούς ασφάλειας των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν, και να διενεργούν την δέουσα επιμέλεια (due diligence) προς τους πελάτες τους. Συνεπώς, η εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να γνωρίζει ότι η Εταιρεία είχε εκδώσει το Ομόλογο το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρησή της προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και το οποίο ήταν απεριορίστου ποσού. (γ) Όπως φαίνεται από το Τεκμ. 47, στις 25.10.2011, η εγγραφή του Ομολόγου ήταν επίσης διαθέσιμη στην ιστοσελίδα https://www.infocredit.cyta.com.cy που περιέχει αντίστοιχες πληροφορίες με αυτές που είναι διαθέσιμες κατόπιν ηλεκτρονικής έρευνας στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Όπως έχει διευκρινίσει ο Π/Δ στην γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), ο Όμιλος Infocredit αποτελεί πάροχο εμπορικών και πιστωτικών πληροφοριών και οποιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες όταν καταστεί μέλος. (δ) Περαιτέρω, όπως επιβεβαιώνεται και από την γραπτή δήλωση του Αποβιώσαντα (Τεκμ. 48), ο κ. Κωνσταντίνου εκτός από την γνώση που είχε λάβει από τον Αποβιώσαντα για την ύπαρξη του ΟΚΕ, το γνώριζε επίσης και από τον κ. Πέτρο Πέτρου, ο οποίος είναι ένας εκ των λογιστών της Green Valley και είχε συχνή επικοινωνία με τον κ. Κωνσταντίνου από τη Συνεργατική και του είχε αναφέρει πολλάκις την ύπαρξη κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της ΤΚ. Η Συνεργατική γνώριζε πολύ καλά τόσο το γεγονός της ύπαρξης του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης όσο και το γεγονός του διορισμού του Π/Δ της Green Valley κατά τον χρόνο που παρότρυνε τον Αποβιώσαντα να πράξει τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Έστω και αν ισχύει όμως ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι δεν γνώριζε για το ΟΚΕ, αυτό αποδεικνύει ότι η εναγόμενη 1 ενήργησε πλημμελώς τα καθήκοντα της, παρέλειψε να προβεί στη δέουσα έρευνα και αυτό την καθιστά υπόλογη και σε καμία περίπτωση δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη της να επιστρέψει στον Π/Δ το χρηματικό ποσό που έλαβε από την Εταιρεία. Προβλήθηκε από την εναγόμενη 1 ότι μη αποκάλυψη χρεωστικού υπόλοιπου των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται με το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και ότι με το ΟΚΕ δεν παρέχεται στο έντυπο του Εφόρου Εταιρειών άλλα ούτε και δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με τον όρο 6 του ΟΚΕ (Τεκμ. 2), η Εταιρεία αναλάμβανε να επιβαρύνει (charges) ολόκληρη την επιχείρηση (Undertaking) και όλη την περιουσία της κάθε μορφής και οπουδήποτε βρίσκεται, παρούσα και μέλλουσα συμπεριλαμβανομένων και του μη κληθέντος Κεφαλαίου και της φήμης και της πελατείας (Goodwill) αυτής υπό μορφή κυμαινόμενης εξασφάλισης, με σκοπό την πληρωμή και εξόφληση (with payment and discharge) όλων των υποχρεώσεων της τις οποίες το Ομόλογο εξασφάλιζε ή επρόκειτο να εξασφαλίσει ως εκ τούτου αυτό δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να καθορίζεται το ύψος του ομολόγου. Περαιτέρω, ο όρος 16 του ΟΚΕ, αναφέρει ότι άμα τη αποπληρωμή παντός υπολοίπου οφειλόμενου υπό μορφή κεφαλαίου εξασφαλισμένου διά του παρόντος ομολόγου, μαζί με όλους τους τόκους, τα έξοδα, προμήθειες, επιβαρύνσεις και δαπάνες, τότε η τράπεζα οφείλει κατόπιν αίτησης της Εταιρείας να απαλλάξει το ενεργητικό της (εταιρείας) από τη δημιουργούμενη με το ομόλογο εξασφάλιση. Στο αγγλικό σύγγραμμα Kerr & Hunter on Receiver and Administrators, των T. Robinson και P. Walton, 20η έκδοση, 2018, σελ.429, στην παράγραφο 18-4 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Demand: sum to be demanded. Any demand required to be made of the mortgagor should make demand in the terms specified in the mortgage, and where, in the mortgage, the mortgagor agrees to pay on demand all monies owing the mortgagor may simply demand payment of the monies secured in those terms. In most cases, the question of repayment is wholly academic, the mortgagor being unable to make repayment. Should the mortgagor be in a position to pay, there is probably a duty upon the mortgagee, on request by the mortgagor, to name a realistic sum as being due, on receipt of which (if necessary on account) no appointment of a receiver would be made». Το ως άνω απόσπασμα παραπέμπει στην υπόθεση Bank of Baroda v. Panessar
(1987)Ch. 335 στην οποία δύο εταιρείες είχαν επίσης συνομολογήσει ομόλογο επιβαρύνσεως (debenture) και μετά που αυτές είχαν επανειλημμένως υπερβεί τα όρια παρατραβήγματος, η τράπεζα επέδωσε απαιτήσεις (demands) ζητώντας «όλα τα οφειλόμενα ποσά» («all moneys due to us») πλην όμως χωρίς να εξειδικεύσει το ακριβές οφειλόμενο ποσό του χρέους. Μετά την επίδοση των απαιτήσεων δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Το Αγγλικό Δικαστήριο (Chancery Division) καθοδηγούμενο και από την απόφαση Αυστραλιανού Δικαστηρίου (High Court) Bunbury Foods Pty. Ltd v. National Bank of Australasia Ltd
