Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ν. Γιαννάκη Παναγή, Αρ. Αγωγής: 2535/14, 11/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2535/14 Μεταξύ: Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και- Γιαννάκη Παναγή, εκ Λάρνακας Εναγόμενου Ημερομηνία: 11.9.2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Ξιαρή και κ. Χ. Πογιατζής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Χ. Κουλίας ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Στις 22.11.22 ο Εναγόμενος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με την κα Σοφοκλέους, η οποία οδηγούσε όχημα ιδιοκτησίας του συζύγου της (η «Οδηγός», ο «Ιδιοκτήτης» και το «Ατύχημα», αντίστοιχα). Ο Εναγόμενος οδηγούσε όχημα δικής του ιδιοκτησίας («το Όχημα»). Συνεπεία του Ατυχήματος, η Οδηγός και ο Ιδιοκτήτης (σωρευτικά, οι «Ζημιωθέντες») υπέστησαν ζημιές ύψους €2,170 (οι «Ζημιές»).
- Οι Ενάγοντες αποτελούν Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων δυνάμει του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 Ν.96(Ι)/2000 («ο Νόμος»). Υπό αυτή τους την ιδιότητα, κατέβαλαν αποζημίωση στους Ζημιωθέντες ίση με το ύψος των Ζημιών, ποσό το οποίο σήμερα αξιώνουν μέσω της παρούσας αγωγής από τον Εναγόμενο. Έπραξαν τούτο ως, όφειλαν, κατά τη θέση τους, εφόσον ο Εναγόμενος δεν διατηρούσε ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ κατά το χρόνο του Ατυχήματος, ως όφειλε, δυνάμει των προνοιών του Νόμου.
- Από την αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του Ατυχήματος, υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ μεταξύ του ιδίου και συγκεκριμένης ασφαλιστικής εταιρείας (η «Ασφαλιστική Εταιρεία»). Συνεπεία τούτου, ότι δεν θα έπρεπε οι Ενάγοντες να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά στους Ζημιωθέντες. Ανέφερε ειδικά στην Υπεράσπισή του ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο είχε ημερομηνία έναρξης στις 17.6.2012 και ημερομηνία λήξης στις 17.6.2013 («το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο»), θέση που προώθησε και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. ΙΙ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς υποστήριξη της απαίτησης κατέθεσε ο κ. Χαράλαμπος Δημητρίου (ΜΕ1), λειτουργός απαιτήσεων των Εναγόντων και η κα Μαργαρίτα Αθανασιάδου (ΜΕ2), διευθύντρια καταστήματος της Ασφαλιστικής Εταιρείας, στη Λάρνακα. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσε ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα 'Α', 'Β' και 'Γ', αντίστοιχα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 μέχρι 7 και κατά την αντεξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 8 και
- Η ΜΕ2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 10 μέχρι
- Δεν κατατέθηκαν οποιαδήποτε τεκμήρια από τον ΜΥ
- i. Σύνοψη μαρτυρίας κ. Χαράλαμπου Δημητρίου (ΜΕ1)
- Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι οι Ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των ιδίων και του Υπουργού Οικονομικών, η οποία ενσωματώθηκε και στον Νόμο, οφείλουν να καταβάλουν σε τρίτα πρόσωπα αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν όπου δεν υπήρχε ασφαλιστήριο σε ισχύ δυνάμει του Νόμου. Προς τούτο κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία ως Τεκμήριο
- Ακολούθως, ότι κατά ή περί τις 23.11.12 οι Ενάγοντες παρέλαβαν έντυπο απαίτησης από τον Ιδιοκτήτη δια του οποίου τους κοινοποιούσε τις λεπτομέρειες του Ατυχήματος. Το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως πληροφορείται από τους δικηγόρους των Εναγόντων υπάρχει δήλωση εκ μέρους του Εναγόμενου ότι ο ίδιος φέρει αποκλειστική ευθύνη για το Ατύχημα, καθώς και για το ύψος των ζημιάς που προκλήθηκε στους Ζημιωθέντες συνεπεία τούτου.
- Επεξηγεί επιπλέον ότι κατά το χρόνο του Ατυχήματος δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο δυνάμει του Νόμου. Ειδικότερα, αναφέρει ότι: (α) Στο Τεκμήριο 2, σημείο 5(ζ), αναφέρεται ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο που διατηρούσε ο Εναγόμενος με την Ασφαλιστική Εταιρεία είχε ακυρωθεί. (β) Οι Ενάγοντες στις 13.12.12 απέστειλαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία επιστολή δια της οποίας ζητούσαν πληροφορίες για το καθεστώς ασφάλισης του οχήματος του Εναγόμενου. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- (γ) Η Ασφαλιστική Εταιρεία με δική της επιστολή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, απάντησε ότι το ασφαλιστήριο που κάλυπτε το όχημα του Εναγόμενου είχε ακυρωθεί στις 10.9.
- Επί της εν λόγω επιστολής επισυναπτόταν, όπως το έθεσε, «η αίτηση ακύρωσης του εν λόγω ασφαλιστηρίου».[1] (δ) Η «ακύρωση» του εν λόγω ασφαλιστηρίου εγγράφου επιβεβαιώθηκε και από το Κυπριακό Κέντρο Πληροφοριών, ιδρυθέν δυνάμει του άρθρου του 16Γ του Νόμου. Το έντυπο το οποίο εξήχθη από τη βάση δεδομένων του εν λόγω κέντρου στις 27.11.12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως, οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο επιστολή δια της οποίας τον ενημέρωναν για την παραλαβή του Τεκμηρίου 2 και τον καλούσαν να επικοινωνήσει με τους ίδιους για συζήτηση υπόθεσης. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος κατά ή περί τις 18.12.12 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους Ενάγοντες αμφισβητώντας το ύψος της ζημιάς του οχήματος.
- Συνεπεία των πιο πάνω και στη βάση της σχετικής εκτίμησης που οι Ενάγοντες είχαν ενώπιον τους, την επιβεβαίωση της Ασφαλιστικής Εταιρείας και του Κυπριακού Κέντρου Πληροφοριών, ως προς την ακύρωση του ασφαλιστηρίου, καθώς και τα περιστατικά του Ατυχήματος, οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Ζημιωθέντες το συνολικό ποσό των €2.
- Οι Ζημιωθέντες επίσης εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στους Ενάγοντες, δυνάμει του Τεκμηρίου 7, το οποίο υπεγράφη από τους ίδιους. Τέλος, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του πιο πάνω ποσού.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν έγινε το ατύχημα δεν βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων και ότι πληροφόρηση του για τα όσα κατέθεσε αντλεί από το φάκελο, την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε και τις συνθήκες του ατυχήματος. Συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων υφίσταται μόνο εκεί όπου δεν υπάρχει ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ. Ερωτηθείς με ποιον τρόπο γνώριζε ο Ιδιοκτήτης ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο σε ισχύ κατά το χρόνο υποβολής του Τεκμηρίου 2 (έντυπο απαίτησης προς τους Ενάγοντες), ως εκεί δήλωσε,[2] υπέθεσε ότι ίσως να ενημερώθηκε από την αστυνομία εφόσον στην παρούσα περίπτωση ενεπλάκη και η αστυνομία, όπως συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις.
- Επιπλέον, ο ΜΕ1 αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του το πιστοποιητικό ασφάλισης που αφορά τον Εναγόμενο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 («το Πιστοποιητικό Ασφάλισης»). Σε υποβολή του κ. Κουλία ότι το εν λόγω πιστοποιητικό ασφάλισης βρισκόταν σε ισχύ, απάντησε ότι «εγώ βλέπω ότι ακυρώθηκε». Αναγνώρισε και το Τεκμήριο 9 ως το Ασφαλιστήριο Έγγραφο το οποίο, ως ανέφερε, αφορούσε την ίδια χρονική περίοδο με το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Περαιτέρω, ερωτηθείς ως προς τα μέτρα που έλαβαν οι Ενάγοντες για να εξακριβώσουν το γεγονός της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου εγγράφου μεταξύ του Εναγόμενου και της Ασφαλιστικής Εταιρείας, ανέφερε ότι οι Ενάγοντες θεώρησαν ότι η τελευταία διεξήγαγε ορθά τη διαδικασία ακύρωσης. Ερωτηθείς σχετικά ως προς την ενημέρωση που είχαν για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος του Εναγόμενου, με δεδομένη την αναφορά σε «πωλήθηκε» επί του Τεκμηρίου 4 (αίτησης ακύρωσης), απάντησε ότι οι Ενάγοντες ενημερώνονται σχετικά από την Αστυνομία και ότι δεν υπάρχει πρόσβαση στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για να διαπιστωθεί το καθεστώς ιδιοκτησίας.
- Ακολούθως, ο κ. Κουλίας επέσυρε την προσοχή του ΜΕ1 στην υποσημείωση της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου 4, θέτοντας ότι εάν πράγματι το ασφαλιστήριο ακυρωνόταν τότε θα έπρεπε να επιστραφεί το Πιστοποιητικό Ασφάλισης προς την Ασφαλιστική Εταιρεία. Επί τούτου, ο ΜΕ1 απάντησε ότι ο Εναγόμενος όφειλε να παραδώσει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και εάν δεν το παρέδωσε αυτό αποτελεί ποινικό αδίκημα. Σε υποβολή του κ. Κουλία ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε να εξετάσουν το κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης απάντησε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε την εντολή για τροποποίηση, Τεκμήριο 4 και όφειλε να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Σε υποβολή του ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες εξακρίβωσαν τα πραγματικά γεγονότα στην παρούσα περίπτωση απάντησε ότι η αρμόδια επιτροπή εξέτασε τα έγγραφα και αποζημίωσε. ii. Σύνοψη μαρτυρίας Μαργαρίτας Αθανασιάδου (ΜΕ2)
- Η ΜΕ2, διευθύντρια του καταστήματος Λάρνακας της Ασφαλιστικής Εταιρείας ανέφερε ότι στις 17.6.12 εκδόθηκε από την Ασφαλιστική Εταιρεία ασφαλιστήριο συμβόλαιο με συγκεκριμένο αριθμό με ισχύ μέχρι τις 17.6.13, με ασφαλιζόμενο τον Εναγόμενο, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αυτό είναι το Ασφαλιστήριο Έγγραφο.
