← Κύπρος

Μαρία Πατσαλίδου το γένος Νεόφυτου Δράκου κ.α. ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής:1841/2021, 28/2/2023

Μαρία Πατσαλίδου το γένος Νεόφυτου Δράκου κ.α. ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής:1841/2021, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A165 ΕπαρχιακΟ ΔικαστηρίΟ Λευκωσιασ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1841/2021 Μεταξύ:

  1. Μαρία Πατσαλίδου το γένος Νεόφυτου Δράκου
  2. Θεανώ Νεοφύτου Δράκου
  3. Ιωάννης Π. Πατσαλίδης Εναγόντων και Gordian Holdings Ltd, από την Λευκωσία Εναγόμενης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα 2/ Αιτήτρια: Η κ. Νικολέττα Θεοδώρου για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Η κα Ιωάννα Κορφιώτου για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερομηνία 15.11.2022 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης πιστεύω θα βοηθήσει τον αναγνώστη της παρούσας να αντιληφθεί όλο το φάσμα των γεγονότων της υπόθεσης. Προχωρώ ευθύς αμέσως στην παράθεση του. Η Ενάγουσα 2 και εδώ Αιτήτρια («η Αιτήτρια»), με την αγωγή της με τους υπόλοιπους Ενάγοντες όπως την έχουν τροποποιήσει στις 25.10.2022 με την ανάληψη της υπόθεσης τους από τους δικηγόρους που τώρα τους εκπροσωπούν, αξιώνει μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Ότι το ποσό που αξιωνόταν με τις Ειδοποιήσεις Τύπου ''Ι'' ως εξ' αποφάσεως οφειλές/ χρέη δυνάμει πέντε Αποφάσεων δεν συνιστά το νόμιμα οφειλόμενο ποσό. β) Απόφαση για Ακύρωση ή εξάλειψη των Υποθηκών υπ' αριθμό Υ6067/1987 και Υ6645/1987 στο όνομα της Αιτήτριας. γ) Απόφαση ότι η Εναγόμενη («Η Καθ' ης η αίτηση»), δεν νομιμοποιείται να αξιώνει ποσό που υπερβαίνει το διπλάσιο των επιδικασθέντων υπέρ αυτής ποσών δια των εξ' αποφάσεως χρεών και άλλες συναφείς αξιώσεις με το ύψος των εξ' αποφάσεως χρεών. δ) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η αγορά από την Καθ' ης η αίτηση του 1/2 Μεριδίου Ακινήτου στον Άγιο Αντώνιο («το Ακίνητο») της Αιτήτριας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, την οποία υπογράφει η κ. Μαρία Πατσαλίδου («η Ε/Δ ΜΠ») η οποία είναι και η ενάγουσα 1, συνοψίζει τον ουσιαστικό λόγο ο οποίος οδήγησε την Αιτήτρια στην καταχώριση της αγωγής (παρ. 3.1.3): «Τούτο που μέσω της αγωγής μας επιδιώκεται, είναι να αποσαφηνιστεί εν τέλει πιο είναι το ποσό που πραγματικά οφείλεται στην Εναγόμενη, ως απορρέον εκ των πιο πάνω δικαστικών αποφάσεων. Και αν τούτο, δια της εκποίησης του 1/2 μεριδίου μου επί του Ενυπόθηκου Ακινήτου, έχει εξοφληθεί απαλλάσσοντας ωσαύτως, το αντίστοιχο 1/2 μερίδιο επί του Ενυπόθηκου Ακινήτου της Θεανώς, από όλα τα προς όφελος της Εναγόμενης εμπράγματα βάρη. Θετική δε κατάληξη της αγωγής μας, θα καθορίσει και την μετέπειτα πορεία των πραγμάτων, αφού ως θα εξηγήσω πιο κάτω, ακόμα και να διαφανεί πως με την εκποίηση από την Εναγόμενη του ενυπόθηκου δικού μου μεριδίου, παραμένει οιονδήποτε υπόλοιπο για την εξόφληση των πιο πάνω αγωγών προς όφελος της Εναγόμενης, αυτό θα είναι ελάχιστο ή τουλάχιστον πολύ χαμηλότερο του ποσού για το οποίο η Εναγόμενη προώθησε τη διαδικασία εκποίησης του 1/2 μεριδίου της Θεανώς επί του Ενυπόθηκου Ακινήτου». Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια πέτυχε μονομερώς κατά την 17.11.2022 την έκδοση προσωρινών/ ενδιάμεσων διαταγμάτων με τα οποία απαγορεύεται στην Καθ' ης η αίτηση αφενός να αποξενώσει ή επιβαρύνει το 1/2 μερίδιο της επί του Ακινήτου τού οποίου σημειώνεται ότι από την 03.11.2022 η Καθ' ης η αίτηση είναι η ιδιοκτήτρια του όλου μεριδίου του και αφετέρου διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Καθ' ης η αίτηση από του να προβεί σε διάβημα έξωσης και/ή απομάκρυνσης της Αιτήτριας από το Ακίνητο μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Η οριστικοποίηση ή όχι αυτών των διαταγμάτων είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στη συνέχιση ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προβάλλοντας διάφορους λόγους τους οποίους υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Αβραάμ Αδάμου («η Ε/Δ ΑΑ»). Σημειώνεται, σύμφωνα με το γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, ότι είναι η δεύτερη φορά όπου επιχειρείται η παρεμπόδιση της Καθ' ης η αίτηση από το να προχωρήσει με την άσκηση των δικαιωμάτων της ως αυτά εδώ και δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο κ. Αδάμου έχουν επιβεβαιωθεί με δικαστικές Αποφάσεις, αφού στα πλαίσια της ίδιας Αγωγής οι Ενάγοντες είχαν καταχωρίσει στις 23.07.2021 αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με την οποία διεκδικούσαν την έκδοση διαταγμάτων που θα απαγόρευαν στην Καθ' ης η αίτηση από το να προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης του Ακινήτου η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν σε αυτές εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του όπως και επί των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Σε αυτές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν, εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, και σε νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικου ζητήματος ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η δε αναφορά μου σε Πρωτόδικες Αποφάσεις άλλων Δικαστηρίων, οι οποίες ασφαλώς δεν είναι δεσμευτικές αλλά μπορούν να προσφέρουν κάποια καθοδήγηση κατά τη νομολογία μας και το δικαϊκό μας σύστημα, είναι κατανοητό ότι αναφέρονται λόγω της ενασχόλησης τους με παρόμοια με τα επίδικα θέματα. Προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων αποφεύγω την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων αφενός μεν προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και αφετέρου δε της ενστάσεως όπως αναδύονται από τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Αυτές εξάλλου αντικατοπτρίζονται στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως στην σχετική ανάλυση με αναφορά στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Προχωρώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Η κύρια βάση μίας αίτησης με την οποία επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Κλασσική υπόθεση ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται είναι η Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Δ.Δ. 557. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο κατέγραψε τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με την συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, ως εξής: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει την προσοχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του Άρθρου 32 (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269 - 70). Σύμφωνα με τη νομολογία το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρισμένα δικόγραφα (και την ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη μαρτυρία), ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση ή εδώ την οριστικοποίηση του διατάγματος όπως και το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας αν είναι η πρέπουσα περίπτωση θα εξεταστούν στη συνέχεια της ανάλυσης στο κατάλληλο στάδιο. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αναδύονται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές αλλά και στον ίδιο το φάκελο της υπόθεσης και τα οποία επί της ουσίας παρέμειναν αναμφισβήτητα παρατηρώ τα ακόλουθα:
(1)Εναντίον της περιουσίας της Ενάγουσας 1 και του Ενάγοντα 3 έχουν εκδοθεί διατάγματα παραλαβής στις 25.09.2003 και στις 19.06.1995 αντίστοιχα και έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση. Διαχειριστής της Περιουσίας τους είναι ο Επίσημος Παραλήπτης (Τεκμ. 3 στην Ε/Δ Μ.Π.). Έχουν δε, προβεί στην καταχώριση της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο η οποία αφορά πτωχευτική περιουσία και την οποία διαχειρίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης, χωρίς την άδεια του κατά παράβαση του Νόμου και της σχετικής Νομολογίας. Το εν λόγω επιχείρημα έχει προβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση κατά την εκδίκαση της Πρώτης Αίτησης.
(2)Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασε στην Καθ' ης η αίτηση τα δικαιώματα της από εξ αποφάσεως χρέη που υφίστανται εναντίον των Εναγόντων, στις ακόλουθες Αγωγές του Ε.Δ. Λευκωσίας: (α) 685/1992, (β) 686/1992, (γ) 7549/1995, (δ) 7548/1995, (ε) 6112/1994 και (στ) 7377/2009 και τις εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων των υποθηκών Υ6801/1985 και Υ6067/1987 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (παρ. 5 της Ε/Δ ΑΑ) και παρ. 2.1.2 της Ε/Δ ΜΠ).
(3)Στα πλαίσια των πιο πάνω αγωγών (α) - (ε) έχουν εκδοθεί αποφάσεις εναντίον των Εναγόντων συνολικού ύψους εκ €1.094.333,02, πλέον τόκοι. Οι αναφερόμενες αποφάσεις (α) - (ε) είναι τελεσίδικες και διατάσσουν την εκποίηση των Υποθηκών Υ6801/1985 και Υ6067/1987 προς ικανοποίηση των εξ' αποφάσεως χρεών (παρ. 10 της Ε/Δ ΑΑ). Από το 1995 μέχρι σήμερα δεν υπήρξε καμία πληρωμή έναντι των οφειλόμενων. Οι εκδοθείσες Αποφάσεις δεν αμφισβητούνται από τους Ενάγοντες διά της Ε/Δ ΜΠ.
(4)Η Υ6801/1985 παραχωρήθηκε το 1985 από την Ενάγουσα 1, επί 1/2 μεριδίου του Ακινήτου για το ποσό των €64.926,85 (Λ.Κ.38.000) πλέον τόκους και η Υ6067/87 παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα 2 επί του άλλου 1/2 του Ακινήτου για το ποσό των €51.258,04 (Λ.Κ. 30.000) πλέον τόκους (Παρ. 6 στην Ε/Δ ΑΑ και Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Περιουσίας (Τεκμ. 11 στην Ε/Δ ΜΠ).
(5)Η Εναγόμενη ξεκίνησε το 2019 τη διαδικασία εκποίησης του Ακινήτου δυνάμει των 2 Υποθηκών, δηλαδή την διαδικασία της εκποίησης του 1/2 μεριδίου της Ενάγουσας 1 με την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ6801/1985 και του 1/2 μεριδίου της Ενάγουσας 2 με την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ6067/1987 με την αποστολή σχετικών Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» (οι οποίες είναι μέρος των Τεκμ. 9 και 10 της Ε/Δ ΑΑ) οι οποίες παραλήφθηκαν από τους Ενάγοντες τον Νοέμβριο του 2019 δια συστημένων επιστολών (παρ. 10 και 12 της Ε/Δ ΑΑ). Στις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» αναλύονταν τα ποσά που αξίωνε η Καθ' ης η αίτηση από τα εξ' αποφάσεως χρέη.
(6)Με την έναρξη των διαδικασιών εκποίησης των αναφερόμενων Υποθηκών, οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στον κ. Φλωρίδη - Δικηγόρο και στον οικονομικό σύμβουλο κ. Ευστρατίου για σκοπούς διαβουλεύσεων με την Καθ' ης η αίτηση (παρ. 2.2.2 της Ε/Δ ΜΠ).
(7)Παρά το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση όπως οι ίδιοι οι Ενάγοντες παραδέχονται, απέστειλαν στις Ενάγουσες 1 και 2 Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» με τις οποίες τις καλούσαν να διορίσουν εκτιμητή δεν έπραξαν οτιδήποτε για τον σκοπό αυτό (παρ. 2.3.6 της Ε/Δ ΜΠ).
(8)Στις 23.7.2021, 2 περίπου χρόνια μετά την παραλαβή των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» από τους Ενάγοντες και 10 περίπου ημέρες πριν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό του Ακινήτου, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με το οποίο αξίωναν ότι το ποσό των €1.094.333,05 που απαιτεί η Καθ' ης η αίτηση με τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» δεν συνιστά το νόμιμα οφειλόμενο ποσό και ότι οι συμβάσεις πιστώσεων και τα έγγραφα υποθήκης ήταν άκυρα.
(9)Περαιτέρω, στις 23.7.2021 προχώρησαν στην καταχώριση της Πρώτης Αίτησης όπου ισχυρίστηκαν ότι: (α) δεν έλαβαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», (β) ότι η Καθ' ης η αίτηση τους είχε στείλει Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ότι το ενυπόθηκο χρέος ξεπερνά το €1.0000.000 και τις επισυνάπτει ως Τεκμ. 2, και (γ) ισχυρίζονται στην παρ. 23 που συνόδευε την αίτησή τους, ότι τα ποσά που απαιτεί η Καθ' ης η αίτηση όπως πληροφορείται η Ενόρκως Δηλούσα από τον σύμβουλο της κ. Ευστρατίου και τους δικηγόρους τους, περιέχουν πρόσθετες επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις και/ή επιτόκια υπερημερίας. Περαιτέρω, αναφέρεται σε μονομερή αύξηση επιτοκίου, χρέωση τόκου υπερημερίας που δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, πρόωρο τερματισμό, κ.τ.λ.
(10)Από την αλληλογραφία που η ίδια η Αιτήτρια παρουσιάζει τώρα στα πλαίσια της επίδικης αίτησης στο Δικαστήριο ως Τεκμ. 10 στην Ε/Δ ΜΠ, είναι ξεκάθαρο ότι η Καθ' ης η αίτηση πριν την καταχώριση της Πρώτης Αίτησης (για προσωρινά Διατάγματα) η οποία καταχωρίστηκε στις 23.7.2021 είχε αποστείλει τις Αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν εναντίον των Εναγόντων με ηλεκτρονικό μήνυμα της κ. Κυπριανού ημερομηνίας 7.07.2021 τις οποίες μάλιστα σχολιάζει ο σύμβουλος τους στον δικό του ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 29.07.2021. Τονίζει δε, η κ. Κυπριανού στο ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερομηνίας 7.07.2021 ότι οι Δικαστικές Αποφάσεις εναντίον των Εναγόντων ανέρχονται στο ποσό των €2,1 εκατομμυρίων και είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. Παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για την ύπαρξη των εκδοθέντων Αποφάσεων και τις είχαν στην κατοχή τους δεν τις παρουσίασαν στο Δικαστήριο κατά την Πρώτη Αίτηση.
(11)Στην Πρώτη Αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση και κατόπιν Ακροάσεως, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση γιατί όσα αξίωναν οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους κρίθηκε ότι ήταν θέματα που ήδη αποφασίστηκαν αφού έχουν εκδοθεί Αποφάσεις Δικαστηρίου για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών και εκποίηση των επίμαχων Υποθηκών. Υποδεικνύεται από τους ευπαίδευτους συνήγορους της Καθ' ης η αίτηση και πράγματι είναι αξιοσημείωτη η αναφορά του Δικαστηρίου στην σελ. 25 της Απόφασης του ότι: «Ενώ όμως για δύο ολόκληρα χρόνια οι Ενάγοντες γνώριζαν, όχι μόνο όλα όσα επικαλούνταν οι Εναγόμενοι σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό χρέος τους αλλά και για την πρόθεση των τελευταίων να εκποιήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο, και ενώ είχαν διορίσει και σύμβουλο και από τον Φεβρουάριο 2021, ήτοι έξι μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας, και δικηγόρο να τους εκπροσωπεί, εντούτοις, ούτε σε οποιαδήποτε ενέργεια προέβησαν σε σχέση με τις αποφάσεις που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι, ούτε σε οποιαδήποτε πρόταση διευθέτησης προέβησαν αλλά ούτε και καταχώρησαν οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο ως αποφάσισαν να πράξουν λίγες μόνο μέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού, για τον οποίο μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Ευστρατίου, είχαν ενημερωθεί από τις 28.5.2021 ότι θα γινόταν σήμερα. Και όλα αυτά την στιγμή που οι Εναγόμενοι τους επαναλάμβαναν συνεχώς ότι «. η διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων τρέχει..».
(12)Το Ακίνητο δεν πωλήθηκε κατά την διαδικασία του πλειστηριασμού στις 2.08.2021 και κατόπιν εκκλήσεων των Εναγόντων μέσω του συμβούλου τους κ. Ευστρατίου και της τότε δικηγόρου τους κ. Σοφοκλέους αλλά και των θυγατέρων της Ενάγουσας 1, η Καθ' ης η αίτηση καθυστέρησε την διαδικασία για την μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματι της περί τους 7 μήνες, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους Ενάγοντες να προβούν σε διευθέτηση, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη προσπαθήσει χωρίς επιτυχία να ακυρώσουν τον πλειστηριασμό που είχε οριστεί στις 2.8.2021 (παρ. 15 της Ε/Δ ΑΑ). Παρά τον χρόνο που τους δόθηκε, οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική πρόταση. Πρόσθετα στο Τεκμ. 14 της Ε/Δ ΑΑ, παρουσιάζονται τα ακόλουθα σημαντικά: α) Ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Οικονομικό Σύμβουλο των Εναγόντων κ. Ευστρατίου ημερομηνίας 22.02.2022 στο οποίο τονίζεται ότι παρά τις υποσχέσεις δεν έγινε καμία ουσιαστική επικοινωνία για σκοπούς διευθέτησης από τον Ιούλιο του 2021 και καμία πρόταση δεν υποβλήθηκε. β) Ηλεκτρονική αλληλογραφία με την Τότα Πατσαλίδου, θυγατέρα της Ενάγουσας 1, στην οποία επίσης η κ. Κυπριανού, στις 27.06.2022 καλεί την άλλη πλευρά να υποβάλει την ισχυριζόμενη «πρόταση» της, μετά από την ακύρωση προγραμματισμένου ραντεβού που είχαν τα μέρη, ενώ η κ. Κυπριανού τονίζει ότι τα χρονοδιαγράμματα για την ανάκτηση του Ακινήτου είναι πολύ στενά («the timeframes with the repossession of the asset are very tight»).
(13)Αφού καμία ουσιαστική προσπάθεια δεν έγινε, η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε τον Σεπτέμβριο του 2022 στην καταβολή όλων των σχετικών τελών και φόρων για σκοπούς μεταβίβασης του Ακινήτου επ' ονόματί της και προχώρησε στις 22.09.2022 στην καταχώριση στο Κτηματολόγιο των σχετικών Αιτήσεων για μεταγραφή των δύο μεριδίων του Ακινήτου επ' ονόματί της (παρ. 17 της Ε/Δ ΑΑ).
(14)Η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε υπό μορφή φόρων και τελών πέραν των €250.000 για να μεταβιβαστεί το Ακίνητο επ' ονόματί της και να είναι σε θέση να το εκμεταλλευτεί η ίδια (παρ. 17 και 18 της Ε/Δ ΑΑ).
(15)Η Καθ' ης η αίτηση αγόρασε το Ακίνητο στην αγοραία αξία του, ως αυτή καθορίστηκε από τον μέσο όρο των δύο τελευταίων εκτιμήσεων που έγιναν στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης, από τους εκτιμητές Philokyprou Property Consultants LLC ημερομηνίας 14.04.2021 και Timotheou Property Consultants LLC ημερομηνίας 22.04.2021 οι οποίες ανέρχονταν σε €1.480.000 και €1.495.000 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου η αγοραία αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση καθορίστηκε σε €1.487.500 (αντίγραφα των αναφερόμενων εκτιμήσεων επισυνάπτονται ως Τεκμ. 11 και 12, αντίστοιχα στην Ε.Δ ΑΑ).
(16)Σχετικός Τίτλος Ιδιοκτησίας του Ακινήτου επ' ονόματί της Καθ' ης η αίτηση εκδόθηκε στις 3.11.2022 (παρ. 18 της Ε/Δ ΑΑ, Τεκμ. 18).
(17)Στις 30.09.2022 η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε στις Ενάγουσες επιστολές με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος πώλησης (παρ. 20 της Ε/Δ ΑΑ).
(18)Η Καθ' ης η αίτηση πρότεινε την διάθεση του προϊόντος αγοράς ως φαίνεται στις παραγράφους 21, 22 και 23 της Ε/Δ ΑΑ.
(19)Στις 15.11.2022 η Αιτήτρια (και όχι η Ενάγουσα 1, εναντίον της οποίας έχει τεθεί με την Πρώτη Αίτηση, ο νομικός ισχυρισμός για απόρριψη της αγωγής της αφού δεν είχε ληφθεί πριν την καταχώριση της άδεια από τον Διαχειριστή της Περιουσίας της ως ο Νόμος και η Νομολογία προστάζει) προχώρησε με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.
(20)Σύμφωνα με Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας των Εναγόντων 2 και 3, τα οποία επισυνάπτουν ως Τεκμ.12 στην Ε/Δ ΜΠ: Α) Η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια 1/2 μεριδίου Ισόγειας Κατοικίας με Εξωτερικά Κτίρια του οποίου δίδεται ο αριθμός εγγραφής στον Άγιο Αντώνιο στην Λευκωσία με Αξία Κτηματολογίου, την 1.1.2021, €1.236.
  1. Β) Η Ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια:
  2. Του άλλου 1/2 του Ακινήτου του οποίου επίσης δίδεται ο αριθμός εγγραφής που αναφέρεται πιο πάνω.
  3. Διαμερίσματος Αρ. 7 στον Άγιο Αντώνιο στην Λευκωσία του οποίου δίδεται ο αριθμός εγγραφής.
  4. Διαμερίσματος Αρ. 3 στον Άγιο Αντώνιο στην Λευκωσία του οποίου επίσης δίδεται ο αριθμός εγγραφής.
  5. 126/12960 μεριδίου στον Δήμο Παραλιμνίου του Ακινήτου του οποίου δίδεται ο αριθμός εγγραφής με Αξία Κτηματολογίου, την 1.1.2021, €3.122.
  6. Επομένως στη βάση των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα και θα συμφωνήσω ως προς τούτο με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι τα γεγονότα όπως καταγράφηκαν πιο πάνω αποδεικνύουν ότι οι Ενάγοντες κατά το δοκούν προβάλλουν αντιφατικούς ισχυρισμούς και προχωρούν με διαδικασίες την υστάτη με μοναδικό στόχο να αποτρέψουν την Καθ' ης η αίτηση ως εξ' αποφάσεως πιστωτή από του να εξασφαλίσει αυτά που εδώ και δεκαετίες έχουν διαταχθεί από το Δικαστήριο. Εξετάζοντας τώρα τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την έκδοση και ή οριστικοποίηση τής της μορφής των διαταγμάτων ξεκινώντας από την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η αίτηση της Αιτήτριας εδράζεται και στο Άρθρο 4 του Κεφ.
  7. Με την πρόσφατη Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 1/2021 Αναφορικά με την Αίτηση των Pafico Ltd επιβεβαιώθηκε ότι και στα πλαίσια εξέτασης του Άρθρου 4 του Κεφ.6, το Δικαστήριο στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, τότε η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι συνήθως αχρείαστη. Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όταν μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δηλαδή με την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή, ό,τι προβλέπει δηλαδή η τρίτη προϋπόθεση της επιφύλαξης του άρθρου 32 του Ν.14/1960, η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι συνήθως αχρείαστη. Αυτό συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, περιλαμβανομένων εκείνων όπου εφαρμόζεται το άρθρο 4 του Κεφ.6 και το αιτούμενο διάταγμα αφορά σε περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 4 με εξειδικευμένες αναφορές σε σχέση με την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, ουσιαστικά ενσωματώνει την ίδια φιλοσοφία. Η αναφορά σε «παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία» αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, απολήγει στο ότι αν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατά της έκδοσης του διατάγματος. Κατά πόσο μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν η περιουσία αντικείμενο της αγωγής δεν προστατευτεί με την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι ζήτημα πραγματικό, που εξετάζεται στη βάση των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης». Εξετάζοντας την προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν δύναται δια αγωγής να αμφισβητεί εξ' αποφάσεως χρέη της ή το ύψος αυτών (Λόγος Ένστασης 8). Η Αιτήτρια επιχειρεί να αμφισβητήσει τον τόκο ο οποίος έχει επιδικαστεί με δικαστικές αποφάσεις. Καταρχήν θα πρέπει να τονιστεί ότι η Αιτήτρια, αυτό που ουσιαστικά αμφισβητεί είναι το ύψος του τόκου που έχει επιδικαστεί σε εκδοθείσες αποφάσεις στις οποίες επιδικάζεται συγκεκριμένο επιτόκιο από συγκεκριμένες ημερομηνίες μέχρι εξοφλήσεως. Οι αναφερόμενες αποφάσεις όμως δεν θέτουν οποιονδήποτε περιορισμό στην είσπραξη του τόκου που οι ίδιες οι αποφάσεις επεδίκασαν. Προκύπτει ότι αν η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε ένσταση στα ποσά και τους τόκους που έχουν επιδικαστεί εναντίον της, αυτές θα έπρεπε να προβληθούν δια αμφισβήτησης των αναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Εφόσον εν προκειμένω αμφισβητείται το ύψος του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους κρίνω ότι την αρμοδιότητα να αποφασίσει εάν οι αποφάσεις έχουν εξοφληθεί ή πιο είναι το υπόλοιπο οφειλόμενο την έχει το Δικαστήριο το οποίο τις εξέδωσε στο πλαίσιο της αντίστοιχης αγωγής. Το ποσό στο οποίο αναφέρεται η Αιτήτρια είναι εξ' αποφάσεως χρέος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο μια απόφαση που εξέδωσε άλλο Δικαστήριο, στα πλαίσια άλλης αγωγής έχει εξοφληθεί. Ο ρόλος ενός Δικαστηρίου δεν περιορίζεται στην έκδοση απόφασης. Το κάθε Δικαστήριο, μετά την έκδοση μιας απόφασης έχει την ευθύνη να εποπτεύει τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνονται και να αποφασίζει για τυχόν καταχρήσεις. Αν η Αιτήτρια έχει παράπονο αναφορικά με το σημερινό υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Ως προς το ζήτημα της κλήτευσης όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, με την οποία και συμφωνώ, ότι δεν έχουν κληθεί όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και ιδιαίτερα ο Επίσημος Παραλήπτης Διαχειριστής της περιουσίας της Ενάγουσας 1, ο οποίος ήταν μέχρι πρόσφατα ο Διαχειριστής του 1/2 μεριδίου του Ακινήτου ιδιοκτησίας της Ενάγουσας
  8. Εναντίον της περιουσίας της Ενάγουσας 1 εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής και διαχειριστής της περιουσίας της είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Η αγωγή της Αιτήτριας, αφορά το Ακίνητο και επιδιώκει μέσω αυτής να αποδείξει ότι το 1/2 μερίδιο του Ακινήτου το οποίο διαχειρίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης είναι αρκετό για εξόφληση των εξ' αποφάσεως χρεών και ως εκ τούτου αξιώνει την απαλλαγή του δικού της μεριδίου επί του Ακινήτου, χωρίς να έχει καλέσει στην διαδικασία τον άμεσα ενδιαφερόμενο, Διαχειριστή της περιουσίας της Ενάγουσας 1 του οποίου το μερίδιο ''προσφέρεται'' για εξόφληση, ενώ η διαδικασία έχει ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία. Επομένως σύμφωνα με τα ως άνω πράγματι δεν έχουν κληθεί όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ως προς τούτο σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 68/19, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  9. «Τούτο γιατί, ναι μεν το άρθρο 12 του Νόμου αποβλέπει στην προστασία αγοραστή ακινήτου και ναι μεν στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου απουσιάζει ρητή πρόνοια για επίδοση της αίτησης για κατάθεση στο Κτηματολόγιο σύμβασης «σε οποιοδήποτε χρόνο» σε καθορισμένα πρόσωπα, αλλά δεν μπορεί κατά την άποψή μας να αγνοηθεί το γεγονός ότι η διαδικασία που προνοείται στο υπό αναφορά άρθρο έχει ως αντικείμενο ακίνητη περιουσία. Με αυτό ως δεδομένο θεωρούμε ότι θα έπρεπε να απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσο η μη συνένωση στην αίτηση της Τράπεζας - η οποία είχε εγγράψει στα επίδικα κτήματα πρώτη υποθήκη σε χρόνο που αυτά ήταν ελεύθερα παντός εμπράγματου βάρους ή άλλης επιβάρυνσης - ενδεχομένως να καθιστούσε τη διαδικασία θνησιγενή και άκυρη λόγω του ότι η ίδια δεν είχε συνενωθεί ως διάδικος στη διαδικασία. Υπενθυμίζουμε επί του προκειμένου ότι κατά πάγια νομολογία (Hadjipetrouv. Petsoloukas
(1965)1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou
(1982)1 CLR 218, Tιτινίδου ν. Ρεσιάντ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990), σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάτι που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έγινε. Και αυτό παρά το γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο επέτρεψε την εκπρόθεσμη κατά 26 χρόνια κατάθεση του πωλητηρίου ημερ. 31.10.1991, χωρίς να προβληματιστεί κατά πόσο στο μεσολαβήσαν υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα ενδεχομένως η νομική κατάσταση των επίδικων κτημάτων να είχε διαφοροποιηθεί. Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το διάταγμα ημερ. 27.11.2017 χωρίς να βεβαιωθεί ότι στα επίδικα ακίνητα δεν υπήρχαν εγγεγραμμένα εμπράγματα δικαιώματα άλλων προσώπων, φαίνεται να ενήργησε καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας και περαιτέρω φαίνεται να παραβίασε το δικαίωμα της φυσικής δικαιοσύνης τρίτων προσώπων - εδώ της Τράπεζας - να ακουστούν ως προς το όλο ζήτημα». Επομένως ο Επίσημος Παραλήπτης ως εν δυνάμει ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα έπρεπε να κληθεί να παραστεί στην παρούσα διαδικασία και η αίτηση πάσχει και είναι απορριπτέα και μόνο για τον λόγο αυτό. Θα προχωρήσω όμως και θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και επί της ουσίας τους. Εξετάζοντας το ζήτημα της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία παρατηρώ ότι αυτή προτάσσει τον ισχυρισμό ότι η αξία του Ακινήτου ανέρχεται σε €2.250.000 αντί σε €1.487.500 ως είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, χωρίς αυτός ο ισχυρισμός της να στηρίζεται σε εκτιμήσεις εκτιμητών ή να παρουσιάζει κάποια κατάσταση που να αποκαλύπτει στη βάση πoιών υπολογισμών καταλήγει η Αιτήτρια, στο συμπέρασμα ότι με την πώληση του 1/2 μεριδίου της Ενάγουσας 1, τα εξ' αποφάσεως χρέη προς την Καθ' ης η αίτηση, εξοφλούνται. Πρόκειται επομένως για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να στηρίζονται σε οποιαδήποτε εκτίμηση ούτε και επισυνάπτεται οποιοδήποτε προς τούτο τεκμήριο. Από την άλλη, για σκοπούς καθορισμού της αγοραίας αξίας του Ενυπόθηκου Ακινήτου στα πλαίσια της εκποίησης αυτού, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσίασε η Καθ' ης η αίτηση, αυτή έλαβε υπόψη τον μέσο όρο των δύο τελευταίων εκτιμήσεων στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης που έγιναν από τους εκτιμητές Philokyprou Property Consultants LLC ημερομηνίας 14.04.2021 και Timotheou Property Consultants LLC ημερομηνίας 22.04.2021 οι οποίες ανέρχονταν σε €1.480.000 και €1.495.000 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου η αγοραία αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου καθορίστηκε σε €1.487.
  1. Όσον αφορά την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου αυτή καθορίστηκε, όπως φαίνεται και στο Δελτίο Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού σε €1.800.
  2. Ο Νόμος (Άρθρο 44 Ε του Ν.9/1965), αναφορικά με τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου στην αρχική προσπάθεια για πώληση με πλειστηριασμό, προνοεί ότι εφαρμόζεται επιφυλασσόμενη τιμή όχι μικρότερη του 80% της αγοραίας αξίας του ακινήτου ως αυτή καθορίστηκε στις διενεργηθείσες εκτιμήσεις, χωρίς να επιβάλλεται οποιοσδήποτε περιορισμός αναφορικά με τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% της αγοραίας αξίας του. Το γεγονός αυτό είναι σε κάθε περίπτωση προς όφελος των οφειλετών αφού εάν πωληθεί το Ακίνητο κατά τον πλειστηριασμό θα ληφθεί ποσό πέραν της καθορισθείσας Αγοραίας Αξίας, ενώ σε κάθε περίπτωση εάν αγοραστεί από τον Ενυπόθηκο Δανειστή υπό τους όρους του Άρθρου 44ΙΑ αυτό θα αγοραστεί στην Αγοραία Αξία του. Οι δε ισχυρισμοί των Εναγουσών 1 και 2 ότι «γνώριζαν» πως η αξία του Ενυπόθηκου Ακινήτου ήταν πέραν των €1.800.000 (σχ. η παρ.2.3.6 της Ε/Δ ΜΠ) και ότι «κατά την περίοδο που προωθήθηκε η διαδικασία εκποίησης ανερχόταν πιστεύουμε στο ποσό των €2.250.000» (παρ. 2.3.9 της Ε/Δ ΜΠ) δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ή εκτίμηση ειδικού και παραμένουν πλήρως ατεκμηρίωτοι, γενικοί και αόριστοι. Σύμφωνα με τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης η Αιτήτρια ενώ κλήθηκε όπως και η ίδια παραδέχεται, να προχωρήσει σε διορισμό εκτιμητή για τον καθορισμό της ''Αγοραίας Αξίας'' του Ενυπόθηκου Ακινήτου δεν το έπραξε και έρχεται σήμερα και εκ των υστέρων να αμφισβητήσει τις εκτιμήσεις οι οποίες έγιναν, ενώ παράλληλα επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις έννοιες της «επιφυλαχθείσας τιμής» (Άρθρο 44Ε
(1)του Ν.9/1965) και της «αγοραίας αξίας» (Άρθρο 44Δ
(4)του Ν.9/1965). Η Αιτήτρια δεν είναι καν σίγουρη η ίδια για τους ισχυρισμούς της αφού όπως η ίδια σημειώνει στην παράγραφο 3.1.3 της Ε/Δ ΜΠ: «ακόμα και αν διαφανεί πως με την εκποίηση από την Εναγόμενη του ενυπόθηκου δικού μου μεριδίου, παραμένει οιονδήποτε υπόλοιπο για την εξόφληση των πιο πάνω αγωγών προς όφελος της Εναγόμενης, αυτό θα είναι ελάχιστο ή τουλάχιστον πολύ χαμηλότερο του ποσού για το οποίο η Εναγόμενη προώθησε την διαδικασία εκποίησης του 1/2 μεριδίου της Θεανώς επί του Ενυπόθηκου Ακινήτου». Ενώ η Αιτήτρια, γνωρίζει το ύψος των αξιώσεων της Καθ' ης η αίτηση από τα 5 σχετικά εξ' αποφάσεως χρέη ρητά και καθαρά από τον Νοέμβριο του 2019, 3 χρόνια αργότερα, με μονομερή αίτησή της και κατόπιν τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ισχυρίζεται ότι με μόνη την εκποίηση του 1/2 μεριδίου της Μαρίας Πατσαλίδου (Ενάγουσας 1) τα 5 εξ' αποφάσεως χρέη εξοφλούνται και ως εκ τούτου το δικό της μερίδιο θα πρέπει να απαλλαχθεί. Ως προς τον ισχυρισμό όμως αυτό παρατηρώ τα ακόλουθα σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης: (α) Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάζει είναι γενικές και αόριστες αναφορές χωρίς την παρουσίαση οποιασδήποτε κατάστασης που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της, παρά το γεγονός ότι έχει προ πολλού διορίσει δικηγόρους και οικονομικό σύμβουλο. (β) Περαιτέρω, νομικά οι ισχυρισμοί της είναι εντελώς ανεδαφικοί αφού βασίζει τους ισχυρισμούς της για αμφισβήτηση εξ' αποφάσεως χρεών (τα οποία η ίδια δεν έχει αμφισβητήσει όταν και όπου θα έπρεπε). Η Αιτήτρια προβάλλει ισχυρισμούς περί παράβασης του περί Τόκου Νόμου ισχυριζόμενη ότι το εξ' αποφάσεως χρέος, δηλαδή χρέος που προκύπτει από Δικαστική Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί και στην οποία επιδικάζεται συγκεκριμένο επιτόκιο μέχρι εξοφλήσεως και η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, περιορίζεται από τις πρόνοιες του καταργηθέντα περί Τόκου Νόμου 2/1977 Άρθρο 6, ο οποίος προνοούσε ότι:
(1)Το ποσόν το οποίο δύναται να ανακτηθεί δια αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνει το ποσό του αρχικού - χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ό τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.
(2)Δια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε διαδικασία προς αναγκαστική πώληση ιδιοκτησίας προς ικανοποίηση χρέους δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύει νόμου θα θεωρείται ως αγωγή. Συνεπώς ο αναφερόμενος περιορισμός που τίθεται στο Άρθρο 6 του περί Τόκου Νόμου σε καμία περίπτωση δεν αφορά εξ' αποφάσεως χρέη. Ο Νόμος ρητά αναφέρει «δι' αγωγής». Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια, δεν έχει προσφέρει μαρτυρία για να αποδείξει το αρχικό χρέος για κάθε ένα από τα 5 εξ' αποφάσεως χρέη, ήτοι δεν έχουν προσκομιστεί οι σχετικές συμφωνίες δανείου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στους ισχυρισμούς της, αφού η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα αρχικά χρέη/ συμφωνίες δανείου ώστε εάν οι νομικοί ισχυρισμοί της ισχύουν να υποδειχθεί ποιο είναι το «διπλάσιο» του αρχικού χρέους. Η παράλειψη αυτή της Ενάγουσας 2 είναι καθοριστική αφού δεν παρουσίασε την απαραίτητη μαρτυρία που σε αυτή την περίπτωση είναι οι συμφωνίες δανείου και ως εκ τούτου όλοι οι υπολογισμοί της βασίζονται σε «υποθέσεις». Καμία μαρτυρία δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του σε σχέση με αυτά. Στη Γενική Αίτηση 692/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 24.11.2015 ο κ. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε τα ακόλουθα: «Να σημειωθεί ότι ο Νόμος 2/77 καταργήθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν.160(Ι)/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/1/2001 (βλ. άρθρ. 7 και 8). Ορθά και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν πως ο Ν.160(Ι)/99 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση αφού αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ (σχ. η υπόθεση Ευγενία Παπαχριστοφόρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 331/2010, απόφαση ημερ. 11.11.15, στην οποία παρέπεμψαν). Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι το άρθρο 6 του Ν.2/77 δεν επέτρεπε την καταβολή τόκου που υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. Τόσο με βάση το Κεφ. 150 όσο και με βάση τον Νόμο 2/77, εκείνο που απαγορευόταν ήταν η ανάκτηση με αγωγή καθυστερουμένων τόκων, οι οποίοι υπερέβαιναν το αρχικό ποσό του χρέους για το οποίο οι τόκοι ήταν πληρωτέοι. Προφανώς ο Νομοθέτης δεν ήθελε να επικροτήσει την παράλειψη για μεγάλο χρονικό διάστημα ενός πιστωτή να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του οφειλέτη. Έτσι καθόρισε πως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να διεκδικηθούν με αγωγή τόκοι οι οποίοι υπερβαίνουν το αρχικό ποσό του χρέους. Μάλιστα στην Archbold Invest. Ltd κ.ά ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084, αποφασίστηκε ότι το άρθρο 6
(1)του Ν.2/77 τυγχάνει εφαρμογής όταν το κεφάλαιο είναι σταθερό. Εδώ οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε αξίωσαν στα πλαίσια της αγωγής 7439/91 τόκους οι οποίοι υπερέβαιναν το αρχικό ποσό του χρέους για το οποίο ήταν πληρωτέοι οι τόκοι. Με άλλα λόγια, σε καμιά περίπτωση δεν καθυστέρησαν να καταχωρίσουν την αγωγή με αποτέλεσμα οι τόκοι κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής να ξεπερνούν το αρχικό ποσό του χρέους. Στην υπόθεση Cukurova (πιο πάνω), οι Ενάγοντες καθυστέρησαν υπερβολικά να καταχωρίσουν την αγωγή (το δάνειο δόθηκε το 1959 και η αγωγή καταχωρίστηκε το 1972) με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό του δανείου των Λ.Κ.400 να ανέλθει μαζί με τους τόκους σε Λ.Κ.1033.670. Μάλιστα, προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου πως αυτή η καθυστέρηση ήταν που δεν τους επέτρεψε να λάβουν δικαστικώς τόκο. Προς τούτο παραπέμπω στη σελίδα 247 της απόφασης: «Having reached this conclusion, we do not share the criticism or complaint of counsel that it is a hardship upon the appellants because they are worse off after receiving judgment. The appellants in our opinion have themselves to blame for waiting such a long time in bringing the action. It seems to us that if there has been any hardship, it was not inflicted upon them by the law which is clear and unambiguous.» Στην παρούσα υπόθεση, οι όποιοι τόκοι οφείλονται σήμερα, οφείλονται δυνάμει δικαστικής απόφασης. (Για το θέμα αυτό παραπέμπω και στην απόφαση του κ. Λ. Παρπαρίνου, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 10.7.12, στα πλαίσια της ίδιας αγωγής σε αίτηση για ακύρωση ΜΕΜΟ που καταχώρισε και ο Εναγόμενος 2-Αιτητής στην παρούσα διαδικασία). Εάν δε αυτοί ξεπερνούν το αρχικό ποσό του χρέους, είναι γιατί ο Εναγόμενος 2-Αιτητής δεν εξόφλησε το εξ αποφάσεως χρέος του και αυτή η παράλειψη του για σειρά ετών δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την ευθύνη που έχει για την καταβολή τόκων δυνάμει δικαστικής απόφασης. Ο Αιτητής ουσιαστικά θα πρέπει να τα έχει με τον ίδιον του τον εαυτό για τους όποιους τόκους σήμερα οφείλει, αφού για σειρά ετών δεν εξόφλησε εκ συμφώνου δικαστική απόφαση που εξεδόθη εναντίον του, στην οποία γίνεται αναφορά σε καταβολή τόκου μέχρι εξόφλησης». Συμφωνώ δε με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι τα επιδικασθέντα από Δικαστικές Αποφάσεις επιτόκια τα οποία έχουν επιδικαστεί από συγκεκριμένη ημερομηνία μέχρι εξοφλήσεως αποτελούν δεδικασμένο και κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια άλλης αγωγής να τα αμφισβητήσει. Η Αιτήτρια προβάλλει ισχυρισμούς περί περιορισμού στην είσπραξη εξ' αποφάσεως χρέους λόγω διαδικασίας εκκαθάρισης συνοφειλέτη. Εισηγείται ότι τα εξ' αποφάσεως χρέη της Αιτήτριας, περιορίζονται όσον αφορά στη διεκδίκηση τόκων μέχρι την ημερομηνία έκδοσης Διατάγματος Εκκαθάρισης της Εταιρείας Executive Computers Ltd (''Executive'') ήτοι την 3.05.1995 και ότι τίθεται θέμα νομοθετικής μείωσης ή απόσβεσης της ευθύνης του Πρωτοφειλέτη και άρα και του Εγγυητή. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι, συνεπεία της έκδοσης του Διατάγματος εκκαθάρισης της Executive, η οποία ήταν Πρωτοφειλέτιδα σε κάποια από τα παραχωρηθέντα δάνεια, οι εξ' αποφάσεως οφειλές των συνοφειλετών της περιορίζονται ως προς την διεκδίκηση τόκου μέχρι την ημερομηνία Διατάγματος εκκαθάρισης της Executive. Η πιο πάνω θέση κρίνω ότι στερείται νομικού υπόβαθρου. Είναι γεγονός ότι ο περί Εταιρειών Νόμος στο Άρθρο 251
(15)επιβάλλει κάποιους περιορισμούς στην διεκδίκηση τόκου στα πλαίσια επαλήθευσης χρέους σε Εταιρεία υπό εκκαθάριση. Οι αναφερόμενοι περιορισμοί αφορούν βέβαια τους σκοπούς επαλήθευσης χρέους στα πλαίσια της εκκαθάρισης Εταιρείας. Η διαδικασία εκκαθάρισης είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο Νόμος επιβάλλει περιορισμούς για σκοπούς προστασίας τόσο των πιστωτών της όσο και της ίδιας της περιουσίας της Εταιρείας. Ο Νόμος με διάφορες πρόνοιες (π.χ. Άρθρο 215), επιχειρεί να προστατεύσει την περιουσία της Εταιρείας και τους πιστωτές της, ώστε να μην αποκτήσουν ωφελήματα κάποιοι από τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές της σε σχέση με άλλους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν. ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 ΑΑΔ 1806, η οποία ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με τις πρόνοιες του Άρθρου 215: «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63) ». Με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι ο περιορισμός που τίθεται στο πλαίσιο και για σκοπούς επαλήθευσης αφερέγγυων Εταιρειών σε σχέση με την αξίωση τόκων στα πλαίσια επαλήθευσης είναι υπό αυτή την οπτική που θα πρέπει να ιδωθεί. Δεν σημαίνει ότι επειδή υπάρχουν περιορισμοί στην διαδικασία επαλήθευσης σε σχέση με τον τόκο που αξιώνεται, σε αφερέγγυες Εταιρείες ότι οποιαδήποτε αξίωση τόκου παύει να υφίσταται ή έχει εξοφληθεί ή ότι το χρέος έχει εξαλειφθεί ή ότι επηρεάζεται με αυτό τον τρόπο εξ' αποφάσεως χρέος συνοφειλέτη. Το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται αλλά δεν μπορεί να επαληθευτεί σε σχέση με την Εταιρεία υπό εκκαθάριση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Όπως σημειώνεται στο Σύγγραμμα του Δρος Ανδρέα Π. Ποιητή, ''Η Εκκαθάριση Εταιρειών'' Δεύτερη Έκδοση, σελίδα 261 σε περιπτώσεις όπου η Εταιρεία είναι φερέγγυα (διαθέτει δηλαδή περιουσία) ο πιστωτής δύναται να εισπράξει τόκο και μετά την εκκαθάριση μέχρι εξοφλήσεως: «Αν, αντίθετα, η εταιρεία είναι φερέγγυα, ο πιστωτής δικαιούται, αν η απαίτησή του φέρει τόκο, να προβεί σε επαλήθευση και να εισπράξει τόκο, ο οποίος θα υπολογισθεί και μετά την εκκαθάριση μέχρις εξόφλησης. Κάθε ποσό μερίσματος που καταβάλλεται θα υπολογίζεται πρώτα για πληρωμή του τόκου και μετά έναντι του κεφαλαίου. Εφόσον το ενεργητικό της εταιρείας επαρκεί, ο πιστωτής δικαιούται να εισπράξει τόκο μέχρι πλήρους εξόφλησης. Ως εκ τούτου, ακόμη και η έκδοση απόδειξης για τελική πληρωμή προς εξόφληση όλων των απαιτήσεων του αιτητή, δεν του στερεί το δικαίωμα να εισπράξει ολόκληρο το ποσό του τόκου για ολόκληρη της περίοδο μέχρις εξόφλησης. Αυτό συμβαίνει ακόμη και αν το ποσό που έγινε δεκτό από την επαλήθευση συμφωνήθηκε με συμβιβασμό και επικυρώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι, όταν αποκρυσταλλώθηκε η απόφαση, κατά την ημέρα του διατάγματος, το ποσό έφερε τόκους με συμφωνηθέν επιτόκιο και δεν υπάρχει κανένας λόγος, εφόσον η περιουσία της εταιρείας επαρκεί, ο πιστωτής να υποστεί οποιαδήποτε απώλεια». Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι ανεδαφικός. Εάν ο Νομοθέτης επιθυμούσε την προστασία εξ' αποφάσεως οφειλετών/ εγγυητών εταιρειών υπό εκκαθάριση θα το έπραττε ρητά. Τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν υπάρχει. Η Αιτήτρια προβαίνει σε υπολογισμούς της αξίας του ακινήτου η οποία δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε εκτίμηση από εκτιμητή ακινήτων. Οι υπολογισμοί της Αιτήτριας βασίζονται σε αγοραία αξία του Ακινήτου εκ €2.250.000 η οποία δεν βασίζεται σε καμία εκτίμηση εκτιμητή, παρά μόνο στο τί η ίδια πιστεύει και υποθέτει ότι είναι η αγοραία αξία του Ακινήτου. Αντίθετα, στο Τεκμ. 11 που η ίδια παρουσιάζει (Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Περιουσίας), το Ακίνητο φαίνεται να έχει Αξία Γενικής Εκτίμησης Κτηματολογίου την 1.01.2021 το ποσό των €1.321.
  1. Η μόνη αξιόπιστη μαρτύρια την οποία έχει το Δικαστήριο ενώπιον του αναφορικά με την αξία του Ακινήτου είναι οι εκτιμήσεις Τεκμ. 11 και 12 της Ε/Δ ΑΑ σύμφωνα με τις οποίες η αγοραία αξία του Ακινήτου ανέρχεται σε €1.480.000 και €1.495.000, αντίστοιχα. Υπενθυμίζω, ότι ενώ η Αιτήτρια κλήθηκε να λάβει μέρος στην διαδικασία εκτίμησης για σκοπούς καθορισμού της Αγοραίας Αξίας του Ενυπόθηκου Ακινήτου δεν το έπραξε. Η Αιτήτρια όμως δεν λαμβάνει υπόψη και δεν υπολογίζει εξ' αποφάσεως χρέος το οποίο υφίσταται μόνο εναντίον της για δάνειο το οποίο της παραχωρήθηκε. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται από το Τεκμ. 8, της Ε/Δ ΑΑ έχει εκδοθεί εκ συμφώνου Απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αριθμό 7377/2009 για το ποσό των €43.583,54 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €40.242,76 από 29.5.2009 και Διάταγμα εκποίησης του μεριδίου της επί του Ακινήτου δια της Υποθήκης υπ' αριθμό Υ6645/
  2. Η Αιτήτρια παρά το γεγονός ότι η εν λόγω Απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου, και σημειώνεται στην αλληλογραφία που η ίδια η Αιτήτρια επισυνάπτει ως Τεκμ.10, συγκεκριμένα στο μήνυμα του κ. Ευστρατίου προς την κ. Κυπριανού στην οποία αναφέρεται ότι «όλες οι δικαστικές αποφάσεις (πλην μιας για €40.000 εναντίον της Θεανώς που είναι του 2014) εκδόθηκαν πριν το 1999.» δεν την έλαβε υπόψη στους «υπολογισμούς» της με τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πώληση 1/2 μεριδίου του Ακινήτου της Ενάγουσας 1 είναι αρκετή για πλήρη εξόφληση των εξ' αποφάσεως οφειλών προς την Καθ' ης η αίτηση. Σημειώνεται ότι το ύψος του εν λόγω εξ' αποφάσεως χρέους ανέρχεται σε €81.601 πλέον τόκο προς 9% από 14.9.2022 (Τεκμ. 8 στην Ε/Δ ΑΑ). Η Αιτήτρια όμως στους ως άνω υπολογισμούς της δεν λαμβάνει υπόψη τους φόρους και τα σχετικά τέλη που έχουν καταβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματί της. Συγκεκριμένα, έχουν καταβληθεί (όπως αναλύεται στην παρ. 22 της Ε/Δ ΑΑ) για σκοπούς μεταβίβασης για κάθε 1/2 μερίδιο του Ενυπόθηκου Ακινήτου €125.160,64 στο Τμήμα Φορολογίας και το συνολικό ποσό των €896,02 για τέλη και οφειλές στον Δήμο Λευκωσίας, στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας και στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας αναφορικά με το 1/2 μερίδιο του Ακινήτου της Ενάγουσας 1 και το συνολικό ποσό των €647.09 για τις ίδιες περιγραφόμενες οφειλές και τέλη αναφορικά με το 1/2 μερίδιο του Ακινήτου της Αιτήτριας. Οι σχετικές αποδείξεις πληρωμής των αναφερόμενων Φόρων, επισυνάπτονται ως Τεκμ. 15 και 16 στην Ε/Δ ΑΑ. Αντίθετα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Καθ' ης η αίτηση μαρτυρία, είναι φανερό ότι αυτή έχει ακολουθήσει πιστά τις πρόνοιες του Νόμου σε σχέση με την διάθεση του προϊόντος αγοράς του Ακινήτου. Σύμφωνα με το Άρθρο 44Ι
(4)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965: «
(4)Ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν της πώλησης, σύμφωνα με την επικυρωμένη τελική διάθεσή του δυνάμει του εδαφίου
(2), για τα ακόλουθα: (
  1. i)Οποιοδήποτε ποσό έχει καταβληθεί υπό μορφή φόρων, τελών και χρεώσεων αναγκαίων για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή, περιλαμβανομένου του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών· (
  2. ii)εάν υπάρχουν προγενέστερα εμπράγματα βάρη στο ακίνητο, το ποσό που αναλογεί σε κάθε προγενέστερο δικαιούχο τέτοιων βαρών, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 44Θ, στη δήλωση/συγκατάθεση του δικαιούχου ή στην απόφαση του Δικαστηρίου· (iii) μετά την καταβολή των ποσών, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους (
  1. i)και (ii), το ποσό που αντιπροσωπεύει το ενυπόθηκο χρέος πλέον τόκους· (
  2. iv)εάν υπάρχουν οποιαδήποτε μεταγενέστερα εμπράγματα βάρη, το ποσό που αναλογεί σε τέτοια βάρη με σειρά προτεραιότητας: Νοείται ότι, οποιοδήποτε υπόλοιπο καταβάλλεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη: Νοείται περαιτέρω ότι, οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα και έξοδα της πώλησης καταβάλλονται από τον ενυπόθηκο δανειστή». Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στις παρ. 21 - 23 της Ε/Δ ΑΑ: (α) η Καθ' ης η αίτηση έχει προτείνει την διάθεση του προϊόντος αγοράς του Ακινήτου το οποίο ανέρχεται σε €743.750 για έκαστο ½ Μερίδιο, σύνολο €1.487.500, η οποία καθορίστηκε από τον μέσο όρο των δύο τελευταίων εκτιμήσεων οι οποίες έλαβαν χώρα στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης που έγιναν από τους εκτιμητές Philokyprou Property Consultants LLC ημερομηνίας 14.4.2021 και Timotheou Property Consultants LLC ημερομηνίας 22.4.2021 οι οποίες ανέρχονταν σε €1.480.000 και €1.495.000 αντίστοιχα και οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμ. 11 και 12, αντίστοιχα στην Ε/Δ ΑΑ. (β) Για τις υποθήκες επί του Ακινήτου, οι οποίες είχαν εγγραφεί πριν την 1.01.2001 διατέθηκε μόνο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο διπλάσιο τους αρχικού κεφαλαίου/υποχρέωσης της κάθε υποθήκης. (γ) Μετά την διανομή των αναφερόμενων ποσών στις 4 Υποθήκες οι οποίες είχαν εγγραφεί επί του Ακινήτου (2 επί του 1/2 της Ενάγουσας 1 και 2 επί του 1/2 της Ενάγουσας 2) και οι οποίες ήταν Α και Β Υποθήκες και προηγούνταν κάθε άλλου εμπράγματου βάρους- η προτεινόμενη διάθεση αφορά την πληρωμή memo, με την σειρά προτεραιότητας που είχαν, τα οποία είχαν εγγραφεί δυνάμει εκδοθέντων δικαστικών Αποφάσεων. (δ) Για όλα δε τα δικαστικά εξ αποφάσεως χρέη επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού στη παρ. 7 της Ε/Δ ΑΑ, Τεκμ.1 έως 8. Όσον αφορά τη μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ. άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success..". Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή». Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια, δεν καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις της, αλλά το αντίθετο λόγω των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών στους οποίους βασίζεται καθώς: (α) σε κάθε περίπτωση δεν έχει νομικό έρεισμα (ως πιο πάνω αναλύεται), (β) περιλαμβάνει δικές της υποθέσεις και γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνοδεύονται από την απαραίτητη μαρτυρία, χωρίς μάλιστα να καταλήγει σε συγκεκριμένα ποσά (π.χ. επικαλείται περιορισμό στην είσπραξη τόκου μέχρι το διπλάσιο του αρχικού χρέους, χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία για το ύψος του αρχικού χρέους, ανυπαρξία εκτίμησης Ακινήτου για σκοπούς καθορισμού Αγοραίας Αξίας, υπολογισμοί οι οποίοι δεν βασίζονται σε καταστάσεις λογαριασμού (παρά την ύπαρξη οικονομικού συμβούλου προ ετών) αλλά σε πρόχειρες μαθηματικές πράξεις, με αόριστους υπολογισμούς. (γ) το γεγονός ότι οι υπολογισμοί της δεν έλαβαν υπόψη εξ' αποφάσεως χρέος της αλλά και τους καταβληθέντες φόρους και τέλη, πέραν των €250.
  1. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τα δικαιώματα της επί της κατοικίας της δεν θα μπορούσαν να διαφυλαχθούν και ότι θα της προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, επικαλούμενη την ψυχολογική της κατάσταση (κατάθλιψη) την ψυχική της υγεία και ότι αδυνατεί να φροντίσει επαρκώς τον εαυτό της. Ισχυρίζεται δε, ότι ουδεμία ζημιά θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση από την στιγμή που θα διατηρεί επ' ονόματι της το μερίδιο του Ακινήτου της Αιτήτριας. Περαιτέρω, τονίζει η Αιτήτρια, ότι η Καθ' ης η αίτηση απολαμβάνει τεράστια οικονομική ευμάρεια (παρ. 5.10 της Ε/Δ ΜΠ). Καταρχήν πρέπει να τονιστεί ότι αφού δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, το 1/2 μερίδιο της Αιτήτριας επί του Ακινήτου δεν αντιστοιχεί στο ''σπίτι'' της ή σε 'ξεχωριστή και ανεξάρτητη ισόγειο κατοικία' ως η ίδια ισχυρίζεται αλλά στο 1/2 μερίδιο του Όλου του Ακινήτου. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της ότι με τα αιτούμενα διατάγματα θα ''κρατήσει'' το σπίτι της δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Η Αιτήτρια όμως δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να προβάλλει τους ισχυρισμούς που προβάλλει, αφού: (α) είναι η ίδια που επιβάρυνε το 1/2 μερίδιο της επί του Ακινήτου με δύο Υποθήκες προς εξασφάλιση χρεών από την δεκαετία του 1980 (Υ6645/1987 και Υ6067/1987). (β) προ δεκαετιών έχουν εκδοθεί Αποφάσεις Δικαστηρίου που περιλάμβαναν Διατάγματα εκποίησης του μεριδίου της, τα οποία δεν έχει αμφισβητήσει (Αποφάσεις Τεκμ. 1 έως 8 στην Ε/Δ ΑΑ). (γ) η ίδια είναι όπως φαίνεται από Πιστοποιητικό Έρευνας το οποίο παρουσιάζει ως μέρος του Τεκμ. 11 στην Ε/Δ ΜΠ, ιδιοκτήτρια 1/2 μεριδίου ισόγειας κατοικίας στον Άγιο Αντώνιο με αξία Κτηματολογίου κατά την 1.01.2021 εκ €1.236.
  2. (δ) δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση (ε) δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια οποιαδήποτε μαρτυρία ειδικού, ψυχολόγου ή άλλου ιατρού σε σχέση με τα ισχυριζόμενα προβλήματα της Αιτήτρια ή την κατάσταση της υγείας της, παρά μόνο υπάρχουν γενικές και αόριστες αναφορές και συμπεράσματα της αδελφής της, Ενάγουσας
  3. Στην Πολιτική Έφεση Ε203/2013 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, 11.09.2019 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60: «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης». Στην απόφαση στην Αγωγή 484/2018 Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 25.01.2019 της κ. Λ. Δημητριάδου Ανδρέου Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε), τέθηκε επίσης θέμα ύπαρξης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που δεν εκδιδόταν το αιτούμενο διάταγμα, το οποίο αφορούσε τη μόνιμη κατοικία της Αιτήτριας, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο». Τα ως άνω υιοθετούνται και για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Επανερχόμενος όμως στα γεγονότα της παρούσας παρατηρώ ότι η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να έχει η αποξένωση του επίδικου ακινήτου όπως για παράδειγμα μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι η οικονομική της κατάσταση είναι τέτοια που δεν τους επιτρέπει να εξεύρουν κατάλληλη εναλλακτική κατοικία. Θα αναμενόταν από διάδικο που επιχειρεί να αποδείξει τις δυσμενείς συνέπειες που με βεβαιότητα αναφέρει ότι θα έχει, να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία της οικονομικής του κατάστασης που να υποστηρίζει την πίστη της. Κάτι που όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει. Σχετική είναι η υπόθεση Caterline Packaging Ltd κα. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής 4157/2013, Ε.Δ. Λεμεσού, ενδιάμεση απόφαση ημερ.19.12.2018 του κ. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, παρόμοια όπως και στην παρούσα, επιδιωκόταν μέσω αίτησης για προσωρινό διάταγμα η απαγόρευση στην τράπεζα της εκποίησης της επίδικης υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο με παραπομπή στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company v. Alpha Panareti Public Ltd (ανωτέρω) απέρριψε την αίτηση επί της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 παρά το γεγονός ότι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελούσε την πρώτη κατοικία δύο εκ των αιτητών. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Το γεγονός ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μοναδική κατοικία του ενάγοντα 3, της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και της οικογένειας τους, δεν είναι ικανά να ικανοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις σε αυτούς στην περίπτωση που εκποιηθεί η επίδικη υποθήκη. Όπως έχει επισημανθεί, η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την πιο πάνω υποθήκη και γνώριζε ότι υφίστατο ο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση που η πρωτοφειλέτης δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Στην παρούσα, οι αιτητές ακόμη και στη περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των αιτητών και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω». Στη βάση των ως άνω καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά δεν πρόκειται να επισυμβεί στην Αιτήτρια με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, εφόσον αυτό: (α) Δεν αποτελεί την κύρια κατοικία των Εναγόντων 2 και 3, (β) πιθανότερο να χρησιμοποιείται από την Αιτήτρια για επενδυτικούς σκοπούς και όχι ως η κατοικία τους, (γ) αποτελεί ακίνητο, η αξία του είναι εύκολα υπολογίσιμη και η Καθ' ης η αίτηση είναι καθόλα φερέγγυα να αποζημιώσει την Αιτήτρια για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε φανεί ότι θα πάθουν από την πώληση του. Ακόμα όμως και εάν το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελούσε την πρώτη κατοικία της Αιτήτριας, τίποτα στον Νόμο δεν απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με την διαδικασία εκποίησης ως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΑΑ του Νόμου το οποίο τιτλοφορείται ως «Προνομιακό καθεστώς ενυπόθηκου οφειλέτη» στην περίπτωση που το υποθηκευμένο ακίνητο συνιστά πρώτη κατοικία, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του τελευταίου προσφοροδότη ο οποίος υποβάλλει την υψηλότερη προσφορά ώστε ο δημοπράτης προτού επικυρώσει την πώληση στον τελευταίο προσφοροδότη, να αποτείνεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη υποβάλλοντας του το ερώτημα κατά πόσο είναι σε θέση να καταβάλει το τίμημα της τελευταίας προσφοράς εφ' άπαξ και/ή της μετρητοίς ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης να υποκαταστήσει τον τελευταίο προσφοροδότη. Η ακόλουθη περικοπή από την πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση στην Ροτή Νικολάου Κυλίλη ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση-Έφεση 47/19, ΕΔ. Λευκωσίας της κ. Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) είναι σχετική με την οποία και συμφωνώ και υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας: «Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή ότι εάν επιτραπεί η πώληση του επίδικου ακινήτου στον πλειστηριασμό της 20.2.19, αυτός και τα εξαρτώμενα παιδιά του θα απωλέσουν το ακίνητο και την κατοικία τους και συνεπώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στη συνέχεια επιτυχίας του Αιτητή στην Έφεση του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο, έχει αξία που μπορεί εύκολα να υπολογισθεί και αποτιμηθεί σε χρήμα. Τονίζεται ότι με την Υποθήκη Υ1779/98, ο Αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αυτόβουλα και ανέκκλητα κατέστησε τον ενυπόθηκο δανειστή, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, δίδοντας του την εξουσία να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Ήταν δηλαδή γνωστός στον Αιτητή ο κίνδυνος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν έχουν τεθεί από τον Αιτητή τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστεί από το να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση προς όφελος του ως και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι. Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν αποδεικνύεται σε περίπτωση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ενώ σε περίπτωση που επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση ή αν οι Αιτητές υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αυτές θα είναι προφανώς αποτιμημένες σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να τις ικανοποιήσει, κάτι που δεν αμφισβητείται. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι καθόλα φερέγγυα και έχει κάθε οικονομική ικανότητα να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει εν αντιθέσει με τους Αιτητές. Εν προκειμένω, σε καμία περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος τυχόν απόφαση υπέρ των Αιτητών να παραμείνει ανικανοποίητη». Ως καταδεικνύεται από την Ε/Δ ΑΑ παρ. 32(β), η Καθ΄ ης η αίτηση είναι σε θέση να καλύψει οποιαδήποτε ζημιά υποστεί η Ενάγουσα 2 από την τυχόν αποξένωση του Ακινήτου αφού διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και ρευστά διαθέσιμα πολλαπλάσιας αξίας του Ακινήτου (Τεκμ. 21 Ε/Δ ΑΑ). Σε κάθε περίπτωση η Αιτήτρια παραδέχεται ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα (παρ.5.10 της Ε/Δ ΜΠ). Επομένως, στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι, σε περίπτωση που η Καθ' ης η αίτηση αποξενωθεί του 1/2 μεριδίου της επί του Ακινήτου θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Από την άλλη η ενδεχόμενη ζημιά της Αιτήτριας, εάν η αγωγή της επιτύχει είναι χρηματική και εύκολα αποτιμητέα σε χρήμα. Η δε Καθ' ης η αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον της. Ενόψει της αποτυχίας της Αιτήτριας να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 δεν θα προχωρήσω στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Συνοψίζοντας: (α) Εναντίον των Εναγόντων εκκρεμούν εξ' αποφάσεως χρέη τα οποία διατάσσουν την εκποίηση των Υποθηκών από τη δεκαετία του 1990, μέρος των οποίων παραμένει οφειλόμενο μέχρι και σήμερα, μετά την απόκτηση του Ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση. (β) Από το 1995 μέχρι σήμερα δεν υπήρξε καμία πληρωμή έναντι των εξ' αποφάσεως χρεών (Τεκμ. 6, 7, 8, 9 και 10 στην Ε.Δ. Αδάμου). (γ) Το Ακίνητο έχει αγοραία αξία €1.487.500, ήτοι σημαντική αξία, την οποία μετά από δεκαετίες και έξοδα από τον Νοέμβριο του 2022 η Καθ' ης η αίτηση ήταν σε θέση πλέον να εκμεταλλευτεί. (δ) Από το 2019 άρχισε η διαδικασία εκποίησης, την οποία οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν την πρώτη φορά με την Πρώτη Αίτηση στις 23.7.2021, 10 ημέρες πριν τον ορισθέντα πλειστηριασμό και τώρα πάλι την τελευταία στιγμή, και αφού η Καθ' ης η αίτηση έγινε ιδιοκτήτρια του Ακινήτου. (ε) Η Ενάγουσα 1 (η οποία όπως η ίδια αναφέρει φροντίζει την Αιτήτρια) έχουν άλλη ακίνητη περιουσία, που περιλαμβάνει διαμερίσματα, και από τα οποία λαμβάνονται εισοδήματα και άλλη ισόγεια κατοικία. Η Αιτήτρια όχι μόνο δεν στοιχειοθετεί στον βαθμό που απαιτείται, οποιανδήποτε από τις απαραίτητες τρεις προϋποθέσεις για εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας, αλλά όπως διαφαίνεται, καταχρώμενη των διαδικασιών και αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο κατά περίπτωση διάφορα γνωστά στην ίδια γεγονότα, αποσκοπεί να εξασφαλίσει για δεύτερη φορά 3 χρόνια μετά την παράδοση στην ίδια της Ειδοποίησης Τύπου ''Ι'', την ''επείγουσα'' παρέμβαση του Δικαστηρίου, ζητώντας από αυτό να εμποδίσει την Εναγόμενη η οποία έχει ήδη καταβάλει πέραν των €250.000 για σκοπούς μεταβίβασης επ' ονόματι της του Ακινήτου, να αποξενωθεί της περιουσίας της και να απομακρύνει την Αιτήτρια από αυτή, πράγματα που έχουν διαταχθεί από το Δικαστήριο εδώ και δεκαετίες. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια, η οποία όπως δηλώνει διαμένει στο Ακίνητο εδώ και δεκαετίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το 1995 δεν πληρώθηκε οτιδήποτε έναντι των εξ' αποφάσεων χρεών της, αλλά και το ότι είναι ιδιοκτήτρια άλλου 1/2 μεριδίου Ακινήτου στον Άγιο Αντώνιο, αποδεικνύει και συμφωνώ ως προς τον χαρακτηρισμό που της αποδίδει η ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ότι προσπαθεί με κάθε μέσο και τρόπο να αποφύγει τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις της και τα διατάγματα του Δικαστηρίου ως "στρατηγικός κακοπληρωτής", παρά πρόσωπο που δικαιούται ενδιάμεσης προστασίας από το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και για τους λόγους που εξήγησα για κάθε ζήτημα που έκρινα ότι είναι ουσιώδες από όλα όσα συζητήθηκαν κατά την ακρόαση της παρούσας, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της οριστικοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα με ημερομηνία 17.11.2022 ακυρώνονται. Η αίτηση απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας 2/Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.