(1984)51 A.L.R.609 κατέληξε επί του θέματος ως εξής: «I cannot see any reason why the creditor should not do precisely what he is, by the terms of his security, entitled to do; that is to say, to demand repayment of all moneys secured by the debenture. As the High Court of Australia points out, it would seem stupid that the creditor could put in, without imperiling the validity of the notice, an entirely wrong sum, and one that is much more likely to give rise to confusion and difficulty than is the form of the notice adopted in that and the present case. Indeed, it is quite clear that knowledge of the precise amount of the sums outstanding is only required in the exceptional case, because in most cases, as in the present case, the debtor has no real means whatsoever of paying off the sum which is due, and it would seem to be idle to put the creditor to what might be very considerable expense in ascertaining the precise amount due when there is no likelihood that that sum will represent a realistic target at which the debtor can aim. If, on the contrary, the debtor is in a position to pay off the sum demanded and wishes to know the exact and precise sum, he can communicate with the creditor and ask the creditor what sum he is expecting to be paid. Under those circumstances, one imagines that the creditor would say, "Well, the last accounts, which are not complete, show in fact a sum of £X owing from you. If you can pay that sum at once, then we need not worry too much about the additional sum; we can settle that later," or something along those lines. At any rate, on this point, I propose to follow the Australian case, which seems to me to be redolent of good common sense». Παρόμοια επομένως, δεν διαφαίνεται να δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα από τον μη επακριβή καθορισμό του ποσού στο ίδιο το ομόλογο ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο μέχρι και την επιστολή ζήτησης. Ούτε έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ή έστω ισχυρισμός ότι υπήρξε ετοιμότητα ή προσπάθεια πληρωμής ή εξόφλησης η οποία να μην καρποφόρησε λόγω π.χ. της γενικότητας του όρου 16. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης 1 παραμένει χωρίς έρεισμα και απορρίπτεται. Προβλήθηκε επίσης ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας αποποιήθηκε του δικαιώματος του για καταχώριση της αγωγής και τούτο καθώς η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας γνώριζε εξ' αρχής για τις συναλλαγές της GRV με την εναγόμενη 1 και δεν ήγειρε οποιοδήποτε θέμα, παρά μόνο ένα χρόνο μετά τον διορισμό του με την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 27.11.2012 και ως εκ τούτου έχει αποποιηθεί του δικαιώματος του να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή. Η μαρτυρία όμως που έγινε αποδεκτή πιο πάνω δεν συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού αυτού καθώς πρόκειται για ισχυρισμούς εντελώς ανεδαφικούς που δεν ευσταθούν αφού ο ενάγων ουδέποτε αποποιήθηκε (waived) του δικαιώματος του να εγείρει την υπό κρίση αγωγή υπό την ιδιότητα του ως Π/Δ προς όφελος της κατόχου του ΟΚΕ. Περαιτέρω, η όποια συνεργασία έλαβε χώρα μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης 1 τελούσε πάντοτε υπό την πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του να εγείρει την υπό κρίση αγωγή και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί περί δήθεν παραίτησης και ύπαρξης κωλύματος δεν ευσταθούν και στερούνται νομικού ερείσματος. Είναι δε εντελώς άσχετος με την παρούσα και ανεδαφικός όπως κρίνω ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1, ως αυτός προβάλλεται στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, ότι η ΤΚ διατηρούσε ΟΚΕ και σε σχέση με την εταιρεία GRV, για την οποία επίσης διόρισε ως Π/Δ τον ενάγοντα και ότι δήθεν υπήρξε όφελος από την χρήση του ποσού του γραμματίου προς την προαναφερόμενη εταιρεία και κατ' επέκταση προς την ΤΚ. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Τ.Κ. απέτυχε να λάβει οποιοδήποτε διάβημα για διασφάλιση του προϊόντος πώλησης παρόλο ότι γνώριζε για την πρόθεση πώλησης της επιχείρησης της Εταιρείας και δεν έλαβε οποιοδήποτε διάβημα για να διασφαλίσει ότι το προϊόν από τέτοια πώληση θα κατάληγε στους λογαριασμούς της προαναφερόμενης εταιρείας στην ΤΚ, όπως π.χ. τον διορισμό Π/Δ νωρίτερα και ως εκ τούτου ο ενάγοντας κωλύεται από

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.