- Ανέφερε επίσης ότι, στις 10.9.2012 λήφθηκε από την Ασφαλιστική Εταιρεία η αίτηση ακύρωσης, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου
- Σε αυτή τη βάση, ως επεξήγησε, η Ασφαλιστική Εταιρεία ακύρωσε το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο και επέστρεψε το ποσό των €130 στον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο, ο οποίος είχε την υποχρέωση επιστροφής του εν λόγω ποσού στον Εναγόμενο.
- Προς υποστήριξη των πιο πάνω κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού «που αφορά τον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο που εξυπηρετούσε» τον Εναγόμενο.[3] Ως Τεκμήριο 13 κατέθεσε και «αντίγραφο της μερίδας» του Εναγόμενο «στο ITEna» όπου, ως ανέφερε, επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω.[4] Τέλος, αναγνωρίζοντας τα Τεκμήρια 3 και 4 και ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι εάν το θύμα υπέβαλλε αίτηση για κάλυψη στην Ασφαλιστική Εταιρεία, δεν θα κάλυπτε οποιαδήποτε απαίτηση καθώς είχε διενεργηθεί η ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εργάζεται στην Ασφαλιστική Εταιρεία από το 1994 και ότι την παρούσα υπόθεση χειρίστηκε το κατάστημα στην Λάρνακα. Παρά το ότι τούτο δεν τέθηκε με σαφήνεια, από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι είναι η ίδια που χειρίστηκε την υπόθεση του Εναγόμενου από πλευράς Ασφαλιστικής Εταιρείας. Ανέφερε ότι ο αντιπρόσωπος της Ασφαλιστικής Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κ. Μιχάλης Ανδρέου ο οποίος τους απέστειλε το Τεκμήριο 11 για να προχωρήσουν με την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Συνέχισε ότι «εμείς έχουμε τον αντιπρόσωπο μας. Ο αντιπρόσωπος μας συγκεκριμένα είναι αυτός που το έδωσε και υπέγραψε ο πελάτης και μας την έφερε εμάς εδώ για ακύρωση. Δεν είμαι γραφολόγος για να ξέρω συγκεκριμένα αν υπέγραψε πελάτης ή όχι. Εμένα μου ήρθε εξουσιοδότηση από τον αντιπρόσωπο μου να κάνω αυτή την ακύρωση και συγκεκριμένα πιστώθηκε και ο λογαριασμός του για να δοθούν του πελάτη, τα €130.»[5] Αφού της ζητήθηκε να παρουσιάσει την εν ως άνω αναφερόμενη εξουσιοδότηση παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Σε υποβολή του κ. Κουλία ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αφορά σε εξουσιοδότηση αλλά σε μία αίτηση τροποποίησης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, επέμεινε στη θέση της. Διευκρίνισε ότι η ίδια δεν είχε επαφή με τον Εναγόμενο, ότι το Τεκμήριο 11 το παρέδωσε ο αντιπρόσωπος της Ασφαλιστικής Εταιρείας στην εταιρεία, επεξηγώντας ότι «(γ)ι' αυτό υπάρχουν αντιπρόσωποι. Οι αντιπρόσωποι ασκούν άδεια, εργάζονται για την εταιρεία, κάνουν τα ασφάλειες και έρχονται και μας τα φέρνουν και εμείς ακολουθούμε αυτά που μας δίνουν.»[6] Επιπλέον, αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 ως το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και διευκρίνισε ότι ζήτησε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης από τον εν λόγω αντιπρόσωπο ο οποίος δεν της το παρέδωσε, όμως δεν το ζήτησε από τον Εναγόμενο. Τέλος, ερωτηθείσα από τον κ. Κουλία κατά πόσο, με δεδομένο το ότι το Πιστοποιητικό Ασφάλισης δεν επιστράφηκε στην Ασφαλιστική Εταιρεία, το Ασφαλιστήριο Έγγραφο βρισκόταν σε ισχύ απάντησε ότι «με αυτά τα δεδομένα, ήταν σε ισχύ.»[7] iii. Μαρτυρία Εναγόμενου (ΜΥ1)
- Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στο Ατύχημα αποδεχόμενος πλήρη ευθύνη καθώς και το ύψος των ζημιών στο αξιούμενο ποσό. Η θέση του παρέμεινε στο ότι ο ίδιος είχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ήτοι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, το οποίο έληγε στις 17.6.
- Στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τους Ενάγοντες μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 6, ανέφερε στους ίδιους ότι διατηρεί ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την Ασφαλιστική Εταιρεία, ότι ευθύνη φέρει ο ίδιος και ότι η ζημιά ήταν μικρής έκτασης. Έκτοτε ουδείς είχε οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία μαζί του μέχρι και την επίδοση της παρούσας αγωγής.
- Ανέφερε επιπλέον ότι ουδέποτε πώλησε το όχημα του ούτε και είχε σκοπό να το πωλήσει και το οδηγεί μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν του επιστράφηκαν οποιαδήποτε ασφάλιστρα και ουδέποτε ακυρώθηκε το Ασφαλιστήριο Έγγραφο. Ως εκ τούτου θεωρεί ότι οι Ενάγοντες δεν διερευνήσαν ορθά την υπόθεση με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται στο αξιούμενο ποσό. Πρόσθεσε δια ζώσης ότι η υπογραφή στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 11 δεν είναι δική του.
- Αντεξεταζόμενος, και στη βάση του Τεκμηρίου 6, σε υποβολή του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ο ίδιος γνώριζε τουλάχιστον από τις 18.12.12 ότι δεν είχε ασφαλιστήριο σε ισχύ και δεν έπραξε οτιδήποτε, απάντησε ότι είχε Ασφαλιστήριο Έγγραφο σε ισχύ, εμμένοντας στη θέση του αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του. III. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρουσίασαν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους προωθώντας τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων ήταν βοηθητικές προς το Δικαστήριο το οποίο τις έχει μελετήσει. Δεν κρίνω πρόσφορο να προχωρήσω σε σύνοψη των θέσεων που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και αναφορά στα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. IV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡIΟΥ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
- Στις 22.11.12 ο Εναγόμενος ενεπλάκη στο Ατύχημα (βλ. παρ. 1 ανωτέρω) για το οποίο έφερε αποκλειστική ευθύνη και συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν οι ως άνω αναφερόμενες στην παράγραφο 1 ζημιές στους Ζημιωθέντες.
- Ο Εναγόμενος είχε συνάψει το Ασφαλιστήριο Έγγραφο, Τεκμήριο 9, με την Ασφαλιστική Εταιρεία, με ημερομηνία έναρξης 17.6.2012 και ημερομηνία λήξης 17.6.
- Οι Ενάγοντες αποτελούν το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων δυνάμει Νόμου.[8]
- Το Τεκμήριο 1 αποτελεί τη συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων, υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους, και του Υπουργού Οικονομικών[9] σύμφωνα με το άρθρο 28
(1)του Νόμου.
- Κατά ή περί τις 23.11.12, οι Ενάγοντες παρέλαβαν από τον Ιδιοκτήτη το Τεκμήριο 2, έντυπο απαίτησης αποζημίωσης. Οι Ενάγοντες στις 13.12.12 απέστειλαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία το Τεκμήριο 3, επιστολή, στην οποία η τελευταία απάντησε μέσω του Τεκμηρίου 4, όπου αναφέρθηκε ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ακυρώθηκε στις 10.9.
- Την ακύρωση οι Ενάγοντες επιβεβαίωσαν και μέσω του αρχείου του Κυπριακού Κέντρου Πληροφοριών (Τεκμήριο 5) στις 27.11.
- Ακολούθως, οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο επιστολή, το Τεκμήριο 6, δια της οποίας τον ενημέρωναν για την παραλαβή του Τεκμηρίου 2 και τον καλούσαν να επικοινωνήσει με τους ίδιους για συζήτηση της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος κατά ή περί τις 18.12.12 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους Ενάγοντες («η Τηλεφωνική Επικοινωνία»).
- Στη συνέχεια οι Ενάγοντες προχώρησαν με την καταβολή του ποσού που αντιπροσώπευε τη Ζημιά στους Ζημιωθέντες οι οποίοι υπέγραψαν το Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες κατέβαλαν αποζημίωση στη βάση του ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ σε σχέση με τον Εναγόμενο. Για εξαγωγή του συμπεράσματος τους αυτού, έλαβαν υπόψιν τα όσα καταγράφονται στην παρ. 7(α)-(δ) ανωτέρω.
- Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε προς τους Ενάγοντες έναντι του πιο πάνω ποσού.
- Η Ασφαλιστική Εταιρεία αρνήθηκε να καλύψει τις Ζημιές στη βάση του περιεχομένου του εγγράφου που επισυνάπτεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 4 («το Έγγραφο») το οποίο της δόθηκε συμπληρωμένο από τον αντιπρόσωπο της με τον οποίο συνεργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, κ. Μιχάλη Ανδρέου.
- Ο κ. Μιχάλης Ανδρέου αποτελούσε στις 10.9.23 εξουσιοδοτημένο από την Ασφαλιστική Εταιρεία ασφαλιστικό αντιπρόσωπο για σύναψη ασφαλειών. Αυτό ήταν το πρόσωπο που ήταν σε επαφή με τον Εναγόμενο. Η ΜΕ2 καμία επαφή είχε με τον Εναγόμενο.
