Στέφανος Στεφάνου & Σία Λτδ κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Aγωγής: 3134/2014, 5/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A156 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 3134/2014
- Στέφανος Στεφάνου & Σία Λτδ
- Στέφανος Στεφάνου
- Κωνσταντίνα Στεφάνου
- Κατερίνα Στεφάνου Ενάγοντες -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 5.5.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ. Φ. Καμένος για Μαρκίδη Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη: Η κα. Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Τον Μάρτιο του 2013 επεσυνέβησαν τα πρωτόγνωρα γεγονότα του «κουρέματος» των τραπεζικών καταθέσεων, συνεπεία της τότε δεινής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η Κύπρος. Αναμφίβολα το πιο πάνω επαχθές μέτρο που λήφθηκε είχε δυστυχώς οικονομικό αντίκτυπο σε ένα μεγάλο ευρύ φάσμα της Κυπριακής κοινωνίας. Το ιστορικό που έφερε την Κύπρο στη δεινή αυτή οικονομική κρίση, καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισής της τον ουσιώδη χρόνο, έχει καταγραφεί στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χριστοδούλου και άλλων v. Κεντρικής Τράπεζας Και Άλλων, Υπόθεση Αριθμός 551/13, ημερομηνίας 7/6/
- Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Από το Μάιο του 2011 η Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, απεκλείσθη από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Τον Οκτώβριο του 2011 επήλθε η απομείωση των ομολόγων της Ελλάδος, η οποία επηρέασε την κεφαλαιακή βάση τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Λαϊκής Τράπεζας, κατάσταση η οποία επεδεινώθη ως εκ της δυσμενούς εξέλιξης των χαρτοφυλακίων τους στην Ελλάδα και μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά και ως εκ της συνεχούς υποβάθμισης των Ελληνικών και Κυπριακών ομολόγων. Εδόθη μάλιστα και κρατική στήριξη στη Λαϊκή ύψους €1.800.000.000 το Μάιο του
- Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
- Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ' όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
- Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
- Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
- Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
- Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
- The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
- The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
- BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
- The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
- All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
- The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus."» Στα πλαίσια του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17
(1)/2013 («ο Νόμος») η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ορίσθηκε ως Αρχή Εξυγίανσης. Οι εξουσίες της εν λόγω Αρχής Εξυγίανσης καθορίζονται στο άρθρο 5 του Νόμου και ειδικότερα με βάση την παράγραφο 12(α) του εν λόγω άρθρου, παρέχεται σε αυτήν η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων για τους σκοπούς του εν λόγω Νόμου. Την 29.3.13, δυνάμει των άρθρων 5, 7 και 12 του πιο πάνω Νόμου, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας Διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, και το οποίο αναφέρεται ως το περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα 2013, Κ.Δ.Π 103/2013 («το Διάταγμα 103/2013») (Τεκμήριο 10). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του ρηθέντος διατάγματος, το οποίο φέρει ως υπότιτλο «Μετατροπή Καταθέσεων», σε περίπτωση που οι συνολικές καταθέσεις ενός προσώπου, το οποίο ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, υπερέβαιναν το ποσό των €100.000, αφού το ποσό μειωνόταν κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες είχε η Τράπεζα Κύπρου κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον εν λόγω χρόνο, αυτό το ποσό, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «υπερβάλλον ποσό», θα υπόκειτο σε απομείωση με τον τρόπο που προνοείτο στο εν λόγω διάταγμα. Συγκεκριμένα το 37,5% του «υπερβάλλοντος ποσού», στην πιο πάνω περίπτωση, θα μετατρεπόταν σε συνήθεις Μετοχές Τάξης Α΄ με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Α΄ για κάθε ένα
(1)ευρώ του μετατρεπόμενου υπερβάλλοντος ποσού, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το «Ποσό Αρχικής Συνεισφοράς Καταθέσεων». Το υπόλοιπο 22,5% του «Υπερβάλλοντος Ποσού» θα παρέμενε προσωρινά δεσμευμένο και θα υπόκειτο σε ολική ή μερική μετατροπή κατόπιν γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή Εξυγίανσης σε Μετοχές Τάξης Α,΄ οι οποίες θα εκδίδονταν και θα κατανέμονταν με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Α' για κάθε ένα
(1)ευρώ του κεφαλαίου του τίτλου που μετατρέπεται και χαρακτηρίστηκε ως «Ποσό Συμπληρωματικής Συνεισφοράς Καταθέσεων» και σε όση έκταση δεν θα μετατρεπόταν σε μετοχές Τάξης Α', σε κατάθεση με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ για κάθε ένα
(1)ευρώ του κεφαλαίου του τίτλου που μετατρέπεται, πλέον πρόσθετου ποσού ίσου προς το ποσό του τόκου, υπολογιζόμενου με επιτόκιο προσαυξημένο κατά 10 μονάδες βάσης, που θα είχε προκύψει επί της κατάθεσης αυτής εάν δεν είχε εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα. Το υπόλοιπο 40% του υπερβάλλοντος ποσού δεσμεύτηκε προσωρινά και θα υπόκειτο σε μετατροπή εν όλω ή εν μέρει σε κατάθεση κατόπιν γραπτής ειδοποίησης από την Αρχή Εξυγίανσης με τιμή μετατροπής
(1)ευρώ για κάθε ένα
(1)ευρώ (ή το ισόποσο σε ξένο νόμισμα) του κεφαλαίου και δεδουλευμένων τόκων του τίτλου που μετατρέπεται. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι το Διάταγμα 103/2013 ακολούθως τροποποιήθηκε με τις ακόλουθες Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις: ΚΔΠ 132/2013, ΚΔΠ 275/2013, ΚΔΠ 278/2013 χωρίς να κρίνεται σκόπιμη οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης στη ρηθείσες τροποποιήσεις. Ο ενάγοντας 2 διατηρούσε στην εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, 2 καταθετικούς λογαριασμούς. Πιο συγκεκριμένα διατηρούσε τον λογαριασμό με αριθμό [ ] (στο εξής «ο λογαριασμός 319»), στον οποίο-πριν τις 26.3.2013-βρισκόταν κατατεθειμένο το ποσό των €150.663,24 και τον λογαριασμό με αριθμό [ ] (στο εξής «ο λογαριασμός 830»), στον οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο, μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, το ποσό των €55.
- Συνολικά ο ενάγοντας 2 διατηρούσε σε καταθέσεις στην εναγόμενη, μέχρι και τις 26.3.2013, ποσό ύψους €205.663,24 (Τεκμήριο 8). Ο ενάγοντας 2 ήταν μεταξύ των επηρεαζόμενων πολιτών που είδε τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και τις καταθέσεις του να μειώνονται λόγω της απομείωσης που είχαν υποστεί και την μετατροπή των καταθέσεων του σε μετοχές. Και τούτο γιατί η εναγόμενη στις 26.3.13, κατ' εφαρμογή του Διατάγματος 103/13, από το συνολικό ποσό των €205.663,24 που βρισκόταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς του ενάγοντα 2, μετέτρεψε σε μετοχές τάξης Α' το 37,5% του ποσού που υπερέβαινε τις €100.000, δηλαδή €39.432,
- Το 22,5% του ποσού που υπερέβαινε τις €100.000, δηλαδή €23.639,37, η εναγόμενη το δέσμευσε για να το μετατρέψει σε μετοχές τάξης Α', μετά την ολοκλήρωση της μελέτης των περιουσιακών στοιχείων της, το 30% του ποσού που υπερέβαινε τις €100.000, δηλαδή €31.535,83 η εναγόμενη το δέσμευσε, ενώ το 10% του ποσού που υπερέβαινε τις €100.000, δηλαδή €10.528,61 η εναγόμενη το απελευθέρωσε (Τεκμήριο 9). Στις 30.7.13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών, K.Δ.Π 277/2013 και το οποίο αναφέρεται ως το περί Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Διάταγμα του 2013 (Τεκμήριο 13) και την ίδια ημέρα εκδόθηκε ο περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, (Τροποποιητικό) Αρ. 3) Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π 278/2013 («Διάταγμα 278/2013») (Τεκμήριο 14). Κατ' επίκληση εφαρμογής των πιο πάνω διαταγμάτων από το συνολικό ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς του ενάγοντος 2, η εναγόμενη στις 30.7.13 μετέτρεψε σε μετοχές στο μετοχικό της κεφάλαιο το 47,5% του ποσού που υπερέβαινε τις €100.000, δηλαδή ποσό €50.011, ενώ ποσοστό 12% των καταθέσεων, οι οποίες ήταν προηγουμένως δεσμευμένες, δηλαδή 5% του συνόλου, το αποδέσμευσε. Το υπόλοιπο ποσό μοιράστηκε σε τρεις ξεχωριστές καταθέσεις προθεσμίας των 6, 9 και 12 μηνών αντιστοίχως, με δικαίωμα ανανέωσής τους από την εναγόμενη (Τεκμήριο 15). Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αμφισβητούν την απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων του ενάγοντα 2, στην οποία προέβη η εναγόμενη στις 26.3.13 και 30.7.13 αντιστοίχως. Κεντρικός άξονας των θεραπειών που οι ενάγοντες αξιώνουν είναι η ακύρωση της ρηθείσας απομείωσης και ο συμψηφισμός των καταθέσεων του ενάγοντα 2 με τις δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας
- Διαζευκτικά αξιώνουν επαναφορά του πιστωτικού υπολοίπου που υπήρχε στους επίδικους λογαριασμούς του ενάγοντα 2 πριν την ρηθείσα αποζημίωση, λόγω του ότι το ποσό που βρισκόταν στον λογαριασμό 319 δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στις ενάγουσες 3 και 4, αντιστοίχως. Ειδικότερα οι ενάγοντες αξιώνουν από το Δικαστήριο διακήρυξη ότι οι καταθέσεις του ενάγοντα 2 παράνομα και αυθαίρετα μετατράπηκαν σε μετοχές στην εναγόμενη, ότι η άρνηση της εναγόμενης να συμψηφίσει χρεωστικά υπόλοιπα των εναγόντων 1 και 2 με τις καταθέσεις του ενάγοντα 2 είναι παράνομη και αυθαίρετη, διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι, αφού συμψηφιστούν τα χρεωστικά υπόλοιπα των εναγόντων 1 και 2 με τις καταθέσεις του ενάγοντα 2, θα καταστούν σύμφωνα με τους όρους τους πληρωτέα στην εναγόμενη και διαζευκτικά με τα πιο πάνω αξιώνουν διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι κανένα ποσό από τους καταθετικούς λογαριασμούς του εναγόμενου 2 δεν θα έπρεπε να απομειωθεί και αντίθετα η εναγόμενη να επαναφέρει τους λογαριασμούς του στην προτέρα κατάσταση, διότι αυτοί ανήκαν σε διαφορετικά πρόσωπα, δηλαδή τον ενάγοντα 2, την ενάγουσα 3 και την ενάγουσα
