← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΛΙΑ & ΚΑΨΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3660/2015, 28/7/2023

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΛΙΑ & ΚΑΨΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3660/2015, 28/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3660/2015 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Ενάγουσα -και-

  1. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΛΙΑ & ΚΑΨΟΣ ΛΤΔ
  2. ΜΑΙΡΗ ΚΑΨΟΥ
  3. ΛΥΓΙΑ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛΙΑ
  5. ΠΑΝΙΚΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΨΟΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2023 Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Λένα Σάββα για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.ΠΕ. Για Εναγόμενη 3/Αιτήτρια: Ο κ. Ιωάννης Γενεράλης για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 24.03.2023 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου) Η Εναγόμενη 3/Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), αιτείται απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Ενάγουσας/ Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), για τη μη λήψη διαβημάτων και/ή να αρχίσει και/ή συνεχίσει και/ή ενεργοποιήσει και/ή με το οποίο να διατάσσεται όπως αναστείλει τις διαδικασίες πώλησης διά πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου της δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965), όπως αυτός τροποποιήθηκε, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας (στη συνέχεια «η Ε/Δ Κωνσταντίνου»), η οποία προβάλλει διάφορους λόγους για τους οποίους κατά την αντίληψη της θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση της και εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η υποθήκη εξασφαλίζει διάφορα δάνεια και τρεχούμενους λογαριασμούς που είχαν συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 εταιρείας των οποίων εγγυήτρια είναι μεταξύ άλλων και η Αιτήτρια. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση με την οποία προβάλλει διάφορους λόγους τους οποίους εντάσσει σε 15 παραγράφους για τους οποίους θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Παύλος Δημητρίου (στη συνέχεια «η Ε/Δ Δημητρίου»), ο οποίος σήμερα είναι υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση Gordian Holdings Ltd (στη συνέχεια «η Gordian») ενώ προηγουμένως και μέχρι την 14.07.2014 εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο ενόρκως δηλών καταγράφει από που αντλεί τη γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης όπως και για τη νομική συμβουλή που έλαβε για όσα ζητήματα αναφέρει και έχουν νομική υφή και παραθέτει στοιχεία (μαρτυρία), προς υποστήριξη των λόγων ένστασης. Για όσα αναφέρουν οι ενόρκως δηλούντες προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στην ανάλυση που θα ακολουθήσει και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και της ένστασης όπως και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα αυτές και στις γραπτές εισηγήσεις στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους. Η επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Αιτήτριας εστιάστηκε επί των γεγονότων και των νομικών αρχών που κατά την αντίληψη τους συνηγορούν υπέρ της αίτησης και απόρριψη των λόγων ένστασης και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους ούτε και η νομική πτυχή που τα διέπει είναι βοηθητική και ως εκ τούτου εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί προς υποστήριξη των λόγων που ώθησαν την Αιτήτρια σε αυτό το διάβημα της όπως και της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού, όπου απαιτηθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη τους. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για όσα συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς την αντίκριση τους. Τούτο δε χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΤΑ ΔΙΕΠΕΙ: Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στη συνέχεια η «Τράπεζα Κύπρου» ή «Τράπεζα»), συνήψε σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων με την εναγόμενη 1 εταιρεία και προς εξασφάλιση τους ενεγράφησαν στο Κτηματολόγιο οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ20219/2007, Υ6089/2012 και Υ20139/2007 προς όφελος της Τράπεζας. Οι πρώτες δύο
(2)Υποθήκες, ήτοι οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ20219/2007 και Υ6089/2012 δεν έχουν μεταφερθεί στην Gordian αλλά παρέμειναν στην Τράπεζα Κύπρου εξασφαλίζοντας άλλα δάνεια των ίδιων δανειοληπτών. Αντίθετα η επίδικη Σύμβαση Υποθήκης υπ' αρ. Υ20139/2007 (Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Δημητρίου) μεταφέρθηκε στην Gordian. Σύμφωνα με την Ε/Δ Δημητρίου έχουν μεταβιβασθεί από την Τράπεζα στην Gordian ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ' αποφάσεως χρέη, εξασφαλίσεις, νομικές διαδικασίες και άλλα στοιχεία, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και αυτές που αφορούν τους εναγόμενους και μεταξύ άλλων, την Αιτήτρια, δηλαδή τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά και τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν προς την Τράπεζα, κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί («ο Ν.169(Ι)/2015») και συγκεκριμένα δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.05.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30.05.2019. Ως συνέπεια της έκδοσης του εν λόγω Διατάγματος και σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, η Τράπεζα και η Gordian απέστειλαν σε όλους τους εναγόμενους (σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια), σχετικές ειδοποιήσεις με τις οποίες τους ενημέρωναν για την εν λόγω μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων από την Τράπεζα προς την Gordian. Αρχικά, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για την ως άνω μεταφορά από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian κατ' αρχήν με τη λήψη σχετικών ενημερωτικών επιστολών ημερ. 30.10.2018 περί πρόθεσης μεταβίβασης βάσει του Ν.169(Ι)/2015 και ακολούθως με επιστολές που αποστάληκαν από την Τράπεζα Κύπρου αφενός δυνάμει ειδοποιήσεων ημερ. 31.05.2019 ("goodbye letter") και αφετέρου από την Gordian δυνάμει ειδοποιήσεων ημερ. 31.05.2019 ("hello letter") (Σχετ. το Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Δημητρίου). Περαιτέρω, την 27.08.2020 οι δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. καταχώρισαν στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, ως εμφαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, σχετική ειδοποίηση με βάση το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015, αντίγραφο της οποίας παρέδωσαν στους τότε δικηγόρους της εναγόμενης 3 με ιδιωτική επίδοση στις 09.09.2020 (Σχετ. το Τεκμ. 3 στην Ε/Δ Δημητρίου) αλλά και η ίδια η Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη που είναι καταχωρισμένη στο φάκελο της υπόθεσης. Η εναγόμενη 3 αν και δεν αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τις ως άνω επιστολές και τη σχετική ειδοποίηση, εντούτοις, για να δικαιολογήσουν οι συνήγοροι τους το γεγονός ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και όχι της Gordian, ισχυρίζονται ότι δεν ήταν ανάμεσα στα έγγραφα που τους δόθηκαν από τους πρώην δικηγόρους της εναγόμενης
  1. Παρατηρώ όμως ότι οι ίδιες οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Θ τις οποίες επισυνάπτουν ως τεκμήρια στην αίτηση προέρχονταν από την Gordinan. Το ζήτημα δεν είναι ούτε τυπικό ούτε και τεχνικό αλλά ουσιαστικό όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Ως εκ τούτου, η Gordian έχει αυτόματα αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου, αναφορικά με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, κάτι το οποίο διαπιστώνεται και μέσω του Τεκμ. 4 στην Ε/Δ Δημητρίου. Το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί το ακριβές αντίγραφο του σχετικού Διατάγματος που αναφέρεται ανωτέρω του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 23.05.2019 που εξεδόθη στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αρ. 372/2019 στο οποίο περιλήφθηκαν μόνο οι σχετικές με την παρούσα διαδικασία σελίδες των σχετικών Παραρτημάτων του Σχεδίου Διακανονισμού. Ένεκα των ανωτέρω, η επίδικη Σύμβαση Υποθήκης υπ' αρ. Υ20139/2007 συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή κάτω από και αναφορικά με αυτές έχουν πλέον μεταβιβαστεί στην Gordian η οποία από τις 30.05.2019 προωθεί τα συμφέροντά της στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω. Αποτελούσε ουσιώδη όρο της Σύμβασης Υποθήκης, μεταξύ άλλων, ο όρος 5 αυτής, που αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, είτε μέσω Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Είναι ο ισχυρισμός στην Ε/Δ Δημητρίου, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των εναγόμενων με την Τράπεζα Κύπρου ουδέποτε οι πρώτοι εξέφρασαν το οποιοδήποτε παράπονο και ουδέποτε αποτάθηκαν στην Τράπεζα σε σχέση με οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις στους λογαριασμούς τους ή σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα και ουδέποτε έδωσαν την εντύπωση στην Τράπεζα Κύπρου ότι η ίδια χειριζόταν τους λογαριασμούς τους με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που να χαρακτηριζόταν από κακοπιστία εκ μέρους της οι οποίοι χειρισμοί της αντίθετα ήταν σύμφωνοι με τους όρους των σχετικών συμφωνιών και εντός των πλαισίων του Νόμου. Προς τούτο δε πέραν των αόριστων αναφορών/ ισχυρισμών εκ μέρους της Αιτήτριας δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία εκ μέρους της Αιτήτριας. Ένεκα των καθυστερήσεων αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα, ασκώντας τα δικαιώματα της, τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες και ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών αυτών, καθώς και το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της επίδικης Υποθήκης κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Σχετικές είναι οι προειδοποιητικές επιστολές, οι επιστολές προ-τερματισμού και τερματισμού που έχουν κατατεθεί ως Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Δημητρίου. Ακολούθως, η Gordian, και είναι σημαντικό αυτό, ως θα διαφανεί στη συνέχεια κατά την εξέταση του λόγου ένστασης 1 σε σχέση με την κατονομαζόμενη Τράπεζα Κύπρου στην αίτηση, ως είχε άλλωστε δικαίωμα, σύνταξε και απέστειλε τις νενομισμένες Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» οι οποίες μάλιστα, κατά παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας (Σχετ. όσα αναφέρονται στην παρ. 4 της Ε/Δ Κωνσταντίνου), της επιδόθηκαν στις 28.02.
  2. Μάλιστα, η ίδια τις επισυνάπτει και ως Τεκμ. 2 και 3 στην ένορκο δήλωση της. Οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο συνομολόγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά και Υποθηκών, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είχαν γνώση και τους δόθηκε η δυνατότητα μελέτης των όρων των εν λόγω εγγράφων, τους οποίους με την υπογραφή τους κατέστησαν έγκυρους και δεσμευτικούς μεταξύ των μερών. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι από τη στιγμή που αφενός μεν οι εναγόμενοι με ελεύθερη τη βούληση τους αιτούνταν και λάμβαναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις επίδικες διευκολύνσεις, τις οποίες υπέγραφαν και κατέστησαν δεσμευτικές μεταξύ των μερών, και ουδέποτε παραπονέθηκαν για τις οποιεσδήποτε από αυτούς αόριστα προβαλλόμενες υπερχρεώσεις, το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου υπήρχε πάντοτε, δυνάμει των προνοιών της νομοθεσίας, αλλά και οι ίδιοι οι εναγόμενοι έδωσαν το δικαίωμα στην Τράπεζα σύμφωνα με το έγγραφο υποθήκης για πώληση του επίδικου ακινήτου εάν οι υποχρεώσεις που η Υποθήκη εξασφαλίζει καθίσταντο υπερήμερες (οι οποίες κατέστησαν υπερήμερες και για τούτο ο τερματισμός των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων), η Αιτήτρια ως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια κωλύεται από το να ενίσταται στην πώληση του επίδικου ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί και τουλάχιστον η πλειονότητα των ισχυρισμών της Αιτήτριας αφορούν σε ζητήματα ουσίας, τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση επισημαίνει ακόμα έναν παράγοντα τον οποίο θα πρέπει να λάβει υπόψιν το Δικαστήριο. Πρόκειται για το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς κάτι το οποίο κατά την Καθ' ης η αίτηση αποδεικνύει την προσπάθεια εσκεμμένης παραπλάνησης από μέρους της Αιτήτριας, καθότι η συμπεριφορά ενός Αιτητή τόσο έναντι του αντιδίκου όσο και έναντι του Δικαστηρίου είναι άκρως σημαντική για την κρίση του κατά πόσον δικαιούται θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει δίκην προδικαστικής ένστασης ότι η αίτηση είναι προδήλως νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και καταχρηστική. Προς τούτο προβάλλει ότι η υπό κρίση αίτηση στρέφεται εναντίον λανθασμένου διάδικου, ήτοι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Οι επίδικες διευκολύνσεις, όπως εμφαίνεται άλλωστε και από τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην Ε/Δ Δημητρίου καθώς επίσης και από την ρητή παραδοχή της Αιτήτριας, όπως καταγράφηκαν πιο πάνω, έχουν μεταβιβαστεί στην Gordian. Η Αιτήτρια επέλεξε να μην καταστήσει διάδικο στην παρούσα διαδικασία την Gordian, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκδοθούν οποιαδήποτε διατάγματα εναντίον της Τράπεζας, αφού με αυτό τον τρόπο επηρεάζονται δικαιώματα τρίτου προσώπου κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να είναι αλυσιτελής και καλείται το Δικαστήριο ουσιαστικά, μετά την απόρριψη του προφορικού αιτήματος για τροποποίηση του τίτλου της αίτησης από πλευράς της Αιτήτριας κατά την ακρόαση της αίτησης, να αποφασίζει ζητήματα επί ματαίω. Σύμφωνα με τη νομολογία μας «δεν εκδίδεται διάταγμα επί ματαίω» στη βάση της αρχής του ότι «η επιείκεια, όπως και η φύση δεν πράττουν τίποτα ματαίως» (βλ. υπόθ. Brunner v Greenslade
(1970)3 All ER 833, όπου αναφέρθηκε ότι «equity, like nature, will do nothing in vain»). Σχετική είναι και η απόφαση της κ. Λ. Μάρκου Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), στην στην Αίτηση-Έφεση υπ' αρ. 191/2016 Ε.Δ. Πάφου ημερ. 20.12.2016 Χρίστος Δημητρίου Κυριάκου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπου το Δικαστήριο εξέτασε πανομοιότυπο ισχυρισμό και αποφάνθηκε ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού, δηλαδή το γεγονός ότι έλαβε χώρα το γεγονός το οποίο η αίτηση σκοπούσε να ακυρώσει, την κατέστησε άνευ αντικειμένου. Παρόμοια προσέγγιση είχε και η κ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), σε αίτηση για έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ημερ. 04.08.2021 στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αρ. 1079/2021 Ε.Δ. Λευκωσίας Σόφης Μ. Παπόρη κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην οποία αποφάσισε ως εξής το ζήτημα: «Ως έχει νομολογηθεί, προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει αν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αίτησης από πλευράς αιτητή, έχει αποδειχθεί ότι αυτός έχει, έναντι του καθ' ου η αίτηση, κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση της απαίτησης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή στις θεραπείες που με αυτό αξιώνει, η οποία είναι πέραν από απλώς πιθανή, που μπορεί όμως να υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όλα τα πιο πάνω καταγράφεται γεγονότα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ιδιαίτερα ενόψει και της παραδοχής των Αιτητών ότι το δάνειο/ υποχρέωση έχει μεταφερθεί στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd. Οπόταν δεν πληρείται ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση». Παρόμοια ακριβώς αντίκριση επί του ίδιου ζητήματος είχε και ο κ. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. στην Αγ. Αρ. 1144/2015 Ε.Δ. Λεμεσού Yiannakis Chrysanthou Developments Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 20.04.2023 όπου ανέφερε τα ακόλουθα: «Η παράλειψη επίδοσης της Αίτησης στην Gordian Holdings Ltd κατέστησε την Αίτηση θνησιγενή και, κατ' επέκταση, υποκείμενη σε απόρριψη». Παρόμοια αντικρίζω το ζήτημα και εδώ και αποφαίνομαι ότι στη βάση των πιο πάνω η αίτηση η οποία στρέφεται εναντίον τρίτου προσώπου δεν έχει προοπτική επιτυχίας και απορρίπτεται. Για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω όμως και θα εξετάσω και επί της ουσίας της την αίτηση αρχίζοντας από τον άλλον λόγον ένστασης ο οποίος προβάλλεται επίσης δίκην προδικαστικής ένστασης. Πρόκειται για τον επικαλούμενο λόγο της καθυστέρησης και ολιγωρίας (laches), με την οποία ενήργησε η Αιτήτρια. Δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτός ο λόγος ένστασης εφόσον αν και η αγωγή εκκρεμεί από το 2015 εντούτοις μόλις πρόσφατα παρουσιάστηκε η ανάγκη να προβεί η πλευρά της Αιτήτριας σε αυτή την αίτηση όταν έλαβε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» (Τεκμ. 2 και 3 στην ένσταση), λιγότερο από ένα μήνα πριν την καταχώριση της υπό κρίση αιτήσεως. Πριν από την αποστολή των εν λόγω Ειδοποιήσεων δεν υπήρχε λόγος να καταχωρίσει αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Εξέταση των προϋποθέσεων Έκδοσης των Διαταγμάτων: Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255). Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στις Odysseos και Θεωρή, οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η 1η Προϋπόθεση: Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση/Συζητήσιμη υπόθεση: Το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωριστεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγόμενου προηγουμένως. Στην προκείμενη περίπτωση όμως η δικογραφία ως περιγράφεται πιο πάνω έχει συμπληρωθεί ήδη από τις 03.02.2015 με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και έκτοτε η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση με τελευταία φορά που ήταν ορισμένη την 27.04.2023 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 24.03.2023 Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Η 2η προϋπόθεση: Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Στο παρόν στάδιο και για να πληρωθεί η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για την Αιτήτρια να δείξει ότι η υπόθεση της, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία (ήτοι κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Σύμφωνα με τη νομολογία τόσο για την 1η όσο και για την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το επίπεδο και βάρος απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό, ανεξαρτήτως όμως αυτού η Αιτήτρια θα πρέπει να δώσει κάποιου είδους στοιχεία και μαρτυρία όσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της Aγωγής της αφού όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1040: «.Μια άλλη όμως παράμετρος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη και προηγείται πιο πάνω του νομικού συλλογισμού, είναι η διαπίστωση των γεγονότων τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Αυτό βέβαια γίνεται πάντοτε με τη σοβαρή επιφύλαξη γιατί το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, λαμβάνει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.
  1. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Βλ. (C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853..». Ειδικότερα όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/ Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 128-129: «.η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας.». Η 3η προϋπόθεση: Πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Σύμφωνα με την νομολογία, η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, που είναι γνωστή και ως η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται η Αιτήτρια ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς της Αιτήτριας, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει η Αιτήτρια να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Ισοζύγιο της ευχέρειας/Δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Το Δικαστήριο αφού ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 222 αλλά και την Πολ. Έφεση Ε7/2018 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Λοιζίδου, απόφαση ημερομηνίας 21.03.2019). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη των διαταγμάτων, τη συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση τους αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 568), τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1783). Όπως δε αναφέρεται στο Σύγγραμμα Διατάγματα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση σελ. 69: «Δεν εκδίδεται διάταγμα επί ματαίω Η αρχή στηρίζεται στο γνωστό αξίωμα ότι «η επιείκεια όπως και η φύση δεν πράττουν τίποτε ματαίως». Η νομολογία που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του αξιώματος τονίζει ότι τα Δικαστήριο δεν ασχολούνται με οτιδήποτε θα αποδειχθεί ότι είναι ανώφελο, άσκοπο ή αναποτελεσματικό, αφού κάτι τέτοιο στην ουσία θα γελοιοποιούσε τα δικαστήρια και το θεσμό απονομής της δικαιοσύνης. Ως αποτέλεσμα το δικαστήριο δεν εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα του οποίου .. η εφαρμογή του οποίου θα αποβεί ανώφελη.. Για παράδειγμα όπου η καταστροφή φορτίου έχει ήδη επέλθει, θα ήταν ατελέσφορο να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει.». Το Δικαστήριο τονίζεται ότι κατά την εξέταση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Ανεξαρτήτως όμως της ως άνω υποχρέωσης να μην υπεισέλθει στην ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, κάποιου είδους αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι απαραίτητη για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Πολ. Έφεση Ε143/2015 Λόρδος κ.α. ν Σιακόλα κ.α. απόφαση ημερομηνίας 23.03.2017: «Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄ αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Ως θεραπεία η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, στην έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων η συμπεριφορά της Αιτήτριας έναντι του Καθ' ης η αίτηση τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση της υπό κρίσης αίτησης, είναι ένας σημαντικότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή μη τα αιτούμενα διατάγματα. Η πιο πάνω αρχή περιγράφεται από τα αγγλικά συγγράμματα και νομολογία ως "a plaintiff in equity must have 'clean hands' and must be prepared to 'do equity" (βλ. I.C.F. Spry, L.L.D, "The Principles of Equitable Remedies", (Sweet & Maxwell), 9th edn., 2014, σελ.424) με παραπομπή και στο γνωστό ρητό ότι «he who seeks equity must do equity» (βλ. Everet v. Williams Ex. 1725, 9 LQ 197). Οι αρχές που έχουν τεθεί από την αγγλική νομολογία έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο αφού όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 60-61: «
  1. H συμπεριφορά του ενάγοντα ως λόγος για τη μη χορήγηση του διατάγματος. Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιεικείας είναι ότι 'όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια' και 'όποιος επιζητεί επιείκεια πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια'. Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν η 'ενδεδειγμένη', το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. [..] Η συμπεριφορά του ενάγοντα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν 'η ενδεδειγμένη' όταν βρεθεί ότι ενήργησε άδικα ή ασυνείδητα έναντι του αντιδίκου του, για παράδειγμα όταν έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να έχει αδίκως βελτιώσει τη θέση του έναντι του εναγομένου ή να έχει με τον ίδιο τρόπο επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του αντιδίκου του, όταν ο ίδιος με τις ενέργειες του συνέτεινε στην πρόκληση της ζημιάς, [.] και όταν ο ίδιος τον ώθησε να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για τις οποίες ο ενάγων ζητεί τη βοήθεια του δικαστηρίου. Ο ενάγων ο οποίος απεδείχθη ότι και ο ίδιος αθέτησε ή παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, θα δυσκολευθεί να πείσει το δικαστήριο να του χορηγήσει απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται ο εναγόμενος να εκτελέσει άλλους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ο ενάγων επιπλέον αναμένεται ότι δεν θα είναι ο ίδιος ένοχος καθυστέρησης ή να έχει δεχθεί τροποποίηση των υποχρεώσεων του εναγομένου και ότι ο ίδιος θα έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου. Ακόμη και η απόκρυψη στοιχείων, η ψευδής ένορκη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου, η χρήση ανήθικων ή ελεεινών μεθόδων, έχουν θεωρηθεί ως παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της μη χορήγησης της θεραπείας του απαγορευτικού διατάγματος». Όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τα ανωτέρω, ως εκ της φύσεως των θεραπειών που αξιώνονται η συμπεριφορά της Αιτήτριας έναντι της Καθ' ης η αίτηση έχει τον δικό της ρόλο και σημασία αφού μια Αιτήτρια η οποία είναι ένοχος παραπλανητικής και δόλιας συμπεριφοράς όχι μόνο έναντι της Καθ' ης η αίτηση αλλά και έναντι του Δικαστηρίου δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Παρόμοια θέση εκφράζεται και στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, 5η έκδοση, του Stephen Gee, σελ. 247, παρ. 9.009: «An applicant for inter partes relief does not have a duty to make full and frank disclosure of material facts, but is under an obligation not knowingly to mislead the court». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και εξετάζοντας τα υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα: Η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, λόγω της σύνδεσης και σχετικότητας τους θα εξετασθούν ταυτόχρονα. Παρατηρώ εξ αρχής ότι η Αιτήτρια απέτυχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία αντικειμενικά ιδωμένη θα μπορούσε να υποστηρίξει την θέση της ότι η ίδια έχει καλή Υπεράσπιση και πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια της Ανταπαίτησης της, αφού οι απλές αναφορές της Αιτήτριας περί δήθεν άκυρων και/ή ακυρώσιμων συμφωνιών χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αλλά και η μη παράθεση υποστηρικτικής μαρτυρίας, αφήνουν την αξίωση της Αιτήτριας μετέωρη και αστήρικτη. Σε τούτο συνηγορεί και ο χρόνος που παρήλθε από της έγερσης της Αγωγής ο οποίος ήταν υπέρ αρκετός και θα έπρεπε ήδη η Αιτήτρια να είναι έτοιμη για την απόδειξη των ισχυρισμών της με σχετική και τεκμηριωμένη μαρτυρία. Ακριβώς, συνεπεία της παραδοχής της Αιτήτριας ότι: (α) υπάρχουν οφειλόμενα ποσά τα οποία και δεν έχουν προσφέρει προς εξόφληση (έστω τα ποσά τα οποία οι ίδιοι θεωρούν ότι οφείλουν), (β) η Αιτήτρια ως ενυπόθηκος οφειλέτης αποδέχθηκε και έδωσε το δικαίωμα στην Τράπεζα με την υπογραφή της να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο κατ' απόλυτη επιλογή της εάν και εφόσον τα εξασφαλιζόμενα ποσά καθίσταντο απαιτητά (τα οποία όντως κατέστησαν απαιτητά). Τόσο η Ανταπαίτηση όσο και η ενδιάμεση αίτηση έχουν αποδυναμωθεί σε ουσιαστικό βαθμό που έχουν κατά την αντίληψη μου καταστεί καταχρηστικές χωρίς καμία πιθανότητα επιτυχίας και τουλάχιστον η Ανταπαίτηση χωρίς την παρουσίαση απτής μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτή. Οι εναγόμενοι ήταν επιχειρηματίες οι οποίοι αιτούνταν και λάμβαναν κατά καιρούς διάφορες διευκολύνσεις προς ικανοποίηση των επιχειρηματικών και οικονομικών τους αναγκών και προς εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Συνεπώς, οι εναγόμενοι ήταν άτομα καθόλα εξοικειωμένα με οικονομικά ζητήματα και γνώστες των διαδικασιών, των εγγράφων και της πρακτικής της Τράπεζας που ακολουθείτο για την υποβολή και εξέταση αιτημάτων και την λήψη των αιτούμενων διευκολύνσεων τις οποίες και λάμβαναν οι εναγόμενοι αυτοβούλως προς ικανοποίηση των δικών τους αναγκών και συμφερόντων. Σημειώνεται επίσης το γεγονός ότι οι εναγόμενοι από της συνομολόγησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων ουδέποτε εξέφρασαν το οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τις διευκολύνσεις που τους παραχωρούνταν και τα έγγραφα που οι ίδιοι υπέγραφαν με ελεύθερη βούληση και μετά από αποκλειστικά δικό τους αίτημα. Επομένως, αντίθετοι επί τούτου ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων είναι άκυρες και παράνομες αφού η ίδια, με τη συμπεριφορά της και τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωσή της, αναιρεί τους εν λόγω ισχυρισμούς αποδεχόμενη ουσιαστικά την εγκυρότητα των εν λόγω εγγράφων και έτσι δεν μπορούν παρά να κριθούν ως εκ των υστέρων σκέψεις της εμπεριέχουσες και το στοιχείο της κακοπιστίας. Τίθεται δε εύλογα το ερώτημα πως είναι δυνατόν η Αιτήτρια να αφήνει αμφιβολίες για την υπογραφή εκ μέρους της του επίδικου εγγράφου Συμφωνίας Εγγύησης και Υποθήκης αφού δια μέσω των τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί στην Ε/Δ Δημητρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες και οι λοιπές επίδικες συμφωνίες διευκολύνσεων και παρεπόμενες συμφωνίες εξασφαλίσεων και εγγυήσεων και υποθηκών συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν καθόλα νόμιμα και με την ελεύθερη βούληση των εναγόμενων και δεν είναι προϊόν εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης ή αθέμιτης πραγματικής επιρροής ή πλάνης. Το δε Τεκμ. 6 στην Ε/Δ Δημητρίου ανατρέπει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι στην παρούσα περίπτωση παραβιάστηκε ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν. 197(Ι)/2003 και τούτο καθώς δια μέσω του εν λόγω τεκμηρίου, η ίδια η Αιτήτρια προβαίνει σε ενυπόγραφη δήλωση ημερ. 30.04.2010 πως δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το ζήτημα της παραχώρησης της επίδικης εγγύησης ενώ ταυτόχρονα, στο εν λόγω τεκμήριο έχουν επίσης επισυναφθεί επιστολές ενημέρωσης που στάληκαν από τους ενάγοντες ίδιας ημερομηνίας. Περαιτέρω, ούτε οι ισχυρισμοί ότι οι ενάγουσα δεν δικαιούται και/ή κωλύεται να εγείρει την παρούσα Αγωγή και να διεκδικεί τις αιτούμενες αξιώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτοί αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών της Τράπεζας ημερ. 15.09.2014, 15.12.2014 και 08.05.2015 (Σχετ. το Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Δημητρίου). Οι εναγόμενοι και ειδικότερα η Αιτήτρια, δια της επίδοσης σ' αυτή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ενημερώθηκαν σε κάθε περίπτωση με την παρούσα δικαστική διαδικασία για τον τερματισμό των επίδικων διευκολύνσεων και για τα διεκδικούμενα υπόλοιπα και την απαίτηση των εναγόντων και παρόλα αυτά σε δεν προέβησαν σε κανένα διάβημα για εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και ως εκ τούτου, οι επιστολές (Σχετ. το Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Δημητρίου) ανατρέπουν τους ισχυρισμούς που εγείρονται από την Αιτήτρια στην παρ. 6.
  2. της ένορκης δήλωσης της. Πρόσθετα, θα έλεγα, οι χρεώσεις και το υπόλοιπο των λογαριασμών είναι καθόλα νόμιμο, συμμορφούμενο με τους όρους των συμφωνιών, τις πρόνοιες του νόμου και σε καμία περίπτωση δεν επιφέρουν υπερχρεώσεις. Τουλάχιστον δεν έχει υποδειχτεί κάτι συγκεκριμένο από την Αιτήτρια στην ένορκο δήλωση της. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια είχε το χρόνο να μελετήσει τους όρους και το περιεχόμενο των επίδικων εγγράφων και να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή εάν το επιθυμούσε, πράγμα το οποίο δεν έπραξε κατ' επιλογή της. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν οι εν λόγω ισχυρισμοί αποδειχθεί ότι ευσταθούν κατόπιν ακρόασης, δεν θα οδηγήσουν στην ακύρωση των Συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων και η Αιτήτρια ουσιαστικά, προβάλλοντας τους εν λόγω ισχυρισμούς, αποδέχεται ότι οφείλονται ποσά προς την Καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού αφού και η Αιτήτρια δεν κατέβαλε το ποσό της απαίτησης μείον το ποσό των κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεων. Παρομοίως, η Καθ' ης η αίτηση έχει κάθε δικαίωμα να προωθεί την παρούσα διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον δεν υπάρχει καμία απαγορευτική νομοθετική διάταξη που να την αποτρέπει να το πράξει λόγω της ύπαρξης πολιτικής Αγωγής αλλά αντιθέτως, ρητά ο Νόμος της παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Περαιτέρω, οι απλές και γενικές αναφορές της Αιτήτριας περί δήθεν ψευδών και αναληθών παραστάσεων και πίεσης και αθέμιτης επιρροής, χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες (όπως για παράδειγμα από ποιον έγιναν οι εν λόγω πιέσεις, πότε, που, πότε έλαβε γνώση η Αιτήτρια για αυτές) αλλά και η μη παράθεση υποστηρικτικής μαρτυρίας, αφήνουν την αξίωση της Αιτήτριας μετέωρη και αστήρικτη. Περαιτέρω πάνω στο ίδιο θέμα στην απόφαση F.K.S. Trading Company Ltd κα. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής 1417/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ.11.09.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα υπό του κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ.(ως ήταν τότε): «Όσον αφορά το αιτητικό μέρος της αγωγής για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την συνήγορο της εναγομένης- καθ' ης η αίτηση, ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα τη σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η Αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι, η Τράπεζα ουδέποτε ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση και καθήκον προς τους εναγόμενους να ενεργεί ως σύμβουλος των εναγόμενων αφού οι σχέσεις των διαδίκων ήταν σχέσεις τραπεζίτη-πελάτη, με την Τράπεζα να παρέχει την χρηματοδότηση και τις πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγόμενους, κατόπιν απαίτησης τους με τους συνήθεις τραπεζικούς όρους οι οποίοι συμφωνούνταν μεταξύ των μερών και τους οποίους αυτοί αποδέχονταν αφού τους εξέταζαν και ανέλυαν με τους δικούς τους ανεξάρτητους νομικούς συμβούλους ή είχαν αυτήν την ευκαιρία να το κάνουν. Οι εναγόμενοι σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ήταν επιχειρηματίες οι οποίοι αιτούνταν και λάμβαναν κατά καιρούς διάφορες διευκολύνσεις προς ικανοποίηση των επιχειρηματικών και οικονομικών τους αναγκών. Μέσα σε αυτό το πνεύμα λειτούργησε και η σχέση τους με την ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση. Η Αιτήτρια δεν δίνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν, έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες αυτού του είδους, τις θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλει όπως για παράδειγμα από ποιον έγιναν οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις στην ίδια, πότε και που, εάν διαμαρτυρήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο για τις εν λόγω ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις όταν τις αντιλήφθηκε και εάν ναι με ποιο τρόπο διαμαρτυρήθηκε. Ιδιαίτερα, η απλή επανάληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, κρίνω ότι δεν μπορεί να στηρίξει και υποστηρίξει την αίτηση αφού είναι πολύ καλά γνωστό ότι η απλή υιοθέτηση των δικογραφημένων ισχυρισμών μέσω μαρτυρίας είναι ανεπίτρεπτη και δεν μπορεί να στηρίξει αλλά ούτε και να αποδείξει τους εν λόγω δικογραφημένους ισχυρισμούς ειδικά σε ακρόαση αίτησης (βλ. Νίνος Β. Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 877). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Αιτήτριας, η οποία οφείλει να παρουσιάσει στέρεη και αποδεκτή μαρτυρία η οποία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα που στηρίζουν την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της έτσι ώστε το Δικαστήριο στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας να αποφασίσει κατά πόσον ικανοποιούνται η 1η και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Αρτέμης & Ερωτοκρίτου (ανωτέρω) σελ. 128-129. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των ρητών παραδοχών της Αιτήτριας οι οποίες έγιναν μέσω της ένορκης δήλωσης της η οποία είναι δεσμευτική για αυτή (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελίδα 279 αλλά και την Union des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences ν. Apak Agro Industries Ltd. κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 542), ουσιαστικά καταρρέει η όλη υπόθεση της Αιτήτριας, η οποία στηριζόταν σε ισχυριζόμενη ακυρότητα των επίδικων Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Υποθηκών διότι κατ' ισχυρισμό της αυτές υπεγράφησαν από αυτούς στη βάση ψευδών και αναληθών παραστάσεων και αθέμιτης επιρροής και πίεσης εκ μέρους της Τράπεζας. Περαιτέρω, αναφορικά με την ένσταση της Αιτήτριας στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, στο επίδικο έγγραφο Υποθήκης φαίνεται ξεκάθαρα ότι μεταξύ άλλων, και η Αιτήτρια ως ενυπόθηκος οφειλέτης συμφώνησε με την υπογραφή του Εγγράφου Υποθήκης που ρητώς επιτρέπει στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει κατά την απόλυτη του κρίση στην πώληση του ειρημένου ακινήτου με όποιον τρόπο επιλέξει, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας πλειστηριασμού (Σχετ. ο όρος 5 του Εγγράφου Υποθήκης - Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Δημητρίου). Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν μία δήλωση γίνεται γραπτώς ο δηλών κωλύεται από του να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του εγγράφου ούτε και να ισχυριστεί ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτό δεν είναι ορθά ούτε βεβαίως να προσκομίσει μαρτυρία για την αντίκρουση τους αφού σύμφωνα με την Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 989: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Κάποιοι από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, αφορούν ζητήματα ουσίας και θεωρώ ότι είναι άσχετοι με τα ζητήματα της ενδιάμεσης αίτησης. Προχωρώ όμως με την εξέταση τους για να διαφανεί η νομική τους αντίκριση. Πρόκειται για την εκδοθείσα απόφαση σε σχέση με τους λοιπούς εναγόμενους στην παρούσα Αγωγή, τα ενυπόθηκα ακίνητα που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 10 (α) και 10 (β) του παραρτήματος Α της απόφασης (Σχετ. το Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου), ανήκουν στους εναγόμενους 2 και
  1. Οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ20129/2007 και Υ6089/2012 που περιλαμβάνονται στην Αγωγή δεν έχουν μεταφερθεί στην Gordian αλλά έχουν παραμείνει στην Τράπεζα Κύπρου (η Υ20129/2007 εξασφαλίζει και τις προσωπικές υποχρεώσεις του εναγόμενου 5 στην Τράπεζα Κύπρου). Βάσει Ερευνών Κτηματολογίου ημερ. 28.06.2018, οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 δεν έχουν καμία περιουσία στο όνομα τους ενώ, η εναγόμενη 2 έχει εγγεγραμμένο στο όνομα της μόνο το ενυπόθηκο ακίνητο του οποίου οι Υποθήκες Υ20129/2007 και Υ6089/2012 δεν μεταφέρθηκαν στην Gordian. Επομένως, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας στην παρ. 4 της Ε/Δ Κωνσταντίνου είναι ανυπόστατοι καθώς η Τράπεζα Κύπρου (πριν την μεταφορά του χρέους στην Gordian), προχώρησε με έρευνα στο Κτηματολόγιο και στην καταχώρισε Writ Κινητών - Ένταλμα Κατάσχεσης Κινητών ως μέτρο εκτέλεσης (Σχετ. τα Τεκμ. 7 και 8 στην Ε/Δ Δημητρίου). Περαιτέρω και σε απάντηση στην παρ. 6.
  2. στην Ε/Δ Κωνσταντίνου, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η πρωτοφειλέτης - εναγόμενη 1 εταιρεία έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την απαίτηση στην Αγωγή χωρίς αυτή η θέση της Καθ' ης η αίτηση να ανατραπεί και επομένως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας παρέμειναν χωρίς έρεισμα καθώς βρίσκω ότι επιχειρείται υπό της Αιτήτριας η δημιουργία μιας εικόνας διαφορετικής από ότι είναι η πραγματικότητα. Καταλήγω ως προς την εκπλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων ότι: (α) στη βάση της (ανύπαρκτης θα έλεγα) μαρτυρίας που η Αιτήτρια παρουσίασε στο Δικαστήριο για να αποδείξει την υπόθεση της, (β) των ρητών παραδοχών της όπως αυτές εμφαίνονται μέσα από την ένορκη δήλωση της και (γ) του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο σύμφωνα με το Έγγραφο Υποθήκης, οι 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται και έτσι η αίτηση απορρίπτεται και εξ αυτού του λόγου. Για σκοπούς πληρότητας όμως προχωρώ και στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης στη βάση των πιο πάνω αρχών όπως ήδη καταγράφηκαν. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτες βλάβες υπό την έννοια ότι: (α) η Ανταπαίτηση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου και (β) θα απωλέσει μόνιμα περιουσιακό της στοιχείο (πρώτη κατοικία, συναισθηματικό στοιχείο κ.ά.). Είναι παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι η Αιτήτρια οφείλει κάποιο ποσό στην Gordian το οποίο αρνείται να εξοφλήσει και το επίδικο ζήτημα δεν είναι η νομιμότητα ή δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών ή το κατά πόσο υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά το ύψος αυτού και ως εκ τούτου, έστω και εάν επιτύχει η Αιτήτρια στην Ανταπαίτηση της (που όπως αποφάσισα πιο πάνω δεν έχει καταδειχθεί στα πλαίσια της παρούσας) και πάλι θα οφείλει κάποιο ποσό το οποίο εξασφαλίζεται από την επίδικη υποθήκη και αφετέρου το οποίο θα πρέπει η Αιτήτρια να καταβάλει και εξοφλήσει. Όσον αφορά τη θέση της Αιτήτριας περί απώλειας του ενυπόθηκου ακινήτου να σημειωθεί ότι ο κίνδυνος απώλειας του ενυπόθηκου ακινήτου υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης των διαδίκων (κίνδυνο τον οποίο μεταξύ άλλων αποδέχθηκε και η Αιτήτρια) και δεν προέκυψε πρόσφατα αφού το συμβατικό αλλά και εκ του Νόμου δικαίωμα της Τράπεζας το οποίο εκχωρήθηκε και ασκεί τώρα η Gordian, να προχωρήσει στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση υπερημερίας, υπήρχε πάντοτε και ήταν και εξακολουθεί να είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ενυπόθηκοι δανειστές αποδέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις τις οποίες μπορούν να εκποιήσουν για να εισπράξουν το λαβείν τους σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν εξοφλεί και δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως ακριβώς πράττει και η Αιτήτρια. Οι οποιεσδήποτε όμως ζημιές τυχόν υποστεί η Αιτήτρια από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (που τέτοια δεν έχει αποδειχθεί), αυτές μόνο χρηματικές μπορούν να είναι και ως εκ τούτου ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων εάν και εφόσον η Αιτήτρια επιτύχει στην Ανταπαίτηση της και οι οποίες μπορούν με ευκολία να καθορισθούν (είτε μέσω της τιμής πώλησης είτε μέσω διενέργειας εκτίμησης της αξίας τους), αποζημιώσεις τις οποίες η Καθ' ης η αίτηση δύναται και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως. Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί περί ζημιάς της Αιτήτριας δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Μεταξύ άλλων, η επίδικη Υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση εις αντάλλαγμα της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων όπως άλλωστε παραδέχεται και η ίδια η Αιτήτρια. Επομένως, με την παραχώρηση των δικαιωμάτων της επί του επίδικου ακινήτου προς την Τράπεζα, τα οποία μεταβιβάστηκαν από την 30.05.2019 στην Gordian, σε αντάλλαγμα της λήψης σημαντικών χρηματικών ποσών, η Αιτήτρια γνώριζε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του εν λόγω ακινήτου το οποίο με την ελεύθερη της βούληση υποθήκευσε. Η Αιτήτρια με την υποθήκευση της περιουσίας της έχει απεμπολήσει ένα μέρος της δικής της απόλυτης ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία της υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της Υποθήκης. Με άλλα λόγια, η Αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτήν από τη στιγμή που το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση δίδοντας της έτσι το δικαίωμα δυνάμει της Σύμβασης Υποθήκης να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη και να είναι αυτή, δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Έστω και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως η Αιτήτρια υπέστη ή θα υποστεί ζημιά (που εν προκειμένω δεν διαβλέπω ποια είναι η ζημιά που θα υποστεί) αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο η Gordian είναι σε θέση να καταβάλει. Επομένως, ο ισχυρισμός της ότι θα παραβιαστεί το δικαίωμά της να ακουστεί στα πλαίσια της Ανταπαίτησης της δεν βρίσκει έρεισμα επί του πραγματικού υποβάθρου της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερα, σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια της Καθ' ης η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ της Αιτήτριας είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Ούτε και τέθηκαν ισχυρισμοί ότι η Gordian είναι αφερέγγυα. Τουναντίον τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι αυτή διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στην Αιτήτρια αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστη ζημιά. Σ' αυτά θα επανέλθω και στη συνέχεια. Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει καμία μαρτυρία αλλά ούτε αποδεικνύει ή προβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα. Μάλιστα, σε καμία περίπτωση τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, δεν τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή αμφισβητήθηκε η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε σε καμία περίπτωση η φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση από την Αιτήτρια, γεγονότα τα οποία οδηγούν στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά την οποία τυχόν η Αιτήτρια υποστεί, ανάγεται σε χρηματική διαφορά, ανακτήσιμη σε χρήμα και εύκολα υπολογίσιμη. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662, 630 όπου λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης από το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων ήταν τέτοια που θα στερούσε τον Ενάγοντα καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη δεν αρκούν και ο Ενάγων με την ένορκο του δήλωση θα πρέπει να επεξηγεί και αιτιολογεί τέτοιους ισχυρισμούς με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο. Ούτε και έχει αντικρουστεί ή αμφισβητηθεί εν προκειμένω με θετική μαρτυρία από την Αιτήτρια η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να ανταποκριθεί στην καταβολή αποζημιώσεων σε περίπτωση θετικής έκβασης της Ανταπαίτησης της. Πρόκειται για παράγοντα καταλυτικής σημασίας ο οποίος εν προκειμένω οδηγεί στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Εάν δε ήθελε διενεργηθεί με επιτυχία η διαδικασία πλειστηριασμού, το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί προς εξόφληση των οφειλών της Αιτήτριας και ως εκ τούτου, η Αιτήτρια μόνο όφελος θα έχει και όχι βλάβες και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν μπορεί να υποστεί η Αιτήτρια από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως αναφέρει και o κ. Δημητρίου στην ένορκο δήλωση του και αυτά δεν αντικρούστηκαν, η Καθ' ης η αίτηση διατηρεί επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στην Αιτήτρια οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε περίπτωση που διαφανεί στο τέλος της διαδικασίας ότι η Αιτήτρια υπέστη οποιουδήποτε είδους ζημιές αφού, σύμφωνα με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Καθ' ης η αίτηση, αυτή έχει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας ύψους €914.371.373. Ταυτόχρονα, έχει καταθέσεις και ρευστά διαθέσιμα πολλών εκατομμυρίων Ευρώ στις Τράπεζες, ύψους €77.791.228,00 ενώ το μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση ανέρχεται σε €1.000.000,00 και η αξία του «υπέρ του άρτιο» ποσού, («Share Premium») ανέρχεται στο ποσό των €44.000.000,00 (Σχετ. το Τεκμ. 9 της Ε/Δ Δημητρίου). Περαιτέρω, με την τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η Καθ' ης η αίτηση αφενός μεν θα στερηθεί και θα της απαγορευθεί η άσκηση ενός δικαιώματος που η ίδια η Αιτήτρια της παραχώρησε και το οποίο ουδέποτε μέχρι και σήμερα αμφισβήτησε και αφετέρου θα στερηθεί και δεν θα της επιτραπεί να εισπράξει ποσά για μείωση των οφειλόμενων προς αυτήν ποσών. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση Ε203/13 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd απόφαση ημερομηνίας 11.09.2019, η οποία αφορούσε ακριβώς έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εφεσίβλητη Τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση των επίδικων υποθηκών. Ειδικότερα όσον αφορά την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και την ενδεχόμενη απώλεια ακίνητης ιδιοκτησίας που οι Εφεσείοντες είχαν υποθηκεύσει, το Εφετείο ανέφερε επί λέξει τα εξής: «.Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.». Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που εγείρει η Αιτήτρια στην Ε/Δ Κωνσταντίνου ότι το ακίνητο αποτελεί την μοναδική της κατοικία, σύμφωνα με τη Νομολογία η επίκληση συναισθηματικών λόγων στους οποίους κάνει αναφορά, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν την 3η προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως η υποθήκευση του ακινήτου ως έγινε δεικνύει απεμπόληση του δικαιώματος επίκλησης συναισθηματικών λόγων όταν μάλιστα δεν υπάρχει προσπάθεια συμμόρφωσης με την εγγυητική της υποχρέωση. Στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 02.11.2018, στην υπόθεση Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Limited, Αγωγή αρ. 1885/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας, η κ. Στ. Χατζηγιάννη - Χριστοδούλου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), εξετάζοντας αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία απαγόρευαν τη διαδικασία εκποίησης των επίδικων υποθηκών, αποφάνθηκε τα ακόλουθα ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 τα οποία επί της ουσίας τους με βρίσκουν σύμφωνο και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών ότι τυχόν ακύρωση των Προσωρινών Διαταγμάτων θα καταστήσει άνευ ουσίας την παρούσα αγωγή, αφού οι Αιτητές δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η αίτηση. Και τούτο γιατί η ακίνητη περιουσία των Αιτητών 2 και 3 είναι μοναδική και έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γι' αυτούς αλλά και εμπορική αξία για τους Αιτητές, εφόσον εντός των εν λόγω ακινήτων βρίσκονται τα λατομεία των Αιτητών 1 ως και τα εργοστάσια που είναι αναγκαία για την επεξεργασία των λίθων. Εάν προχωρήσει ο πλειστηριασμός, τότε οι Αιτητές θα καταδικαστούν σε παύση των εργασιών τους καθώς το λατομείο είναι η μόνη εργασία τους και πηγή εισοδημάτων. Επομένως σε μεταγενέστερο στάδιο, καμία χρηματική αποζημίωση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση θα είναι αρκετή, διότι οι Αιτητές θα απωλέσουν τα εισοδήματα τους από τη λειτουργία του λατομείου και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι αδύνατο να επαναλειτουργήσει το λατομείο, εφόσον θα χάσει τον κύκλο εργασιών του, καθιστώντας έτσι ανυπολόγιστες τις ζημιές που θα προκληθούν. Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους και αποδειχθεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων επί των επίδικων λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων, τότε η ζημιά η οποία θα υποστούν είναι καθαρά οικονομική, εύκολα υπολογίσιμη και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Σημείωσε περαιτέρω ότι οι Αιτητές δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τη φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτηση, δεν αμφισβήτησαν την οικονομική κατάσταση τους, ούτε και ισχυρίστηκαν ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν χρηματικά, τυχόν απόφαση προς όφελος τους. Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί των Αιτητών ουσιαστικά εστιάζονται σε καταχρηστικές χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες οι ίδιοι έχουν υπολογίσει στο συνολικό ποσό των €767.464,02 και προς τούτο κατέθεσαν και οικονομική μελέτη (τεκμήριο 5). Ως εκ τούτου είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. ...... Τονίζεται περαιτέρω, ότι δεν έχουν τεθεί από τους Αιτητές τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους ως και ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι (βλ. Ιπποδρομική Αρχή v Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης v Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1 ΑΑΔ 626). Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς και έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Αιτητές, στην περίπτωση που θα εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους, κάτι που οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο». Η κ. Έλ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), σε μια δική της απόφαση στην υπόθεση Κασινίδη v.
  1. Eurolife Ltd
  2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή Αρ. 2351/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 15.01.2021 τα οποία επίσης επί της ουσίας τους με βρίσκουν σύμφωνο και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Το γεγονός ότι πρόκειται για την κατοικία του Ενάγοντος αφενός δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση καθότι ο ίδιος ο Ν. 9/65 παρέχει προστασία στην κατοικία νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά κάποια αξία και αφετέρου η τιμή πώλησης καθορίζεται με βάση εκτιμήσεις και τις πρόνοιες του Νόμου». Συνεπώς, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας στην Ανταπαίτηση της, παράγοντας ο οποίος είναι καταλυτικής σημασίας ως προς τη μη ικανοποίηση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Συνοψίζοντας τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνω ότι: (α) όχι μόνο ζημιά αλλά όφελος θα έχει η Αιτήτρια εάν και εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού, (β) δεν έχει αμφισβητηθεί σε καμία περίπτωση η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση και (γ) έστω και εάν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ενδεχομένως η Αιτήτρια να υποστεί ζημιά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού, η επιδίκαση αποζημιώσεων βρίσκω ότι είναι επαρκής θεραπεία των όποιων ζημιών τυχόν υποστεί η Αιτήτρια από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού αυτές είναι εύκολα υπολογίσιμες αλλά και ανακτήσιμες σε χρήμα. Βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν πληρείται ούτε και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Καθίσταται περιττή η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου περί της μη εκπλήρωσης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 σύμφωνα εφόσον αυτός ο παράγοντας εξετάζεται κατά τη νομολογία μας εφόσον πληρούνται σωρευτικά και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις. Θα πρόσθετα όμως και τα ακόλουθα. Η επιμονή της Αιτήτριας στην εκδίκαση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης όταν η Αγωγή μπορούσε να εκδικαστεί άμεσα και να εκδοθεί η τελική απόφαση του Δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι η έκδοση της ενδιάμεσης θεραπείας αποτελεί γι' αυτήν αυτοσκοπό, παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να παραγνωριστεί και ο οποίος ασφαλώς και λειτουργεί ανασταλτικά και υποδεικνύει κατεύθυνση προς την απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης. Με την συμπεριφορά της η Αιτήτρια ουσιαστικά καταχράται τις δικαστικές διαδικασίες και επιβαρύνει τη διαδικασία με αχρείαστα έξοδα και προκαλεί κατασπατάληση δικαστικού χρόνου επιμένοντας στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί με την εκδίκαση της κυρίως Αγωγής και της Ανταπαίτησης η οποία είναι έτοιμη και ενδεχομένως να άρχιζε η εκδίκαση της αν δεν καταχωρείτο η παρούσα αίτηση. Αυτή η συμπεριφορά της Αιτήτριας σύμφωνα με τη νομολογία προσμετρά στην τελική απόφαση που οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης «..η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης..» (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1992) και όλα αυτά λαμβανομένων υπόψη ακόμα ότι μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει προς διεξαγωγή προγραμματισμένος πλειστηριασμός από την Καθ' ης η αίτηση. Τα προσωρινά διατάγματα είθισται να εκδίδονται με φειδώ και τυχόν έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, θα πλήξει την Καθ' ης η αίτηση ανεπανόρθωτα, εφόσον τα ποσά των δανειοδοτήσεων έχουν χορηγηθεί στους εναγόμενους αλλά δεν έχουν καταβληθεί. Καταλήγω ότι η δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας έναντι του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί ξεκάθαρα ότι είναι κακόπιστη, παραπλανητική και είναι εμφανές το γεγονός ότι η ίδια επιδιώκει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως αυτοσκοπό, προς παρεμπόδιση του ενυπόθηκου δανειστή από το να εισπράξει σύντομα ή και καθόλου το λαβείν του αν ήθελε αποφασιστεί έτσι μετά από την εκδίκαση της Αγωγής. Αυτή δε δεν συνάδει κατά τις αρχές του δικαίου της επιείκειας ως αναφέρθηκε και πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ Υπό το φως των όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω η διακριτική μου ευχέρεια ασκείται υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Δεν υπάρχει λόγος απόκλισης από τον καθιερωμένο κανόνα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 3/Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.