- Η Ασφαλιστική Εταιρεία στις 28.9.12 κατέβαλε το ποσό των €130 προς τον εν λόγω αντιπρόσωπο της, με σκοπό να επιστρέψει τα χρήματα προς τον Εναγόμενο, ως επιστροφή ασφαλίστρων. Ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε το πιο πάνω ποσό.
- Ο Εναγόμενος ουδέποτε πώλησε το Όχημα, το οποίο οδηγεί μέχρι και σήμερα.
- Το Πιστοποιητικό Ασφάλισης αποτελείται από το Τεκμήριο 8 και ουδέποτε επιστράφηκε στην Ασφαλιστική Εταιρεία, το οποίο μέχρι και την κατάθεση του στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, βρισκόταν στην κατοχή του Εναγόμενου.
- Ως κοινώς αποδεκτό γεγονός δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος στις 31.3.2017 υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία ως προς την εγκυρότητα του Τεκμηρίου
- Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. V. ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καθόρισαν το επίδικο θέμα ως εξής: Κατά πόσο οι Ενάγοντες ορθά κατέβαλαν στους Εναγόμενους το αξιούμενο από τον Εναγόμενο ποσό στους Ζημιωθέντες, στη βάση των δεδομένων που είχαν ενώπιον τους, λαμβανομένης υπόψιν της θέσης του Εναγόμενου ότι το Ασφαλιστήριο βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο του Ατυχήματος ή, όπως το έθεσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων, κατά πόσο εύλογα θα μπορούσαν οι Ενάγοντες να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε σύμβαση σε ισχύ.[10] Τούτο αντανακλά την ίδια την πεποίθηση των Εναγόντων, ως αυτή ξεκαθαρίστηκε μέσω του ΜΕ
- Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση του ΜΕ1: «Ε: Συμφωνείς ότι η υποχρέωση του Ταμείου Ασφαλιστών να πληρώνει αποζημιώσεις ισχύει μόνο όταν δεν υπάρχει ασφαλιστήριο σε ισχύ; Α:Ναι ελέγχουμε και όταν δεν υπάρχει προχωρούμε. Ε: Άρα όταν υπάρχει ασφαλιστήριο σε ισχύ δεν πρέπει να αποζημιώσετε; Α: Ορθά.»[11]
- Δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ή συζήτησης το κατά πόσο οι Ενάγοντες υποχρεούντο να καταβάλουν την Αποζημίωση μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται επί της Συμφωνίας, ήτοι, εν προκειμένω, όπου δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ. Αντίθετα, και οι δύο πλευρές προώθησαν την υπόθεση τους σε αυτή τη βάση. Οι μεν Ενάγοντες, επιχείρησαν να καταδείξουν ότι ευλόγως κατέβαλαν την Αποζημίωση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ο δε Εναγόμενος υπερασπίστηκε την αξίωση των Εναγόντων στη βάση του ότι ο ίδιος είχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ με την Ασφαλιστική Εταιρεία, γεγονός που οι Ενάγοντες, με δέουσα έρευνα, θα διαπίστωναν και δεν θα κατέβαλαν την Αποζημίωση.
- Σε πρώτο στάδιο αυτό που απασχόλησε το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο ορθά το επίδικο θέμα θα μπορούσε να τεθεί με αυτούς τους όρους και κατά πόσο ορθά η υπόθεση συζητήθηκε στην πιο πάνω βάση. Τούτο διότι η διαμόρφωση του κατά τον πιο πάνω τρόπο, προϋποθέτει την ερμηνεία της νομοθεσίας, και δη του Νόμου, προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εξηγώ. (i) Το άρθρο 30 του Νόμου
- Το άρθρο 30 του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «(σ)ε περίπτωση καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης, είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης είτε όχι, το Ταμείον Ασφαλιστών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε τέτοια αποζημίωση.»
- Επομένως, οι Ενάγοντες «υποκαθίστανται» στα δικαιώματα προσώπου προς τον οποίο κατέβαλαν «οποιαδήποτε» αποζημίωση, είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης είτε όχι, εν προκειμένω, στα δικαιώματα των Ζημιωθέντων. Δεν χρειάζεται να υπογραφεί οποιοδήποτε έγγραφο μεταξύ των Εναγόντων και τέτοιου προσώπου για το σκοπό αυτό, εφόσον η υποκατάσταση διενεργείται δια νόμου με την καταβολή από τους Ενάγοντες «οποιασδήποτε αποζημίωσης».
- Το δικαίωμα που αποκτούν οι Ενάγοντες δυνάμει της ως άνω πρόνοιας, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από το δικαίωμα των ζημιωθέντων να αξιώσουν δικαστικώς την επιδίκαση αποζημιώσεων έναντι οποιουδήποτε προσώπου είναι υπεύθυνο για τη ζημιά τους.
- Εν προκειμένω, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τόσο την ευθύνη όσο και το ύψος των ζημιών των Ζημιωθέντων. Συναφώς δεν τίθεται ούτε θέμα απόδειξης ευθύνης ή του ύψους των ζημιών.
- Το ερώτημα συνεπώς που εγείρεται είναι κατά πόσο η λιτή καταγραφή στο άρθρο 30 του Νόμου της νομικής συνέπειας της «υποκατάστασης» με αναφορά μόνο στο γεγονός της πράξης της καταβολής «οποιασδήποτε αποζημίωσης» από τους Ενάγοντες, καθιστά μη σχετική και, συνεπώς, αχρείαστη την εξέταση του λόγου της καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης. Η συζήτηση της υπόθεσης στην βάση που συζητήθηκε (βλ. παρ. 36 ανωτέρω), προϋποθέτει και προκρίνει ότι οι Ενάγοντες κανένα δικαίωμα είχαν να καταβάλουν αποζημίωση σε περιπτώσεις που εκπίπτουν της Συμφωνίας, ήτοι εκεί όπου, για χάριν συζήτησης, υπάρχει ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ και τούτο είναι κοινώς αποδεκτό.
- Είναι για αυτό το λόγο που κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο πιο πάνω ζήτημα που προκύπτει προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, εφόσον η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί έργο που διεξάγεται στη βάση των επίδικων θεμάτων. (ii) Η σχετικότητα των λόγων της καταβολής της αποζημίωσης
- Κατ' αρχάς αυτό που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 28
(1)του Νόμου, οι Ενάγοντες δεσμεύονται «έναντι του Υπουργού[12] από συμφωνία (.) σύμφωνα με την οποία αναλαμβάν(ουν) την υποχρέωση να καταβάλλ(ουν) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις αποζημιώσεις προς ζημιωθέντες.»
- Οι «περιπτώσεις» και οι «προϋποθέσεις» αυτές ορίζονται με λεπτομέρεια στο κείμενο της Συμφωνίας, η οποία, ως είναι κοινώς αποδεκτό, αποτελείται από το Τεκμήριο
- Το κείμενο της Συμφωνίας αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης. Η πρώτη είναι προς θύματα που έχουν υποστεί ζημιά από ατυχήματα που προκλήθηκαν είτε από ανασφάλιστους οδηγούς (Μέρος Α) και η δεύτερη προς θύματα που υπέστηκαν ζημιά από ατυχήματα που προκλήθηκαν από άγνωστους οδηγούς (Μέρος Β) (σωρευτικά, οι «Περιπτώσεις Καταβολής Αποζημίωσης»). Παρατίθεται επιπλέον με εκτενή λεπτομέρεια ο μηχανισμός υποβολής αιτήματος προς τους Ενάγοντες, ο μηχανισμός που είναι διαθέσιμος στον απαιτητή σε περίπτωση διαφωνίας του με την απόφαση των Εναγόντων και άλλα ζητήματα που προνοούν με εκτενή λεπτομέρεια και διέπουν τον τρόπο λειτουργίας των Εναγόντων καθώς και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων τους εντός του πεδίου των Περιπτώσεων Καταβολής Αποζημίωσης.
- Από μια ανάγνωση του κειμένου της Συμφωνίας αναδύεται αβίαστα η φύση της λειτουργίας των Εναγόντων η οποία, με βεβαιότητα, δεν προκύπτει να είναι επιχειρηματικής, αλλά, κοινωνικής εμβέλειας και χροιάς. Η φύση της λειτουργίας τους δεν μπορεί πάρα να συνδέεται άρρηκτα με τον λόγο της ύπαρξης τους, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντιμετώπιση της κοινωνικής ανάγκης που προκύπτει για να μην απομείνει οποιοσδήποτε πολίτης άνευ αποζημίωσης σε περίπτωση ατυχήματος για το οποίο δεν φέρει ευθύνη, ή, εξ ολοκλήρου ευθύνη, για λόγους που δεν τον αφορούν, όπως είναι η μη ασφάλιση ή η εξαφάνιση του υπαίτιου.
- Για σκοπούς της ως άνω διαπίστωσης μου καθοδήγηση αντλώ και από το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Gardner v Moore [1984] 1 All ER 1100 του Λόρδου Hailsham, στην οποία γίνεται αναφορά στις αντίστοιχες με το Νόμο, τότε σε ισχύ, αγγλικές νομοθετικές διατάξεις (Road Traffic Act 1972), στις αντίστοιχες συμφωνίες μεταξύ του εκεί υπουργού (Secretary of State for the Environment) και της αρμόδιας αντίστοιχης αρχής για καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης (Motors Insurer's Bureau ("MIB")) (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)::1984] AC 548 "Part VI of the Road Traffic Act 1972 is designed to protect the innocent third party from the inability to pay of a driver who incurs liability by causing him death or personal injury. This it does partly (ss 143 and 145) by imposing an obligation on all drivers to ensure against third party liability under sanction of the criminal law, and partly by conferring on a successful plaintiff a right of direct recourse in the civil courts against the judgment debtors' insurers if he is insured in the manner prescribed (eg ss 148 and 149). This by itself leaves a gap in the protection afforded to the innocent third party by Pt VI since a guilty driver may be either uninsured altogether or untraceable so that it is not known whether he is insured or not and if so by whom. It is to fill this gap that the two agreements between the MIB and the Secretary of State for the Environment have been voluntarily entered into."
