ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΕΛΑΓΙΑΣ - ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΠΕΤΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1423/2019, 2/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1423/2019 Μεταξύ:
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΕΛΑΓΙΑΣ - ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΠΕΤΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΕΛΑΓΙΑΣ - ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόντων -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- EUROLIFE LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 2 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα Χαρίκλεια Α. Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Κυριάκος Στυλιανού για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης των εναγόμενων ημερ. 04.05.2022) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές (στη συνέχεια «οι Αιτητές») αιτούνται την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τους. Οι Εναγόμενες/ Καθ' ων η αίτηση («οι Καθ' ων η αίτηση») ενίστανται στην προσπάθεια αυτή των Αιτητών προβάλλοντας σειρά από λόγους ένστασης. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα αιτητικά όπως καταγράφονται στην αίτηση για να καταδειχθεί το εύρος και η έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της ανάλυσης και του σκεπτικού του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει από τον αναγνώστη της απόφασης: «
- Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 18/02/2020, ως ακολούθως: Ι. Δια της προσθήκης των ακόλουθων παραγράφων μετά την υφιστάμενη παράγραφο 23 της Έκθεσης Απαίτησης: «
- Κατά ή περί την 29/06/2021 και κατόπιν απόφασης της Εναγόμενης 1 και/ή συνεννόησης της Ενάγουσας 2 με την Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 και/ή την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Ελληνική Τράπεζα»), η Ενάγουσα 2 προχώρησε στην εξόφληση του επίδικου δανείου, λαμβάνοντας δάνειο (στο εξής «το νέο δάνειο») από την Ελληνική Τράπεζα.» «
- Στο πλαίσιο των ενεργειών της Ενάγουσας 2 για εξόφληση του δανείου υπ' αριθμό [ ], η ίδια υπέβαλε κάποια αιτήματα προς την Εναγόμενη 1 αναφορικά με την ακύρωση κάποιων εγγυήσεων και/ή εξασφαλίσεων. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι κατά ή περί την 16/06/2021, ημερομηνία υποβολής της αίτησης από την Ενάγουσα 2, η εκχώρηση των δικαιωμάτων από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμό [ ] του αποβιώσαντα συζύγου της Ενάγουσας 2 Πέτρου Χριστοδούλου το οποίο εξασφάλιζε το δάνειο υπ' αριθμό [ ] ευρισκόταν σε ισχύ και/ή δεν είχε ακυρωθεί». «
- Στο πλαίσιο της συνεννόησης της Ενάγουσας 2 μαζί με την Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 και/ή την Ελληνική Τράπεζα για την εξόφληση του επίδικου δανείου, συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 2, των Εναγόμενων 1 και 2 και της Ελληνικής Τράπεζας, όπως η Ασφαλιστική Σύμβαση και/ή το Ασφαλιστήριο Έγγραφο με αρ. [ ] το οποίο εξασφάλιζε το επίδικο στην παρούσα αγωγή δάνειο, θα εκχωρείτο προς την Ελληνική Τράπεζα, για σκοπούς εξασφάλισης του νέου δανείου.» «
- Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2021 και ενώ το επίδικο στην παρούσα αγωγή δάνειο είχε ήδη εξοφληθεί, η Ενάγουσα 2 διαπίστωσε ότι το ασφάλιστρο για την Ασφαλιστική Σύμβαση με αρ. [ ] για τους 3 προηγούμενους μήνες δεν είχε καταβληθεί στην Εναγόμενη 2, παρά την πάγια εντολή που υπάρχει από την Ενάγουσα 2 προς την Εναγόμενη 1, την οποία η Ενάγουσα 2 ουδέποτε ανακάλεσε.» «
- Κατόπιν της ως άνω διαπίστωσης, η Ενάγουσα 2 προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα, με την οποία εντόπισε ότι αντί να ολοκληρωθεί η συμφωνηθείσα εκχώρηση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου και/ή Ασφαλιστικής Σύμβασης με αρ. [ ] προς εξασφάλιση του νέου δανείου, ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας 2, των Εναγόμενων 1 και 2 και της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το εν λόγω Ασφαλιστήριο Έγγραφο και/ή η εν λόγω Ασφαλιστική Σύμβαση με αρ. [ ] ακυρώθηκε, χωρίς καμία ειδοποίηση από την Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα 2 και/ή την Ελληνική Τράπεζα, ως άμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.» «
- Κατά ή περί την 30/09/2021 η Ενάγουσα 2 υπέβαλε μέσω των δικηγόρων της σχετικό παράπονο προς τις Εναγόμενες».\ «
- Κατά ή περί την 04/10/2021 η Εναγόμενη 2 επιβεβαίωσε την παραλαβή του παραπόνου της Ενάγουσας 2 και ενημέρωσε αυτήν για την εξέταση που επρόκειτο να ακολουθήσει». «
- Κατά ή περί την 26/10/2021 η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε τους δικηγόρους της Ενάγουσας 2 ότι το παράπονο της Ενάγουσας 2 εξακολουθεί να βρίσκεται υπό διερεύνηση». «
- Κατά ή περί την 04/11/2021 η Εναγόμενη 2 ισχυρίστηκε στους δικηγόρους της Ενάγουσας 2 ότι απάντησε στην Ελληνική Τράπεζα για τα έγγραφα εκχώρησης ότι το Ασφαλιστήριο Έγγραφο και/ή Ασφαλιστική Σύμβαση με αρ. [ ] δεν μπορεί να προσφερθεί σε άλλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, πέραν της Τράπεζας Κύπρου». «
- Κατά ή περί την 07/12/2021, η Ενάγουσα 2 επικοινώνησε διά μέσου των δικηγόρων της με την Ελληνική Τράπεζα ώστε να ενημερωθεί κατά πόσο η Ελληνική Τράπεζα παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 16/07/2021». «
- Κατά ή περί την 09/12/2021 η Ελληνική Τράπεζα απάντησε γραπτώς στους δικηγόρους της Ενάγουσας 2, πληροφορώντας τους ότι η Ελληνική Τράπεζα παρέλαβε μία επιστολή που φέρει ημερομηνία 16/07/2021 στις 03/12/2021 και ουδέποτε προγενέστερα της εν λόγω ημερομηνίας». «
- Κατά ή περί την 08/12/2021 η Ελληνική Τράπεζα ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 ότι δε διεκδικεί οποιαδήποτε από τα δικαιώματα του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ. [ ] τα οποία είχαν εκχωρηθεί προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας». «36.Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η Εναγόμενη 2 δε συνέταξε την ισχυριζόμενη επιστολή κατά το χρόνο που η ίδια ισχυρίζεται, ήτοι τον Ιούλιο του 2021 και/ή ουδέποτε απέστειλε την κατ' ισχυρισμό επιστολή ημερομηνίας 16/07/2021 προς την Ελληνική Τράπεζα και/ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατά το χρόνο που όφειλε και/ή ισχυρίζεται ότι την απέστειλε». «
- Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η επιστολή που φέρει την ημερομηνία 16/07/2021 συντάχθηκε μεταγενέστερα της εν λόγω ημερομηνίας και σε κάθε περίπτωση μετά την υποβολή του σχετικού παραπόνου ημερομηνίας 30/09/2021 που υπέβαλε η Ενάγουσα 2 μέσω των δικηγόρων της προς τους Εναγόμενους». «
- Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η Εναγόμενη 2 συνέταξε και/ή συνέταξε κατόπιν συνεννόησης με την Εναγόμενη 1, την επιστολή που φέρει ημερομηνία 16/07/2021, μετά την παραλαβή και/ή την εξέταση του παραπόνου της Ενάγουσας 2 ημερομηνίας 30/09/2021 ώστε να συγκαλύψουν το γεγονός ότι δεν ενημέρωσαν και/ή δεν ενημέρωσαν έγκαιρα την Ελληνική Τράπεζα και/ή την Ενάγουσα 2, ως όφειλαν, για την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου και/ή Ασφαλιστικής Σύμβασης αρ. [ ]». «39.Η Ελληνική Τράπεζα απάντησε στην επιστολή ημερομηνίας 16/07/2021 της Εναγόμενης 2 στις 08/12/2021». «40.Κατά ή περί την 23/12/2021 η Εναγόμενη 1 απάντησε στο παράπονο που υπεβλήθη από την Ενάγουσα 2 δια μέσω των δικηγόρων της στις 30/09/2021». «41.Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 προχώρησαν στην ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ. [ ] κατά παράβαση των όρων αυτού». «42.Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 ενήργησαν αμελώς και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως ακολούθως: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ 1 ΚΑΙ/ Ή 2 α. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να ενημερώσουν και/ή να ενημερώσουν έγκαιρα και/ή να ενημερώσουν κατάλληλα την Ενάγουσα 2 και/ή την Ελληνική Τράπεζα ως ενδιαφερόμενη, για την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου και/ή Ασφαλιστικής Σύμβασης υπ' αριθμό 226066 που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη
- β. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 εξαιτίας της αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή της παραβίασης του καθήκοντος τους να ενημερώσουν και/ή να ενημερώσουν έγκαιρα και/ή να ενημερώσουν κατάλληλα την Ενάγουσα 2 και/ή την Ελληνική Τράπεζα ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο για την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου και/ή Ασφαλιστικής Σύμβασης υπ' αριθμό [ ], εξέθεσαν την Ενάγουσα 2 σε τεράστιο οικονομικό κίνδυνο. γ. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να προσφέρουν στην Ενάγουσα 2 το επίπεδο ποιότητας παροχής υπηρεσιών το οποίο όφειλαν και/ή το οποίο η Ενάγουσα ήταν εύλογο και/ή δίκαιο να αναμένει ότι θα της παρείχαν. δ. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 επέδειξαν αντιεπαγγελματική και/ή καταχρηστική και/ή παράνομη συμπεριφορά προς την Ενάγουσα
- ε. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγόμενη 2 ενήργησαν καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή δόλια προς την Ενάγουσα
- «43.Ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή της παράλειψης και/ή της παραβίασης καθήκοντος και/ή της παραβίασης των όρων του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ. [ ] εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 2, η Ενάγουσα 2 αναγκάστηκε να συνάψει νέο Ασφαλιστήριο Έγγραφο με άλλη εταιρεία και υψηλότερο μηνιαίο ποσό ασφαλίστρων, ήτοι το προηγούμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο στους Εναγόμενους 2, ήταν για το ποσό των €3.096 το χρόνο για ασφαλιστέο ποσό €720.000,00, ενώ το νέο ασφαλιστήριο με νέα ασφαλιστική εταιρεία είναι για το ποσό των €5.438,63 για ασφαλιστέο ποσό €639.576,00 μέχρι 31/12/
- Ζημιά και απώλεια ύψους €23.426,
- Περαιτέρω, με το νέο ασφαλιστήριο η κάλυψη της Ενάγουσας 2 είναι για το ποσό των €639.576,00, ήτοι για ποσό κατά €80.424,00 μικρότερο από αυτό της κάλυψης του ασφαλιστηρίου εγγράφου με την Εναγόμενη
- Για να παρεχόταν στην Ενάγουσα 2 η ίδια κάλυψη με το ασφαλιστήριο έγγραφο που διατηρούσε με την Εναγόμενη 2, ήτοι για το ποσό των €720.000,00, η Ενάγουσα 2 θα έπρεπε να καταβάλλει ακόμα μεγαλύτερο ασφάλιστρο και συνεπώς να υποστεί ακόμα μεγαλύτερη ζημία από αυτήν που υφίσταται σήμερα εξαιτίας της συμπεριφοράς των Εναγόμενων 1 και/ή 2». «44.Εξαιτίας της αμέλειας και/ή της παράλειψης και/ή της παραβίασης καθήκοντος και/ή της παραβίασης των όρων του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ. [ ] εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 2 η Ενάγουσα 2 υφίσταται μηνιαίως οικονομική ζημία». ΙΙ. Δια της προσθήκης των ακόλουθων παραγράφων μετά την υφιστάμενη υποπαράγραφο Θ. της υφιστάμενης παραγράφου 26 της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία θα αναριθμηστεί αναλόγως: «Ι. Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εκ μέρους της Εναγόμενης 2 για την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ.
- «ΙΑ. Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή παράβαση καθήκοντος εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 2 για τη μη ενημέρωση και/ή τη μη έγκαιρη ενημέρωση της Ενάγουσας 2 σε σχέση με την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου αρ. 226066 που διατηρούσε με την Εναγόμενη 2». «ΙΒ. Αποζημιώσεις για ζημία και/ή απώλεια ύψους €23.426,30 εξαιτίας του γεγονότος ότι ενώ το προηγούμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο στους Εναγόμενους 2, ήταν για το ποσό των €3.096 το χρόνο για ασφαλιστέο ποσό €720.000,00, ενώ το νέο ασφαλιστήριο με νέα ασφαλιστική εταιρεία είναι για το ποσό των €5.438,63 για ασφαλιστέο ποσό €639.576,00 μέχρι 31/12/2031». «
- Άδεια του Δικαστηρίου για επαναρίθμηση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης μετά την προσθήκη των ως άνω νέων παραγράφων ως εκτίθενται στο αιτητικό 1 ανωτέρω και/ή ανάλογα με την άδεια τροποποίησης που θα δοθεί από το Δικαστήριο.» Εξετάζοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες στο δικόγραφο των Αιτητών διαπιστώνεται ότι αυτοί επιθυμούν αφενός να προβούν στην προσθήκη 20 περίπου νέων παραγράφων στην Έκθεση Απαίτησης, να προσθέσουν λεπτομέρειες ισχυριζόμενης αμέλειας και παράλειψης ή/και παράβασης των καθηκόντων εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, καθώς επίσης, την προσθήκη 3 νέων αιτητικών στο διατακτικό της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης η αίτηση υποβλήθηκε αφότου τα δικόγραφα έκλεισαν από τον Δεκέμβριο του 2020, ενάμιση περίπου χρόνο μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες εκ μέρους των Εναγόντων που εκδόθηκε στις 12.02.2021 και μετά την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και ανταλλαγής τους, μετά την καταχώριση καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας και από τους δυο διαδίκους και όταν πλέον η δικογραφία ήταν έτοιμη και υπήρξε και συμμόρφωση με τις οδηγίες σύμφωνα με την νέα Δ.30 και το Δικαστήριο θα προχωρούσε με τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση οπότε και ζητήθηκε σε δύο περιπτώσεις ήτοι την 17.01.2022 και την 17.03.2022 με την αίτηση να καταχωρείται τελικά την προηγούμενη της ημερομηνίας που είχε οριστεί για οδηγίες για τον σκοπό αυτό. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η Ενάγουσα 2/ Αιτήτρια 2 κ. Αλεξάνδρα Πελαγίας - Χριστοδούλου ενώ η ένσταση από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Ανδρέας Αγαθοκλέους. Σε αυτές καταγράφονται όλα τα γεγονότα και περιστατικά που κατά την αντίληψη της κάθε πλευράς περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση προς αιτιολόγηση της αίτησης και την αναγκαιότητα που προέκυψε για την υποβολή της και της ένστασης αντίστοιχα. Η αίτηση όπως και η ένσταση βασίζονται σε σειρά από Θεσμούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών στο Κοινοδίκαιο, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την Νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους εκθέτουν τις θέσεις τους και νομολογία που κατά την αντίληψη τους συνηγορεί υπέρ των θέσεων τους με την πλευρά των Αιτητών να εισηγείται την έγκριση της αίτησης ενώ αντίθετα η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση να εισηγείται την απόρριψη της καθ' ότι δεν δικαιολογείται και δεν είναι πρόσφορη υπό τις περιστάσεις. Όσα από τα πιο πάνω κριθούν αναγκαία θα καταγραφούν και στην ανάλυση που θα ακολουθήσει και προς αποφυγή επανάληψης θα αποφύγω την καταγραφή τους σε αυτό το μέρος της απόφασης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ Είναι αναμφισβήτητο ότι η αίτηση διέπεται από την νέα Δ.25 Θ.1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία υιοθετήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και τούτο εφόσον το αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης υποβλήθηκε μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες για μια αγωγή που καταχωρίστηκε το 2019. Θεωρώ άσκοπο το εγχείρημα να αναφερθώ στην προηγούμενη δικονομική πρακτική και αντιμετώπιση από τη νομολογία μας τέτοιας φύσης αιτημάτων πριν από τη θέσπιση του πιο πάνω Διαδικαστικού Κανονισμού. Είναι όμως σημαντικό να καταγραφεί εδώ τι προνοούσε η παλιά Δ.25 Θ. 1 και τι η νέα για να καταδειχθούν σε αντιπαραβολή οι διαφορές τους: Η Δ.25 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της προνοούσε τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν ως κατ' ανάγκη για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως ισχύει σήμερα προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)ο Ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμά του οποτεδήποτε μετά την καταχώρισή του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας αναλόγως της περίπτωσης». Αντιπαραβολή λοιπόν των προνοιών της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίηση, με αυτές της νέας Δ.25, καταδεικνύει ουσιαστικές διαφορές. Είναι δε εμφανέστατος ο ανασχεδιασμός και η ολική ανακατασκευή ολόκληρου του πνεύματος και της φιλοσοφίας της διαταγής αυτής. Ουσιαστικά η νέα Δ.25 έχει εγκαθιδρύσει ένα νέο, εντελώς καινούργιο δικονομικό καθεστώς αναφορικά με τη δυνατότητα των διαδίκων να προβαίνουν σε τροποποιήσεις των δικογράφων, δημιουργώντας τρία ξεχωριστά χρονικά στάδια στη ακολουθητέα διαδικασία, που αναλόγως του δικονομικού σταδίου που ένα αίτημα τροποποίησης υποβάλλεται, εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια προς εξέταση της εγκυρότητας ή της βασιμότητας του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αυτές παρουσιάζουν κάποιας μορφής ελαστικότητα σε ό,τι αφορά τα δύο πρώτα στάδια που δικονομικά τοποθετούνται πριν από την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, και είναι κατά πολύ αυστηρότερος σε σχέση με τις σκοπούμενες τροποποιήσεις μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης, όπως έχει καταγραφεί και πιο πάνω, αυτή έχει καταχωριστεί μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες και επομένως η πρόνοια της νέας Διαταγής που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η Δ.25 Θ. 1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σειρά από πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση και οι οποίες εκδόθηκαν μετά την τροποποίηση της Δ.25, τα σχετικά αποσπάσματα των οποίων και παραθέτω στη συνέχεια και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα ότι δηλαδή τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης δεν έχουν έρεισμα στις πρόνοιες της νέας Δ.25: Στην αγωγή υπ' αριθμό 718/2015 του Ε.Δ. Λάρνακας, Ιωάννα Ιωακείμ Φιλίππου v. Παναγιώτα Χρυσοστόμου κ.α., ημερ. 16/12/2016 ο κ. Μ. Γ. Λοΐζου Ε.Δ. καταγράφει και τα ακόλουθα σχετικά: «.αυτή η διακριτική ευχέρεια που το Δικαστήριο είχε δυνάμει των προνοιών της «παλαιάς» Δ.25 Θ. 1 των Θ. Π. Δ. σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να εξετάζει αιτήματα τέτοιου είδους και να επιτρέπει την τροποποίηση «σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών». έχει σημαντικά περιοριστεί σε ότι αφορά το τρίτο στάδιο, που σηματοδοτείται από την έκδοση της κλήσης για της οδηγίες του Δικαστηρίου (μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας) με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ.Π.Δ». Στην αγωγή υπ' αριθμό 15/17 του Ε.Δ. Λευκωσίας, Arizona Trading Ltd v. Μοντεξύλ Λτδ, ημερ. 31/5/2018 ο κ. Μ. Χριστοδούλου Ε.Δ., καταγράφει και τα ακόλουθα: «Από το λεκτικό της Δ.25 Θ. 3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση». Συνάγεται από τα ανωτέρω όπως είναι και η δική μου επί του θέματος αντίληψη ότι για σκοπούς της νέας Δ.25 Θ.3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο κ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην αγωγή υπ' αριθμό 41/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας, Αβρααμίδης v. Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη & Συνεργάτες, ημερ. 11/5/2016: «Είμαι της γνώμης ότι σήμερα πλέον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (at any stage) και για οποιοδήποτε λόγο που φαίνεται εύλογος και δίκαιος (in such manner and on such terms as may be just). Η σχετική διαπίστωση οφείλεται στο σύνολο της νέας Δ.25, η οποία φαίνεται να διακρίνεται σε τρία χρονικά στάδια. Το τρίτο στάδιο είναι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες. Αυτό είναι και το στάδιο που αφορά η επίδικη αίτηση. Σε αυτό το πλαίσιο η τροποποίηση διαφέρει από τα δύο προηγούμενα στάδια, εφόσον δεν επιτρέπεται παρά μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Η δε εξουσία του δικαστηρίου, δηλαδή η βάση στην οποία ερείδεται η χορήγηση τέτοιας άδειας, δεν είναι ανέλεγκτη και ευρεία όπως παλαιότερα. Συνάγεται τούτο από τα αναφερόμενα στον κ. 1
(3)και δη τη φράση ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση. Κρίνω πως δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι πλέον η τροποποίηση των δικογράφων δεν είναι επιτρεπτή, εκτός εάν ο αιτητής πείσει ότι υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, ήτοι καλόπιστο λάθος λόγω παραδρομής ή/και νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις που διέπουν πλέον αίτημα τροποποίησης και δεν νοείται αναζήτηση άλλων εξωγενών λόγων, όπως ούτε παρείσφρηση άλλων γεγονότων. Σε αυτό το στενό πλαίσιο ερμηνείας έγκειται και η προηγούμενη διαπίστωση ότι η σχετική διακριτική εξουσία του δικαστηρίου δεν είναι απύθμενη, κατά τον τρόπο που η υφιστάμενη νομολογία ανέλυσε την παλαιά Δ.25». Αναφορά γίνεται και στην απόφαση στην πτωχευτική αίτηση αρ. 14/2016 Ε.Δ. Λεμεσού όπου ο κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ στην απόφαση του ημερ. 9.7.2018 καταγράφει τα ακόλουθα για το ζήτημα: «.Υπενθυμίζω εδώ ότι τροποποίηση δικογράφου χωρεί πλέον σε δύο μόνο περιπτώσεις. Σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και όταν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών καταχώρησης του δικογράφου. Αντίθετη ερμηνεία θα εξουδετέρωνε στην ουσία το σκοπό των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, αποσκοπούν στην διαχείριση και προώθηση των πολιτικών υποθέσεων για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα». Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση: «Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον οφειλέτη - αιτητή καμία από τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 Θ.1
(3)ώστε να δικαιολογείται το αίτημα του για τροποποίηση της ειδοποίησης ένστασης που καταχώρησε στην υπό κρίση αίτηση πτώχευσης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησής και ενώ η κυρίως αίτηση πτώχευσης είχε ήδη οριστεί πολλές για ακρόαση, αποτελεί ένα επιπλέον εμπόδιο για έγκριση του αιτήματος. Τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την εκδίκαση της κυρίως αίτησης πτώχευσης αφού θα χρειαστεί να καταχωρηθεί τροποποιημένη ειδοποίηση ένστασης και συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς να αποκλείεται η ανάγκη για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και εκ μέρους της πιστώτριας για αντίκρουση των ισχυρισμών του οφειλέτη». Οι πιο πάνω αποφάσεις κατά την αντίληψη μου αντικατοπτρίζουν πλήρως τις αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να απαντώνται αιτήματα για τροποποίηση των δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως και η παρούσα. Είναι πλέον βέβαιο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν είναι ευρεία και προφανώς περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εντοπισμό ή όχι των δύο εξαιρέσεων που καταγράφονται ρητά στη Δ.25 Θ. 1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι κατά πόσον υπήρξε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και στο κατά πόσον υπήρξαν νέα δεδομένα και γεγονότα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά την λήψη οδηγιών για την έγερση αγωγής. Ανάγνωση των προνοιών της νέας Δ.25 και στη βάση της ερμηνείας που δόθηκε σε αυτή από σωρεία αποφάσεων, καθοδηγητικής ασφαλώς μορφής, δεικνύει ότι μόνο η ύπαρξη της μίας εκ των δύο αυτών προϋποθέσεων που επιβάλλονται από τη νέα Δ.25, μπορεί πλέον να δώσει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να προχωρήσει και να εγκρίνει ένα αίτημα τροποποίησης δικογράφου που υποβάλλεται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Δεν μπορεί δηλαδή να αγνοηθεί, ούτε και να υπερκεραστεί το γεγονός της αμέλειας ή της παράλειψης του εκάστοτε αιτητή να δράσει γρήγορα και έγκαιρα και να προβεί στις απαιτούμενες τροποποιήσεις πριν από την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Το δικονομικό αυτό διάβημα το οποίο προνοείται και επιβάλλεται αναγκαστικά ως μέρος της δικαστικής διαδικασίας από τη Διαταγή 30, σηματοδοτεί πλέον και τη λήξη του αυτοδίκαιου του ενάγοντος - ή κατ' αναλογία του εναγόμενου - να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης του ή της Υπεράσπισής του, περιορίζοντας ουσιωδώς αυτό το δικαίωμα μόνο στην περίπτωση που μία εκ των δύο περιπτώσεων που καθορίζονται από τη Δ.25 Θ. 1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν, και φυσικά κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας διαφοράς και ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα όπως αυτό ξεπροβάλλει από τους εκεί ισχυρισμούς των Αιτητών πηγάζει από τον τερματισμό της ασφαλιστικής σύμβασης του αποβιώσαντος Πέτρου Χριστοδούλου που έλαβε χώρα το 2013, και γι' αυτό το γεγονός, οι Αιτητές προσάπτουν στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αντισυμβατική συμπεριφορά, παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση 2, καθώς και αμέλεια εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση
- Τα πιο πάνω γεγονότα ανατρέχουν σε κατ' ισχυρισμό ενέργειες, πράξεις ή και παραλείψεις που έλαβαν χώρα περί τα έτη 2013 και 2014 και περιορίζονται σε αυτά, αφού εξάλλου, ο Αιτητής 1 Πέτρος Χριστοδούλου απεβίωσε περί το έτος
- Εξετάζοντας τώρα το τι επιδιώκεται να εισαχθεί με τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες διαπιστώνω ότι οι Αιτητές προσπαθούν να εντάξουν και να καταστήσουν ως επίδικα γεγονότα που έλαβαν χώρα μόλις το 2021, οκτώ χρόνια περίπου από την δημιουργία του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος για τους Αιτητές τα οποία κρίνονται και ως παντελώς άσχετα και ασύνδετα με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής. Ειδικότερα, όπως παραδεκτά αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση - Αιτήτρια αρ. 2, στην δική της ένορκη δήλωση, όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρει και επιθυμεί να εντάξει στην παρούσα αγωγή, έχουν συντελεστεί κατά το έτος 2021 και μεταγενέστερα. Εφόσον δε έτσι έχουν τα πράγματα ως με κατ' ιδίαν παραδοχή παρουσιάζονται και εάν η Αιτήτρια 2 επιθυμεί να προωθήσει αυτούς τους ισχυρισμούς, θα πρέπει να το πράξει ενδεχομένως μόνο με νέα αγωγή και όχι διά τροποποίησης της υφιστάμενης αγωγής. Πέραν τούτου, εξετάζοντας όσα επιχειρείται να εισαχθούν στο δικόγραφο των Αιτητών, αυτά κρίνονται ως παντελώς άσχετα και ασύνδετα ζητήματα με την εκκρεμούσα αγωγή και ως εκ τούτου δεν κρίνω ότι θα πρέπει να επιτραπεί η εισαγωγή τους ως νέων βάσεων αγωγής ή/και νέων αγώγιμων δικαιωμάτων στα πλαίσια της παρούσα διαδικασίας και χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με αυτή. Εκτός από τα δικόγραφα που έχουν ολοκληρωθεί από τις 28.12.2020, έχουν καταχωριστεί στην παρούσα διαδικασία, ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, κατάλογοι μαρτύρων και συνόψεις μαρτυρίας από όλα τα διάδικα μέρη. Όπως γίνεται αντιληπτό, αν τυχόν επιτραπεί η παρούσα αίτηση, εκτός από την εκτροπή επί των επίδικων θεμάτων, τα διάδικα μέρη θα πρέπει όχι μόνο να λάβουν οδηγίες από το Δικαστήριο για αποκάλυψη των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους, αλλά, ταυτόχρονα, θα πρέπει να δοθούν οδηγίες τόσο για ανταλλαγή αυτών, ενώ θα πρέπει να προχωρήσουν και με την καταχώριση νέων καταλόγων μαρτύρων, αφού θεωρείται δεδομένο ότι η μαρτυρία που θα προσκομιστεί θα πρέπει να καλύπτει και τα νέα ζητήματα τα οποία εγείρονται διά της τροποποίησης. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι θα κατασπαταληθεί άσκοπα και άδικα κόπος και χρήμα, ενώ ταυτόχρονα, θα χαθεί σημαντικός και πολύτιμος δικαστικός χρόνος προς επίλυση και ενασχόληση με γεγονότα άσχετα και παντελώς ασύνδετα με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή γεγονότα. Πρέπει δε να ειπωθεί ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σε ένα διάδικο ο οποίος έχει άλλη τυχόν απαίτηση εναντίον του αντιδίκου του, ασχέτως εάν είναι άσχετη και ασύνδετη με την υφιστάμενη απαίτηση του, να επιχειρεί να την εντάξει σε υφιστάμενη δικαστική διαδικασία έστω και αν αφορά τα ίδια διάδικα πρόσωπα. Μια τέτοια αντίκριση θα εξέτρεπε μια αγωγή και θα οδηγούσε σε επικίνδυνους για την απονομή της Δικαιοσύνης ατραπούς. Οι Αιτητές επαναλαμβάνω θα έπρεπε εάν το θεωρούσαν ως πρόσφορο μέτρο να τα εγείρουν και επιλυθούν μέσω άλλης διαδικασίας και όχι επιχειρώντας τον εκτροχιασμό της υφιστάμενης δικαστικής διαδικασίας, η δικογραφία της οποίας έχει ήδη ολοκληρωθεί και αναμενόταν ο ορισμός ημερομηνίας ακρόασης της. Μελέτη των όσων επιχειρείται να εισαχθούν και όσα διαλαμβάνει η υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει ότι τα επίδικα θέματα αφορούν και ανατρέχουν σε κατ' ισχυρισμό ενέργειες, πράξεις ή και παραλείψεις που έλαβαν χώρα περί τα έτη 2013 και 2014, ενώ διά της υπό κρίση αίτησης επιχειρείται η προσθήκη ισχυρισμών και απαιτήσεων που προέκυψαν από το 2021 και δεν έχουν καμία συνάφεια με την παρούσα Αγωγή. Και τούτο καθότι η υπάρχουσα διαφορά αφορά στον τερματισμό της ασφαλιστικής κάλυψης του αποβιώσαντος, ενώ οι προσθήκες που επιχειρούνται να εισαχθούν αφορούν την εξόφληση του δανείου από την Καθ' ης η αίτηση 1 και τη σύναψη νέου ασφαλιστηρίου με άλλη Τράπεζα. Προκαλεί δε εύλογο ερώτημα ο συσχετισμός της υπάρχουσας αγωγής με άλλο γεννηθέν κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα που προέκυψε 8 χρόνια μεταγενέστερα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση προβάλλει και την ακόλουθη κατά λογική συνέπεια θέση η οποία με βρίσκει σύμφωνο. Ότι δηλαδή δεν μπορεί επειδή υφίσταται η παρούσα διαδικασία και ενόψει του ότι οι διάδικοι φαίνεται να είναι ταυτόσημοι, οι Αιτητές επιχειρούν να εντάξουν τις διαφορές τους υπό την σκεπή της ήδη υπάρχουσας διαδικασίας, κάτι που είναι σφάλμα για τον λόγο ότι με αυτόν τον τρόπο καταστρατηγείται το πνεύμα και το νόημα της νέας Διαταγής 25, η οποία προνοεί για την προσθήκη νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Η νέα διαταγή προφανώς εξυπακούει και λαμβάνει υπόψη ότι τα νέα γεγονότα και δεδομένα, αφορούν και σχετίζονται με την υπάρχουσα αγωγή και όχι όταν αποτελούν νέα βάση αγωγής για νέα κατ' ισχυρισμό διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Και συμφωνώ επίσης μαζί του όταν εισηγείται ότι σκοπός και φιλοσοφία της νέας διαταγής δεν είναι να δίδει το δικαίωμα σε διάδικο να εντάξει σε ήδη υπάρχουσα διαδικασία, νέες διαφορές ή συμπεριφορές που προέκυψαν κατά την πορεία μιας υπόθεσης. Σκοπός της νέας διαταγής είναι να επιτρέψει τροποποίηση εκεί και όπου τα νέα δεδομένα συνδέονται ή/και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και συνυφασμένα με την υπάρχουσα εν εξελίξει διαδικασία. Εδώ με την υπό κρίση αίτηση προωθείται το εντελώς αντίθετο από αυτά που προνοούνται στη νέα διαταγή, αφού σε πλήρη καταστρατήγηση της φιλοσοφίας της, επιχειρείται η καταχώρηση νέας ανεξάρτητης αγωγής (βάσης αγωγής) στην ήδη υπάρχουσα κάτι ανεπίτρεπτο που δεν μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο εφόσον πλέον δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα. Έχω ήδη αναφερθεί στη δικογραφία και πως μπορεί να υπάρξει εκτροχιασμός της αγωγής αν εγκρινόταν η αίτηση. Η αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για την αιτιολόγηση του αιτήματος ότι δηλαδή: «Αντίθετα, εάν η παρούσα αίτηση απορριφθεί, αυτό θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγόντων και δη της Ενάγουσας 2 η οποία δεν θα έχει τη δυνατότητα να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον Δικαστηρίου», δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις ως εύστοχη εφόσον έχει τη δυνατότητα χωρίς την εκτροπή της παρούσας αγωγής να προβάλει τις αξιώσεις της ενδεχομένως σε μια νέα αγωγή τους. Επομένως σε καμία περίπτωση δεν της αποστερείται το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως όσων έχω αναφέρει και εξηγήσει πιο πάνω κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόμενων/ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο