← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΝΤΟΙΝΑ ΠΕΤΡΕ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1343/22, 30/6/2023

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΝΤΟΙΝΑ ΠΕΤΡΕ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1343/22, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1343/22 Ημερομηνία: 30/06/2023 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (ΑΔΤ 7111ΧΧΧ) Ενάγοντας και ΝΤΟΙΝΑ ΠΕΤΡΕ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ (ΑΔΤ 891ΧΧΧ) Εναγόμενη Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Δ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Θ. Αντωνίου Αίτηση ημερομηνίας 06/07/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή ο Ενάγοντας Αιτητής ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο διατάζει την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να παραδώσει στον Ενάγοντα/Αιτητή την κατοχή της κατοικίας αρ. 1 στον 1ον όροφο, στη διεύθυνση [ ] αρ. 19, 10ΧΧ, Αγιοί Ομολογητές, φ/σχ 21/540ΧΧΧ, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 60Χ, η οποία είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα/Αιτητή, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να επεμβαίνει ή να εισέρχεται στην κατοικία αρ. 1 στον 1ον όροφο, στη διεύθυνση [ ] αρ. 19, 10ΧΧ, Αγιοί Ομολογητές φ/σχ 21/540ΧΧΧ, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 60Χ, η οποία είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα/Αιτητή μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 6 και των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Ενάγοντας. Αναφέρει ότι ήταν παντρεμένος με την Εναγόμενη Καθ' ης η Αίτηση μέχρι τις 07/12/2022, ημερομηνία κατά την οποίαν εκδόθηκε το διαζύγιο τους. Από τον γάμο απέκτησαν μίαν κόρη που είναι σήμερα 22 ετών, διαμένει μαζί του και φοιτά στο πανεπιστήμιο. Είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της συζυγικής κατοικίας, αλλά παρ' όλο τούτο, όταν επήλθε διάσταση στον γάμο τους τον Μάρτιο του 2019, επέτρεψε στην Εναγόμενη να διαμένει στην οικία στους Αγίους Ομολογητές. Η λύση ήταν προσωρινή μέχρι να εκδοθεί το διαζύγιο και να λύσουν τις περιουσιακές τους διαφορές. Θεώρησε ότι θα ήταν βασικό να αποχωρήσει από την κατοικία και ότι η θυγατέρα τους θα ήθελε να συνεχίσει να μένει στην οικία μαζί με τη μητέρα της. Η θυγατέρα του ήθελε να διαμένει μαζί του λόγω συμπεριφοράς της Εναγόμενης, παρ' όλο ότι της επέτρεψε να παραμένει προσωρινά στην κατοικία. Είχε αναλάβει να αποπληρώνει ο ίδιος τους λογαριασμούς της κατοικίας και η Εναγόμενη εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι οι λογαριασμοί ήταν στο όνομα του, άφηνε απλήρωτους τους λογαριασμούς. Ενδεικτικά αναφέρει, ότι ο Δήμος Στροβόλου του επέβαλε πρόστιμο για λογαριασμό σκυβάλων. Επειδή η Εναγόμενη δεν ενημέρωσε έγκαιρα για την έκδοση του, αναγκάστηκε να προβεί σε διακανονισμό με τον Δήμο για την αποπληρωμή προστίμου. Πληρώνει επίσης και για την ασφάλεια της κατοικίας. Η Εναγόμενη εργάζεται. Της έστειλε επιστολή ημερομηνίας 17/02/2020 για να μεταβιβαστούν οι λογαριασμοί στο όνομα της. Τον Δεκέμβρη του 2020 συμφώνησαν να υπογράψουν συμφωνία ημερομηνίας 02/12/2020 με την οποίαν είχε συμφωνηθεί να της μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της κατοικίας για να λάβει εκείνη το ανάλογο μερίδιο κατά την πώληση της κατοικίας σε χρηματικό αντίτιμο. Είχε πρόθεση να πράξει τα όσα αναφέρονται και είχε ήδη καταβάλει στην Εναγόμενη το ποσό των €9.

  1. Παρά την ύπαρξη της συμφωνίας, η Εναγόμενη δεν προσήλθε για τη μεταβίβαση της κατοικίας και των αυτοκινήτων. Δεν παρέδωσε σε εκείνον και τη θυγατέρα τους οικογενειακά κειμήλια που βρίσκονται εντός της κατοικίας. Προσπάθησε να την εκλογικεύσει, ωστόσο δεν κατέληγαν ποτέ σε λογική τιμή πώλησης του ακινήτου. Η Εναγόμενη ζητούσε παράλογα ποσά και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απλά δεν θέλει να αποχωρήσει από την κατοικία και εκμεταλλεύεται το γεγονός και διαμένει εκεί για 3 χρόνια δωρεάν χωρίς υποχρεώσεις. Αναγκάστηκαν να αποστείλουν σωρεία επιστολών για να αποχωρήσει. Παρ' όλο αυτό άλλαξε τις κλειδαριές αυθαίρετα χωρίς δικαίωμα. Ζητούσε επίσης την καταβολή ενοικίου μέχρι την αποχώρηση της από την κατοικία. Εν μέσω της κρίσης της παγκόσμιας, βρέθηκε αγοραστής για την κατοικία. Εκείνη αρνήθηκε να πωλήσει με πρόφαση την τιμή πώλησης η οποία ανέφερε ότι ήταν χαμηλή. Οι απαιτήσεις της ήταν υπερβολικές. Η Εναγόμενη σε σχέση με τα ποσά που θα είχαν συμφωνήσει, θα λάμβανε από την πώληση της κατοικίας το ποσό της τάξεως των €85.000 και επιπλέον το ποσό των €9.000 που είχε ήδη λάβει από τον ίδιο. Αυτή επέμενε να λάβει το ποσό των €150.
  2. Άρα την κατοικία έπρεπε να την πωλήσει για το ποσό των €300.
  3. Κατέθεσε και εκτίμηση της εταιρείας Άντης Τηλεμάχου και ακόμα μία, την PPM Valuations. Οι δύο εκτιμήσεις δεν απέχουν ιδιαίτερα η μία από την άλλην. Η μία αφορά το ποσό των €226.000 για την αγοραία αξία του ακινήτου και η άλλη το ποσό των €250.
  4. Η Εναγόμενη δεν επέτρεψε στους εκτιμητές να εισέλθουν μέσα στην κατοικία. Για να παρουσιάσει ολοκληρωμένη εικόνα της συμπεριφοράς της, αναφέρει ότι ούτε την άδεια και ασφάλεια του αυτοκινήτου που κυκλοφορούσε την πλήρωνε. Συνέχιζε όμως να χρησιμοποιεί ένα από τα δύο αυτοκίνητα. Δεν δέχεται τη μεταβίβαση των οχημάτων και είναι αναγκασμένος να επωμίζεται το κόστος της ασφάλειας και της άδειας, παρά το ότι δεν είναι στην κατοχή του το αυτοκίνητο. Εκείνος επωμίστηκε τα σκύβαλα της κατοικίας, της ασφάλειας της κατοικίας και του αυτοκινήτου του που είναι στην κατοχή της Εναγόμενης. Με τη σύντροφο του είχαν αποκτήσει πολύ πρόσφατα ένα παιδάκι. Η κόρη του Α. διαμένει μαζί του και επωμίζεται αποκλειστικά ο ίδιος τα έξοδα τόσο των σπουδών της, αλλά και της διαβίωσης της. Περαιτέρω, εφόσον η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν του παραδίδει την κατοικία και δεν δέχεται ούτε να πωληθεί, αναγκάζεται με τη σύντροφο του και τα δύο του παιδιά, να ενοικιάζει άλλην οικία για την οποίαν καταβάλλει το ποσό των €750 μηνιαίως. Σημειώνει βεβαίως, πέραν του αυτονόητου, ότι δηλαδή του ανήκει η κατοικία και του επιτρέπεται να την εκμεταλλεύεται ή να διαμένει με την οικογένεια του σε αυτήν, ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση διαμένει μόνη, έχει πολύ πιο λίγα έξοδα σε σχέση με τον ίδιο και ο λόγος που δεν πωλείται είναι η δική της συμπεριφορά, άρα θα μπορούσε η ίδια να ενοικιάσει ένα διαμέρισμα και να επωμίζεται αυτή το κόστος της ενοικίασης μέχρι να εξεύρει η ίδια αγοραστή που θα της προσφέρει τα λεφτά που επιθυμεί να λάβει. Όπως γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό, μόλις πρόσφατα έχουν αλλάξει οι προσωπικές του συνθήκες, οι οικονομικές απαιτήσεις αυξήθηκαν και η ανάγκη για την απομάκρυνση της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση είναι επείγον, αναγκαία και εύλογη. Ενδεικτικά επίσης καταγράφει και τα έξοδα της δικής του οικογένειας που ανέρχονται σε περίπου €3.700,
  5. Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί παντελώς τα αιτήματα του και ουδέποτε συνεργάζεται. Οι δικηγόροι του απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 08/03/2022 την οποίαν παρέλαβε η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση την 14/03/2022, την οποίαν παρουσιάζει ως Τεκμήριο
  6. Τονίζει εκ νέου ότι μέχρι την επιστολή ημερομηνίας 08/03/2022 ουδέποτε αρνήθηκε να της καταβάλει το τίμημα του ½ που συμφώνησαν, παρά τη συμπεριφορά της, αφαιρώντας εννοείται πλέον τα ποσά που του οφείλει ως ενοίκια με την παράνομη διαμονή της στην κατοικία. Ωστόσο η περιγραφόμενη συμπεριφορά τον οδήγησε στο να θεωρήσει ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση τον εκμεταλλεύεται, είναι εκδικητική και παρά το ότι η εν προαναφερόμενη συμφωνία ήταν προς όφελος της, η ίδια την έχει εγκαταλείψει προ πολλού. Οποιαδήποτε καθυστέρηση έχει προκύψει ως προς την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, είναι γιατί μέχρι και πολύ πρόσφατα προσπαθούσε, κατ' επανάληψη, να αποφύγει τη δικαστική διαδικασία, τα δικηγορικά έξοδα που θα επωμιστούν και οι δύο πλευρές, τις χρονοβόρες και τις ψυχοφθόρες διαδικασίες των Δικαστηρίων. Τα έξοδα μίας τέτοιας δικαστικής διαδικασίας είναι δαπανηρά και πέραν των πάγιων εξόδων του, προετοιμαζόταν και για τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του, ως εκ τούτου προσπαθούσε να ρυθμίσει και τα οικονομικά του ζητήματα. Ωστόσο, δεν έμεινε απραγής αφήνοντας τον χρόνο απλά να κυλάει, μέχρι και πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προσπαθούσε να εξεύρει μίαν εξωδικαστική λύση. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι η οικογένεια του και οι ανάγκες της μεγαλώνουν, έπρεπε πλέον να ληφθούν δραστικά μέτρα. Η καθυστέρηση δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της Αίτησης, καθότι δεν ήταν παράλογη και/ή αδικαιολόγητη και αν κάποιος ζημιώθηκε από την καθυστέρηση, είναι ο ίδιος και η οικογένεια του, αντίθετα η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση επωφελείτο και συνεχίζει να επωφελείται. Τυγχάνει νομικής συμβουλής, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και των δυσμενών επιπτώσεων, τείνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεδομένου ότι είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι αν αυτά δεν εκδοθούν παρά το γεγονός ότι υφίσταται ήδη οικονομική ζημιά, στο μέλλον θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ζημιά, δεν καταπατείται κανένα δικαίωμα της σε αντίθεση με τα δικά του δικαιώματα, δεδομένου και του γεγονότος ότι η κατοικία δεν ανήκει στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση αλλά ανήκει στον ίδιο και ε'' υπαιτιότητας της δεν έχει πωληθεί για να λάβει το μερίδιο που συμφώνησαν και σίγουρα δεν δικαιούται να συνεχίσει να διαμένει σε αυτήν χωρίς να πληρώνει ενοίκιο και τα έξοδα που της αναλογούν. Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση είναι παράνομη επεμβασίας και ζητεί από το Δικαστήριο να προστατεύσει τα δικαιώματά του. Η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση και έχει προβάλει τους ακόλουθους δύο λόγους ένστασης:
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση δηλώνει ότι η παρούσα αγωγή υπ' αρ. 1343/22 έχει εγερθεί λανθασμένως υπό του Ενάγοντος/Αιτητού εις το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει τη δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Αντιθέτως, η Καθ' ης ισχυρίζεται ότι το αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
  8. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν δύναται να παραδώσει στον Ενάγοντα/Αιτητή την κατοχή της κατοικίας αρ. 1 στον 1ον όροφο, στη διεύθυνση [ ] αρ. 19, 10ΧΧ, Άγιοι Ομολογητές, φ/σχ 21/540ΧΧΧ, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 60Χ, η οποία είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα/Αιτητή, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου καθ' όσον ο Ενάγων/Αιτητής έχει ακυρώσει μονομερώς και παρανόμως και αναιτίως, μέσω επιστολής 08/03/2022, το συμφωνητικό ημερομηνίας 02/12/2020 μεταξύ αυτού και της Εναγομένης ενώ ο ίδιος είχε προ πολλού παραβεί ουσιώδη όρο του εν λόγω συμφωνητικού. Συγκεκριμένως, παρέβη τον όρο της παραγράφου Α1 της δεύτερης σελίδος, δηλαδή ότι: ''η μεταβίβαση θα πρέπει να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από την ημέρα υπογραφής της παρούσας συμφωνίας''. Καταχώρησε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Αναφέρει ότι αρνείται τα πλείστα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης και αναφέρει ότι η θυγατέρα τους άρχισε τη διαμονή της με τον πατέρα της στις 12/03/2022 όταν η θυγατέρα τους χώρισε με τον φίλο της. Πρόσφατα στις 08/09/2022‑02/10/2022 η θυγατέρα τους ήρθε να διαμένει μαζί της στην εν λόγω κατοικία. Φοιτά στο πανεπιστήμιο και είχαν αποταμιεύσει οι γονείς της το ποσό των €25.000 στο όνομα της ανήλικης για τις σπουδές της. Δεν γνωρίζει τι έχουν απογίνει αυτά τα χρήματα ή αν όντως έχει πληρωθεί το πανεπιστήμιο με τα χρήματα αυτά. Είναι ο Αιτητής που εγκατέλειψε τη συζυγική οικία στις 15/03/2019, βρήκε νέα γυναίκα, οικογενειακή φίλη και γειτόνισσα της. Είχαν υπογράψει συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 02/12/2020 για τη διανομή της συζυγικής περιουσίας την οποίαν ο Αιτητής ακύρωσε μονομερώς με επιστολή 08/03/
  9. Είχε παραβεί τον όρο της παραγράφου A1 της συμφωνίας, δηλαδή "η μεταβίβαση θα πρέπει να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από την ημέρα υπογραφής της παρούσας συμφωνίας". Ο Αιτητής ουδέποτε υπέγραψε τη μεταβίβαση. Είχε πωληθεί η οικία και της δόθηκε το εξευτελιστικό χρηματικό ποσό των €85.000, ενώ η εκτιμημένη αξία της οικίας με βάση τη μελέτη του εκτιμητή που διόρισε ο ίδιος ο Ενάγοντας, είναι €226.
  10. Δεν ευσταθεί ότι δεν άφηνε τους εκτιμητές να εισέλθουν στην οικία. Υπήρχε πρόβλημα με την ώρα και ο ίδιος ο εκτιμητής της είπε ότι δεν πειράζει γιατί πραγματοποίησε την εκτίμηση έξωθεν της οικίας. Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 6 της Ε. Δ. του Αιτητού και αντιτείνει ότι το σταθερό τηλέφωνο, το ίντερνετ και το κινητό της το πληρώνει η ίδια και είναι όλα τα ως άνω στο δικό της όνομα. Περαιτέρω, το ρεύμα είναι στο όνομα της και το πληρώνει η ίδια. Επίσης, ισχυρίζεται ότι μόνο το νερό είναι στο όνομα του Ενάγοντος/Αιτητού και το πληρώνει η ίδια. Περαιτέρω, λαμβάνει μισθό €1.204,70 τον μήνα και όταν ο Ενάγοντας την εγκατέλειψε τον Μάρτιο του 2020 λόγω εξευρέσεως "παλλακίδος", η ίδια είχε €1.000 μισθό μηνιαίως και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει με τίποτα στο αδυσώπητο βάρος της συζυγικής κατοικίας και συνεχίζει να μην μπορεί να ανταπεξέλθει. Περαιτέρω, η ίδια και ο Ενάγων/ Αιτητής είχαν στην κατοχή τους δύο κατοικίδια, ένα σκυλάκι ράτσας Πομεράνιαν και παπαγάλο, τα οποία ο Ενάγοντας τα άφησε στα χέρια της με αποτέλεσμα να επωμισθεί και τη συντήρηση αυτών. Προσφάτως, το σκυλάκι ράτσας Πομεράνιαν ασθενεί με COLLAPSUS TRACHEL και χρειάζεται επέμβαση η οποία ανέρχεται σε κόστος €3.
  11. Επικοινώνησε με τη θυγατέρα της Αναστασία εάν δύναται ο πατέρας της να καταβάλει κάποιο ποσό για την εν λόγω επέμβαση, αλλά η θυγατέρα τους, της είπε ότι ο πατέρας της Ενάγοντας/Αιτητής αδυνατεί να πληρώσει οιοδήποτε ποσό εις ό,τι αφορά την επέμβαση του σκύλου. Ισχυρίζεται ότι από την οικογενειακή επιχείρηση-πιτσαρία "7 STARS PIZZA" δικαιούται ποσοστό διότι η εν λόγω επιχείρηση έχει συσταθεί κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Ενάγοντα/Αιτητή και δη το έτος
  12. Ο Ενάγοντας στη συνάντηση που είχε μαζί της και με τους δικηγόρους της εντός του δικηγορικού γραφείου του δικηγόρου του στις 02/12/2020, μετά από έντονη συζήτηση εάν η ίδια δικαιούται ποσοστό από την πιτσαρία, ο ίδιος με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες παρουσίασε ότι η πιτσαρία είναι ιδιοκτησία του αδελφού του και μετά άλλαξε τα λεγόμενά του και είπε ότι ήταν δώρο του πατέρα τους προς τους δύο. Κατόπιν αρκετής ώρας έντονης συνομιλίας την ως άνω ημερομηνία, ο Ενάγοντας ενώπιον και των δικηγόρων, πρότεινε στην ίδια να της καταβάλει το ποσό των €9.000 αλλά όχι για να αποδείξει την πρόθεση του να πράξει όσα αναφέρονται στην ως άνω συμφωνία, ως αναφέρει και εις την παράγραφο 8 της ενόρκου του δηλώσεως. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το εν λόγω ποσόν για να σταματήσει να διεκδικεί ποσοστό σε ό,τι αφορά το θέμα της πιτσαρίας. Ο Ενάγοντας είχε την υποχρέωση όπως της μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της κατοικίας, βάσει και της συμφωνίας ημερομηνίας 02/12/2020 και σθεναρώς ισχυρίζεται πως ήταν και είναι πάντα πρόθυμη προς συζήτηση. Συμπερασματικώς, ο Ενάγοντας/Αιτητής παρέβη τον όρο της παραγράφου Α.1 της δεύτερης σελίδας του συμφωνητικού ημερομηνίας 02/12/2020, δηλαδή ότι: "η μεταβίβαση θα πρέπει να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από την ημέρα υπογραφής της παρούσας συμφωνίας". Για τη μεταβίβαση των αυτοκινήτων, ισχυρίζεται ακραδάντως ότι για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου μάρκας Nissan Juke έδωσε του Ενάγοντα/Αιτητού το κοτσιάνι την 03/07/2021 και αυτός την διαβεβαίωσε ότι θα προβεί στη μεταβίβαση του αυτοκινήτου εις το όνομά της, πράγμα το οποίο ουδέποτε επεσυνέβη. Περαιτέρω, αντιτείνει ότι την άδεια κυκλοφορίας την πληρώνει η ίδια και εις ό,τι αφορά την ασφάλεια του ως άνω αυτοκινήτου, αντιτείνει ότι έχει τηλεφωνήσει στην Ελληνική Τράπεζα για να ρωτήσει για την ασφάλεια για να μπορεί να την πληρώνει, αλλά η υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας της είπε ότι δεν μπορούσε να την εξυπηρετήσει γιατί η ασφάλεια είναι πάνω στο όνομα του Ενάγοντος/Αιτητού. Είναι ανεπίτρεπτο ή/και παράλογο ή/και άσχετο ή/και σκανδαλώδες ή/και άλλως το γεγονός της δηλώσεως του Ενάγοντος/Αιτητού ότι έχει αποκτήσει με τη νέα του σύντροφο ένα παιδάκι. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό το γεγονός. Εκτός εάν ο Αιτητής/Ενάγοντας θα της "χρεώσει'' και την καταβολή ποσού για τη συντήρηση του νέου του τέκνου. Τον καλεί όπως αποδείξει εάν η ίδια του ζήτησε να εγκαταλείψει τη συζυγική τους οικία και να συνάψει σχέσεις με την οικογενειακή τους φίλη και να αναγκαστεί να καταβάλει ενοίκιο €750 μηνιαίως. Είναι άξιο απορίας από πλευράς της αν η καινούργια συμβία του Ενάγοντος συνεισφέρει και αυτή εις την καταβολή του ως άνω ενοικίου. Η συμφωνία ημερομηνίας 02/12/2020 δεν είναι άκυρη και ο Ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης φάσκει και αντιφάσκει. Αναφέρει στην απαίτηση επί λέξει "διατίθεται να τιμήσει τη συμφωνία που υπέγραψε με την Εναγόμενη" και παράλληλα παραπέμπει στη μονομερή διακοπή της συμφωνίας ημερομηνίας 02/12/2020 από πλευράς του Ενάγοντα. Αναφορικώς με τα έξοδα της θυγατέρας τους, τονίζει ότι αυτή εργάζεται από το έτος 2021 περίπου στην οικογενειακή πιτσαρία ''7 STARS PIZZA'' και λαμβάνει μισθό. Συμπερασματικά, στο Τεκμήριο 12 της συνοδευούσης τη Μονομερή Αίτηση ημερ. 06/07/2022, Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντος ημερ. 01/07/2022 με τίτλο ''Πληρωμές οικογένειας ανά μήνα'' το ποσό των ''pocket money'' του πανεπιστημίου, των ρούχων, της διατροφής και της βενζίνης είναι υπερβολικό ή/και παράλογο ή/και άλλως. Περαιτέρω, να σημειωθεί όπως ανεφέρθη και ανωτέρω, ότι είχαν αποταμιεύσει το ποσό των €25.000 για τη φοίτηση της θυγατέρας τους στο πανεπιστήμιο. Τι απέγινε αυτό το ποσό; Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος/Αιτητού της παραγράφου 16 για την οικογένεια δεν είχε καθόλου αυτοκίνητο μάρκας PEUGOT. Δεν γνώριζε γιατί ο Ενάγοντας το τοποθετεί στο Τεκμήριο 12 και επίσης ούτε το RANGE ROVER το είχε όταν ήταν ακόμη μαζί. Επίσης, εις το ίδιο Τεκμήριο 12 ο Ενάγοντας παρουσιάζει ότι έχει τρεις ασφάλειες εκ των οποίων οι δύο είναι ασφάλειες ζωής και η άλλη είναι ιατρική ασφάλεια. Καλεί τον Ενάγοντα, όπως εξηγήσει προς το Σεβαστό Δικαστήριο γιατί έχει δύο ασφάλειες ζωής; Απορρίπτει κατηγορηματικώς άπαντας τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος/Αιτητού και αντιτείνει ότι πάντοτε είναι πρόθυμη προς εξεύρεση εξωδικαστηριακής λύσεως. Και αν ο Ενάγοντας παραπονείται διά τη μη πληρωμή των υποχρεώσεων της οικίας επί της οδού Λάσου συμπεριλαμβανομένων και των σκυβάλων, τον καλεί όπως συνηδειτοποιήσει ότι επωμίζεται τη φροντίδα και συντήρηση των δύο κατοικίδιων του, ήτοι του σκύλου ράτσας Πομεράνιαν και του παπαγάλου. Επιφυλάσσεται όπως προσκομίσει κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικά στοιχεία εις ό,τι αφορά την περαιτέρω συντήρηση των ως άνω δύο κατοικίδιων. Τονίζει μάλιστα την αλλοπροσαλλοσύνη ή/και άλλως του Ενάγοντος/Αιτητού διότι φάσκει και αντιφάσκει τόσο εντός της ΕΔ του ημερομηνίας 01/07/2022 όσο και εντός της ΕΑ του. Συγκεκριμένως ως έχει αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: ''.διατίθεται να τιμήσει τη συμφωνία που επέγραψε με την Εναγόμενη.''. Διερωτάται τελικά αν ο Ενάγοντας έχει ακυρώσει τη συμφωνία ημερομηνίας 02/12/2020 ή όχι; Επιπλέον, τονίζει ότι είχαν κοινό λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα ο οποίος περιείχε το ποσό των €30.
  13. Ο Ενάγοντας κατά ή περί το έτος 2018, τον πλήρωσε σε ανύποπτο χρόνο και του έδωσε να υπογράψει ένα έγγραφο και η ίδια το υπέγραψε επειδή το είχε εμπιστοσύνη. Με την πάροδο ενός μηνός περίπου, μετέβηκε εις την τράπεζα διά να ρωτήσει απλώς για τους λογαριασμούς του και για τον συγκεκριμένο κοινό λογαριασμό και ο υπάλληλος της τράπεζας του είπε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός πλέον είναι μόνο στο όνομα του Ενάγοντος. Διερωτάται τι έχει απογίνει το ποσό των €30.000 και δη το ποσό των €15.000 που της αναλογεί επ' αυτού. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική. Ανάλυση και Κατάληξη Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη δικογραφημένη απαίτηση του Ενάγοντα, είναι ότι το αγώγιμο του το δικαίωμα, πηγάζει από τη συμφωνία που υπέγραψαν τα μέρη την 02/12/2020 με το οποίο έχει συμφωνηθεί ο Ενάγοντας να μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της κατοικίας, ώστε να μπορεί η Εναγόμενη να λάβει το μισό μερίδιο κατά την πώληση της κατοικίας σε χρηματικό αντίτιμο. Το ότι η συμφωνία ήτο το θεμέλιο του αγώγιμου δικαιώματος, είναι ο λόγος που η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι διάδικοι υπήρξαν πρώην σύζυγοι. Ως πρώην σύζυγοι που έλυσαν τον γάμο τους με Αίτηση διαζυγίου την 07/12/2020 είχαν περιουσιακές διαφορές. Η απόκτηση περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου και ο διαμοιρασμός αυτής, κατά την έκδοση διαζυγίου διέπεται από ειδικό καθεστώς. Με βάση το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 232/91, προνοείται ότι περιουσία σημαίνει "την κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους". Αυτή η περιουσία με βάση το άρθρο 14 του νόμου, σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, μπορεί να διεκδικηθεί από τον άλλον σύζυγο, εφόσον συνέλαβε στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου. Τεκμαίρεται ότι η συνεισφορά του συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης. Εφόσον το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ακίνητης περιουσίας διαφέρει από το ιδιοκτησιακό καθεστώς άλλης περιουσίας που δεν αποκτήθηκε μετά τον γάμο, τότε το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει το Κοινοδίκαιο για να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των συζύγων. Στην απόφαση Λογγίνου ν. Λογγίνου 1 ΑΑΔ 1347

(2000), διασαφηνίστηκε ότι η εκδίκαση θεμάτων που πηγάζουν από τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων που και οι δύο ανήκουν στην ελληνική κοινότητα, ανήκει αποκλειστικά στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Επίσης τονίστηκε, ότι όταν το επίδικο θέμα είναι περιουσιακή διαφορά όπως ορίζεται από το άρθρο 2 του νόμου 232/91, αυτή η διαφορά εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο έχει τις ίδιες εξουσίες με το Επαρχιακό Δικαστήριο να παρέχει οποιανδήποτε θεραπεία προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς. "Από τη στιγμή που μία διαδικασία έχει ως επίδικο θέμα περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του νόμου 232/91, αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιανδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας". Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Γιάγκου 1 ΑΑΔ 1643
(2001), όπου ο ένας σύζυγος διεκδικούσε την περιουσία του άλλου συζύγου, αλλά όχι με βάση το άρθρο 14 του νόμου 232/
  1. Αποφασίστηκε ότι δεν έχει σημασία στο πού βασίζεται η αξίωση του συζύγου, είτε στις αρχές του Κοινοδικαίου, είτε για παράβαση συμφωνίας είτε άλλως πως. Αυτό που καθορίζει τη φύση της διαφοράς και κατ' επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι ο χαρακτήρας της περιουσίας ως τέτοιος που εμπίπτει στον ορισμό περιουσίας όπως προνοείται από το άρθρο 2 του νόμου 232/
  2. «Θα θέλαμε να τονίσουμε περαιτέρω, ότι η Έφεση έχει ουσιαστικά συμπλέξει δύο πράγματα τα οποία πρέπει να αντικρίζονται χωριστά. Τη δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο. Όλες οι περιουσιακές σχέσεις συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91.Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε περίπτωση...εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου του 23/90 και του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), να εφαρμόσει ανάλογα με τις αρχές του Κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Τούτο εξάλλου, εξυπακούεται και από την αυτοτέλεια του κάθε συζύγου, που συνταγματικά κατοχυρώνεται και αναγνωρίζεται στο άρθρο 13 του Νόμου 232/91». Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Βούνου ν. Βούνου 1 ΑΑΔ 168
(1995), η εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου επεκτείνεται και στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 όταν το αντικείμενο της διαταγής είναι αντικείμενο που εμπίπτει στον όρο ''περιουσία'' ως αυτή ερμηνεύεται από το άρθρο 2 του Ν.232/91. Επίσης στην υπόθεση Βουνού πιο πάνω, λέχθηκε ότι το άρθρο 14 του Νόμου 232/91 δεν περιορίζει τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου να εκδώσει θεραπείες που προνοούνται από το άρθρο 17 του Νόμου 23/90, το οποίο παρέχει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα στον σύζυγο να διεκδικήσει αποκλειστική χρήση της οικίας όπου διαμένει η οικογένεια ακόμη και μετά τη διάλυση του γάμου. Συνεπώς, αν ο Ενάγοντας δεν είχε βασιστεί στη συμφωνία ημερομηνίας 02/12/2020 ώστε να διεκδικήσει περιουσιακά δικαιώματα, θα είχε την υποχρέωση σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, να αποταθεί σε αρμόδιο Δικαστήριο. Καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, διότι η όποια του αξίωση πηγάζει από τη συμφωνία που υπέγραψαν τα μέρη για να επιλύσουν εξωδικαστικά τις περιουσιακές τους διαφορές. Εκείνο το οποίο επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση Κοζάκη ν. Κοζάκη 1 Α.Α.Δ 1710
(2002), είναι ότι στην περίπτωση που οι διαφορές των διαδίκων μετατραπούν σε όρους που συμπεριλαμβάνονται σε έγγραφη συμφωνία, επιλέγουν τη μορφή εξώδικου συμβιβασμού των απαιτήσεων τους που έχει το αποτέλεσμα απόσυρσης σχετικής αγωγής για επίλυση περιουσιακών διαφορών. Σε εκείνην την υπόθεση, η αποστολή επιστολής εκ μέρους της Εφεσείουσας είχε σκοπό την ακύρωση της συμφωνίας ως εξώδικο συμβιβασμό των διαφορών. Παρά την προσπάθεια της να αναιρέσει τη συμφωνία, δεν μπορούσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη νομική τους θέση. Ως εκ τούτου ως εξήγησε το Δικαστήριο, η εν λόγω συμφωνία μετέφερε τη διαφορά των διαδίκων εκτός των προνοιών του νόμου 232/
  1. Όταν καταχώρησε ο Ενάγοντας αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο προς διεκδίκηση περιουσιακών του δικαιωμάτων, δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε κάτι άλλο εκτός από τη συμφωνία που υπέγραψε με την πρώην σύζυγο του. Αυτή η συμφωνία είναι εξωδικαστική συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών. Συνεπώς, επειδή οι αξιώσεις της αγωγής δεν έχουν σχέση με την εφαρμογή της συμφωνίας, ήτοι ο Ενάγοντας ζητά ανάκτηση της κατοχής της κατοικίας και έξωση της Εναγόμενης, ενώ τα μέρη είχαν συμφωνήσει η εν λόγω κατοικία να μεταβιβαστεί το μισό μερίδιο της Εναγόμενης για να πωληθεί η κατοικία και η κάθε πλευρά να εισπράξει το μισό μερίδιο του ποσού της είσπραξης, δεν αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, παρέχεται στο άρθρο 32 του N.14/60, ενώ η Δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα των πιο κάτω προϋποθέσεων:
  2. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
  3. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων θεραπεία
  4. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από το να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία, διαπιστώνεται με αναφορά το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της Αιτήσεως στον βαθμό που έχει αποδειχθεί η πιθανότητα επιτυχίας του Αιτητή όπως απαιτείται από το άρθρο 32
(1). Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης, πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αν ο Ενάγοντας με την αγωγή του δεν είχε επικαλεστεί τη συμφωνία, δε θα μπορούσε να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ώστε να διεκδικήσει περιουσιακά δικαιώματα που αφορά περιουσία που αποκτήθηκε μετά τον γάμο και που θα ενέπιπτε στον ορισμό των περιουσιακών διάφορων ως ορίζει ο νόμος 232/
  1. Επίσης η συμπεριφορά του με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και αγωγής, είναι αντιφατική διότι από τη μίαν επικαλείται τη συμφωνία, αφενός για να πετύχει την έξωση της Εναγόμενης από την οικία και από την άλλην, δέχεται ότι όρος της συμφωνίας είναι η υποχρέωση του εντός 15 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, να μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της κατοικίας επ' ονόματι της Εναγόμενης. Διεκδικεί την απόλυτη κατοχή του ακινήτου ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, ενώ συμφώνησε όπως μεταβιβάσει διά δωρεάς το ½ μερίδιο της κατοικίας στην πρώην σύζυγο του. Ο λόγος που εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου εξ' ολόκληρου, είναι επειδή έχει αθετήσει τη συμφωνία με την οποίαν συμφώνησε να μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της κατοικίας στην Εναγόμενη. Επομένως, αξίωση που θεμελιώνεται στο γεγονός ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της κατοικίας ενώ η Εναγόμενη έχει δικαίωμα στο μισό μερίδιο της κατοικίας, δεν έχει νομικό έρεισμα. Ούτε και θα μπορούσε να επιμένει στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων στη βάση της πιστής εκτέλεσης της συμφωνίας 02/12/
  2. Στη βάση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο πρώτος που αθέτησε τη συμφωνία είναι ο ίδιος, διότι παρήλθε ο χρόνος των 15 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας και η μεταβίβαση του ½ μεριδίου της οικίας επ' ονόματι της Εναγόμενης για λόγους που δεν αφορούν την υπαιτιότητα της Εναγόμενης, δεν πραγματοποιήθηκε. Παράλληλα προωθεί και άλλη θέση για να πετύχει την έξωση της Εναγόμενης ότι αδικαιολόγητα παρεμπόδισε την πώληση της οικίας. Όμως για να δικαιολογήσει αυτήν τη στάση, δεν έχει κατορθώσει να καταδείξει ότι η Εναγόμενη έχει αθετήσει αυτά τα οποία είχαν συμφωνήσει. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει τους ακόλουθους όρους της συμφωνίας.
  3. Με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, το μέρος Α είναι υποχρεωμένο να μεταβιβάσει διά δωρεάς μεταβίβασης το ½ μερίδιο από το συνολικό ΟΛΟ μερίδιο του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου στο Μέρος Β. Η μεταβίβαση θα πρέπει να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από την ημέρα υπογραφής της παρούσας συμφωνίας.
  4. Επιπλέον, με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, τα μέρη θα πρέπει να διορίσουν από έναν ανεξάρτητο αδειούχο εκτιμητή ούτως ώστε να προβεί σε εκτίμηση της αξίας του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου διά τον λόγο ότι το ακίνητο θα πωληθεί από τα δύο μέρη.
  5. Κανένα από τα δύο μέρη δεν δύναται να ενστεί στην πώληση του ακινήτου στην πιο συμφέρουσα τιμή, λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε τις εκθέσεις εκτίμησης των δύο αδειούχων εκτιμητών.
  6. Από τα χρήματα της πώλησης της ως άνω αναφερόμενης κατοικίας, το κάθε μέρος θα λάβει τα μισά, αφότου πληρωθεί ο Φόρος Εισοδήματος, τυχόν ΦΠΑ και τα έξοδα κτηματομεσίτη. Ο Αιτητής προσκόμισε δύο εκτιμήσεις του ακινήτου, η χαμηλότερη εκτίμηση του ακινήτου που διενεργήθηκε κατά το έτος, καταγράφει ότι η αγοραία αξία του ακινήτου είναι €226.
  7. Με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει, αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει αρνηθεί την πληρωμή του ποσού των €85.000 και έχει αναφέρει ότι η άρνηση της είναι αυθαίρετη, παράλογη και αντισυμβατική. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να επαληθεύεται, εφόσον με βάση τη χαμηλότερη εκτίμηση για την αγοραία αξία του ακινήτου, το ποσό των €85.000 που της προτάθηκε θα πρέπει να θεωρείται χαμηλό. Όσον αφορά τη θέση του ότι ήδη της έχει καταβάλει το ποσό των €9.000, αυτό το ποσό δεν μπορεί να συμπεριληφθεί και να πιστωθεί έναντι του ποσού που θα πρέπει να της πληρώσει σε σχέση με την αξία της οικογενειακής κατοικίας. Η υποχρέωση του να καταβάλει το ποσό των €9.000 αφορούσε ξεχωριστή συμβατική υποχρέωση της συμφωνίας ημερομηνίας 02/12/
  8. Είχε υποχρέωση να πληρώσει στην Εναγόμενη €9.000 ώστε αυτή να μην έχει οποιανδήποτε άλλη χρηματική απαίτηση από τον Ενάγοντα. Πρόκειται για ξεχωριστό όρο της συμφωνίας που δεν έχει σχέση με τον τρόπο διαμοιρασμού της οικογενειακής κατοικίας και έχει σχέση με το γεγονός ότι τα μέρη ανέλαβαν εντός 15 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, να τακτοποιήσουν και να τερματίσουν όλους τους τραπεζικούς κοινούς λογαριασμούς. Συνεπώς με απλή αριθμητική, αν διαιρεθεί το ποσό των €226.000 διά δύο, το ποσό που δικαιούται η Εναγόμενη από την πώληση υπερβαίνει το ποσό που της προτάθηκε. Επίσης το ποσό που της προτάθηκε, δεν λαμβάνει υπόψη τους φόρους που θα πρέπει να πληρωθούν σε σχέση με την πώληση του ακινήτου. Σε σχέση με το ζήτημα του φόρου και τελών, υπάρχει σχετική πρόνοια στη συμφωνία. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ούτε η πιθανότητα επιτυχίας της προωθούμενης αξίωσης με βάση των δεδομένων και γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Δεν ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αλλά και ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή, που να προκαλέσει τη λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v. Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996), το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι "θεμελιώδης αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνην την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, ήταν εσφαλμένη". Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικαστεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum, είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ, έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo». Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd v. Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015, καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. V. Evans & Sons Ltd κ.ά. 98) 1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το Δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον Ενάγοντα, είτε στον Εναγόμενο, είτε και στους δύο, εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. V. Ethicon Ltd 75] 96 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποίαν τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους, δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της Αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία, ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνην του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες Αιτήσεις, δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα, τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποίαν θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μία δραστηριότητα την οποίαν προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μίας καθιερωμένης επιχείρησης, το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να την δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα, ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές, ενώ ο Ενάγων έχει μία δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν ο Εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος, παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν θα υποστεί η επιχείρηση του Ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο Εναγόμενος δεν εμποδιστεί. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις, στις οποίες τα Δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον Ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο Εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον Εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό, δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του Ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον Εναγόμενο, το Δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο Ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο Εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλην, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του Ενάγοντα να αποζημιώσει τον Εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα, δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο Ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Ο Ενάγοντας επικαλείται τη ζημιά στην οποίαν υπόκειται, επειδή η Εναγόμενη συνεχίζει και κατοικεί στην οικία. Επικαλείται τα έξοδα τα οποία κάνει για να ενοικιάσει άλλο σπίτι, όμως στη βάση της συμφωνίας που είχαν υπογράψει τα μέρη, η κατοικία επρόκειτο να πουληθεί. Οπότε έτσι κι αλλιώς, θα είχε την υποχρέωση να πουλήσει την κατοικία και θα είχε και την υποχρέωση να πληρώνει ενοίκιο για να διαμένει αλλού. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει υποστεί ζημιά επειδή στο διάστημα αυτό δεν κατάφερε να ενοικιάσει την οικία. Αν είχε υλοποιηθεί η συμφωνία, το μισό μερίδιο της κατοικίας θα ήταν επ' ονόματι της Εναγόμενης και δεν θα είχε δικαίωμα να εισπράξει όλο το ενοίκιο. Για την πιστή εκτέλεση της συμφωνίας δεν θα μπορούσε να ενοικιάσει την οικία σε τρίτο, αφού παράλληλα θα προσπαθούσε να την πωλήσει για να γίνει ο διαμοιρασμός της κατοικίας. Αντίθετα, εκείνος που φαίνεται να ζημιώνει με την πάροδο του χρόνου και την παράλειψη του να μεταβιβάσει το 1/2 μερίδιο της κατοικίας είναι η Εναγόμενη. Παραμένει σε εκκρεμότητα το μέρος που ενδιαφέρει την Εναγόμενη, που είναι το να αποκτήσει το μισό μερίδιο του ακινήτου που ήταν ουσιαστικός όρος της συμφωνίας. Αν έχει οποιανδήποτε ζημιά ο Ενάγοντας, δεν είναι από υπαιτιότητα της Εναγόμενης, καθότι δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει προσφερθεί τιμή αγοράς του ακινήτου που να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προσδοκίες της Εναγόμενης ως τις εκτιμήσεις σε σχέση με την αξία του ακινήτου που ο ίδιος ο Αιτητής έχει επισυνάψει στην Αίτηση του. Αντίθετα το γεγονός ότι η Εναγόμενη εξακολουθεί να κατοικεί στην κατοικία ενώ ο Ενάγοντας δεν έχει συμμορφωθεί με τη μεταβίβαση του ακινήτου, φαίνεται να είναι ο μοναδικός μοχλός πίεσης για να υποχρεωθεί ο Ενάγοντας να πράξει περί τούτου. Σε διαφορετική περίπτωση, αν ήθελε πετύχει την έξωση της Εναγόμενης από την κατοικία, ο Ενάγοντας δεν θα είχε κανένα κίνητρο να υλοποιήσει τη συμφωνία. Συνεπώς η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκαλεί ανοσυζυγία των αντίστοιχων επιπτώσεων στους διαδίκους από τη μη εφαρμογή της συμφωνίας. Δεν είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων. Η Αίτηση απορρίπτεται, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.