- Επιπρόσθετα, το άρθρο 29 του Νόμου καταγράφει τις περιπτώσεις που απαραιτήτως θα πρέπει να περιλαμβάνονται στη Συμφωνία, ήτοι που θα πρέπει οι Ενάγοντες να καταβάλλουν αποζημίωση σε ζημιωθέντα πρόσωπα. Οι περιπτώσεις αυτές έχουν ως εξής: «(α) προσώπων που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ασφαλιστική κάλυψη˙ ή (β) οδηγών οχημάτων αγνώστων στοιχείων˙ ή (γ) προσώπων που χρησιμοποιούν μηχανοκίνητο όχημα των οποίων ο ασφαλιστής έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, νοουμένου ότι η ευθύνη προκύπτει εν σχέσει με οχήματα που έχουν ως τόπο συνήθους στάθμευσης στη Δημοκρατία· ή (δ) προσώπων που χρησιμοποιούν μηχανοκίνητο όχημα, για τα οποία εφαρμόζεται η παράγραφος (δ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 3· ή (ε) μηχανοκίνητων οχημάτων που αποστέλλονται στη Δημοκρατία από κράτος μέλος και εμπλέκονται σε ατύχημα εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την αποδοχή της παράδοσης από τον αγοραστή, χωρίς να είναι ασφαλισμένα, ακόμα και εάν δεν έχουν εγγραφεί ακόμα επισήμως στη Δημοκρατία.»
- Οι πιο πάνω περιπτώσεις περιγράφονται από τον ίδιο τον τίτλο του εν λόγω άρθρου ως οι «Βασικοί σκοποί του Ταμείου Ασφαλιστών» και συνεπώς καθίσταται σαφές ότι αυτές είναι οι παράμετροι που οριοθετούν το πλαίσιο λειτουργίας των Εναγόντων.
- Τούτο εξάλλου εντοπίζεται και στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης («η Οδηγία 2009/103/ΕΚ»).[13] Παρεμβάλλω εδώ ότι Τρίτο Μέρος του Νόμου αποτελεί το νομοθετικό πλαίσιο δια μέσου του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία συμμορφώνεται με τις σχετικές της υποχρεώσεις δυνάμει της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. Ειδικότερα, ορίζεται στην Οδηγία 2009/103/ΕΚ ότι, στην παρ.14, του προοιμίου ότι (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου): «Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ένας οργανισμός που θα εξασφαλίζει ότι το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων. Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι το θύμα ενός τέτοιου ατυχήματος μπορεί να στραφεί απευθείας στον οργανισμό αυτό, ως πρώτο σημείο επαφής.»
- Από το σύνολο των πιο πάνω καθίσταται πασιφανές ότι η ευθύνη των Εναγόντων για καταβολή αποζημίωσης δεν είναι απεριόριστη. Ούτε η λειτουργία τους είναι αδιάκριτη ή αυθαίρετη. Δεν επενεργούν ως πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με δικαίωμα εξαγοράς δικαιωμάτων λήψης νομικών μέτρων. Τούτο εξάλλου δεν επιτρέπεται με βάση το άρθρο 16 του Κεφ.148 το οποίο διαλαμβάνει ότι τo δικαίωμα οποιασδήποτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύvη σε σχέση με αυτό, δεv εκχωρούνται διαφορετικά παρά μόνο από νόμο.
- Συνεπώς, η υποχρέωση των Εναγόντων, και, κατ' επέκταση, η δυνατότητα τους για καταβολή αποζημίωσης, υπόκειται και θα πρέπει να θεωρείται ότι υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει η Συμφωνία και το άρθρο 29 του Νόμου. Οι εξαιρέσεις που παρατηρούνται σωρηδόν επί του κειμένου της Συμφωνίας αλλά και το πλαίσιο που θέτει το άρθρο 29 ως προς τους βασικούς σκοπούς της λειτουργίας των Εναγόντων, έκδηλα αποσκοπούν στην βιωσιμότητα και, κατ' έκταση, στην περιφρούρηση της ίδιας της ύπαρξης τους με απώτερο σκοπό να διατηρείται η δυνατότητα κάλυψης, επαναλαμβάνω, της κοινωνικής ανάγκης που προκύπτει. Συνάγεται ότι ο τρόπος ορθής λειτουργίας τους αποτελεί ζήτημα ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος.
- Συνεπεία των πιο πάνω, καταλήγω ότι ορθά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών αντιμετώπισαν το επίδικο θέμα ως πιο πάνω αναφέρεται (βλ. παρ. 36 ανωτέρω). Η δε αναφορά στο άρθρο 28
(1)του Νόμου σε δέσμευση των Εναγόντων έναντι του Υπουργού Οικονομικών δυνάμει της Συμφωνίας δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να εξαλείφει την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει το εύλογο των ενεργειών των Εναγόντων, με αναφορά στο περιεχόμενο της Συμφωνίας και το άρθρο 29 του Νόμου. Αντιθέτως, από το σύνολο των πιο πάνω ευλόγως προκύπτει ότι το πλαίσιο που ορίζει την υποχρέωση τους να αποζημιώνουν θα πρέπει να θεωρείται και το πλαίσιο που ορίζει την αντίστοιχη εξουσία τους να το πράττουν. Αυτό ξεκαθαρίζεται και στην παρ.6 της σελίδας 14 της Συμφωνίας, όπου αναφέρεται ότι «σε όλες τις περιπτώσεις που δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις» που θέτει η Συμφωνία, «το Ταμείο οφείλει να απορρίψει την απαίτηση.» 56. Τούτων δοθέντων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 57. Στα πλαίσια του πρωταρχικού καθήκοντος του παρόντος Δικαστηρίου για αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν και διεξήλθα με προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία στην πλήρη της έκταση χωρίς να περιορίζομαι στα όσα παρέθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης επέτρεψε στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει την αμεσότητα με την οποία οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο αφήγησης της εκδοχής τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα.[14] Έλαβα υπόψιν μου τα πιο πάνω χωρίς να αποδίδω υπέρμετρη βαρύτητα στα ως άνω εξωτερικά γνωρίσματα των μαρτύρων, έχοντας κατά νουν ότι ένας αναξιόπιστος μάρτυρας συμβαίνει να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα.[15] Συναφώς, έλαβα υπόψιν μου επιπλέον την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων[16] ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος τους. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψιν του ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή, να πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί και να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο.[17] Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά,[18] αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές[19] και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων.[20] Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο έχει υπόψιν του ότι το πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας είναι διακριτό από την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στη βάση του βάρους και επιπέδου απόδειξης. 58. Στην παρούσα υπόθεση, η μέγιστη έκταση των γεγονότων αποτελεί κοινό έδαφος, ως αυτά καταγράφηκαν στις παρ. 21-34 ανωτέρω. Τα ζητήματα που αμφισβητήθηκαν ή αποτέλεσαν αντικείμενο διαφορετικής προσέγγισης από τους μάρτυρες, ως ζήτημα γεγονότων, είναι περιορισμένης εμβέλειας και έχουν ως εξής: (α) Το κατά πόσο ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτημα για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου· (β) Το περιεχόμενο της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας· και (γ) Το κατά πόσο ζητήθηκε από τον Εναγόμενο να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης στην Ασφαλιστική Εταιρεία. 59. Σημειώνω εδώ ότι σε ό,τι αφορά τις θέσεις των μαρτύρων σε σχέση με το κατά πόσο το Ασφαλιστήριο είχε ή δεν είχε ακυρωθεί, ως ζήτημα νομικό, αυτές δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν για σκοπούς εξαγωγής τέτοιου συμπεράσματος, εφόσον το ζήτημα άπτεται της κρίσης του Δικαστηρίου. 60. Αυτό το οποίο διαπιστώνει το Δικαστήριο είναι ότι όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου ήταν ειλικρινής και σταθεροί στις απόψεις τους. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 κατέθεσαν υπό συγκεκριμένη ιδιότητα τους χωρίς να παρατηρείται οποιαδήποτε προσπάθεια υπερβολής των όσων γνωρίζουν. Ειδικά η ΜΕ2, ήταν άκρως προσεκτική να παραμείνει εντός του πλαισίων των γεγονότων που γνωρίζει και πιστεύει, αποδεχόμενη μάλιστα ότι υπό τις συνθήκες που τις παρουσιάστηκαν κατά την αντεξέταση της το Ασφαλιστήριο Έγγραφο παρέμεινε σε ισχύ. Τα πιο πάνω ενίσχυσαν την αξιοπιστία των ΜΕ1 και ΜΕ2, πλην όμως ξεκαθαρίζω ότι το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία του ΜΕ1 υπό το πρίσμα των όσων ο ίδιος ανέφερε, ήτοι ότι πληροφόρηση αντλεί από τα υφιστάμενα δεδομένα του φακέλου και ότι κατά το χρόνο του Ατυχήματος ο ίδιος δεν εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων ούτε και είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Ενάγοντα κατά ή πριν το χρόνο καταβολής της Αποζημίωσης. 61. Ο Εναγόμενος κατέθεσε με εξίσου τρόπο ειλικρινή, αλλά, και, ανεπιτήδευτο, παραμένοντας σταθερός στις κυρίως απόψεις του. Κάποια αντίφαση στις απαντήσεις του σε σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος αξίωσε από την Ασφαλιστική Εταιρεία το ποσό της Αποζημίωσης, αποδίδεται εύλογα σε μη κατανόηση από την πρώτη στιγμή της ερώτησης που του τέθηκε και όχι σε προσπάθεια αλλοίωσης των πραγματικών γεγονότων και δεν τείνει να πλήξει την αξιοπιστία του. 62. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ1 σε όλα τα ουσιώδη σημεία της, πλην των σημείων που καταγράφονται και για τους λόγους που καταγράφονται αμέσως πιο κάτω. (
- i)Μαρτυρία ως προς την υποβολή αίτηση ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου από τον Εναγόμενο 63. Πρωταρχική θέση του ΜΕ1 ήταν ότι η πληροφόρηση που είχαν οι Ενάγοντες από την Ασφαλιστική Εταιρεία ήταν ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ακυρώθηκε πριν το επίδικο ατύχημα. Προς τούτο, ανέφερε, τους απεστάλη από την Ασφαλιστική Εταιρεία το Τεκμήριο 4. Το Τεκμήριο 4 απαρτίζεται από επιστολή νομικού συμβούλου της Ασφαλιστικής Εταιρείας δια της οποίας απευθύνεται στους Ενάγοντες και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το Όχημα «ακυρώθηκε την 10/09/2012 για το λόγο ότι το όχημα πωλήθηκε. Επισυνάπτω αντίγραφο της σχετικής αίτησης τροποποίησης σε υφιστάμενο συμβόλαιο που υπέγραψε ο ασφαλισμένος μας.» 64. Στην ως άνω επιστολή επισυνάπτεται το έγγραφο το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Τεκμήριο 11 που παρουσίασε η ΜΕ2 («το Έγγραφο»). Το Έγγραφο τιτλοφορείται «ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΕ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΜΗΧ. ΟΧΗΜΑΤΩΝ». Πρόκειται για προδιατυπωμένο έγγραφο όπου στα απαραίτητα κενά συμπληρώθηκαν δια χειρός το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός εγγραφής του οχήματος του Εναγόμενου και η ημερομηνία «10/9/2012». Υπάρχει ακολούθως η προδιατυπωμένη φράση «Αναφορικά με το πιο πάνω Συμβόλαιο μου/μας παρακαλούμε όπως κάνετε την/τις πιο κάτω τροποποίηση/τροποποιήσεις» και η προδιατυπωμένη λέξη «ΑΚΥΡΩΣΗ» ως μια εκ των επιλογών «τροποποίησης». Δια χειρός τοποθετείται ένας κύκλος στην επιλογή «ΑΚΥΡΩΣΗ». Στην αντίστοιχη προδιατυπωμένη ένδειξη «Λόγος Ακύρωσης» αναγράφεται δια χειρός η λέξη «πωλήθηκε». Στο πάνω μέρος της πιο πάνω λέξης «πωλήθηκε» αναγράφεται δια χειρός η φράση «RETURN €130» και στο κάτω μέρος του εγγράφου «(θ)α επιστραφούν €130». Παρουσιάζεται μια υπογραφή κάτω από την προδιατυπωμένη ένδειξη «Με υπόληψη». 65. Ανατρέχοντας με προσοχή στα πρακτικά της διαδικασίας, προκύπτουν τα πιο κάτω. 66. Ουδείς εκ των μαρτύρων για τους Ενάγοντες ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά και με σαφήνεια δια το ότι η υπογραφή υπό την ένδειξη «Με υπόληψη» επί του εν λόγω εντύπου, ανήκει στον Ενάγοντα. Ο ΜΕ1 ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος στους Ενάγοντες και ότι για τα όσα καταθέτει λαμβάνει γνώση από το «φάκελο, με την αλληλογραφία που ανταλλάξαμε, με την αστυνομία, από τις συνθήκες του ατυχήματος». Ξεκαθάρισε δε ότι για την καταβολή της Αποζημίωσης οι Ενάγοντες βασίσθηκαν στο Τεκμήριο 4. Η ΜΕ2, ξεκαθάρισε ότι η ίδια καμία επαφή είχε με τον Ενάγοντα και ότι: «Εμείς έχουμε τον αντιπρόσωπο μας. Ο αντιπρόσωπος μας συγκεκριμένα είναι αυτός που το έδωσε και υπέγραψε ο πελάτης και μας την έφερε εδώ για ακύρωση. Δεν είμαι γραφολόγος για να ξέρω συγκεκριμένα αν υπέγραψε πελάτης ή όχι.»[21] 67. Συνεπώς, προκύπτει ότι η αντίληψη της ΜΕ2 δια το ότι το έντυπο υπογράφεται από τον Ενάγοντα αποτελεί προϊόν εικασίας και απλής υπόθεσης. Δεν πρόκειται ούτε για περίπτωση προσκόμισης εξ ακοής μαρτυρίας εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο αντιπρόσωπος ο οποίος ενεργούσε για την Ασφαλιστική Εταιρεία, σύμφωνα με τα λεχθέντα της ΜΕ2, ανέφερε οποτεδήποτε και σε οποιοδήποτε πρόσωπο ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το εν λόγω έντυπο. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το ποιο είναι το πρόσωπο που συμπλήρωσε δια χειρός το εν λόγω έντυπο από την οποία θα μπορούσαν να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ή να οδηγήσει σε περαιτέρω προβληματισμό. Οι δε αναφορές των ΜΕ1 περί «υπογραφής» του εντύπου από τον Εναγόμενο έκδηλα αποτελούν, στη βάση των όσων ο ίδιος ανέφερε, απλή αναπαραγωγή των υποθέσεων της Ασφαλιστικής Εταιρείας και καμία αποδεικτική αξία δύναμαι να αποδώσω σε αυτές. 68. Σε ό,τι αφορά την δήλωση της νομικής λειτουργού επί του Τεκμηρίου 4, η οποία είναι εξ ακοής, δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς την πηγή γνώσης της εν λόγω λειτουργού των όσων εκεί καταγράφει. Συνεπώς, οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσκομίστηκε δεν καθιστούν εφικτή την ορθή αξιολόγηση της[22] και δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε αξία ούτε και στα όσα εκεί καταγράφονται. 69. Η πιο πάνω εικόνα δεν αμβλύνεται στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 13 το οποίο κατέθεσε η ΜΕ2. Τούτο διότι δεν επεξηγήθηκε με ποιον τρόπο το πιο πάνω αρχείο της Ασφαλιστικής Εταιρείας τροφοδοτείται από τις λεπτομέρειες που εκεί καταγράφονται, ούτως ώστε να δύναται να αξιολογηθεί κατά πόσο τούτο δύναται να αποτελέσει ανεξάρτητη πηγή μαρτυρίας ως προς το ζήτημα της υποβολής αίτησης ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου από τον Εναγόμενο. Συνεπώς, δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε αξία επί του εν λόγω τεκμηρίου. 70. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα υπογραφής του Εγγράφου ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε το Έγγραφο[23] επαναλαμβάνοντας συνεχώς τη θέση του ότι ο ίδιος είχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ κατά το χρόνο του Ατυχήματος. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αιτήσεως του Εναγόμενου για να προωθήσει ισχυρισμό περί πλαστογραφίας δεν καθιστά την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου μη αποδεκτή ως ζήτημα μαρτυρίας. Τούτο διότι ένας ισχυρισμός για πλαστογραφία εξετάζεται νοουμένου ότι υπάρχει αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία περί υπογραφής ενός Εγγράφου από συγκεκριμένο πρόσωπο. Εν προκειμένω, για τους λόγους που προανέφερα, τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. 71. Πέραν του ζητήματος υπογραφής επί του Εντύπου, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε δια το ότι είτε ο Εναγόμενος συμπλήρωσε το Έγγραφο είτε ότι ο ίδιος παραχώρησε οδηγίες σε συγκεκριμένο πρόσωπο να το συμπληρώσει εκ μέρους του. Τούτο θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο με δεδομένο το ότι τα εκεί στοιχεία τοποθετήθηκαν δια χειρός (βλ. παρ. 64 ανωτέρω) και με δεδομένη τη θέση του Εναγόμενου ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέβαλε αίτημα για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου του ή ότι το Ατύχημα καλυπτόταν από το Ασφαλιστήριο Έγγραφο. Απέμεινε συνεπώς άγνωστο από ποιο πρόσωπο συμπληρώθηκε το Έγγραφο. 72. Επιπρόσθετα, οι αναφορές επί του Εγγράφου περί πώλησης αυτοκινήτου, ως λόγο «ακύρωσης» του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, δεν συνάδουν με την μη αμφισβητούμενη από πλευράς των Εναγόντων μαρτυρία του Εναγόμενου, δια το ότι ο τελευταίος ουδέποτε πώλησε το όχημα του, το οποίο οδηγεί μέχρι σήμερα. Καμία επεξήγηση δόθηκε προς αυτή τη διάσταση γεγονότων. Η δε αναφορά του ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ότι κάποτε ξεκινά μια διαδικασία πώλησης και μετά σταματά δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια άλλη εικασία και δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε αξία στην πιο πάνω θέση του. 73. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε αξία επί του Εγγράφου. 74. Των πιο πάνω δοθέντων και στην απουσία άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας δια το ότι ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτημα για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, δεν αποδέχομαι την πιο πάνω θέση της ΜΕ2. (
- ii)Η Τηλεφωνική Επικοινωνία και η μεταγενέστερη επικοινωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 75. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν ότι από το φάκελο των Εναγόντων προκύπτει ότι ο Εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους Ενάγοντες και συνομίλησε με τον συνάδελφο του κ. Ανδρέα Βασιλείου. Σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι ο Εναγόμενος κατά την Τηλεφωνική Επικοινωνία ενημέρωσε τον κ. Βασιλείου ότι έχει ασφάλεια, απάντησε ότι με βάση τις σημειώσεις του κ. Βασιλείου που υπάρχουν στο φάκελο των Εναγόντων, μόνο για τη ζημιά τέθηκε ζήτημα. Ακολούθησε η εξής στιχομυθία: «Ε: Σου υποβάλλω ότι δεν μπορείς να ξέρεις εσύ το τί ελέχθη μεταξύ του εναγόμενου και του οποιουδήποτε υπαλλήλου κ. Αδνρέου Βασιλείου εφόσον δεν ήσουν παρών. Α: Οι λειτουργοί που μιλούν στο τηλέφωνο καταγράφουν το καθετί. Ε: Γράφουν και πόση ώρα είναι η κλήση; Α. Όχι. Ε. Έγραψε και το καλημέρα; Α: Όχι. Ε: Άρα ο συνάδελφος κατέγραψε ότι έθελε; Α: Εγώ καταγράφω το καθετί. Ε. Εσύ. Α: Και οι άλλοι αυτό κάμνουν. 76. Από την αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος κατέθεσε ότι: «Πήρα τηλέφωνο τους Ενάγοντες στις 18.12.12 και τους είπα ότι έχω ευθύνη για το ατύχημα και ότι ήταν μικρή η ζημιά αλλά έχω ασφάλεια με την [Ασφαλιστική Εταιρεία] (.) και να τα ζητήσουν από τη ασφάλεια μου.»[24] 77. Οι θέσεις του ΜΕ1 σε σχέση με τις σημειώσεις του συναδέλφου του αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια θα πρέπει να αξιολογηθεί.[25] Εν πρώτοις, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τον κ. Βασιλείου χωρίς οποιαδήποτε προς τούτο επεξήγηση.[26] Ήταν ευλόγως αναμενόμενο, τουλάχιστον, να δοθεί κάποια πειστική επεξήγηση, με δεδομένη την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου ως προς το περιεχόμενο της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας και τη σχετική υποβολή του κ. Κουλία κατά την αντεξέταση του ΜΕ1. Επιπλέον, δεν είναι γνωστό κατά πόσο η δήλωση του κ. Βασιλείου μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι καθώς δεν κατατέθηκαν οι εν λόγω σημειώσεις του από τον φάκελο των Εναγόντων.[27] Συνεπεία των πιο πάνω καταλήγω ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσήχθη η ως άνω εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνουν την ορθή της αξιολόγηση. Συνεπώς, η βαρύτητα που δύναται ευλόγως να αποδοθεί στο περιεχόμενο της είναι ήσσονος αξίας και σημασίας. 78. Αντιθέτως, η μαρτυρία του Εναγόμενου προς τούτο (βλ. παρ. 75 πιο πάνω) ήταν σαφής και ξεκάθαρη και με δεδομένο το ότι δεν υπάρχει αντίθετη προς τούτο ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία, την αποδέχομαι. 79. Δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση του ΜΕ1 ότι κατόπιν της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας απεστάλη επιστολή με την οποία να ενημερώνουν οι Ενάγοντες τον Εναγόμενο ως προς την πρόθεση τους για την καταβολή της Αποζημίωσης, εφόσον καμία τέτοια επιστολή παρουσιάστηκε ή οποιαδήποτε άλλη επιστολή. Αποδέχομαι συνεπώς τη θέση του Εναγόμενου ότι η τελευταία επικοινωνία που είχε με τους Εναγόμενους, πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής, ήταν μέσω της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας. (iii) Επιστροφή του Πιστοποιητικού Ασφάλισης 80. Η ΜΕ2 ξεκαθάρισε ότι το μοναδικό πρόσωπο που είχε επαφή με τον Εναγόμενο ήταν ο τότε ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος, κ. Ανδρέου. Είναι από τον τελευταίο που η Ασφαλιστική Εταιρεία, σύμφωνα με τη δική της θέση, ζήτησε να της επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και όχι από τον Εναγόμενο. Ο εν λόγω ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, συνέχισε, δεν επέστρεψε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Από την αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος προέβαλε ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης, το οποίο, ως επεξήγησε είχε ακόμα στην κατοχή του και το κατέθεσε ως Τεκμήριο 8. Παρά τούτο, ο ίδιος κ. Ανδρέου δεν κλήθηκε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε άλλη μαρτυρία υπάρχει δια το ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία ζήτησε από τον Εναγόμενο, μέσω του αντιπροσώπου της, να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόντων ότι ο πιο πάνω ασφαλιστικός αντιπρόσωπος έλαβε ή ζήτησε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης από τον Εναγόμενο. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου ότι ουδέποτε η Ασφαλιστική Εταιρεία του ζήτησε να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. VII. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 81. Υπό το φως των πιο πάνω, πέραν των ευρημάτων που καταγράφονται στις παραγράφους 21-34 ανωτέρω, βρίσκω επιπλέον ότι ο Εναγόμενος ανταποκρίθηκε στην επιστολή των Εναγόντων, Τεκμήριο 6, επικοινωνώντας μαζί τους τηλεφωνικώς στις 18.12.12. Εκεί συνομίλησε με λειτουργό των Εναγόντων. Του ανέφερε ότι ο δεν ευθύνεται για το ατύχημα, ότι η ζημιά ήταν μικρή και ότι ο ίδιος καλύπτεται από ασφαλιστήριο έγγραφο με την Ασφαλιστική Εταιρεία. Καμία άλλη επικοινωνία είχε έκτοτε με τους Ενάγοντες μέχρι την επίδοση της παρούσας αγωγής. Πρόσθετα, κανένα πρόσωπο δεν ζήτησε από τον Εναγόμενο να επιστρέψει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης προς την Ασφαλιστική Εταιρεία. VIII. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 82. Αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό των Εναγόντων ότι κατά το χρόνο του Ατυχήματος «δεν υπήρχε ασφαλιστήριο εν ισχύει δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και/ή ήτο χωρίς ισχύ (ineffective)»[28] Ακολούθως, ότι οι ίδιοι ενήργησαν με βάση τη Συμφωνία και το άρθρο 30 του Νόμου για την καταβολή της Αποζημίωσης.[29] (
- i)Ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ 83. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου και της μη αποδοχής της θέσης της ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (βλ. παρ. 64-74 ανωτέρω) και με δεδομένο το ότι, ως ήταν κοινώς αποδεκτό, το Ασφαλιστήριο Έγγραφο έληγε σε ημερομηνία μεταγενέστερη του Ατυχήματος, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει τον ισχυρισμό τους στην παρ.6 της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι ότι κατά το χρόνο του Ατυχήματος δεν υπήρχε ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ που να κάλυπτε την ευθύνη του Εναγόμενου έναντι τρίτου δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας. 84. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι ακόμα και εάν αποδεχόμουν τη θέση της ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος είχε υποβάλει στην Ασφαλιστική Εταιρεία αίτηση για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Εγγράφου και πάλιν, ως ζήτημα νομικό, θα κατέληγα στο ίδιο συμπέρασμα για τους πιο κάτω λόγους. 85. Στην υποσημείωση που βρίσκεται στο κάτω μέρος του Εγγράφου («η Υποσημείωση») αναφέρεται ότι σε περιπτώσεις «ακύρωσης» (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου): «(Ε)ίναι απαραίτητο να επιστρέφεται μαζί με την παρούσα αίτηση το Πιστοποιητικό Ασφάλειας. Σε περίπτωση που δεν επιστραφεί καμία τροποποίηση δεν θα μπορεί να γίνει στο συμβόλαιο σας.» 86. Υπενθυμίζω ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος και εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης στην Ασφαλιστική Εταιρεία. 87. Αποτέλεσε τη θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι στη βάση της Υποσημείωσης και, με δεδομένο το ότι το Πιστοποιητικό Ασφάλισης βρισκόταν πάντοτε στην κατοχή του Εναγόμενου, η Ασφαλιστική Εταιρεία λανθασμένα προχώρησε να «ακυρώσει» το Ασφαλιστήριο Έγγραφο. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η φράση «ακύρωση» του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου από την Ασφαλιστική Εταιρεία χρησιμοποιήθηκε από τα μέρη κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για να αναφερθεί στην πεποίθηση της Ασφαλιστικής Εταιρείας, όπως αυτή εκφράστηκε δια μέσου του Τεκμηρίου 4 (επιστολή προς τους Ενάγοντες), ότι η ίδια έπαψε να δεσμεύεται από τους όρους του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τα εκεί μέρη. Από την αντίπερα όχθη, αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εναγόντων ότι, προφανώς, το Έγγραφο αποτελεί «πρόταση» εν τη εννοία του άρθρου 2
(2)(α) του Κεφαλαίου 149 που έγινε αποδεκτή από την Ασφαλιστική Εταιρεία δια της «ακύρωσης» του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και την επιστροφή των ασφαλίστρων στον λογαριασμό του ασφαλιστικού αντιπρόσωπου της. Στο πλαίσιο αυτό, η Υποσημείωση τέθηκε από την Ασφαλιστική Εταιρεία ως όρος αποδοχής της αίτησης ακύρωσης η οποία όμως, στη συνέχεια, δια της συμπεριφοράς της, παραιτήθηκε από τον όρο που έθεσε στον Εναγόμενο και αποδέχτηκε την πρόταση του για ακύρωση.
- Σε σχέση με το ζήτημα συγκλίνω με τις θέσεις του κ. Κουλία.
- Πρώτον, αυτό που θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί είναι ότι οι ως άνω ισχυρισμοί εκπίπτουν της δικογραφίας. Η Έκθεση Απαίτησης περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ, δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Τίποτε δεν αναφέρεται περί πρότασης από τον Ενάγοντα για ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου η οποία έγινε αποδεκτή υπό τον όρο της Υποσημείωσης και από τον οποίο στη συνέχεια η Ασφαλιστική Εταιρεία παραιτήθηκε, καταλήγοντας έτσι σε μια έγκυρη Συμφωνία Ακύρωσης. Συνεπώς, οι Ενάγοντες δεν δύνανται να προωθούν αυτούς τους ισχυρισμούς στο στάδιο το τελικών αγορεύσεων.
- Δεύτερον, και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η θέση των συνηγόρων των Εναγόντων ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία παραιτήθηκε από τον «όρο» που η ίδια έθεσε επί της Υποσημείωσης δεν στηρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ειδικότερα, αντίθετη ήταν η μαρτυρία της ΜΕ2 η οποία ξεκαθάρισε κατά την αντεξέταση της ότι η Ασφαλιστική Μαρτυρία, μέσω της ίδιας, ζήτησε από τον ασφαλιστικό της αντιπρόσωπο το Πιστοποιητικό Ασφάλισης, ο οποίος όμως δεν το επέστεψε.[30] Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα κατά την αντεξέταση της: «Ε: Στη βάση του τυποποιημένου εγγράφου, του δικού σας, που τη στιγμή που δεν είχε το αυθεντικό πιστοποιητικό ασφάλισης στην κατοχή σου ή να σου επιστραφεί, ήταν ή όχι σε ισχύ η ασφάλεια; [.] Α: Με αυτά τα δεδομένα, ήταν σε ισχύ».[31]
- Η πιο πάνω απάντηση της ΜΕ2 όπως ορθά οι συνήγοροι των Εναγόντων εισηγούνται, δεν δύναται να υποκαθιστά την κρίση του Δικαστηρίου επί της ισχύος του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου. Εντούτοις, καθιστά σαφή τη θέση της Ασφαλιστικής Εταιρείας, τότε αλλά και σήμερα, περί της αναγκαιότητας, κατά την ίδια, τήρησης του «όρου», ήτοι της επιστροφής του Πιστοποιητικού Ασφάλισης. Επομένως, η πιο πάνω απάντηση της καταδεικνύει το γεγονός ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία ουδέποτε «παραιτήθηκε» από οιονδήποτε όρο επί του Εγγράφου και δη του όρου περί επιστροφής του Πιστοποιητικού Ασφάλισης, σύμφωνα με την σχετική εισήγηση των Εναγόντων.
- Ούτε και μαρτυρία υπάρχει δια το ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία κοινοποίησε στον Εναγόμενο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μέσο, οποιαδήποτε απόφαση της για απαλλαγή του από τον σχετικό ισχυριζόμενο «όρο» της Υποσημείωσης. Τούτο θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο με βάση (α) το επιτακτικό λεκτικό της Υποσημείωσης δια του οποίου καθίσταται σαφές ότι το Ασφαλιστήριο Έγγραφο θα παραμείνει σε ισχύ ως έχει εκτός και μόνο εάν επιστραφεί στην Ασφαλιστική Εταιρεία το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και (β) το γεγονός ότι η μη επιστροφή του Πιστοποιητικού Ασφάλισης αποτελεί ποινικό αδίκημα στη βάση των προνοιών του Νόμου (βλ. κατ' αναλογίαν Lecuvlad v. Αστυνομίας Πολ. Έφ. 33/20, 18.1.21).
- Τούτων δοθέντων, η εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόντων περί παραίτησης της Ασφαλιστικής Εταιρείας από τον «όρο» της Υποσημείωσης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.
- Αυτό το οποίο η Υποσημείωση ξεκαθαρίζει στον κάθε Αιτητή είναι ότι, σε περίπτωση που δεν επιστραφεί το πιστοποιητικό ασφάλισης που κατέχει, τότε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα παραμείνει σε ισχύ, ως έχει.
- Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι ακόμα και εάν στη βάση της μαρτυρίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου δυνάμει του Εγγράφου, τούτο δεν θα ήταν αρκετό για την Ασφαλιστική Εταιρεία να θεωρήσει ότι η ίδια είχε απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της δυνάμει του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου. Στην πραγματικότητα, η προσέγγιση που υιοθέτησε από τα ενώπιον μου στοιχεία φαίνεται να είχε ασκηθεί μονομερώς και εκτός συμβατικού πλαισίου. Το δε γεγονός ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία, μέσω της ΜΕ2, ζήτησε από τον ασφαλιστικό της αντιπρόσωπο την επιστροφή του Πιστοποιητικού Ασφάλισης ή ότι κατέβαλε ποσό στο λογαριασμό του ασφαλιστικού της αντιπρόσωπου, δεν την νομιμοποιούσε να προχωρήσει ως πιο πάνω αναφέρεται, στην απουσία της επιστροφής του Πιστοποιητικού Ασφάλισης από τον Εναγόμενο. Αυτό είχε καταστεί σαφές από το ίδιο το Έγγραφο μέσω της Υποσημείωσης.
- Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες, υπό το φως της διαπίστωσης μου ότι δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό τους επί της παρ.6 της Έκθεσης Απαίτησης, ενήργησαν εντός του πλαισίου της Συμφωνίας, ως ισχυρίζονται στην παρ.8 της Έκθεσης Απαίτησης τους. (ii) Η Συμφωνία και οι ενέργειες των Εναγόντων
- Σύμφωνα με την παράγραφο Α4(γ), σελίδα 10-11 της Συμφωνίας, Τεκμήριο 1, οι Ενάγοντες δεν υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν δυνάμει της Συμφωνίας, εκτός εάν συμπληρωθεί και υποβληθεί το κατάλληλο έντυπο απαίτησης που υπογράφεται εκ μέρους του απαιτητή. Το δε έντυπο απαίτησης θα πρέπει να αποστέλλεται στους Ενάγοντες καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που κατά τη γνώμη των Εναγόντων είναι αναγκαίο και χρήσιμο για τη διερεύνηση ή διακανονισμό της υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι στην παρ.6 της σελίδας 14 αναφέρεται ότι «σε όλες τις περιπτώσεις που δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις» που θέτει η Συμφωνία, «το Ταμείο οφείλει να απορρίψει την απαίτηση.»
- Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω, θα πρέπει κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι, ως είναι κοινώς αποδεκτό, οι Ενάγοντες είχαν τα εξής στοιχεία ενώπιον τους κατά το χρόνο που αποφάσισαν να καταβάλουν την Αποζημίωση προς τους Ζημιωθέντες: (α) Την αναφορά του Ιδιοκτήτη επί του Τεκμηρίου 2, σημείο 5(ζ) ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ. (β) Την επιστολή της Ασφαλιστικής Εταιρείας, Τεκμήριο
- (γ) Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, την επιβεβαίωση της ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου, μέσω του Κυπριακού Κέντρου Πληροφοριών, Τεκμήριο
- Σε ό,τι αφορά το σημείο (γ), καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε δια το κατά πόσο το Κυπριακό Κέντρο Πληροφοριών προβαίνει σε οποιεσδήποτε ανεξάρτητες ενέργειες περί διαπίστωσης «ακύρωσης» ενός Ασφαλιστηρίου Εγγράφου ή κατά πόσο η εκεί πληροφόρηση περί «ακύρωσης» αποτελούσε απλή πληροφορία που διαβιβάστηκε από την ίδια την Ασφαλιστική Εταιρεία. Κατ' ίδιο πλέγμα, σε ό,τι αφορά το σημείο (α), η σχετική αναφορά αφορά στο έντυπο απαίτησης (Τεκμήριο 4) που υπέβαλαν οι Ζημιωθέντες προς τους Ενάγοντες και, συνεπώς, δήλωση των Ζημιωθέντων. Καμία ένδειξη υπάρχει ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν ανεξάρτητη πηγή πληροφόρησης περί της ισχυριζόμενης ακύρωσης του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου. Συναφώς, ουδόλως δύναται να λεχθεί ότι τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούσαν ανεξάρτητη πηγή επαλήθευσης της θέσης της Ασφαλιστικής Εταιρείας, περί ακύρωσης του Ασφαλιστικού Συμβολαίου.
- Αυτό το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο οι Ενάγοντες ευλόγως βασίσθηκαν στο Τεκμήριο 4 για να καταβάλουν, δίχως άλλο, την Αποζημίωση. Η απάντηση κατά την κρίση μου είναι αρνητική, καθώς με την πράξη τους αυτή παρέλειψαν να προβούν σε ενέργειες οι οποίες ήταν εύλογες και αναγκαίες για σκοπούς εξακρίβωσης του κατά πόσο ενεργοποιείται η υποχρέωση τους και, επομένως, η δυνατότητα τους,[32] να αποζημιώσουν. Εξηγώ.
- Εν πρώτοις, παρά το περιεχόμενο της Υποσημείωσης, σε κανένα στάδιο οι Ενάγοντες φαίνεται να ζήτησαν αντίγραφο του Πιστοποιητικού Ασφάλισης από την Ασφαλιστική Εταιρεία ή οποιαδήποτε διαβεβαίωση από την τελευταία δια το ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης. Αυτό θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο στη βάση του λεκτικού, επαναλαμβάνω, της Υποσημείωσης και της θέσης του ίδιου του Εναγόμενου που εξέφρασε στο πλαίσιο της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας, ότι η ευθύνη του έναντι των Ζημιωθέντων καλυπτόταν από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Η επεξήγηση που παραχώρησε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, ότι ο Εναγόμενος «όφειλε» να το επιστρέψει καθώς σε διαφορετική περίπτωση τούτο αποτελεί ποινικό αδίκημα, δεν σχετίζεται με το καθήκον των Εναγόντων να εξακριβώσουν ότι η απαίτηση ενέπιπτε εντός του πεδίου της Συμφωνίας, ήτοι, εν προκειμένω, το ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο σε ισχύ.
- Δεύτερον, καμία ενέργεια έκαναν οι Ενάγοντες για να ενημερώσουν τον Εναγόμενο ότι είχαν πρόθεση να καταβάλουν την Αποζημίωση μετά την Τηλεφωνική Επικοινωνία. Δεν είναι αντιληπτός ο λόγος που παρέλειψαν να το πράξουν στην παρούσα περίπτωση με δεδομένη τη θέση του ίδιου του ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ότι αυτό αποτελούσε και μέρος της πρακτικής τους.
- Τρίτον, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου δια της οποίας να φαίνεται ότι οι ίδιοι έθεσαν υπόψιν του Εναγόμενου πριν από την καταβολή της Αποζημίωσης το περιεχόμενο του Εγγράφου μόλις το έλαβαν από την Ασφαλιστική Εταιρεία και σε κάθε περίπτωση προτού προχωρήσουν στην καταβολή της Αποζημίωσης.
- Τέταρτον, παρά την αναφορά του Εγγράφου περί «ακύρωσης» του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου λόγω «πώλησης» του Οχήματος, καμία ενέργεια έκαναν για να διερευνήσουν αν πράγματι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης του Οχήματος. Οι επεξηγήσεις που παραχωρήθηκαν προς τούτο από τον ΜΕ1, ότι τους Ενάγοντες θα ενημέρωσε η Αστυνομία, δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά εικασία. Επιπλέον, δεν απαντούν με επάρκεια και ουσία στο ερώτημα που είχε τεθεί αλλά ούτε και το ερώτημα του για ποιον λόγο οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν και τις θέσεις του ίδιου του Εναγόμενου για το θέμα τις «πώλησης».
- Πέμπτον, παρά την αναφορά επί του Εγγράφου περί επιστροφής ασφαλίστρων, καμία ενέργεια έκαναν για να διερευνήσουν κατά πόσο ο Εναγόμενος πράγματι έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την Ασφαλιστική Εταιρεία ως επιστροφή ασφαλίστρων.
- Η εικόνα που εξάγεται από την στάση των Εναγόντων είναι ότι εξέλαβαν ως δεδομένη τη θέση της Ασφαλιστικής Εταιρείας, χωρίς να λάβουν εύλογα μέτρα, ως αυτά παρατέθηκαν πιο πάνω, για να διερευνήσουν το κατά πόσο η περίπτωση ενέπιπτε εντός του πεδίου της Συμφωνίας και του άρθρου 29 του Νόμου. Εάν έπρατταν οτιδήποτε από τα πιο πάνω, ευλόγως προκύπτει ότι θα περιερχόταν σε γνώση τους ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις της Συμφωνίας και, κατ' επέκταση, ότι όφειλαν να απορρίψουν την απαίτηση, ως η ίδια η Συμφωνία διαλαμβάνει. Καταβάλλοντας αποζημίωση υπό τις συνθήκες που περιεγράφηκαν εκτενώς πιο πάνω ενήργησαν εκτός του πλαισίου της Συμφωνίας και του Νόμου (βλ. άρθρο 29) και, συνεπώς, δεν δικαιούνται στην ανάκτηση του ποσού που κατέβαλαν ως αποζημίωση.
- Τα πιο πάνω επισφραγίζουν την αποτυχία της απαίτησης.
- Παρόλο που η γραμμή αυτή δεν προωθήθηκε από τους Ενάγοντες, προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι λαμβανομένης υπόψιν της φύσης της λειτουργίας των Εναγόντων (βλ. παρ. 45-55 πιο πάνω) δεν είναι σε κάθε περίπτωση που οποτεδήποτε μια ασφαλιστική εταιρεία αρνείται να καταβάλει αποζημίωση που οι Ενάγοντες θα πρέπει να αποζημιώνουν. Προς τούτο, υιοθετώ και παραθέτω για σκοπούς προβληματισμού αυτούσια την επιχειρηματολογία του MIB που προώθησε στην υπόθεση Colley v. Shuker [2023] 1 All ER 30 σε ό,τι αφορά την Οδηγία 2009/103/ΕΚ και προηγούμενες Οδηγίες με αναφορά στις εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα σχετικά travaux préparatoires (o τονισμός είναι του Δικαστηρίου): "[31] The MIB's submissions about the travaux préparatoires are summarised at paras 28-36 of its skeleton argument on this appeal as follows: '
- The Article 10 body has its legislative origins in Article 1 of the Second Directive, which in turn has its genesis in a proposal submitted by the European Commission to the Council on 7 August
- What is now Article 10 of the Codified Directive was originally contained in Article 1
(3)of the draft Second Directive proposed by the Commission: "Each Member State shall make provision that compensation within the limits authorised by paragraph 2 for damage to property or personal injuries caused by an unidentified vehicle in respect of which the insurance obligation provided for in paragraph 1 has not been satisfied shall be borne by a body set up or authorised by that State." 29. Article 2 of the draft Second Directive provided: "For the purposes of Article 1
(3)of this Directive . where an insurer refuses to make payment by virtue of the law or of a contractual provision authorised by law, the vehicle shall be treated as an uninsured vehicle". Therefore, at the outset the Commission's proposal was that the Article 10 body would be liable where no insurance had been taken out and, additionally, where an insurance policy had been taken out but an insurer was entitled to refuse to pay - on the basis of law or the insurance contract. This is confirmed by Recital 6 of the Proposal which states: "Whereas it is necessary to make provision for a body to bear secondary liability for the payment of compensation in cases where the vehicle responsible is unidentified or uninsured, or where the insurer is entitled to disclaim liability; whereas the latter case must be treated in the same way as a case of non-insurance."
- The European Parliament amended the draft Second Directive to remove the proposed Article 2 (but not the Recital). The Parliament instead inserted a provision that rendered contractual terms that excluded vehicles from cover if driven by certain categories of person void insofar as an injured third party might rely on the insurance policy.
- The Commission accepted this amendment in part and proposed an amended version of Article 2 to reflect this. However, the Commission did not accept the Parliament's proposed deletion of the original Article 2, noting that it considered "it is essential to retain the principle of treating as cases of non-insurance those residual cases in which the insurer can avoid payment for any compensation to the victim", precisely the position that arises in this case. The Commission's Amended Proposal inserted a new recital ("whereas it is necessary to provide that all other instances in which the insurer is entitled to disclaim liability must be treated as instances of non-insurance") to reflect the point previously covered by original Recital 6 together with a revised Article 2 which includes the following: "Where an insurer refuses to make payment by virtue of the law or of another contractual provision authorized by law, the vehicle shall be treated as an uninsured vehicle".
- The Commission's clear intention was to include within the scope of the Article 10 body's liability, damage caused by vehicles for which an insurance policy had been taken out but was subsequently disclaimed by the insurer.
- The Council, in adopting the Second Directive, did not adopt the Commission's recommendation that, where an insurer refuses payment, the vehicle should be treated as an uninsured vehicle and therefore fall into the Article 10 body's scope. Both the relevant Article and Recital were removed from the Second Directive as adopted (and there was no subsequent change in this respect in the Codified Directive).
- The legislative history demonstrates a clear conscious choice by the legislature to limit the scope of the liability required to be imposed on the Article 10 body. Notwithstanding the Commission's clear intention, the Council refused to include in the Second Directive provisions which would have brought within the body's remit claims arising from damage caused by vehicles, for which insurance had been taken out but in respect of which the insurer had been able to disclaim liability to the victim. This is a fundamental restriction on the scope of the body's liability and key to the proper interpretation of the Directive." ΙΧ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Έγγραφο 'Α', παρ.6(γ). [2] Βλ. σημείο 5(ζ) του Τεκμηρίου
- [3] Βλ. παρ.3
(3)του Έγγραφου 'Β'. [4] Βλ. παρ. 3
(3)του Έγγραφου 'Β'. [5] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ.6.6.23, σελ.5, γρ.
- [6] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ.6.6.23, σελ.7, γρ. 1-
- [7] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 6.6.23, σελ.9, γρ.
- [8] Βλ. ερμηνευτικές διατάξεις, άρθρο 2, όπου το «Ταμείον Ασφαλιστών» ορίζεται ως η «εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δι' εγγυήσεως με το όνομα 'Ταμείον Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων' η οποία έχει συσταθεί και εγγραφεί στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου στις 18 Φεβρουαρίου 1969 με αριθμό εγγραφής 2377 και περιλαμβάνει και το Κυπριακό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.» [9] Βλ. άρθρο 2 του Νόμου ως προς τον ορισμό του «Υπουργού», ως αναφέρεται στο άρθρο 28 του Νόμου. [10] Βλ. αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόντων, σελ.4, παρ.
- [11] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 6.6.23, αντεξέταση ΜΕ
- [12] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου, «Υπουργός» ορίζεται ως η Υπουργός Οικονομικών. [13] Για το ιστορικό βλ. παρ.1 του προοιμίου Οδηγία 2009/103/ΕΚ. [14] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [15] Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401 και βλ. ΧΧΧ Κουσουλίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 10/18, 9.11.2018, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [16] Ζερβού ν. Ζερβού
(2011)1 ΑΑΔ 2192. [17] Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787. [18] Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489. [19] Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ
- [20] Βασιλείου ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 159/09, 4.5.
- [21] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 6.6.23, σελ.5, γρ. 24-
- [22] Βλ. άρθρο 27
(2)(η) του Κεφ.
- [23] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 12.6.23 σελ. 5, γρ.
- [24] Βλ. Έγγραφο 'Γ', παρ.
- [25] Βλ. άρθρο 27 του Κεφ.
- [26] Βλ. άρθρο 27
(2)(α) και
(3). [27] Βλ. άρθρο 27(ε). [28] Βλ. παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης. [29] Βλ. παρ.7 και
- [30] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 6.6.23, σελ.8, γρ. 2-
- [31] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 6.6.
- [32] Βλ. παρ. 45-55 ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο