← Κύπρος

MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD ν. DB TECHNOLOGIES BV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2165/2021, 11/1/2023

MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD ν. DB TECHNOLOGIES BV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2165/2021, 11/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2165/2021 ΜΕΤΑΞΥ: MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD Εvάγουσας και

  1. DB TECHNOLOGIES BV
  2. ΑNAERGIA INC Εναγόμενων Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: Η κ. Α. Αργυρού και η κ. Α. Κυριάκου για N. Pirilides & Associates LLC Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Πωλίνα Οδυσσέως για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 17.03.2022 για παραμερισμό απόφασης, διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια σφράγισης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος με το οποίο επετράπη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση του στους εναγόμενους) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Όπως υποδηλώνει ο πιο πάνω εκτεταμένος υπότιτλος της απόφασης, οι Αιτητές αιτούνται διάφορα διατάγματα τα οποία ουσιαστικά αποσκοπούν στον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης με ημερομηνία 19.01.
  3. Η αίτηση όπως και η ένσταση που επακολούθησε βασίζονται σε Θεσμούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σε Άρθρο του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), σε πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί της Σύμβασης περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Νόμο (Ν.40/82), στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ.1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και στον Νόμο 3 (III)/2000, στις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) και της Επιείκειας (Equity), στη Νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί εδώ τους Αιτητές κ. Νικόλα Χριστοφίδη. Μετά δε από άδεια του Δικαστηρίου οι Αιτητές καταχώρισαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση διά του κ. Σάββα Θεοφάνους, δικηγόρου επίσης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Αιτητές. Αυτά δε στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου, ο οποίος εργάζεται στην Καθ' ης η αίτηση και δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της προσωπικής του εμπλοκής σ' αυτή και είναι εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να ορκιστεί προς υποστήριξη της ένστασης της. Η Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα (καταγράφονται αυτούσιοι): «
  4. Η αίτηση ημερομηνίας 17/03/2022, δεν πληροί τις απαραίτητες και/ή τυπικές και/ή ουσιαστικές και/ή εκ του Νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η υποστηρικτική ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, είναι ανεπαρκής για να υποστηρίξει τις εξαιτούμενες θεραπείες ενώ δεν υπάρχει και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε επαρκής λόγος να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί η απόφαση ημερομηνίας 19/01/2022 και/ή παραμεριστεί το διάταγμα ημερομηνίας 10/09/2021 και/ή η επίδοση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
  5. Η Αίτηση είναι απαράδεκτη και/ή θνησιγενής ένεκα μεταξύ άλλων, προώθησης της από μη εξουσιοδοτημένο υπό των Αιτητών δικηγορικό γραφείο και/ή το δικηγορικό γραφείο που προωθεί την υπό κρίση αίτηση δεν παρουσιάζει οιανδήποτε εξουσιοδότηση και/ή νόμιμη και/ή έγκυρη εξουσιοδότηση από τους Αιτητές για την προώθηση της υπό κρίση Αίτησης και/ή το δικηγορικό γραφείο που προωθεί την υπό κρίση αίτηση, δεν νομιμοποιείται και/ή στερείται εξουσιοδότησης προώθησης της.
  6. Οι Αιτητές, δεν παρουσιάζουν έγκυρη και/ή βάσιμη και/ή απτή και/ή νόμιμη μαρτυρία προς επίρρωση των θέσεων τους και/ή παρουσιάζουν παραποιημένα και/ή αλλοιωμένα και/ή ψευδή στοιχεία, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή να προκαλέσουν καθυστέρηση στην διαδικασία και/ή δόλια και/ή κακόπιστα να παρεμποδίσουν την Ενάγουσα να ικανοποιήσει την εκδοθείσα υπέρ της απόφαση ημερομηνίας 19/01/
  7. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, περιέχει ψευδείς και/ή λανθασμένους και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς και/ή ο ενόρκως δηλών αποκρύπτει στοιχεία και/ή επισυνάπτει παραποιημένα και/ή αλλοιωμένα τεκμήρια.
  8. Η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, καθότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών, χωρίς καμία προς τούτο αιτιολογία και/ή τεκμηριωμένη αιτιολογία.
  9. H επίδοση στους Αιτητών έγινε νομότυπα και/ή σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 10/09/2021 και/ή ήτο αποτελεσματική και/ή ορθή και/ή έγινε έγκαιρα ώστε οι Αιτητές να δύνανται να συμμετέχουν στην διαδικασία και/ή να αμυνθούν και/ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος επίδοσης δεν θα ήταν πρόσφορος και/ή αποτελεσματικός υπό τις περιστάσεις και/ή οι Αιτητές κωλύονται να ισχυρίζονται ότι η επίδοση μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στις γνωστές ταχυδρομικές διευθύνσεις τους δεν είναι ορθή και/ή νόμιμη και/ή αποτελεσματική.
  10. Οι Αιτητές έλαβαν έγκαιρα γνώση της διαδικασίας και/ή μπορούσαν να λάβουν έγκαιρα γνώση της διαδικασίας και/ή είχαν άμεση και/ή εύκολη πρόσβαση στα έγγραφα της διαδικασίας και/ή είχαν την δυνατότητα να αμυνθούν και/ή από δόλο και/ή σοβαρή αμέλεια παρέλειψαν να καταχωρήσουν έγκαιρα και/ή πριν την 19/01/22 σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή.
  11. Ουδεμία καλή και/ή βάσιμη και/ή εκ πρώτης όψεως και/ή γνήσια και/ή νόμιμη υπεράσπιση αποκαλύπτουν οι Αιτητές και/ή τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι άσχετα και/ή παραπλανητικά και/ή ουδεμία σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας έχουν και/ή ουδόλως συνδέονται με αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται δεν στοιχειοθετούν υπεράσπιση και/ή οιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών εναντίον της Ενάγουσας και/ή δεν στοιχειοθετείται δόλος και/ή οικονομικός εξαναγκασμός των Αιτητών στην υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας με την Καθ' ης η Αίτηση και/ή οι Αιτητές κωλύονται να επικαλούνται αυτή την υπεράσπιση.
  12. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή είναι κακόπιστη (mala fides) και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη. 10.Τα αιτούμενα διατάγματα ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. 11.Το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή της δικαιοσύνης, κλίνει σαφώς και/ή είναι υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και/ή υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης». Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και στις εισηγήσεις (γραπτές και προφορικές), στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Αιτητών εν ολίγοις εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, όπως εκφράζεται στην εισήγηση των συνηγόρων τους, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της αίτησης και δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού όπου απαιτηθεί στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός, εφόσον όπου χρειαστεί στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης θα γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτούς ή ακόμα και αυτούσια παράθεση τους. Προς υποστήριξη των θέσεων τους επικαλούνται περαιτέρω, εκτός από το δικονομικό πλαίσιο που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις και νομολογία όπως και αυθεντίες οι οποίες σε πλείστα ζητήματα συμπίπτουν, αντικρίζοντας τα ασφαλώς από διαφορετική οπτική γωνία και προσδίδοντας σ' αυτά διαφορετική διάσταση κατά τρόπο που να συνάδει με τις θέσεις τους. Σε κάθε περίπτωση κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα τα ανωτέρω που έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για τις επί μέρους πτυχές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω συνοπτικά το ιστορικό της επίδικης διαφοράς όπως και της υπόθεσης όπως αυτή αναδύεται από τον φάκελο της υπόθεσης αλλά και τις αγορεύσεις των μερών. Επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή αποτελεί η υπογραφή από τους Εναγόμενους/Αιτητές προς όφελος της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση, δύο γραμματίων συνήθους τύπου ημερομηνίας 25.11.2016 για το ποσό των €340.000= έκαστο, πλέον τόκο 0.1% πλέον έξοδα. Τα περιστατικά υπογραφής των εν λόγω γραμματίων συνοψίζονται στα ακόλουθα: Η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 1, η εταιρεία Loizos Iordanou Constructions Ltd (στη συνέχεια «η Iordanou») και η εταιρεία Medcon Construction Ltd (στη συνέχεια η «Medcon»), συνέστησαν την κοινοπραξία «MILTIADES-IORDΑNOU-MEDCON-DB TECHNOLOGIES BV J.V.» (στη συνέχεια η «Κοινοπραξία») και στις 17.12.2014 υπέγραψαν συμφωνία ημερομηνίας υπό τον τίτλο "Final Consortium Agreement", κατόπιν κατακύρωσης υπέρ τους, του διαγωνισμού υπ' αριθμό 2/2013 από το Υπουργείο Εσωτερικών (στη συνέχεια «ο Εργοδότης»), για τον Σχεδιασμό, Κατασκευή και Λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Απορριμμάτων (Ο.Ε.Δ.Α.) και Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Σ.Μ.Α.) Επαρχίας Λεμεσού» (στη συνέχεια το «Έργο»). Την ως άνω συμφωνία ακολούθησε η συμφωνία της 03.03.2015 μεταξύ των ίδιων μερών με τίτλο «Partnership Agreement» και η επισυναπτόμενη επ' αυτής συμφωνία με τίτλο «Cypriot Partners' Agreement» επίσης ημερομηνίας 03.03.
  13. Οι συμφωνίες αυτές, ρύθμιζαν, μεταξύ άλλων, το ποσοστό συμμετοχής εκάστου μέρους στο Έργο, τον τρόπο λήψης αποφάσεων της Κοινοπραξίας, τον τρόπο τερματισμού της και γενικά τη μεταξύ τους σχέση. Αποτέλεσμα σχετικών διαβουλεύσεων και/ή διαπραγματεύσεων των μερών και/ή των νομικών τους συμβούλων, ήταν να υπογραφεί την 24.11.2016 από όλα τα μέρη, δηλαδή την Ενάγουσα, την Εναγόμενη 1, την Iordanou και την Medcon, Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων. Η Συμφωνία αυτή φέρει τον τίτλο «Agreement for the Assignment of Economic Rights» (στη συνέχεια η «Συμφωνία Εκχώρησης»), δια της οποίας η Ενάγουσα και η Iordanou εκχώρησαν τα οικονομικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με το Έργο, στην Εναγόμενη 1 και την Medcon. Ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση πιστής τήρησης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή καταβολής των ποσών που αυτή αφορούσε, υπεγράφησαν στις 25.11.2016, τρία

(3)Γραμμάτια Συνήθους Τύπου από την Εναγόμενη 1 προς όφελος της Ενάγουσας, υπό την εγγύηση της Εναγόμενης 2. Ειδικότερα, η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε και/ή δεσμεύτηκε στην πληρωμή του αναφερόμενου επί εκάστου Γραμματίου ποσού, όποτε αυτό καθίστατο πληρωτέο σύμφωνα με την Συμφωνία Εκχώρησης, σε πρώτη ζήτηση. Αντίστοιχα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου υπεγράφησαν και προς όφελος της Iordanou. Η Εναγόμενη 1, συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή τους όρους 3(
  1. e)και 3(
  2. f)αυτής και/ή κατέβαλε το ποσό των €100.000,00 κατά την υπογραφή της στις 25.11.2016 και το ποσό των €270.000,00 (δηλαδή το ποσό του 1ου Γραμματίου) περί την 8.02.2017, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και/ή αντίρρηση. Το δεύτερο γραμμάτιο συνήθους τύπου, για το ποσό των €340.000,00 στη βάση του όρου 3 (
  3. g)της Συμφωνίας Εκχώρησης και το τρίτο, για το ποσό των €340.000,00 στη βάση του όρου 3 (
  4. h)της Συμφωνίας Εκχώρησης (στη συνέχεια το «δεύτερο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» και το «τρίτο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» αντίστοιχα), θα καθίσταντο πληρωτέα με την έκδοση του δεύτερου και τρίτου Ενδιάμεσου Πιστοποιητικού Πληρωμής, για την Λειτουργία του Έργου, αντίστοιχα. Περαιτέρω, στις 24.11.2016 υπογράφηκε, συμφωνία μεσεγγύησης («Escrow Agreement») μεταξύ των μερών της Κοινοπραξίας με τα δικηγορικά γραφεία Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και Chrysses Demetriades & Co LLC, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκαν στους πρώτους τα εν λόγω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου, τα οποία και κράτησαν υπό την κατοχή τους, με υποχρέωση παράδοσης τους στους δικαιούχους, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1, παραλείψει και/ή αρνηθεί να συμμορφωθεί με την υποχρέωση πληρωμής τους. Περί τις 17.07.2018 και αφότου εκδόθηκε και πληρώθηκε από τον Εργοδότη στην Εναγόμενη 1 και στην Medcon, το 2ο ενδιάμεσο Πιστοποιητικό Πληρωμής, για την λειτουργία του Έργου και/ή μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος των πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία πληρωμής αυτού και/ή αφότου κατέστη πληρωτέο και απαιτητό το ποσό των €340.000,00 ως το σημείο 3(
  1. g)της Συμφωνίας Εκχώρησης, η Ενάγουσα, απέστειλε επιστολή απαίτησης πληρωμής του εν λόγω ποσού προς την Εναγόμενη 1 και/ή απαίτησε από αυτή, τη συμμόρφωσή της με τους όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή του δεύτερου Γραμματίου Συνήθους Τύπου. Η Εναγόμενη 1, παράνομα και/ή κατά παράβαση της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή του δεύτερου Γραμματίου Συνήθους Τύπου, αρνήθηκε να συμμορφωθεί και/ή αρνήθηκε την καταβολή του οφειλόμενου δυνάμει του σημείου 3(
  2. g)της Συμφωνίας Εκχώρησης ποσού και/ή του οφειλόμενου δυνάμει του δεύτερου Γραμματίου Συνήθους Τύπου ποσού και/ή δια επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 18.07.2018, πρόβαλε για πρώτη φορά, ισχυρισμούς περί εξαπάτησης και/ή δόλου και/ή ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού της ίδιας, προς υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή των Γραμματίων Συνήθους Τύπου. Στο μεταξύ, εκδόθηκε και το 3ο ενδιάμεσο Πιστοποιητικό Πληρωμής για την λειτουργία του Έργου από τον Εργοδότη, γεγονός που ενεργοποίησε τον όρο 3(
  3. h)της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή με την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας κατέστη και η τέταρτη δόση ύψους €340.000,00 και/ή το τρίτο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ημερομηνίας 25.11.2016 πληρωτέο και/ή απαιτητό. Παρά δε τις επανειλημμένες γραπτές και/ή προφορικές οχλήσεις της Ενάγουσας και/ή των δικηγόρων της, οι Εναγόμενες αρνούνται μέχρι και σήμερα να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα. Η εναγόμενη 1, καταχώρισε στις 04.09.2018 την Αίτηση υπ' αριθμό 332/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για παραπομπή όλων των διαφορών που σχετίζονται με την Συμφωνία Εκχώρησης σε διαιτησία, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με σχετική απόφαση ημερομηνίας 21.12.2021 (σχ. είναι το Τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Ενάγουσας). Όπως προκύπτει περαιτέρω, από τα αναμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, η Iordanou, καταχώρισε εναντίον των εδώ Εναγόμενων τις αγωγές υπ' αριθμό 2955/2018 και 2555/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για τις απαιτήσεις της στη βάση των αντίστοιχων Γραμματίων Συνήθους Τύπου που υπεγράφησαν προς όφελος της. Στα πλαίσια των εν λόγω αιτήσεων έχουν εκδοθεί διατάγματα παγοποίησης εναντίον της περιουσίας των Εναγόμενων ενώ μεσολάβησαν ενδιάμεσες αιτήσεις των τελευταίων με αιτήματα παραπομπής των διαφορών σε διαιτησία και παραμερισμού επιδόσεων. Στις 06.08.2021 η Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε την υπ' αριθμό 250/2021 Γενική Αίτηση, δια της οποίας εξασφάλισε στις 10.09.2021, μεταξύ άλλων, διάταγμα σφράγισης και επίδοσης Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους/Αιτητές, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Στις 24.09.2021, καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η οποία κατόπιν επίσημης μετάφρασής της στην Αγγλική γλώσσα, συνοδεία καλυπτικής επιστολής που ενημέρωνε για την υποχρέωση εμφάνισής εντός 10 ημερών, της αίτησης υπ' αριθμό 250/2021 και του διατάγματος ημερομηνίας 10.09.2021, επιδόθηκε στους Αιτητές στις 11.11.2021, στις αναφερόμενες επί του σχετικού διατάγματος ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Η ένορκη δήλωση επίδοσης, καταχωρίστηκε στις 17.11.2021. Οι Αιτητές, παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και στις 14.12.2021, η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε με αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Περαιτέρω, κατέθεσε ένορκη δήλωση απόδειξης στις 19.01.2022 και το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της αιτούμενης απόφασης αυθημερόν. Στις 04.02.2022, η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε στις ίδιες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, επιστολή απαίτησης με επισυνημμένη την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 19.01.2022. Προχώρησε με την διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού, δυνάμει του Άρθρου 53 του Κανονισμού Ε.Κ. αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την αναγνώριση και εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 στην Ολλανδία, με σχετική αίτηση ημερομηνίας 02.03.2022. Στις 17.03.2022, οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση, στην οποία η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ. Γιαννάκη Ιωάννου ημερομηνίας 03.06.2022. Στις 21.09.2022, οι Αιτητές καταχώρισαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, κατόπιν δήλωσης της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση ότι, δεν θα ενστούν χωρίς βεβαίως αποδοχή των εκεί προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Σ'ΑΥΤΗ: Οι Αιτητές υποστηρίζουν δύο βασικούς λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Ο πρώτος, αφορά την μη δέουσα επίδοση και ο δεύτερος, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν αυτής της φύσης τις αιτήσεις σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014 ημερομηνίας 1.06.2020: «Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204)». Στην δε απόφαση Pechtchachanskaia κ.α. ν. Esipovich,
(2014)1Β ΑΑΔ 1207, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές παραμερισμού αποφάσεων: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία (βλ. BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. v. Λουκίας Φωτίου,
(2014)1Α ΑΑΔ σελ. 250». Είναι δε γνωστές οι αυστηρές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του δόγματος ex debito justitiae το οποίο επικαλούνται οι Αιτητές λόγω ισχυριζόμενης παραβίασης του Κανονισμού 1393/2007 και του Ν.40/82, το οποίο ισχύει αποκλειστικά στις περιπτώσεις μη (δέουσας), νομικά ανυπόστατης και μη δυνάμενης να διασωθεί επίδοσης, που σύμφωνα με όσα θα εξηγήσω πιο κάτω δεν είναι η περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση της υπ' αριθμό 2165/2021 αγωγής βρίσκω ότι έγινε νόμιμα, νομότυπα και σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2021, ενώ ουδεμία παράβλεψη ή αστοχία στην επίδοση αποκαλύπτεται από τους Αιτητές. Ούτε ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 ούτε ο Νόμος 40/82, καθιερώνουν ένα αποκλειστικό τρόπο ή μέσο διαβίβασης των δικαστικών εγγράφων ενώ, σκοπός τους είναι η ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της διαβίβασης, χωρίς να αποκλείουν εναλλακτικές μεθόδους επίδοσης. Η απόκλιση από τις πιο πάνω νομοθεσίες δεν καθιστά αυτόματα την επίδοση άκυρη, αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το κατά πόσον ο εναγόμενος έλαβε επαρκή γνώση της εναντίον του διαδικασίας έγκαιρα, προκειμένου να μπορεί να αμυνθεί. Η εφαρμογή των πιο πάνω νομοθεσιών, δεν αναιρούν την εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις περιπτώσεις που κρίνεται εύλογη η επίδοση με εναλλακτική μέθοδο, όπως εν προκειμένω μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Η επίδοση δε μέσω της μεθόδου που καθορίζεται στον Ν. 40/82 είναι χρονοβόρα και το γεγονός ότι θα προκαλούσε μεγάλη καθυστέρηση στην επίδοση ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά των Αιτητών. Ούτε προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης ότι η επίδοση μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική, αλλά αντιθέτως όσα αναφέρουν επιβεβαιώνουν ότι η επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ήταν υπό τις περιστάσεις η πλέον κατάλληλη. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 17.11.2021 που βρίσκεται κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου ότι το σύνολο των εγγράφων που επιδόθηκαν, ήταν μεταφρασμένα στην Αγγλική γλώσσα, την οποία οι Αιτητές αντιλαμβάνονται πλήρως, γεγονός που αποδεικνύεται από τα Έγγραφα/Τεκμήρια που οι ίδιοι επισυνάπτουν στις ένορκες τους δηλώσεις. Στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κ.ά.
(2013)1 ΑΑΔ 1935 σχολιάστηκε η Ευρωπαϊκή νομοθεσία που αφορά επίδοση εγγράφων στο εξωτερικό, τονίζοντας ότι, δεν πρέπει να εφαρμόζεται τυπολατρικά, αφού τούτο εξουδετερώνει τον σκοπό της. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όπως τονίστηκε, για να διαφυλαχθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει ούτε να είναι περίπλοκοι και απαγορευτικοί, ούτε να εφαρμόζονται με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Ειδικά ως προς τη μη συμπερίληψη μετάφρασης εγγράφων προς επίδοση, το Δικαστήριο διατύπωσε τις εξής σκέψεις στην παράγραφο 49 της απόφασής του (σε ό,τι αφορά την παρούσα): «
  1. Ερμηνευόμενος ο κανονισμός υπό την έννοια ότι προβλέπει τη θεραπεία της ελλείψεως μεταφράσεως ως ενιαία συνέπεια της αρνήσεως παραλαβής εγγράφου λόγω μη συντάξεως του σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή σε γλώσσα του κράτους μέλους αποστολής την οποία κατανοεί ο αποδέκτης του εγγράφου δεν αναιρεί τη σημασία του εθνικού δικαίου και του ρόλου του εθνικού δικαστή. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να καθορίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες των ενδίκων βοηθημάτων που προορίζονται για την προάσπιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe, 33/76, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5)». Σκοπός τόσο του Ν. 40/82 όσο και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1393/2007, είναι η απλοποίηση και επιτάχυνση της διαδικασίας επίδοσης δικαστικών και εξωδικαστικών πράξεων. Δεν υποδεικνύουν ούτε και απαγορεύουν την επίδοση με συγκεκριμένο τρόπο εφόσον τούτος αποδεικνύεται ως αποτελεσματικός, ενώ τυχόν αποκλίσεις έχουν ερμηνευτεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ως θεραπεύσιμες. Για να θεωρηθεί μια απόκλιση ως μη θεραπεύσιμη, πρέπει πρώτα, ο εκάστοτε αιτητής να αποδείξει ότι, δικαιολογημένα δεν έλαβε γνώση της επίδοσης ή δεν έλαβε έγκαιρα γνώση αυτής ώστε να δύναται να αμυνθεί, κάτι το οποίο, δεν είναι η περίπτωση, πρόκειται για την αρχή «καμία ακυρότητα χωρίς αιτίαση». Στην απόφαση Leffler v. Berlin Chemie AG, C-443/03 [2005] ECR I-9611, το ζήτημα αφορούσε την μη μετάφραση των επιδοθέντων εγγράφων σε γλώσσα κατανοητή στον αποδέκτη τους. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Επιτροπή επικαλείται, εξάλλου, σειρά στοιχείων τα οποία δικαιολογούν το ότι η έλλειψη μεταφράσεως δεν θεωρείται λόγος απόλυτης ακυρότητας της επιδόσεως. Μεταξύ άλλων, τα έντυπα διακρίνουν τις περιπτώσεις μη νομότυπης κοινοποιήσεως (σημείο 15 του εντύπου που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού) από την περίπτωση αρνήσεως παραλαβής του εγγράφου για αναγόμενους στη γλώσσα λόγους (σημείο 14 του ιδίου εντύπου). Επίσης, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού αφορά την επιστροφή των εγγράφων των οποίων ζητείται η μετάφραση, και όχι όλων των εγγράφων, όπως θα συνέβαινε αν η επίδοση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι καμία διάταξη δεν προβλέπει την αυτόματη ακυρότητα της επιδόσεως στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται μετάφραση και ότι το να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτή αντιβαίνει, κατά την άποψη της, στην αρχή ότι μια ακυρότητα πρέπει να προβλέπεται από διάταξη («καμία ακυρότητα χωρίς διάταξη»). Τέλος, υποστηρίζει ότι η απόλυτη ακυρότητα υπερβαίνει το αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων του αποδέκτη μέτρο, ενώ δεν νοείται ακυρότητα χωρίς σχετική αιτίαση («καμία ακυρότητα χωρίς αιτίαση»)». Σε σχέση με την έγκαιρη γνώση της επίδοσης θα πρέπει να ειπωθεί ότι οι Αιτητές παραδέχονται ότι, όχι μόνο οι δύο ηλεκτρονικές διευθύνσεις, στις οποίες το διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2021 διέτασσε την επίδοση, ανήκουν και εξακολουθούν να υφίστανται και να χρησιμοποιούνται από τους Αιτητές αλλά και ότι, ήτο μέσω αυτών των ηλεκτρονικών διευθύνσεων που έλαβαν γνώση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 19.01.
  2. Οι ισχυρισμοί που προέβαλαν περί της αβλεψίας και παράλειψης να εντοπιστούν τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 11.11.2021 εντός των φακέλων των σχετικών ηλεκτρονικών ταχυδρομείων, κρίνεται ως ευκαιριακή και πρόχειρη, ιδιαίτερα επί της παραδοχής τους ότι ήταν μέσω αυτών που εν τέλει έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι, δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση της διαδικασίας. Αυτή η θέση, υποστηρίζεται κυρίως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 17.03.
  3. Από την Καθ' ης η αίτηση υποδεικνύονται διάφοροι ισχυρισμοί ως ασαφείς και γενικοί στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση και έτσι κρίνονται πράγματι, οι οποίοι δεν πείθουν άνευ ετέρου για την ειλικρίνεια τους. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι επιδόσεις κατέληξαν στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία «junk mail». Ακολούθως, υποστηρίζουν ότι, τυχαία, βρέθηκαν και από τις δύο Εναγόμενες την ίδια ημέρα, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστάλθηκαν από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, στα οποία επισυνάφθηκαν η Απόφαση και επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 04.02.
  4. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πως έλαβαν γνώση του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 04.02.2022, μόλις τέσσερις μέρες μετά την αποστολή του, που εάν οι ισχυρισμοί τους ήταν αληθείς, θα κατέληγε επίσης στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία, αλλά δεν έλαβαν γνώση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνίας 17.11.2021 για περίοδο πέραν των δύο μηνών. Στην ως άνω αντίληψη μου συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι επισυνάπτουν, όπως βρίσκω ότι είναι πράγματι παραποιημένα, ηλεκτρονικά μηνύματα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ανατρέχοντας στα Τεκμ. 2 και 3 της Ε/Δ της ένστασης, δηλαδή την ηλεκτρονική αλληλογραφία που αφορά την επίδοση της Αγωγής στους Αιτητές, με ευκολία διαπιστώνεται ότι, υπάρχουν παραποιημένες/διαγραμμένες προωθήσεις των σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Μπορεί δηλαδή εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές φρόντισαν να μη φαίνεται σε κανένα από αυτά τα έγγραφα πότε πραγματικά προώθησαν τα επιδοθέντα δικόγραφα για πρώτη φορά στους δικηγόρους τους ή γενικά σε οποιονδήποτε τρίτο, κάτι που θα απεδείκνυε και πότε πραγματικά τα παρέλαβαν και έλαβαν γνώση αυτών. Και τούτο δεν έγινε τυχαία, αφού μόνο σκόπιμα θα μπορούσαν να διαγραφούν οι σχετικές προωθήσεις πριν την εκτύπωση των σχετικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Άλλωστε, δεν είναι άνευ σημασίας ότι αυθημερόν, μετά την επίδοση των εγγράφων μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, λήφθηκε ηλεκτρονική επιβεβαίωση παράδοσης ως προκύπτει από το Τεκμ. 2 της ένορκης δήλωσης επίδοσης ημερομηνίας 17.11.2021, που βρίσκεται κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ούτε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.09.2022, οι Αιτητές αποκάλυψαν ολοκληρωμένη τη σχετική αλληλογραφία με το σύνολο των προωθήσεων αν και είχαν προς τούτο την ευκαιρία. Θα μπορούσαν κάλλιστα να το πράξουν, για σκοπούς αντίκρουσης των θέσεων της Καθ' ης η αίτηση περί παρουσίασης ψευδών στοιχείων προς το Δικαστήριο. Δεν το έπραξαν. Περαιτέρω σχολιασμός των υπό αναφορά ηλεκτρονικών μηνυμάτων, θα γίνει στη συνέχεια. Είναι θέση των Αιτητών ότι, η αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, λανθασμένα δεν επιδόθηκε δια ανάρτησης αυτής στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως προέβλεπε, κατά τον ισχυρισμό τους, το διάταγμα ημερομηνίας 10.09.
  5. Αυτός όμως ο ισχυρισμός κατά την κρίση μου δεν ευσταθεί. Δεν προβλέπεται δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση της μονομερούς αίτησης για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν όφειλε η Καθ' ης η αίτηση να αναρτήσει την αίτηση ημερομηνίας 14.12.2021 στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφού τέτοια υποχρέωση θα υφίστατο μόνο για αιτήσεις, οι οποίες θα έπρεπε να επιδοθούν. Η επίδοση έγινε από τις 17.11.2021 ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 19.01.2022, ήτοι δύο μήνες σχεδόν αργότερα και μόνο ως αδικαιολόγητη μπορεί να κριθεί η παράλειψή των Αιτητών να λάβουν μέρος σε αυτή, καθώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους, δεν είναι πειστικοί. Αποτελεί θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι, εσκεμμένα δεν καταχώρισαν έγκαιρα το Σημείωμα Εμφάνισης, με σκοπό την προώθηση της παρούσας αίτησης αμέσως μετά την έκδοση του πιστοποιητικού, δυνάμει του άρθρου 53 του Κανονισμού Ε.Κ. αρ. 1215/2012, για την αναγνώριση και εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 και προκειμένου να καθυστερήσουν την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή εφόσον αναπόδραστα σ' αυτήν την μεθόδευση οδηγούν οι περιστάσεις της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το βάρος απόδειξης για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία (βλ. ERIC JOHN WAKEHAM ν. AUDAR MAJID BHATTI κ.α.
(2016)1Β ΑΑΔ
  1. Προχωρώ με την εξέταση της προϋπόθεσης της Ύπαρξης Καλής Υπεράσπισης. Σε σχέση ειδικότερα με τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου όπως προνοείται στο Άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Σχετική είναι η υπόθεση Λοϊζίδης Λοΐζος Kώστα ν. Aνδρέα Mιχαήλ Tσιακλή κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1418 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Νόμου Κεφ. 149 σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενο γραμματίου συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτό. Μαρτυρία η οποία έχει ως στόχο να αντικρούσει την αλήθεια του περιεχομένου γραμματίου συνήθους τύπου δεν είναι αποδεκτή. Βλ. Keziban Raif v. Enver Dervish
(1971)1 C.L.R.
  1. Καθίσταται πρόδηλο ότι το άρθρο 80 του νόμου Κεφ. 149 καθιερώνει αυστηρό κανόνα απόδειξης αναφορικά με το ιδιότυπο αυτό έγγραφο του κυπριακού δικαίου των συμβάσεων. Ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Η επιφύλαξη του άρθρου 80 εισάγει την εξαίρεση σύμφωνα με την οποία: «.... αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης που τέθηκαν ενώπιον μου: α) Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι τα έγγραφα ημερομηνίας 25.11.2016 αποτελούν Γραμμάτια Συνήθους Τύπου δυνάμει του Άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, β) δεν αμφισβητούν την υπογραφή ή ορθή εκτέλεση των επίδικων Γραμματίων, γ) οι Αιτητές δεν εγείρουν καμία εκ των δύο υπερασπίσεων του Άρθρου 80 του Κεφ. 149, ούτε απάτη δυνάμει του Άρθρου 17[1], ούτε εξαναγκασμό δυνάμει του Άρθρου
  2. Καθίσταται έκδηλο ότι, ούτε καν ως ισχυρισμό δεν προβάλλουν οι Αιτητές μια εκ των νόμιμων υπερασπίσεων που δύναται να εγερθεί κατά απαιτήσεων στη βάση Γραμματίων Συνήθους Τύπου. Προς τούτο παρατηρώ τα ακόλουθα: Ο ορισμός του «Εξαναγκασμού» δυνάμει του Άρθρου 15 του Κεφ. 149 έχει ως εξής: « 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός». Οι Αιτητές, εντελώς γενικά και αόριστα επικαλούνται τον «οικονομικό εξαναγκασμό» ως υπεράσπιση, χωρίς να εξηγούν σε οποιοδήποτε σημείο της Ε/Δ, σε τί συνίστατο ακριβώς αυτός ο οικονομικός εξαναγκασμός και πως αυτός εμπίπτει εντός της πιο πάνω έννοιας. Επίσης, η «ψυχική πίεση» ορίζεται ως εξής: «16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο-(α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή(β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Ούτε νοείται άσκηση ψυχικής πίεσης σε νομικό πρόσωπο ως λανθασμένα και πρόχειρα κατά την άποψη μου προβάλλουν οι Αιτητές, ούτε και παρέχουν τις απαιτούμενες λεπτομέρειες ή στοιχεία, για να στηρίξουν στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό συζητήσιμη υπόθεση. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, που να νομιμοποιεί τους Αιτητές να ζητούν το δικαίωμα να ακουστούν. Γι' αυτό τον λόγο κρίνω ότι η αίτηση είναι έκδηλα αβάσιμη και υποκείμενη σε απόρριψη. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση των λόγων ένστασης οι οποίοι καταγράφηκαν στην αρχή της απόφασής. Για σκοπούς ευχερέστερης ανάλυσης και μη επανάληψης θα τους ομαδοποιήσω. Σε σχέση με τον λόγους ένστασης 1 και 2 όπου προβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι τυπικές και/ή ουσιαστικές και/ή εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική παρατηρώ ότι αυτοί έχουν ήδη σχολιαστεί στο πιο πάνω μέρος της απόφασης μου όπου σχολιάστηκε το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης και δεν κρίνω σκόπιμο να προσθέσω οτιδήποτε περαιτέρω. Αυτοί οι λόγοι ένστασης είναι αυτόδηλο ότι έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Προβλήθηκε στους λόγους ένστασης 3, 4 και 5 ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκής και ότι παρουσιάζονται σ' αυτή ψευδείς και/ή λανθασμένοι και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Η Καθ' ης η αίτηση μέσω των δικηγόρων της εισηγείται ότι υπάρχει έκδηλη προσπάθεια των Αιτητών να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός ένστασης εξετάζεται σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό των Αιτητών περί αθώας αβλεψίας τους για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την επίδοση. Σύμφωνα όμως με την ηλεκτρονική αλληλογραφία που επισυνάπτεται στην Ε/Δ, με την οποία προσπαθούν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ότι έλαβαν γνώση της επίδοσης μόλις στις 08.02.2022, ως ισχυρίζονται στην παράγραφο 68 της Ε/Δ, αφορούν έγγραφα παραποιημένα, αλλοιωμένα και ελλιπή. Τα ως άνω έγγραφα και από την όψη τους κατά την αντίληψη μου μειώνουν την αξιοπιστία όσων ισχυρίζονται οι Αιτητές, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα συνέτρεχε ανάγκη απόκρυψης από το Δικαστήριο, ούτε και κάποιος λόγος παραποίησης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που παρουσιάζουν στο Δικαστήριο. Προς τούτο υποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Τεκμ. 2 της Ε/Δ, είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστάλθηκε από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας προς την Αιτήτρια
  1. Αυτό το μήνυμα προωθήθηκε προφανώς από την Αιτήτρια 1 στους δικηγόρους της και ακολούθως στην κ. Κούλα Βασιλείου, η οποία φαίνεται να εκτύπωσε το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Η προώθηση είναι βέβαιη, εφόσον δεν θα μπορούσε διαφορετικά να εκτυπωθεί το ηλεκτρονικό μήνυμα από πρόσωπο που δεν συμπεριλαμβανόταν στους αρχικούς παραλήπτες του. Οι Αιτητές επενέβησαν στην αλληλουχία της αλληλογραφίας αυτής και διέγραψαν τις πιο πάνω προωθήσεις, με αποτέλεσμα να φαίνεται αποκλειστικά το ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας προς την Αιτήτρια 1 να εκτυπώνεται από την κ. Κούλα Βασιλείου. Η επέμβαση είναι ξεκάθαρη και φαίνεται ότι οι Αιτητές, δεν ήθελαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο τις ημερομηνίες προώθησης της σχετικής αλληλογραφίας στους δικηγόρους τους. Περαιτέρω, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει και η ένδειξη «FW», ήτοι «Forward» ή «RE», ήτοι reply, ακριβώς πριν το θέμα (subject) του ηλεκτρονικού μηνύματος, ούτε αυτό υπάρχει, σημείο, που και πάλι εσκεμμένα παραποιήθηκε. Ουδόλως δε επεξηγούνται οι παραποιήσεις αυτές μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρισαν οι Αιτητές στις 21.09.
  2. Ακριβώς το ίδιο γίνεται και στο Τεκμ. 3 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ. Η σχετική αλληλογραφία προωθήθηκε από την Αιτήτρια 2, η οποία ήταν και η μοναδική παραλήπτρια του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος. Φαίνεται μάλιστα στο τέλος του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος η ακόλουθη ένδειξη, η οποία δεν διεγράφη: «***This email originated from the outside of Anaergia. Please, do not reply, click links or open attachments unless you recognise the sender and you are sure the content is safe***». Και πάλι διαγράφησαν οι σχετικές προωθήσεις και παρατηρείται η ίδια επέμβαση στο θέμα του ηλεκτρονικού μηνύματος. Ανατρέχοντας και στο Τεκμ. 38 της Ε/Δ, το οποίο επισυνάπτεται από τους Αιτητές προς επίρρωση της θέσης τους, ως αναλύεται στην παρ. 68 της Ε/Δ, ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξη της παρούσας αγωγής και πληροφορήθηκαν γι' αυτή μόλις στις 08.02.2022, θα πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα. Επισυνάπτουν αντίγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας ημερομηνίας 08.02.2022 των Εναγόμενων 1 και
  3. Παρουσιάζεται ηλεκτρονική αλληλογραφία από τον κ. Andrew Benedek, Πρόεδρο και Εκτελεστικό Διευθυντή (CEO) της Αιτήτριας 2, ημερομηνίας 8.02.2022 και ώρα 8:37 π.μ, προς τον κ. Thor Erickson, με κοινοποίηση στους δικηγόρους των Αιτητών, να αναγράφει «Thor, I don't get this, did Miltiades go to court without us knowing?» με το υπόλοιπο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος να έχει αφαιρεθεί με μαύρη σκιαγράφηση. Στο θέμα (subject), του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, δεν αναφέρεται ο αριθμός της παρούσας αγωγής, αλλά ο αριθμός της αγωγής αρ. 2988/2018, που καταχωρίστηκε εναντίον των Αιτητών από την Loizos Iordanou Constructions Ltd, ενώ η Ενάγουσα Εταιρεία, δεν αποτελεί καν διάδικο μέρος σε αυτή. Περαιτέρω, στο θέμα περιλαμβάνεται η ένδειξη «Re», ήτοι «Reply» και δεν υπάρχει οτιδήποτε επισυνημμένο στην εν λόγω αλληλογραφία. Λίγα δε δευτερόλεπτα αργότερα της ίδιας ημέρας, ήτοι στις 08.02.2022 και η ώρα 8:38 π.μ. όλως τυχαίως, εντοπίζει την ηλεκτρονική αλληλογραφία που απέστειλαν οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας ημερομηνίας 04.02.2022, και η κ. Diana Benedek, η οποία αποστέλλει στον δικηγόρο των Αιτητών, σχετικό μήνυμα από το κινητό της τηλέφωνο, με το ίδιο θέμα, ήτοι την αγωγή υπ' αριθμό 2988/2018, ως απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα με την ένδειξη «Re», αυτή τη φορά, με επισυνημμένα αριθμό αρχείων, συμπεριλαμβανομένης της αναφοράς «Demand for payment pursuant to Judgement in Lawsuit no. 1265/2021 of Nicosia District Court for €680.000 + interest». Αυτός ήταν προφανώς ένας τίτλος, τον οποίον έδωσαν οι ίδιοι οι Αιτητές και εκπρόσωποι τους, σε κάποιο αρχείο το οποίο έχουν δημιουργήσει εφόσον αναγράφεται στο σημείο με τα επισυνημμένα («Attachments»). Παρόμοια αναφορά, ήτοι «FW: Email to Info@Anaergia: Demand for payment pursuant to Judgement in Lawsuit no. 1265/2021 of Nicosia District Court for €680.000 + interest», φαίνεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου των Αιτητών, που επίσης επισυνάπτεται στη δέσμη του Τεκμ. 38, με το οποίο προωθεί στις 15.03.2022 το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 04.02.2022, στην κ. Κούλα Βασιλείου, προφανώς για σκοπούς εκτύπωσης. Και πάλι διαγράφεται η προηγούμενη προώθηση, ήτοι αυτή των Αιτητών στον δικηγόρο τους. Ο ίδιος δεν ήταν παραλήπτης του αρχικού ηλεκτρονικού μηνύματος, προκειμένου να δύναται να προωθήσει αυτό απευθείας στην κ. Κούλα Βασιλείου. Και εδώ παρουσιάζονται οι Αιτητές να επιχειρούν να αποκρύψουν από το Δικαστήριο την ημερομηνία προώθησης του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος στον δικηγόρο τους. Επίσης, ενώ πρόκειται για προώθηση ηλεκτρονικού μηνύματος, εφόσον φαίνεται η ένδειξη «FW», ήτοι «Forward», το θέμα είναι παραποιημένο εφόσον δεν συνάδει με το αρχικό. Συγκεκριμένα, το θέμα του ηλεκτρονικού μηνύματος των δικηγόρων της Εταιρείας ημερομηνίας 04.02.2022, ήταν «Demand for payment pursuant to Judgment in Lawsuit 2165/2021 of Nicosia District Court, against db Technologies BV and Anaergia Inc» και όχι «FW: Email to Info@Anaergia: Demand for payment pursuant to Judgement in Lawsuit no. 2165/2021 of Nicosia District Court for €680.000 + interest». Ούτε για τα πιο πάνω, δεν δίδεται οποιαδήποτε απάντηση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών. Είναι ξεκάθαρο ότι, το σύνολο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που επεσύναψαν οι Αιτητές στην Ε/Δ, έχουν τύχει επέμβασης, είναι παραποιημένα και αλλοιωμένα. Οι δε αλλοιώσεις και επεμβάσεις που φαίνονται δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τυχαίες. Έχουν προφανώς, σκοπό να αποκρύψουν από το Δικαστήριο την πραγματική ημερομηνία που έλαβαν γνώση της ύπαρξης της Αγωγής. Η μόνη δε λογική εξήγηση που θα είχαν λόγο οι Αιτητές να πράξουν τούτο, ήταν εάν γνώριζαν την ύπαρξη της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης και εσκεμμένα παρέλειψαν την καταχώριση εμφάνισης, με στόχο να καθυστερήσουν τη διαδικασία με την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Δεν μπορούν δε με αυτά τα δεδομένα, κατά την αντίληψη μου, να επικαλούνται την εφαρμογή του δόγματος ex debito justitiae. Προβλήθηκε από τους Αιτητές ότι συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση της Σύμβασης περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν. 40/82 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/
  4. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου συμφωνώ με την Αιτήτρια και βρίσκω ότι η επίδοση έγινε νομότυπα και/ή σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2021 και ότι αυτή ήταν αποτελεσματική και/ή ορθή και/ή έγινε έγκαιρα ώστε οι Αιτητές να δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία και/ή να υπερασπιστούν. Η συνδυαστική αξιολόγηση των περιστατικών της υπόθεσης με την αιτιολόγηση προς υποστήριξη των θέσεων των Αιτητών, ότι δηλαδή δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση της επίδοσης, με όλο το σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών, δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Επομένως, κρίνω ότι ευσταθούν οι αιτιάσεις της Καθ' ης η αίτηση στους λόγους ένστασης 6 και 7 οι οποίες συνάδουν με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω. Στην υπόθεση με παρόμοια περιστατικά, όπου οι εκεί αιτητές, είχαν προβάλει ότι δεν κατανόησαν το περιεχόμενο των επιδοθέντων εγγράφων γιατί δεν ήταν μεταφρασμένα σε γλώσσα που γνώριζαν, και επομένως η επίδοση δεν ήταν σύμφωνη με τον Κανονισμό 1393/2007, το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι δεν υπήρχε ικανοποιητική αιτιολογία για τον παραμερισμό της απόφασης. Σχετική είναι η απόφαση Kean Soft Drinks Ltd ν. Safmarine Container Lines N.V. κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1784 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μέσα στο ίδιο πλαίσιο στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω), τονίστηκε ότι η αδικαιολόγητη παράλειψη του εναγομένου να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο και η χωρίς ικανοποιητική δικαιολογία παράλειψη του να λάβει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για την απόρριψη αίτησης για επαναφορά της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για τον παραμερισμό της απόφασης. Όμως από τα στοιχεία που έχουν παρουσιασθεί φαίνεται ότι οι αιτητές επέδειξαν σοβαρή αμέλεια στην λήψη μέτρων για να εξακριβώσουν το περιεχόμενο των δικαστικών εγγράφων που τους είχαν επιδοθεί και να δώσουν οδηγίες σε δικηγόρο να λάβει μέτρα για την υπεράσπιση τους. Πιο συγκεκριμένα οι αιτητές παραδέχονται ότι αγνόησαν το περιεχόμενο των εγγράφων προβάλλοντας ως δικαιολογία την άγνοια της γλώσσας στην οποία είχαν συνταχθεί τα έγγραφα. Η παντελής παραγνώριση των εγγράφων και η παράλειψη της εξακρίβωσης του περιεχομένου τους υποδεικνύει ότι η παράλειψη τους να δώσουν οδηγίες σε δικηγόρο για να καταχωρίσει εμφάνιση στα Κυπριακά Δικαστήρια ήταν αδικαιολόγητη». Εξετάζοντας τις θέσεις των Αιτητών επί του προκειμένου κρίνω ότι δεν υπάρχει εδώ αιτιολογία από πλευράς των Αιτητών, για να υπάρξει ακυρότητα, ως απαιτεί η αρχή «καμία ακυρότητα χωρίς αιτίαση». Οι Αιτητές, δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης ότι, δεν έλαβαν γνώση έγκαιρα της επίδοσης, με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται τις αιτούμενες δια της παρούσας θεραπείες. Αντιθέτως, μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι έλαβαν γνώση της δικαστικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους η Ενάγουσα και εκείνο που επιδιώκουν είναι η καθυστέρηση στις δικαστικές διαδικασίες. Οι Αιτητές, επικαλούνται το άρθρο 15(α) του Ν. 40/82 και το αντίστοιχο 19 (α) του Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο: «Όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικήσει, ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί: (α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, προκειμένου για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων στα πλαίσια διαδικασιών εντός του κράτους αυτού κατά προσώπων ευρισκομένων στην επικράτειά του». Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού οι Αιτητές επισυνάπτουν τα Τεκμ. 4 και 5 στην Ε/Δ. Ως Τεκμ. 4 επισυνάπτεται νομική γνωμάτευση της δικηγορικής εταιρείας Houthoff από την Ολλανδία και ως Τεκμ. 5, νομική γνωμάτευση της δικηγορικής εταιρείας Wright LLP από τον Καναδά, οι οποίες πραγματεύονται με τους θεσμούς που αφορούν την νομότυπη επίδοση στις αντίστοιχες έννομες τάξεις. Η προσέγγιση όμως του Δικαστηρίου κατά την αντίληψη μου θα πρέπει να αφορά την εξέταση του νομότυπου της επίδοσης, υπό το φως τόσο του εθνικού όσο και του κοινοτικού δικαίου συνδυαστικά και όχι πως κατά την κρίση Ολλανδών και Καναδών δικηγόρων αυτή θα ήτο νομότυπη. Δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία να υποστηρίζει την ερμηνεία που δίδουν οι Αιτητές ή οι Ολλανδοί ή Καναδοί δικηγόροι ή που να δεικνύει ως παράτυπη την υποκατάστατη επίδοση που έχει διαταχθεί εν προκειμένω. Όπως αναφέρεται στη νομική γνωμάτευση που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 5 της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση σχετικά με την Αιτήτρια 2: «Anaergia is an extra - provincial Corporation with its registered or head office, in Vancouver, British Columbia. Anaergia does not carry on business from this office or any other office situated within the province of British Columbia». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η Αιτήτρια 2 αποτελεί μια εξω-επαρχιακή εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο ή κεντρικό γραφείο, στο Βανκούβερ, Βρετανική Κολομβία. Η Αιτήτρια 2, δεν εκτελεί εργασίες από αυτό το γραφείο ή οποιοδήποτε άλλο γραφείο εντός της επαρχίας της Βρετανικής Κολομβίας. Εν προκειμένω, με την μαρτυρία που προσκομίζει η Αιτήτρια 2, επιβεβαιώνει ότι, η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της, με την μέθοδο που καθορίζεται στον Ν. 40/82, δεν θα ήταν αποτελεσματική, εφόσον δεν λειτουργεί οποιοδήποτε γραφείο στην συγκεκριμένη διεύθυνση, προκειμένου να είχε γίνει παραλαβή. Αναφορικά με τη νομική γνωμάτευση που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 4 στην Ε/Δ, αυτή καταλήγει στο ότι, η επίδοση δεν είναι ορθή, καθότι δεν δόθηκε συγκατάθεση από την Αιτήτρια 1, να δέχεται επιδόσεις μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο info@dbtechnologiesbv.nl, έχει δηλωθεί από την Αιτήτρια 1 δυνάμει του Άρθρου 5 του Ολλανδικού νόμου Τηλεμέσων (Telemedia Act - TMG), με σχετική ανακοίνωση στο διαδίκτυο, ως το μέσο για άμεση ηλεκτρονική επικοινωνία και για την επίλυση ευρωπαϊκών διαφορών (EU Dispute Resolution). Επισυνάπτεται η εν λόγω ανακοίνωση, ως εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τον επίσημο ιστότοπο της Αιτήτριας 2, στο πεδίο «Contact» και «Legal Notice», ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.dbtechnologiesbv.nl/#contact-section ως Τεκμ. 1 στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Σε απάντηση της πιο πάνω θέσης, οι Αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη τους δήλωση ημερομηνίας 21.09.2022, επισυνάπτουν δεύτερη γνωμάτευση του δικηγορικού γραφείου Houthoff, δια της οποίας σημειώνουν απλώς ότι, η πιο πάνω ανακοίνωση δεν αποτελεί έγκυρη συναίνεση με βάση το Ολλανδικό δίκαιο για επίδοση δικαστικών πράξεων με ηλεκτρονική αλληλογραφία. Ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο η Καθ' ης η αίτηση. Η εν λόγω ανακοίνωση, επιβεβαιώνει όμως τον ψευδή ισχυρισμό των Αιτητών στην παρ.14 της Ε/Δ ότι: «Οι εν λόγω ηλεκτρονικές γενικές διευθύνσεις δεν παρακολουθούνται ενεργά από τους υπαλλήλους της Εναγομένης 1 και 2 και δεν χρησιμοποιούνται για επίδοση δικαστικών εγγράφων για να παρακολουθούνται με την ανάλογη προσοχή». Σε σχέση με την μη επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου, παρατηρώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η επίδοση της ειδοποίησης δυνάμει της Δ.6 Θ. 6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι απαραίτητη δυνάμει του Κανονισμού 1393/2007, εφόσον «εναρκτήριο της δίκης έγγραφο» θεωρείται και το κλητήριο ένταλμα. Το ζήτημα παγιώθηκε μετά την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτη Αρμανέντο, ως Εκκαθαριστή της Κληρονομιαίας Περιουσίας του Αποβιώσαντος Ανδρέα Βγενόπουλου κ.α. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2014, Ε144/2014, ημερομηνίας 31.05.2022, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Με δεδομένο αυτό, το έγγραφο που πρέπει να επιδίδεται σε διάδικο ο οποίος βρίσκεται σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι το κλητήριο ένταλμα. Ωστόσο, η επίδοση ειδοποίησης περί αυτού, με την οποία επιτυγχάνεται ο ίδιος σκοπός, που εξηγείται στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, δεν αποτελεί παρατυπία, η οποία να δικαιολογεί την ακύρωση του. Επομένως, ούτε και οι λόγοι αυτοί είναι δυνατόν να επιτύχουν». Το ίδιο ισχύει και για τον Ν. 40/82, ο οποίος δεν προβλέπει ακυρότητα επίδοσης αλλά επαφίεται στην κρίση του Εθνικού Δικαστή να αποφασίσει κατά πόσον υπήρχε όντως δυσμενής επηρεασμός του αποδέκτη στο δικαίωμα του να αμυνθεί. Ομοίως, ούτε η επίδοση του τυποποιημένου εντύπου του Παραρτήματος II του Κανονισμού 1393/2007 συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας. Σκοπός του σχετικού εντύπου είναι η παροχή δυνατότητας στον αποδέκτη της επίδοσης να αρνηθεί αυτή, σε περίπτωση που η επίδοση δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα που αυτός κατανοεί. Εν προκειμένω, η επίδοση έγινε στην αγγλική γλώσσα που τεκμαίρεται ότι, και οι δύο Αιτητές κατανοούν και ως εκ τούτου, η μη επίδοση του σχετικού τυποποιημένου εντύπου, παρέλκυε και σε κάθε περίπτωση, δεν θα οδηγούσε σε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό και κατ' επέκταση ακυρότητα. Σχετική είναι η απόφαση στην Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senth Dau κ.α.,
(2016)1 Α ΑΑΔ σελ. 956 η οποία μάλιστα ανέτρεψε την απόφαση πλειοψηφίας[2] στην Consortia Europe Ltd ν. Fregata Holdings Ltd,
(2014)1Γ ΑΑΔ σελ. 2308 κατόπιν παραπομπής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ημερομηνίας 16.09.2015 (υπόθεση C -519/2013), στα πλαίσια της οποίας ερμηνεύτηκαν οι πρόνοιες του Κανονισμού 1393/
  1. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: «Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή πτυχή των προδικαστικών ερωτημάτων, όπως έχουν επαναδιατυπωθεί, τονίζεται ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1393/2007, σχετικά με την άρνηση παραλαβής της πράξεως, δεν περιέχει διατάξεις όσον αφορά τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την παράλειψη γνωστοποιήσεως στον παραλήπτη, διά του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος II του κανονισμού 1393/2007, του δικαιώματός του να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής. Εξάλλου, δεν προκύπτει από καμία διάταξη του κανονισμού αυτού ότι η προαναφερθείσα παράλειψη συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας επιδόσεως ή κοινοποιήσεως. Περαιτέρω, όσον αφορά τις συνέπειες της αρνήσεως του παραλήπτη πράξεως να την παραλάβει, ελλείψει μεταφράσεώς της σε γλώσσα την οποία αυτός κατανοεί ή σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά τον Κανονισμό 1348/2000 ο οποίος ίσχυσε πριν τον Κανονισμό 1393/2007, ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, αλλ' αντιθέτως, ο αποστολέας μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη του απαιτούμενου εγγράφου, αποστέλλοντας την αιτούμενη μετάφραση (βλ. συναφώς, απόφαση Leffler, C‑443/03, EU:C:2005:665, σκέψεις 38 και 53). Ο Κανονισμός 1393/2007 έχει πλέον καθιερώσει την αρχή αυτή με το άρθρο 8, παράγραφος
  2. Αντίστοιχη, πάντως, λύση πρέπει να γίνει δεκτή στην περίπτωση που η υπηρεσία παραλαβής παρέλειψε να κοινοποιήσει στον παραλήπτη πράξεως το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος II του κανονισμού 1393/
  3. Συγκεκριμένα, η παράλειψη κοινοποιήσεως του εν λόγω τυποποιημένου εντύπου και η άρνηση παραλαβής πράξεως ελλείψει κατάλληλης μεταφράσεως είναι στενά συνδεδεμένες, στον βαθμό που, σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, θίγεται η άσκηση, από τον παραλήπτη της εν λόγω πράξεως, του δικαιώματός του να αρνηθεί την παραλαβή της. Συνεπώς, μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, επέρχονται όμοιες έννομες συνέπειες. Εξάλλου, το να κηρυχθεί άκυρη είτε η προς επίδοση ή κοινοποίηση πράξη είτε η διαδικασία επιδόσεως ή κοινοποιήσεως δεν θα συμβάδιζε με τον σκοπό του κανονισμού 1393/2007, ο οποίος προβλέπει την άμεση, ταχεία και αποτελεσματική διαβίβαση, μεταξύ των κρατών μελών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις». Το ζήτημα που ανέδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με μη ανάρτηση της αίτησης ημερομηνίας 14.12.2021 στο πινάκιο του Δικαστηρίου κρίνω ότι δεν έχει έρεισμα καθότι σύμφωνα με την Δ.17.Θ11: «
  4. In all actions for which no other provision is specially made by the Rules of this Order, in case the party served with the writ does not appear within the time limited for appearance, upon proof of service and, if the writ is not specially indorsed under Order 2, Rule 6, upon the filing of a statement of claim, the plaintiff may apply ex parte for judgment». Σύμφωνα δε με το διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2021: «Και περαιτέρω το Δικαστήριο τούτο εκδίδει διάταγμα με το οποίο διατάττει όπως εάν η Καθ' ης η Αίτηση 1 και η Καθ' ης η Αίτηση 2, παραλείψουν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης προς αυτούς, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί, εάν αντίγραφο της αναρτηθεί στο Πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για περίοδο 5 ημερών». Ξεκάθαρα, επομένως, η σχετική διαταγή αφορά αποκλειστικά αιτήσεις που επιδίδονται δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι τις μονομερείς αιτήσεις. Ως προς τον λόγο ένστασης 8 περί της μη αποκάλυψης από μέρους των Αιτητών καλής και/ή βάσιμης και/ή εκ πρώτης όψεως και/ή γνήσιας και/ή νόμιμης υπεράσπισης ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να τη προβάλουν, που συνιστά κατά τη νομολογία μας βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, σχετικές είναι οι υποθέσεις Evans v. Bartlam
(1937)2 All E. R646 και Pechtchachamskaia κ.ά. v. Esiporich
(2014)1 (Β) Α.Α.Δ. 1207) παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί δόλου και/ή εξαπάτησης και/ή ψευδών παραστάσεων παρέμειναν παντελώς μετέωροι, κατάφορα αβάσιμοι και ανυπόστατοι οι οποίοι εγείρονται με σκοπό την αποφυγή των ευθυνών τους και καταβολή στην Καθ' ης η αίτηση των οφειλόμενων υπ' αυτούς ποσών. Βρίσκω ότι όχι μόνο δεν έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση, αλλά οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Αιτητές ως υπεράσπιση σε σχέση με τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και προς όφελος της εταιρείας Loizos Iordanou Constructions Ltd προς την οποία έχουν πανομοιότυπες οφειλές επί Γραμματίων Συνήθους Τύπου, έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολογηθεί τουλάχιστον πέντε φορές στα πλαίσια πέντε διαφορετικών διαδικασιών, με το ίδιο σε όλες απορριπτικό αποτέλεσμα, ως αναλύεται μεταξύ άλλων, στις αιτιολογημένες δικαστικές αποφάσεις που επισυνάπτονται ως Τεκμ. 2 στην ένορκης δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στις παρ. 24 έως 64 είναι: πρώτον, είτε παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα, ήτοι τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου, τα οποία δεν αμφισβητούν ότι υπέγραψαν προς όφελος της Ενάγουσας, είτε εντελώς γενικά και αόριστα, χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία, που θα μπορούσαν να δείξουν ότι οι Αιτητές έχουν συζητήσιμη υπόθεση, δεύτερον, η δικαιοδοσία τόσο των διαφορών που αφορούν τη συμφωνία ημερομηνίας 24.11.2016 όσο και των Γραμματίων Συνήθους Τύπου εξετάστηκε σε τρεις διαφορετικές δικαστικές διαδικασίες, με το ίδιο απορριπτικό για τις θέσεις των Αιτητών αποτέλεσμα. Τρίτον, η υπεράσπιση που προβάλλουν οι Αιτητές, είναι ότι, τα επίδικα γραμμάτια, αποτελούν προϊόν εξαναγκασμού και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και γι' αυτό είναι άκυρα και/ή ακυρώσιμα, ενώ παράλληλα, δεν αμφισβητούν ότι, οι διαπραγματεύσεις έγιναν με την καθοδήγηση και παρουσία των νομικών τους συμβούλων ούτε το ότι, η υπογραφή των εν λόγω γραμματίων έγινε από την εκπρόσωπό τους κα Diana Benedek, κατόπιν οδηγιών τους σε δείπνο εορτασμού για το «κλείσιμο» της συμφωνίας. Αυτό που αναφέρουν γενικά και αόριστα στην συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.09.2022 είναι ότι, η προαναφερόμενη παρευρέθηκε στο δείπνο για να υπογράψει τη Συμφωνία Εκχώρησης, μη έχοντας άλλη εύλογη εναλλακτική καθότι οι Αιτητές τελούσαν υπό οικονομικό εξαναγκασμό. Καθίσταται σαφές πως ουδεμία βάσιμη υπεράσπιση αποκαλύπτεται και ως εκ τούτου, η απόρριψη της αίτησης είναι πρακτικά και νομικά επιβεβλημένη. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης 9,10 και 11 οι οποίοι αφορούν το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή της δικαιοσύνης και ότι αυτό κλίνει σαφώς υπέρ της Καθ' ης η αίτηση παρατηρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιασδήποτε συζητήσιμη υπεράσπιση από πλευράς των Αιτητών, οι οποίοι μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους, είχαν κάθε ευκαιρία να αποκαλύψουν για να πείσουν το Δικαστήριο για το δίκαιο του παραμερισμού της Απόφασης, επιβεβαιώνει ότι, εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα να μην δοθεί η ευκαιρία στους τελευταίους να ακουστούν, αφού δεν έθεσαν ούτε καν εκ πρώτης όψεως οποιοδήποτε βάσιμο ισχυρισμό, ικανό να αποτελέσει υπεράσπιση κατά της απαίτησης της Καθ' ης η αίτηση δυνάμει των Γραμματίων Συνήθους Τύπου. Ούτε έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης. Σε αιτήσεις αυτού του είδους, η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η εκδοχή που προβάλλεται βασίζεται σε σκοπίμως, ως διαφάνηκε (εφόσον δεν δικαιολογήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Αιτητών ημερομηνίας 21.09.2022), παραποιημένα ηλεκτρονικά μηνύματα που επισυνάπτουν στην αίτησή τους, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν. Συνάγεται δηλαδή ότι, οι Αιτητές προχώρησαν με την καταχώριση της παρούσας αίτησης επιθυμώντας αποκλειστικά να αποφύγουν τις συνέπειες της εκδοθείσας απόφασης εναντίον τους, όπως είχε κριθεί ότι συνέβη, μεταξύ άλλων υποθέσεων, και στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού "Βοθροτέξ" Λτδ ν. Πρ. Φαντάκη
(2001)1(Α) ΑΑΔ 339. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941 το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.. άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης...». Μάλιστα, να επισημανθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι Αιτητές επιχειρούν να προκαλέσουν καθυστέρηση στις δικαστικές διαδικασίες εναντίον τους για να αποφύγουν την αποπληρωμή των οφειλών τους. Τούτο προκύπτει έκδηλα από τις διαδικασίες που έχουν μεσολαβήσει τόσο στα πλαίσια των Γενικών Αιτήσεων 332/2018 και 333/2018, όσο και των αγωγών 2988/2018 και 2555/2018, στις οποίες οι ίδιοι προβαίνουν εντελώς αχρείαστα σε εκτενή αναφορά στις ένορκες τους δηλώσεις. Σε σχέση με το ζήτημα της παραβίασης του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση για ικανοποίηση της απαίτησής της και της εξισορρόπησης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, παρατηρώ ότι το εξ' αποφάσεως χρέος των Αιτητών δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί και τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα αποστερήσει πράγματι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να διεκδικήσει τους καρπούς της επιτυχίας της και/ή θα επηρεάσει δυσμενώς τη δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να εκτελέσει όχι μόνο προσωρινά αλλά μακροπρόθεσμα, την εκδοθείσα προς όφελος της απόφαση. Είναι δε βέβαιο ότι σε περίπτωση έγκρισης της παρούσας αίτησης, θα υπάρξει καθυστέρηση στην διαδικασία της αγωγής με απώτερο σκοπό την αποφυγή πληρωμής των υποχρεώσεων τους. Όπως λέχθηκε στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d) ). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Σύμφωνα με τη Διαταγή 17 Θεσμός 10, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης, με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Ως αναφέρθηκε στην απόφαση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284: «Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουομένων συμφερόντων των διαδίκων». Συμπερασματικά καταλήγω ότι εν προκειμένω, η επίδοση έγινε σύμφωνα με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και το διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2021 που εξέδωσε το Δικαστήριο. Οι Αιτητές παραδέχονται ότι έλαβαν γνώση της επίδοσης αλλά καθυστερημένα. Είχαν την υποχρέωση να δικαιολογήσουν επαρκώς αυτήν την καθυστέρηση και απέτυχαν να το πράξουν. Στην προσπάθεια τους δε προέβαλαν ισχυρισμούς που δεν έγιναν αποδεκτοί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Καταλήγω ότι κανένας από τους λόγους που εξετάζονται σε αυτής της φύσης της αιτήσεις δεν ευσταθεί ή αιτιολογείται επαρκώς προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού. Πέραν αυτού με μια προσεχτική ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση (αρχικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 17.03.2022 και συμπληρωματικής ημερομηνίας 21.09.2022) μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει ότι, τα πλείστα των όσων εκεί αναφέρονται, είναι εντελώς άσχετα με την διαδικασία και τα επίδικα στην αγωγή θέματα τα οποία και δεν σχολιάζονται εφόσον σε τίποτε δεν θα εξυπηρετούσαν την υπό κρίση αίτηση. Οι Αιτητές δεν έπεισαν ούτε για το ότι δικαιολογημένα δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση των επιδοθέντων εγγράφων, ούτε για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην οφειλή τους προς την Καθ' ης η αίτηση δυνάμει των Γραμματίων Συνήθους Τύπου ημερομηνίας 25.11.2016. Η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων/ Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. [2] Δεν συμφωνούμε με τα όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσίβλητων τα οποία ουσιαστικά αποδοκιμάζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από αυτό το Εφετείο και αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Δεν επιθυμούμε να σχολιάσουμε τα αποφασισθέντα στην Consortia, εφόσον σ' εκείνη την υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της απόφασης στην παρούσα έφεση (Alpha Bank Ltd v. Dau Si Senh κ.α., ανωτέρω), προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.