- Τέλος, αξιώνουν αποζημιώσεις για την από μέρους της εναγόμενης παράβαση συμφωνίας. Είναι συνοπτικά η θέση των εναγόντων, ως αυτή προωθήθηκε κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, ότι οι καταθετικοί λογαριασμοί του ενάγοντα 2 που διατηρούσε στην εναγόμενη δεν θα έπρεπε να τύχουν της οποιασδήποτε απομείωσης. Και τούτο γιατί αυτοί ήταν συνδεδεμένοι ως εξασφάλιση του δανείου που έλαβε η ενάγουσα 1 από την εναγομένη και ως εκ τούτου θα έπρεπε, αντί της οποιασδήποτε απομείωσης, να τύχουν συμψηφισμού, κατ' επίκληση του άρθρου 6
(1)του Διατάγματος 103/2013. Διαζευκτικά, αποτελεί θέση των εναγόντων ότι το ποσό, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς του ενάγοντος 2, θα έπρεπε να εξαιρεθεί της οποιασδήποτε απομείωσης στη βάση του άρθρου 6
(2)του Διατάγματος 103/2013 εφόσον αυτό δεν άνηκε στον ενάγοντα 2 αλλά ο τελευταίος το κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και
- Συνεπακόλουθα, λόγω του ότι κανένα ποσό που ανήκε στις ενάγουσες 3 και 4 αλλά και στον ενάγοντα 2 δεν υπερέβαινε τις €100.000, τα ποσά των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα θα έπρεπε να εξαιρεθούν της οποιασδήποτε απομείωσης. Από την άλλη είναι συνοπτικά η εκδοχή της εναγόμενης ότι η απαίτηση του ενάγοντα 2, για συμψηφισμό των καταθέσεών του με τα δάνεια της ενάγουσας 1, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής στη βάση των πιο πάνω σχετικών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί. Αρνείται δε ότι ο ενάγοντας 2 κατείχε οποιοδήποτε ποσό στους λογαριασμούς του, ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και 4 εφόσον αφενός ουδέποτε είχε ενημερώσει την εναγόμενη για το γεγονός αυτό αλλά και αφετέρου ο εν λόγω λογαριασμός ουδέποτε ανοίχθηκε ως λογαριασμός εμπιστεύματος, με βάση την πάγια τραπεζική πρακτική της, αλλά και ούτε λειτουργούσε ως τέτοιος. Η εναγόμενη, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της, δεν είχε οποιανδήποτε επιλογή από του να εφαρμόσει στην ολότητα της και να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες των εν λόγω Διαταγμάτων και ήταν για το λόγο αυτό που προχώρησε στην απομείωση των καταθέσεων του ενάγοντα
- Αποτελεί επίσης θέση της ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή, καθότι δεν έχουν οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Προωθεί, περαιτέρω, την υπεράσπιση της ματαίωσης της σύμβασης (frustration) εφόσον είναι ο ισχυρισμός της ότι η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά έχουν υποστεί οι ενάγοντες αυτή προκλήθηκε δυνάμει των εκδοθέντων Διαταγμάτων και όχι συνεπεία δικής της υπαιτιότητας. Τέλος, είναι η θέση της εναγομένης ότι οι ενάγοντες προώθησαν κατά την διάρκεια της δίκης δύο αντίθετες επί πραγματικών γεγονότων εκδοχές κάτι το οποίο είναι νομικά ανεπίτρεπτο. Στη βάση των πιο πάνω θέσεων το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Αντίθετα αποτελεί κοινό τόπο των μερών. Το παραθέτω για σκοπούς αποσαφήνισης των επίδικων γεγονότων. Ο ενάγοντας 2, πατέρας των εναγουσών 3 και 4, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο διευθυντής και μέτοχος πλειοψηφίας της ενάγουσας
- Η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη (Τεκμήρια 2 και 3). Οι ενάγουσες 3 και 4 εργάζονταν στην εναγόμενη 1 και ήταν επίσης ταυτόχρονα και μέτοχοι στην εταιρεία Stavros Panayi (Developers) Ltd (Τεκμήρια 4 και 5). Στις 30.1.08 ο ενάγοντας 2 και η σύζυγός του υπέγραψαν με την εναγόμενη συμφωνία, η οποία τιτλοφορείται «Eγγυητήριο για Περιορισμένο Ποσό » (στο εξής «η συμφωνία περιορισμένης εγγύησης») (Τεκμήριο 5). Στην βάση αυτής τα πιο πάνω πρόσωπα εγγυήθηκαν, μέχρι του ποσού των €72.000, τις υφιστάμενες και/ή μελλοντικές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε και/ή θα παραχωρούσε σε αυτήν η εναγόμενη. Η ενάγουσα την 4.11.2009 κατάρτισε με την εναγόμενη 2 συμφωνίες δανείου (Τεκμήρια 7 και 8, αντιστοίχως). Στη βάση αυτών η εναγόμενη συμφώνησε να δανείσει στην ενάγουσα 1, με έκαστην συμφωνία δανείου, το ποσό των €150.
- Τις εν λόγω συμφωνίες τις υπέγραψε για λογαριασμό της ενάγουσας 1 ο ενάγοντας 2, υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της. Ο ενάγοντας 2, με βάση τις συμφωνίες εγγυήσεως ημερομηνίας 4.11.09 (οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των πιο συμφωνιών), εγγυήθηκε προσωπικά τις συμφωνίες δανείου της ενάγουσας
- Αποτελούσε μεταξύ άλλων ρητός όρος των εν λόγω συμφωνιών εγγύησης ότι ο ενάγοντας 2 εξουσιοδοτούσε την εναγόμενη, όπως σε οποιανδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς αυτόν, να μεταφέρει έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1, δυνάμει των συμφωνιών δανείου, οποιοδήποτε ποσό ήθελε βρεθεί σε πίστη του σε οποιονδήποτε λογαριασμό αυτός κατείχε στην εναγόμενη, ενώ παράλληλα την εξουσιοδοτούσε ανεκκλήτως να κάνει τη μεταφορά αυτή. Στις 26.3.13 το χρεωστικό υπόλοιπο της ενάγουσας 1 προς την εναγόμενη, στη βάση των δανειακών της υποχρεώσεων, ανερχόταν στο ποσό των €237.114,
- Στις 2.4.2013 ο ενάγοντας 2 απέστειλε στην εναγόμενη επιστολή (Τεκμήριο 11), καλώντας την να μην προχωρήσει σε απομείωση των καταθέσεών του που βρίσκονται στους λογαριασμούς του, λόγω του ότι αυτές είναι συνδεδεμένες ως εξασφάλιση του δανείου της ενάγουσας
- Ο ενάγοντας 2 δεν έλαβε όμως οποιανδήποτε απάντηση από την εναγόμενη εν σχέση με την λόγω επιστολή. Στις 19.4.2013 ο ενάγοντας 2 απέστειλε στην εναγόμενη νέα επιστολή (Τεκμήριο 12), επαναλαμβάνοντας το πιο πάνω αίτημά του και καλώντας την επιπρόσθετα όπως συμψηφίσει το ποσό που βρίσκεται στον λογαριασμό 319, με το χρεωστικό υπόλοιπο της ενάγουσας 1, δυνάμει των συμφωνιών δανείου. Στις 20.3.2014 η εναγόμενη με επιστολή της προς τον ενάγοντα 2 (Τεκμήριο 16) τον πληροφόρησε ότι το αίτημα του για συμψηφισμό των καταθέσεων του με τις δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Στις 29.4.2014 οι ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους (Τεκμήριο 29), ενημέρωσαν, μεταξύ άλλων, την εναγόμενη ότι ολόκληρο το ποσό που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 319 ανήκει στις ενάγουσες 3 και
- Το εν λόγω ποσό ήταν η θέση τους ότι το κατείχε ο ενάγοντας 2 ως εμπιστευματοδόχος τους. Στη βάση αυτού ήταν η απαίτηση τους, πέραν του ήδη υποβληθέντος αιτήματος του ενάγοντα 2 για συμψηφισμό των καταθέσεων του με τις δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1, όπως το οποιοδήποτε ποσό που ήταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς του ενάγοντος 2 να μην μετατραπεί σε μετοχές της εναγομένης και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο. Ουδεμία και πάλι απάντηση δεν λήφθηκε από την εναγόμενη, σε σχέση με την εν λόγω επιστολή. Τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά γεγονότα αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω καθίσταται προφανές ότι μοναδικά επίδικα ζητήματα που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει είναι κατά πόσον η εναγόμενη ορθώς και νομίμως προχώρησε σε απομείωση των καταθετικών λογαριασμών του ενάγοντα 2, χωρίς να προβεί αντίθετα σε συμψηφισμό τους με τις δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας
- Επιπρόσθετα, στη βάση της διαζευκτικής θεραπείας που οι ενάγοντες αξιώνουν, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο λογαριασμός 319 επ' ονόματι του ενάγοντα 2 θα έπρεπε να εξαιρεθεί από την οποιαδήποτε απομείωση στη βάση του ότι αυτός τα κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και
- Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη εφάρμοσε ορθά στα επίδικα γεγονότα τις πρόνοιες των σχετικών Διαταγμάτων. Προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων μαρτυρία έδωσε μόνο ο ενάγοντας 2 (Μ.Ε 1). Εκ μέρους της εναγόμενης μαρτυρία έδωσε ο Χρήστος Διάκος (Μ.Υ 1), διευθυντής σε υποκατάστημα της. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Ε 1 υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Το μεγαλύτερο μέρος αυτής συνάδει με τα κοινώς πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι τον Αύγουστο του 2011 πιστώθηκε σε λογαριασμό του (που τότε διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Λτδ) από την εταιρεία Stavros Panayi Developers Ltd, κατ' εντολή των εναγουσών 3 και 4, το συνολικό ποσό των €255.000 προκειμένου να τα διαχειρίζεται για λογαριασμό τους. Το εν λόγω ποσό αποτελούσε το μέρισμα των εναγουσών 3 και 4 επί των κερδών της πιο πάνω εταιρείας από προηγούμενα έτη. Πιο συγκεκριμένα από το ποσό των €255.000 το ποσό των €73.400 ανήκε στην ενάγουσα 3 και το ποσό των €81.600 ανήκε στην ενάγουσα
- Στις 5.12.2011 πίστωσε από τον πιο πάνω λογαριασμό του στον λογαριασμό 319 που διατηρούσε στην εναγόμενη το ποσό των €145.000 (που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ανήκε στις ενάγουσες 3 και 4). Κατέθεσε στα πλαίσια αυτά σχετικά έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία (Τεκμήρια 17‑ 27) με σκοπό να τεκμηριώσει την θέση του ότι τα χρήματα που βρισκόντουσαν κατατεθειμένα στον λογαριασμό 319 ανήκαν στις ενάγουσες 3 και 4, αντιστοίχως. Αποτελεί θέση του ότι με δεδομένο ότι το ποσό που βρισκόταν στον εν λόγω λογαριασμό δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά στις ενάγουσες 3 και 4, καθιστά υποκείμενο, με βάση τους όρους του διατάγματος, μετατροπής μόνο το υπερβάλλον ποσό των €100.000 για έκαστη εκ των εναγουσών 3 και
- Δεδομένου ότι κατά τις 26.3.13 ουδεμία κατάθεση των εναγουσών 3 και 4 δεν υπερέβαινε τις €100.000, το ποσό που υπήρχε κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό δεν θα έπρεπε να είχε μετατραπεί σε μετοχές της εναγόμενης. Ούτε και το ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό 830, το οποίο επίσης δεν υπερέβαινε τις €100.000, δεν θα έπρεπε να είχε μετατραπεί σε μετοχές της. Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε με τη θέση ότι στη βάση των Διαταγμάτων δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί από την εναγόμενη οποιοσδήποτε συμψηφισμός, καθότι η συμφωνία δανείου αλλά και η κατάθεση στον λογαριασμό 319 δεν ανήκαν στο ίδιο πρόσωπο. Διαφώνησε με τη θέση ότι η εναγόμενη δεν είχε άλλη επιλογή από του να εφαρμόσει τα εκδοθέντα Διατάγματα στην ολότητά τους. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι όταν άνοιξε τον λογαριασμό 319 στην εναγόμενη ο ίδιος ουδέποτε ενημέρωσε αυτήν ότι πρόκειτο για λογαριασμό εμπιστεύματος, προσθέτοντας ότι ουδέποτε του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι δεν υπέγραψε με τις ενάγουσες 3 και 4 οποιανδήποτε συμφωνία καταπιστεύματος. Διαφώνησε με τη θέση ότι τα οποιανδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε στο Δικαστήριο δεν είναι ικανοποιητικά και επαρκή έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι τα εν λόγω χρήματα τα κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και
- Ο Μ.Υ 1 ανέφερε ότι δεν είναι προσωπικά γνώστης των επίδικων γεγονότων. Διευκρίνισε ότι το άνοιγμα λογαριασμών στην εναγόμενη διέπεται από την οργανωτική εγκύκλιο 105 (Τεκμήριο 30). Εξήγησε ότι η εν λόγω οργανωτική εγκύκλιος αποτελεί στην ουσία οδηγίες‑ κατευθύνσεις που δίνει η διοίκηση της εναγόμενης στα καταστήματα της αναφορικά με το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών. Οι εν λόγω οδηγίες καθορίζονται πάντοτε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Διευκρίνισε ότι για να ανοιχθεί ένας λογαριασμός καταπιστεύματος, με βάση την εν λόγω εγκύκλιο, θα πρέπει να τηρηθούν από την εναγόμενη συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ήταν η θέση του πως ο λογαριασμός 319 (Τεκμήριο 24) δεν ήταν λογαριασμός καταπιστεύματος και ότι αντίθετα πρόκειται για ένα κανονικό λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ενάγοντας 2 γνωστοποίησε στην εναγόμενη ότι το ποσό των €145.000, τα οποία ο ίδιος κατέθεσε στον λογαριασμό 319, ανήκαν στις ενάγουσες 3 και
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΕΥΡΗΜΑΤΑ-ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ. , Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως υποδείχθηκε επίσης και πάλι μέσω της νομολογίας (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ), η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας αυτήν σε σχέση με τις θεραπείες που οι ενάγοντας αξιώνουν. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε 1 αποτελεί κοινό τόπο, εντούτοις οι εκδοχές του που παράθεσε στο Δικαστήριο, ως προς τους λόγους που οι καταθετικοί του λογαριασμοί θα έπρεπε, στην βάση των προνοιών του Διατάγματος 103/13, να εξαιρεθούν της οποιασδήποτε απομείωσης, στερούνται πειστικότητας. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας προώθησε δύο διαφορετικές επί πραγματικών γεγονότων εκδοχές, οι οποίες μεταξύ τους αλληλοσυγκρούονται αλλά και που η μία αυτοαναιρεί την άλλη. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Ως έχει αναφερθεί είναι ο ισχυρισμός του Μ.Ε 1 ότι οι καταθετικοί του λογαριασμοί θα έπρεπε να εξαιρεθούν της οποιασδήποτε απομείωσης για δύο ουσιαστικά λόγους. Η 1η του εκδοχή βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι οι καταθετικοί του λογαριασμοί 319 και 830, οι οποίοι περιείχαν προσωπικές τους καταθέσεις, ήταν συνδεδεμένοι ως εξασφάλιση του δανείου της ενάγουσας 1 (η οποία επί της ουσίας είναι δική του εταιρεία) και ως εκ τούτου θα έπρεπε μεταξύ τους να συμψηφιστούν. Διαζευκτικά, η 2η του εκδοχή συνίσταται στο γεγονός ότι το ποσό, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό 319 του Μ.Ε 1, δεν άνηκε σε αυτόν, δηλαδή δεν πρόκειτο περί προσωπικών του καταθέσεων, αλλά ο τελευταίος το κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και 4. Συνεπακόλουθα, στη βάση του πιο πάνω δεδομένου λόγω του ότι κανένα ποσό που ανήκε στις ενάγουσες 3 και 4 δεν υπερέβαινε τις €100.000, κανένας καταθετικός του λογαριασμός δεν θα έπρεπε να είχε απομειωθεί και ως εκ τούτου θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 6
(2)του Διατάγματος 103/2013. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλέπε κατ' αναλογία Μούντης Μιχάλης και άλλοι ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 2637, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Ο Μ.Ε 1, για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως, παραβίασε την πιο πάνω νομική αρχή. Οι πιο πάνω διαζευκτικές εκδοχές και αξιούμενες θεραπείες που ο Μ.Ε 1 προωθεί είναι μεταξύ τους αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες και εκ διαμέτρου αντίθετες. Και τούτο γιατί επί της 1ης εκδοχής η θέση του Μ.Ε 1 περί συμψηφισμού του λογαριασμού του 319 με τις δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 έχει έρεισμα στο γεγονός ότι ο εν λόγω λογαριασμός, στον οποίο περιέχοντο οι προσωπικές του καταθέσεις, αποτελούσε εξασφάλιση, με βάση την συμφωνία εγγυήσεως, έναντι των δανειακών υποχρεώσεων της ενάγουσας 1. Επομένως στη βάση προνοιών του Διατάγματος 103/13 θα έπρεπε οι δανειακές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 να συμψηφιστούν με τις προσωπικές του καταθέσεις. Ειδικότερα ο Μ.Ε 1, προς τεκμηρίωση της θέσης του, επικαλείται το άρθρο 6
(1)του Διατάγματος 103/13 το οποίο προνοεί ότι: «6.
(1)Δια του παρόντος Διατάγματος, (i) σε περίπτωση όπου οι συνολικές καταθέσεις τις οποίες ένα πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου περιλαμβανομένων δεδουλευμένων τόκων, ως καταγράφονται στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου στις 22:00 στις 26 Μαρτίου 2013, υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, το ποσό των πιο πάνω καταθέσεων πέραν των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αφού όμως το ποσό αυτό μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου είχε κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο, (εφεξής, σε σχέση με τέτοιους καταθέτες, 'το υπερβάλλον ποσόν')...» Η μόλις πιο πάνω καταγραφείσα εκδοχή του Μ.Ε 1 για να μπορεί να έχει το οποιοδήποτε νομικό έρεισμα, στην βάση της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας, προϋποθέτει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είχε προσωπικό συμφέρον επί των καταθέσεων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον λογαριασμό 319. Το γεγονός ότι ο ίδιος προώθησε την θέση αυτή στην εναγόμενη επιβεβαιώνεται και διαμέσου των επιστολών (Τεκμηρίων 11 και 12) που ο ίδιος της απέστειλε, αναφέροντας της ότι τα χρήματα στον εν λόγω λογαριασμό αποτελούν προσωπικές του καταθέσεις. Είναι κάτω από αυτά τα δεδομένα που το Δικαστήριο καλείται στην προκειμένη περίπτωση να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη εφάρμοσε ορθά τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του Διατάγματος και δεν προχώρησε με τον απαιτούμενο από τον Μ.Ε 1 συμψηφισμό. Από την άλλη όμως επί της 2ης του εκδοχής ο Μ.Ε 1 προώθησε ταυτόχρονα (χωρίς να έχει την οποιαδήποτε σημασία αν είναι διαζευκτικά) τη θέση ότι τα χρήματα στον λογαριασμό 319 δεν άνηκαν στον ίδιο αλλά τα κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και 4, καταθέτοντας μάλιστα προς το σκοπό αυτό σωρεία Τεκμηρίων. Δηλαδή ο Μ.Ε 1 προέβαλε μία εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή ως προς την κυριότητα των χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό. Αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι τα χρήματα στον λογαριασμό 319 δεν αποτελούσαν προσωπικές του καταθέσεις αλλά χρήματα που ανήκαν στις ενάγουσες 3 και 4, αντιστοίχως. Ο εν λόγω μάρτυρας για να προωθήσει τον εν λόγω διαζευκτικό του ισχυρισμό, ότι δηλαδή το ποσό, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό του ενάγοντα 2, θα έπρεπε να εξαιρεθεί της οποιασδήποτε απομείωσης εφόσον δεν του ανήκε αλλά το κατείχε ως εμπιστευματοδόχος των εναγουσών 3 και 4, επικαλέστηκε το άρθρο 6
(2)(β) του Διατάγματος 103/2013 το οποίο προνοεί ότι: «6.
(2)Για σκοπούς υπολογισμού και συλλογής του υπερβάλλοντος ποσού εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές: . (β) για καταθέσεις πελατών στην Τράπεζα Κύπρου και καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) ενός ή διαφόρων άλλων προσώπων, το ποσό της κατάθεσης μηδενίζεται προσωρινά στο σύνολό του μέχρι ο κάτοχος της εκάστοτε κατάθεσης παράσχει στην Τράπεζα Κύπρου αποδεικτικά στοιχεία για τους τελικούς δικαιούχους της κατάθεσης προκειμένου τα επιμέρους ποσά να τύχουν χειρισμού υπό το παρόν Διάταγμα - αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του Διατάγματος- ως ξεχωριστές καταθέσεις των τελικών δικαιούχων και...» Tο δε άρθρο 10(ε) των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 (Κ.Δ.Π.92/2013), το οποίο επίσης είναι σχετικό, προνοεί ότι: «σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος ή ως εντολοδόχος (trustee or nominee) άλλου προσώπου ή διάφορων άλλων προσώπων, με βάση το ίδιο εμπίστυεμα ή άλλη παρόμοια συμφωνία, η κατάθεση θεωρείται ότι ανήκει στο άλλο πρόσωπο ή στα άλλα πρόσωπα εξίσου, εκτός αν υπάρχουν συμβατικοί όροι που καθορίζουν διαφορετική κατανομή για κάθε δικαιούχο». Ο Μ.Ε 1 προώθησε διαζευκτικά τη θέση ότι τα χρήματα που βρίσκονται κατατεθειμένα στον λογαριασμό του 319 ναι μεν αυτά βρίσκονται επ' ονόματι του αλλά στην ουσία τελικοί δικαιούχοι του είναι οι ενάγουσες 3 και 4, αντιστοίχως. Επομένως στη βάση αυτής της 2ης του εκδοχής προβάλλεται μία εντελώς εκ διαμέτρου νέα θέση, που φέρει τα χρήματα να μην αποτελούν προσωπικές καταθέσεις του Μ.Ε 1, η οποία αντικρούει αλλά και που αυτοαναιρεί τον βασικό πυρήνα που στηρίζεται η 1η του εκδοχή, και που φέρει τα χρήματα να αποτελούν προσωπικές του καταθέσεις. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην παραβλέψει και το γεγονός, το οποίο πλήττει καίρια την πειστικότητα της μαρτυρίας του, ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προέβαλε εξ αρχής στην εναγόμενη την θέση αυτή. Αντίθετα αυτό που προέβαλε από την πρώτη στιγμή είναι ότι ο λογαριασμός του δεν θα πρέπει να απομειωθεί λόγω του ότι τα χρήματα αυτά αποτελούν προσωπικές του καταθέσεις. Ο Μ.Ε 1 επέλεξε να μην προωθήσει την μία εκ των δύο πραγματικών γεγονότων εκδοχών αλλά να προωθήσει και τις δύο ταυτόχρονα. Η επιλογή του αυτή είναι και ασυμβίβαστη αλλά και αντινομική. Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν χωρούν (βλέπε κατ'αναλογίαν Δρυάδης Δάφνος κ.ά. ν. Kώστα Kαλησπέρα
(1998)1 ΑΑΔ 881 καθώς και Kαλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 867). Η προβολή και προώθηση όμως διαζευκτικών εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών επί πραγματικών γεγονότων που έπρεπε να γνωρίζει ο Μ.Ε 1 κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της μαρτυρίας του και της όλης του εκδοχής. Τα πιο πάνω καθιστούν ακορασφαλές το βάθρο της αγωγής των εναγόντων και την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόστασή της (Πατούρης Μιχάλης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118). Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Ε 1 το Δικαστήριο στερείτε εκείνου του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου ώστε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την κυριότητα των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στον λογαριασμό 319 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να αποδώσει την οποιαδήποτε θεραπεία. Και τούτο γιατί δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ώστε να δώσει απάντηση στο ακόλουθο βασικό ερώτημα: «Σε ποιόν ανήκαν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον λογαριασμό 319; Στον ενάγοντα 2 ή στις ενάγουσες 3 και 4;» Η επιλογή του Μ.Ε 1 να προωθήσει αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές και θεραπείες, που η μία αναιρεί την άλλη, πλήττει καίρια την αξιοπιστία του και που αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της μαρτυρίας του. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθώ περισσότερο παρά μόνο να τονίσω ότι η συζητούμενη τούτη αντιφατικότητα κατατάσσεται ως ουσιώδη. Είναι μάλιστα δε τέτοιας ουσιαστικής μορφής που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του και που την μολύνει στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο (Ανδρέου κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 472). Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ 41 τονίσθηκε ότι επιτρέπεται η δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών αλλά όχι η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Αυτό, με κάθε σεβασμό, συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και θα συμφωνήσω, με κάθε σεβασμό, με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι το ζήτημα της προώθησης δύο αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών, το οποίο ήγειρε η εναγόμενη στις τελικές της αγορεύσεις, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης γιατί δεν δικογραφείται. Και τούτο γιατί η προώθηση και των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων γεγονότων προέκυψε κατά την δίκη. Επομένως δεν θα μπορούσε να τύχει δικογράφησης μια τέτοια θέση η οποία αναδύθηκε μεταγενέστερα της καταχώρησης των δικογράφων. Επιπρόσθετα, το ζήτημα της προώθησης δύο εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών ως προς τα πραγματικά γεγονότα άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ούτε και με κάθε σεβασμό με βρίσκει σύμφωνο η θέση των εναγόντων ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αρχή που να αποστερεί ένα διάδικο να εγείρει την απαίτηση του επικαλούμενες δύο νομικές βάσεις, οι οποίες αμφότερες πληρούνται. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι οι δύο νομικές βάσεις που προωθήθηκαν έχουν κοινά γεγονότα και το Δικαστήριο καλείται να απορρίψει ή να δεχθεί τις θέσεις τους. Νοείται βέβαια, ήταν πάντοτε η θέση του, ότι τυχόν αποδοχή της βασικής απαίτησης των εναγόντων, δηλαδή περί συμψηφισμού, θα οδηγούσε σε απόρριψη της διαζευκτικής απαίτησης τους ή το αντίστροφο. Για τους λόγους που όμως έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω είναι η κλασσική περίπτωση στην οποία ο Μ.Ε 1 προώθησε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές επί πραγματικών γεγονότων ως προς την κυριότητα των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στους καταθετικούς λογαριασμούς του ενάγοντα 2 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα σε σχέση με το ζήτημα αυτό ώστε να μπορεί στην συνέχεια το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη εφάρμοσε ορθά ή όχι τις πρόνοιες του Διατάγματος 103/13. Υπό το φως των πιο πάνω οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. Η κατάληξη αυτή καθιστά αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της κάθε μίας εκ των δύο εκδοχών που οι ενάγοντες προβάλλουν αλλά και τις λοιπές υπερασπίσεις που η εναγομένη προβάλλει. Συνεπακόλουθα η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο