CZ ACCOUNTANTS LTD κ.α. ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 639/2018, 12/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 639/2018 Μεταξύ:
- CZ ACCOUNTANTS LTD
- C.K.M. ACCOUNTANTS LTD Εναγόντων -και- ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία: 12 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα 1/Αιτήτρια: Ο κ. Ιωάννης A. Βασιλείου για Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Μαριλίζα Α. Καλαϊτζάκη για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 25.10.2022 για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων και/ή λήψης αντιγράφων τους) Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ: Η Ενάγουσα 1/Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμό υπέστη όταν, μεταξύ 15 και 16.02.2017, διακόπηκε η απρόσκοπτη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα γραφεία της, η οποία οφειλόταν σε πράξεις ή παραλήψεις της εναγομένης ή αντιπροσώπων της ή υπαλλήλων της συνεπεία αμέλειας της εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), και η οποία διακοπή όταν αποκαταστάθηκε με την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος, διοχετεύτηκε κατ' ισχυρισμό μεγαλύτερη ισχύς ρεύματος από την κανονική, με αποτέλεσμα να τεθούν εκτός λειτουργίας οι μετρητές του κτιρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της Αιτήτριας και να καταστραφεί η υποδομή της σε ό,τι αφορά τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους διαμετακομιστές (servers) της. Ως αποτέλεσμα οι εργασίες της Αιτήτριας τέθηκαν εκτός λειτουργίας για μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να απωλέσει δεδομένα και στοιχεία που ήταν αποθηκευμένα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, είχε κόστος αποκατάστασης τους, ενώ την ίδια ώρα απώλεσε πελατολόγιο. Όλα ασφαλώς τα πιο πάνω η Καθ' ης η αίτηση τα αρνείται με την Υπεράσπισή της. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκάλυψης των εγγράφων η Αιτήτρια προέβη σε αναλυτική αποκάλυψη και εφοδίασε με αντίγραφα όλων των αποκαλυφθέντων από αυτή εγγράφων την Καθ' ης η αίτηση περιλαμβανομένης και έκθεσης εμπειρογνωμόνων για τις ζημιές που είχε υποστεί. Τώρα, με την υπό εξέταση αίτηση η Αιτήτρια αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Καθ' ης η αίτηση μέσω των δικηγόρων της όπως εντός δέκα
(10)ημερών από την έκδοση του διατάγματος και/ή σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, επιτρέψει να επιθεωρηθούν από την Αιτήτρια και/ή όπως της παραδώσουν αντίγραφα των ακόλουθων εγγράφων: (α) Έκθεση των Πραγματογνωμόνων Ε.Ν. Manos (Cyprus) Ltd και (β) Έκθεση των Baker Tilly (στη συνέχεια «Οι Εκθέσεις»). Τις Εκθέσεις αυτές η Καθ' ης η αίτηση αποκαλύπτει ως Παράρτημα Β στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης την οποία καταχώρισε στις 21.03.2022 και τα οποία χαρακτηρίζει ως προνομιούχα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Κωνσταντίνος Ζερταλής, μοναδικός διευθυντής της Αιτήτριας, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ως προς τα δύο Έγγραφα τα οποία αιτούνται όπως επιθεωρήσουν και/ή τους δοθούν αντίγραφα τους, προτάσσοντας ότι η Αιτήτρια αποκάλυψε τη δική της Έκθεση που είχαν ετοιμάσει για λογαριασμό της εμπειρογνώμονες και ότι είναι δίκαιο στη βάση της ισότητας των όπλων αλλά και για τον κύριο λόγο ότι η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποίησε αυτές τις Εκθέσεις της για να προβεί σε διευθέτηση της υπόθεσης με την ενάγουσα 2 οποία απέσυρε τις αξιώσεις της ως διευθετηθείσες. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.1 -8, Δ.48 Θ.Θ. 1 -13, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα Άρθρα 31,32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 ως έχει τροποποιηθεί. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση όπου προτάσσει 14 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Επιμένει ότι τα έγγραφα που ζητείται να επιθεωρηθούν η παραδοθούν αντίγραφα τους διέπονται από νομικό επαγγελματικό απόρρητο και ως εκ τούτου για τους λόγους που εξηγεί δεν μπορούν να ικανοποιηθούν τα αιτήματα της Αιτήτριας. Η ένσταση βασίζεται ειδικότερα και όχι περιοριστικά, όπως αναφέρεται, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1 - 15, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-6, 7, 8, και 9 και Δ.64, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (ΚΕΦ. 224), στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στα άρθρα 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη σχετική Νομολογία των Επαρχιακών Δικαστηρίων, στη Νομολογία του Κοινοδικαίου, στις αρχές που διέπουν το Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στη βιβλιογραφία, καθώς και επί της διακριτικής ευχέρειας, της Γενικής Πρακτικής και των Γενικών και Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κ. Χρύσω Προκοπίου, η οποία κατέχει τη θέση Λειτουργού Νομικών Υπηρεσιών Α' στην Καθ' ης η αίτηση και γίνεται επίσης παραπομπή και στον φάκελο του Δικαστηρίου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και στις γραπτές εισηγήσεις στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους. Κατά τα λοιπά η επιχειρηματολογία των συνηγόρων της Αιτήτριας εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Από την άλλη, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, όπως διατυπώνεται στην εισήγηση των συνηγόρων της, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της αίτησης και ότι δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού, όπου απαιτηθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός. Προς υποστήριξη των θέσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, επικαλούνται περαιτέρω, τόσο το νομοθετικό όσο και το δικονομικό πλαίσιο που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις και νομολογία όπως και αυθεντίες, όπου δε αυτές συμπίπτουν σημειώνεται ότι ερμηνεύονται και αντικρίζονται υπό διαφορετική οπτική γωνία και προσδίδουν σ' αυτές διαφορετική διάσταση, κατά τρόπο που να συνάδει με τη θέση τους. Αυτά ασφαλώς θα τύχουν σχολιασμού στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση, κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για τις επί μέρους πτυχές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Το ζήτημα της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων διέπεται από τη Δ.28 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η έκδοση των διαταγμάτων που γίνεται με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 28 εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα ζητήματα της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων αποτελούν αλληλένδετα ζητήματα και επιβάλλεται η από κοινού εξέταση της νομικής τους πτυχής. Ειδικότερα, όσον αφορά την έκδοση Διατάγματος Επιθεώρησης Εγγράφων, με βάση το Θεσμό 5 της Διαταγής 28, μπορεί να εκδοθεί Διάταγμα για επιθεώρηση (Inspection) όλων των εγγράφων που δεν αποκαλύπτονται στα δικόγραφα και η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ο Θεσμός 5 της Διαταγής 28 προνοεί τα ακόλουθα: « 5. An application for an order to inspect documents except such as are disclosed in the pleadings, particulars or affidavits of the party against whom the application is made, shall be founded upon an affidavit showing of what documents inspection is sought, that the party applying is entitled to inspect them, and that they are in the possession or power of the other party. The Court or Judge shall not make such order for inspection of such documents when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs». Στην υπόθεση Thermphase Limited v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3951 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η επιθεώρηση εγγράφων σε αστικές διαδικασίες διέπεται από τη Δ.28 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Οι θεσμοί 5 και 9 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διαταγή για επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων τους εκτός στις περιπτώσεις που κατά την κρίση του δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση των επίδικων θεμάτων ή για τον περιορισμό των εξόδων της διαδικασίας». Επομένως, οι Θεσμοί 5 και 9 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων τους όταν: (α) καθορίζονται τα έγγραφα, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται να τα επιθεωρήσει και (γ) βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του άλλου διαδίκου. Το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για επιθεώρηση τέτοιων εγγράφων εφ' όσον κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο είτε: (α) για τη δίκαιη αποπεράτωση του ζητήματος ή (β) για εξοικονόμηση εξόδων. Από τα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία όταν εξετάζει τέτοιο ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της κυρίως αίτησης, τη θεραπεία που ζητείται, τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η κυρίως αίτηση και τα γεγονότα και/ή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση σε συνάρτηση με τα επιδιωκόμενα διατάγματα. Η κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), στην απόφαση Λοφίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1396/2015, Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 21.01.2019, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο αίτησης για επιθεώρηση ορισμένου εγγράφου θα πρέπει εν πρώτοις να διαπιστώσει κατά πόσον η επιθεώρηση είναι απαραίτητη είτε για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, είτε για την εξοικονόμηση εξόδων. Νοουμένου ότι συντρέχει η εν λόγω παράμετρος, το Δικαστήριο εξετάζει, περαιτέρω, κατά πόσο το συγκεκριμένο έγγραφο εμπίπτει σε κάποια από τις κατηγορίες των προνομιούχων εγγράφων τα οποία προστατεύονται από επιθεώρηση». Σύμφωνα με τις αποφάσεις Asimenos v. Paraskeva,
(1982)1 C.L.R. 145, Pitria Shipping v. Georghiou,
(1982)1 C.L.R. 358, Fayza Shipping Co Ltd. v. Πλοίου M/V "Hajanies" ex "Anne",
(1996)1 A.A.Δ. 28, οι περιπτώσεις εγγράφων, σχετικά με την παρουσίαση και επιθεώρηση εγγράφων, για τις οποίες μπορεί να προβληθεί ένσταση, δεν προσδιορίζονται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και γι' αυτό εφαρμόζονται οι αρχές και η πρακτική που διείπαν την εφαρμογή της σχετικής O.31 r.r. 12 και 13 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυαν το 1960. Αυτές οι αρχές και η πρακτική αναγράφονται στο «The Annual Practice 1958». Στο Annual Practice του 1958, σελ. 718, όπου αναφέρεται ότι δεν θα διαταχθεί διάδικος να προσαγάγει κάποιο έγγραφο εκτός εάν αμέσως ή εμμέσως έχει παραδεχθεί τόσο την κατοχή όσο και την σχετικότητα του. Η διαταγή για προσαγωγή εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα έχει σκοπό να δώσει στον αιτούντα διάδικο το ίδιο πλεονέκτημα που θα υπήρχε εάν τα έγγραφα τίθονταν αυτούσια στα δικόγραφα (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 721-722). Η έκδοση των σχετικών διαταγμάτων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η έκδοση τους αποσκοπεί στη διευκόλυνση της προετοιμασίας για την ακρόαση και Αποκάλυψη (Discovery), Παρουσίαση ή Προσαγωγή (Production) και Επιθεώρηση (Inspection) διατάσσεται μόνο όπου τα έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα (βλέπε Annual Practice, 1962 σελ. 719). Για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η νομολογία μας καθορίζει ότι το αίτημα δεν θα πρέπει να γίνεται για σκοπούς ψαρέματος μαρτυρίας (fishing of evidence), ενώ συνήθως ως χρόνος έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων καθορίζεται το διάστημα μεταξύ της καταχώρισης των δικογράφων και πριν την έναρξη της ακρόασης γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα (βλ. The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides, Debtor, and another, [1962] 1 CLR 40 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima S.R.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1624, Δημητριάδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2271, Kipagrotiki Ltd v. Σάββα,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1610. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ομνύουσα για την Καθ' ης η αίτηση στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, η οποία καταχωρίστηκε στις 21.03.2022, στην παράγραφο 3 αυτής αναφέρει σε σχέση με τα υπό αναφορά έγγραφα αναφέρει τα εξής: «Περαιτέρω βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο της Εναγόμενης τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β και τα οποία καλύπτονται από προνόμιο». Αντίθετα δηλαδή με ότι συμβαίνει με τα αποκαλυφθέντα Έγγραφα του Παραρτήματος Β, η ομνύουσα για την Καθ' ης η αίτηση στην ένορκο δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, αναφέρει ότι τα έγγραφα του «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Α», σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Γι' αυτό και τα έχουν δώσει στην άλλη πλευρά. Προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε παραδέχτηκε τη σχετικότητα των δύο Εκθέσεων έτσι που θα καθιστούσε αναγκαία από αυτό το στάδιο την επιθεώρηση τους που θα είχε ως αποτέλεσμα την επιτυχία της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία το κατά πόσο έγγραφα είναι σχετικά είναι ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από ένα διάδικο καθώς ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δε θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431), ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση (Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823). Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη (O' Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40). Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για την Αιτήτρια να αποδείξει την υπόθεση της εκ πρώτης όψεως. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι τα Έγγραφα καλύπτονται από προνόμιο και ειδικότερα το νομικό επαγγελματικό προνόμιο. Βάσει της ισχύουσας νομολογίας και της βιβλιογραφίας, όταν ένα διάδικο μέρος αιτείται μέσω σχετικής Αίτησής του στην αποκάλυψη εγγράφων, τότε το αντίδικο μέρος μπορεί να ενστεί εάν τα υπό αποκάλυψη έγγραφα εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες (Civil Litigation των John O'Hare και Robert N. Hill, 4η Έκδοση, 1996, σελ. 335): (α) αλληλογραφία μεταξύ πελάτη και των νομικών του συμβούλων και επίσης έγγραφα που ετοιμάστηκαν ενόψει του Δικαστικού αγώνα (νομικό επαγγελματικό προνόμιο), (β) έγγραφα που τείνουν να ενοχοποιήσουν ή να εκθέσουν σε ποινή, και (γ) έγγραφα η επιθεώρηση των οποίων θα απέβαινε σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος. Ο κ. Χάρης Μαλακτός, Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), στην υπόθεση Πόλυ Κυριάκου ν. Ανδρέα Κουμή, Αγωγή αρ. 5303/2006, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 11.02.2009, αναφέρει τα ακόλουθα για το ζήτημα (παρατίθεται εκτενές απόσπασμα το οποίο υιοθετείται για σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, 2005, στην παράγρ. 23-81 αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «η δεύτερη κατηγορία του νομικού επαγγελματικού προνομίου είναι πλατύτερη από την πρώτη, αλλά εγείρεται μόνο όταν δικαστικός αγώνας επίκειται ή εκκρεμεί. Από αυτό το σημείο οιεσδήποτε επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και του δικηγόρου του ή αντιπροσώπου του, ή μεταξύ ενός εξ αυτών και τρίτου προσώπου, θα είναι προνομιούχες εάν γίνονται μόνο ή για τον κυρίαρχο σκοπό της παροχής ή λήψης νομικής συμβουλής αναφορικά με τη δικαστική διαδικασία ή της συλλογής μαρτυρίας για χρήση στη δικαστική διαδικασία. Αυτή είναι η βάση της επίκλησης προνομίου για αλληλογραφία με μάρτυρες γεγονότων ή εμπειρογνώμονες, και αποδείξεις, εκθέσεις ή έγγραφα που δημιουργούνται από αυτούς. Η αρχή είναι ότι ένας διάδικος ή εν δυνάμει διάδικος θα πρέπει να είναι ελεύθερος να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υπόχρεος να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών του στην άλλη πλευρά. Στην παραγρ. 23-84 του ιδίου συγγράμματος γίνεται παραπομπή στην Re Highgrade Traders
(1984)B.C.L.C 151 όπου οι ασφαλιστές ζήτησαν εκθέσεις καθ΄ όσον αφορά την αιτία της πυρκαγιάς. Αποφασίστηκε πως είχαν ζητηθεί για δύο σκοπούς, πρώτον για να μπορέσει η εταιρεία να αποφασίσει κατά πόσο να αντιτεθεί στην ασφαλιστική απαίτηση και δεύτερο, για να παράσχει μαρτυρία επί της αιτίας της πυρκαγιάς στα χέρια των δικηγόρων εάν οι εκθέσεις έτειναν να δείξουν ότι τη φωτιά προκάλεσε ο ασφαλισμένος. Πρωτόδικα αποφασίστηκε πως μόνο ο δεύτερος σκοπός καλυπτόταν από προνόμιο και άρα το κριτήριο του κυρίαρχου σκοπού δεν ικανοποιείτο. Αποφασίστηκε κατ΄ έφεση πως οι δύο σκοποί δεν μπορούσαν να διαχωριστούν και ότι στην πραγματικότητα υφίστατο ένας σκοπός που καλυπτόταν από προνόμιο, δηλαδή να αποφασιστεί κατά πόσο θα υπερασπίζονταν την απαίτηση και να δυνηθούν οι δικηγόροι να τους συμβουλεύσουν επ' αυτού. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας στην The Daniels Corporation International Pty Ltd v. Australian Competition and Consumer Commission
(2002)H.C.A. 49 αναφέρει πως (σε δική μου μετάφραση): «Είναι τώρα καθιερωμένο ότι το νομικό επαγγελματικό προνόμιο είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα πρόσωπο για να αρνηθεί να παραχωρήσει πληροφορίες ή να παρουσιάσει έγγραφα τα οποία θα αποκαλύψουν επικοινωνίες μεταξύ πελάτη και του δικηγόρου του που γίνονται για τον κυρίαρχο σκοπό της λήψης ή παραχώρησης νομικής συμβουλής ή της παραχώρησης νομικών υπηρεσιών περιλαμβανομένης της εκπροσώπησης σε νομικές διαδικασίες». Στην επίσης Αυστραλιανή απόφαση Trade Practices Commission v. Sterling
(1979)36 F.L.R. 244 αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις εγγράφων που έχουν νομικό επαγγελματικό προνόμιο». Στην υπό κρίση αίτηση, τα έγγραφα, ήτοι οι Εκθέσεις, αποτελούν έγγραφα που ετοιμάστηκαν από πραγματογνώμονες το 2017, προ της καταχώρισης της παρούσας Αγωγής, με σκοπό να παρασχεθεί γνώμη και συμβουλή όσον αφορά την εκτίμηση της ζημίας που επικαλέστηκαν οι Ενάγουσες που τότε απαιτούσαν από την Καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, ο σκοπός προετοιμασίας των εκθέσεων, τα οποία αποτελούν εμπιστευτικά έγγραφα/εκθέσεις που εκπονήθηκαν από πραγματογνώμονες στα πλαίσια της ασφαλιστικής σχέσης της Καθ΄ ης η αίτηση και της CNP Asfalistiki Ltd, ήταν η λήψη νομικής συμβουλής αναφορικά με τη δικαστική διαδικασία που θα ακολουθούσε, αλλά και ειδικότερα η λήψη συμβουλής από τους ασφαλιστές της Καθ' ης η αίτηση, CNP Asfalistiki Ltd, κατά πόσο θα υπερασπίζονταν την απαίτηση ώστε να μπορούν οι δικηγόροι να παράσχουν νομική συμβουλή σε σχέση με αυτή. Σκοπός της εν λόγω γνώμης και συμβουλής, ήταν εν συνεχεία οι δικηγόροι που διορίστηκαν από την CNP Asfalistiki Ltd ως δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση να μπορέσουν να προετοιμάσουν κατάλληλα την Υπεράσπιση και να συμβουλεύσουν την Καθ' ης η αίτηση και την Ασφαλιστική Εταιρεία, με την οποία υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο και θα παρεχόταν ασφαλιστική κάλυψη για τον χειρισμό Αγωγής. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια ασφαλιστικής σχέσης ανάμεσα στην Καθ΄ ης η αίτηση και στην CNP Asfalistiki Ltd, η τελευταία θα έπρεπε να εξετάσει το κατά πόσο θα υπερασπιζόταν την απαίτηση εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, κατ' εντολή της CNP Asfalistiki Ltd, ετοιμάστηκαν οι δύο εκθέσεις από την εταιρεία Ε.Ν. Manos (Cyprus) Ltd και τον Ελεγκτικό οίκο Baker Tilly. Οι εν λόγω εταιρείες/οίκοι, εξέτασαν τα στοιχεία που αποστάλθηκαν και ο Ελεγκτικός Οίκος Baker Tilly απέστειλε έκθεση προς την εταιρεία Ε.Ν. Manos (Cyprus) Ltd, η οποία λαμβάνοντας υπόψη και την εν λόγω έκθεση ετοίμασε την δική της έκθεσή. Με τις εν λόγω Εκθέσεις παρασχέθηκε η εκτίμηση των εν λόγω εμπειρογνωμόνων για την απαίτηση των απαιτητριών και για τις αξιούμενες αποζημιώσεις και ενδεχόμενη κάλυψη. Με βάση τις εν λόγω εκθέσεις, μετά το διορισμό του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί στην παρούσα την Καθ΄ ης η αίτηση μέσω της CNP Asfalistiki Ltd, εφόσον υπήρχε εν ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο και θα παρεχόταν ασφαλιστική κάλυψη για τον χειρισμό της παρούσας Αγωγής, θα ήταν σε θέση να προετοιμάσουν κατάλληλα και να την συμβουλεύσουν σε σχέση με το χειρισμό της παρούσας Αγωγής. Ως εκ τούτου, καθίσταται εμφανές ότι, τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν έγγραφα που διαφοροποιούν τα επίδικα θέματα και δεν αποτελούν νέα γεγονότα στην υπόθεση ή αναφέρουν οποιαδήποτε τέτοια γεγονότα. Προδήλως, αποτελούν εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης των συμβούλων της Καθ' ης η αίτηση και της CNP Asfalistiki Ltd προς αυτές, με σκοπό τη χρήση τους για τον καλύτερο χειρισμό της Αγωγής. Ως αναλύεται και ανωτέρω και ως επεξηγήθηκε και στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο σκοπός που έγινε η ανάθεση σύνταξης των Εκθέσεων ήταν για να καταγραφούν τα ευρήματα και η γνώμη τους αναφορικά με τα αξιούμενα ποσά απαίτησης, ήτοι τις αξιούμενες αποζημιώσεις που οι ενάγουσες ισχυρίζονταν ότι, έπρεπε να τους καταβληθούν. Αυτές οι εκθέσεις δόθηκαν προς τους δικηγόρους τους για την καλύτερη προετοιμασία της παρούσας Αγωγής και να είναι σε θέση να συμβουλεύσουν την Καθ' ης η αίτηση και την CNP Asfalistiki Ltd, για τον χειρισμό της Αγωγής. Είναι προφανές ότι ο ενόρκως δηλών, στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εκλαμβάνει ότι θα χρησιμοποιηθούν αυτές οι Εκθέσεις ως μαρτυρία στην ακρόαση της υπόθεσης, κάτι το οποίο οι ίδια η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει ακόμα αποφασίσει και δεν έχει δηλώσει ότι θα το κάμει. Στην ίδια την Υπεράσπισή της, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στις εν λόγω Εκθέσεις και δεν εδράζει ισχυρισμούς της επί των εν λόγω Εκθέσεων σε αντίθεση με όσα η πλευρά της Αιτήτριας ισχυρίζεται στην αγόρευση της. Συνεπώς, στην Υπεράσπιση δεν αποκαλύπτεται καμία πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να στηρίξει την Υπεράσπισή της επί των εν λόγω Εκθέσεων. Είναι δε, αναφαίρετο δικαίωμα του εκάστοτε εναγομένου, να αξιολογήσει και να αποφασίσει την Υπεράσπισή του και το χειρισμό αυτής. Ειδικότερα, όταν τα έγγραφα για τα οποία ζητείται η επιθεώρηση εμπίπτουν σε προνομιούχα έγγραφα ένεκα νομικού επαγγελματικού απορρήτου, ως έχει καταδειχθεί εδώ όπως θα εξηγήσω και στη συνέχεια, όπου το εν λόγω δικαίωμα ισχυροποιείται. Η αρχή της επίκλησης του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου έγκειται στο ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ελεύθερη να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υπόχρεη να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών της στον Αιτητή. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Annual Practice
(1959)στη σελ. 694, ο λόγος που ορισμένες φορές δεν υποχρεώνεται ένας διάδικος να αποκαλύψει τη μαρτυρία του είναι για να μη δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο του να επηρεάσει τους μάρτυρες - η μαρτυρία των οποίων αποκαλύπτεται- ή να δοθεί η ευκαιρία να κατασκευαστεί μαρτυρία για να αντικρουστεί η μαρτυρία της άλλης πλευράς. Περαιτέρω, σε σχέση με το κατά πόσο οι δύο Εκθέσεις θα πρέπει να επιθεωρηθούν, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, υπάρχει η Έκθεση εμπειρογνώμονα οι οποίες έχουν ετοιμαστεί για λογαριασμό της Αιτήτριας και στη βάση αυτών οριοθετήθηκαν οι αποζημιώσεις που οι ενάγουσες, αρχικώς, αξίωναν από κοινού και μετά την απόρριψη της Αγωγής για την Ενάγουσα 2, πλέον τις αξιώνει μόνο η Αιτήτρια. Συνεπώς, εφόσον οι αξιούμενες απώλειες και/ή ζημίες έχουν αξιολογηθεί από εμπειρογνώμονα της Αιτήτριας, η οποία εξασφάλισε δική της μαρτυρία ως όφειλε, για να προωθήσει την υπόθεσή της, η επιθεώρηση των εν λόγω συμβουλευτικών Εκθέσεων που καλύπτονται από το νομικό επαγγελματικό προνόμιο τις οποίες ζήτησε η Καθ' ης η αίτηση, δεν θα αποφέρει οποιοδήποτε όφελος στην Αιτήτρια εφόσον η ανάλυση του αξιούμενου ποσού έχει ήδη διενεργηθεί από τον δικό της εμπειρογνώμονα που η ίδια διόρισε. Όπως προανέφερα η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε στήριξε την Υπεράσπισή της σε αναφορές των εν λόγω Εκθέσεων και εφόσον δεν έχει ακόμα αποφασιστεί κατά πόσο, οι εν λόγω Εκθέσεις θα προσκομιστούν ως μαρτυρία κατά την ακρόαση από την Καθ' ης η αίτηση, η οποιαδήποτε προσπάθεια επιθεώρησης των εν λόγω Εκθέσεων κρίνεται ότι συνιστά προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» και αποσκοπεί σε αλλότριους σκοπούς. Με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την αίτηση, οι αξιούμενες αποζημιώσεις, προφανώς, έχουν ήδη αναλυθεί από τον πραγματογνώμονα της Αιτήτριας και η οποιαδήποτε επιθεώρηση των δύο Εκθέσεων, ενδεχομένως αποσκοπεί στο να ανακατασκευαστεί η μαρτυρία της Αιτήτριας ή να διαφοροποιηθεί ώστε να αντικρουστεί η γενικότερη μαρτυρία που θα προσκομίσει η Καθ' ης η αίτηση. Η δε Καθ' ης η αίτηση δεν έχει στηρίξει την Υπεράσπιση της σε αυτές τις Εκθέσεις. Επομένως, τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση απορρίπτονται καθώς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κρίνω ότι δεν θα φέρει την Αιτήτρια σε δυσμενέστερη θέση και δεν θα καταστρατηγήσει τη δυνατότητά της να παρουσιάσει την υπόθεσή της δίκαια και σύμφωνα με τις αποδεικτικές υποχρεώσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το νομικό επαγγελματικό προνόμιο και ειδικότερα για περιπτώσεις που αφορούν την επικοινωνία ενός τρίτου συμβούλου με τον δικηγόρο ενός πελάτη, η οποία είναι προνομιούχα εάν γίνεται για τον απαιτούμενο σκοπό του να λάβει συμβουλή ο πελάτης από το δικηγόρο παραπέμπω στο ίδιο σύγγραμμα (Phipson on Evidence) στην παράγρ. 23-84 όπου γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Re Highgrade Traders
(1984)BCLC 151 και όπου οι ασφαλιστές ζήτησαν εκθέσεις καθ' όσον αφορά την αιτία της πυρκαγιάς. Αποφασίστηκε πως είχαν ζητηθεί για δύο σκοπούς. Πρώτον, για να μπορέσει η εταιρεία να αποφασίσει κατά πόσο να αντιτεθεί στην ασφαλιστική απαίτηση και δεύτερον, για να παράσχει μαρτυρία επί της αιτίας της πυρκαγιάς στα χέρια των δικηγόρων εάν οι εκθέσεις έτειναν να δείξουν ότι τη φωτιά προκάλεσε ο ασφαλισμένος. Πρωτόδικα αποφασίστηκε πως μόνο ο δεύτερος σκοπός καλυπτόταν από προνόμιο και άρα το κριτήριο του κυρίαρχου σκοπού δεν ικανοποιείτο. Αποφασίστηκε κατ' έφεση πως οι δύο σκοποί δεν μπορούσαν να διαχωριστούν και ότι στην πραγματικότητα υφίστατο ένας σκοπός που καλυπτόταν από προνόμιο, δηλαδή να αποφασιστεί κατά πόσο θα υπερασπίζονταν την απαίτηση και να δυνηθούν οι δικηγόροι να τους συμβουλεύσουν επ' αυτού. Στο προαναφερθέν σύγγραμμα Civil Litigation, των John O' Hare και Robert N. Hill, 4η έκδοση, 1986, σελ. 340 αναφέρεται επίσης πως όταν το έγγραφο είναι προνομιούχο, το Δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει την επιθεώρηση του ακόμα και αν είναι πολύ σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, πλην όμως το κατά πόσο το έγγραφο είναι προνομιούχο πρέπει να αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Το ζήτημα απασχόλησε επίσης τον κ. Χάρη Μαλαχτό στην πιο πάνω υπόθεση Κυριάκου ν. Κουμή. Εκεί, η πλευρά του εναγόμενου είχε ζητήσει από εμπειρογνώμονα να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με το επίδικο ατύχημα μαζί με φωτογραφικό υλικό. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγομένου, αυτός πρόβαλλε ένσταση - όπως και στην παρούσα υπόθεση - στην προσαγωγή ή παρουσίαση του εν λόγω εγγράφου διότι, κατά τη θέση του, ήταν προνομιούχο και αποτελούσε μαρτυρία που μπορούσε να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Μετά από σχετική αίτηση του ενάγοντος για επιθεώρηση του εν λόγω εγγράφου, το Δικαστήριο ανάφερε τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση το επίδικο έγγραφο είναι έκθεση εμπειρογνώμονα η οποία ετοιμάστηκε κατ' εντολή των δικηγόρων του Εναγόμενου ώστε οι τελευταίοι να είναι σε καλύτερη θέση να συμβουλεύσουν τον πελάτη τους αλλά και να ετοιμαστούν κατάλληλα για να χειριστούν την παρούσα αγωγή. Δεν έχουν ακόμα οι δικηγόροι του Εναγόμενου αποφασίσει κατά πόσο θα παρουσιάσουν την έκθεση κατά την ακροαματική διαδικασία ή και κατά πόσο θα κλητεύσουν τον εν λόγω εμπειρογνώμονα για να μαρτυρήσει. Καθίσταται αντιληπτό, σε βαθμό που να είναι αχρείαστο να επιθεωρήσει το Δικαστήριο το επίδικο έγγραφο, πως δεν πρόκειται για έγγραφο το οποίο σχετίζεται αφ' εαυτού με κάποιο επίδικο στην αγωγή ζήτημα. Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων της υπόθεσης αλλά μια εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης. Είναι πρόδηλο πως αφορά έκθεση εμπειρογνώμονα αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα, έκθεση που ζητήθηκε από τους δικηγόρους του Εναγομένου γεγονός που προδίδει και τον συνδυασμένο σκοπό για τον οποίο ζητήθηκε η έκθεση δηλαδή να δυνηθούν οι δικηγόροι να συμβουλεύσουν ανάλογα και ενδεχομένως κατά την ακροαματική διαδικασία να χρησιμοποιήσουν κάποια στοιχεία. Είναι η κατάληξη μου πως το επίδικο έγγραφο καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο». Είναι γεγονός ότι η κυπριακή νομολογία δεν είναι πλούσια αναφορικά με το θέμα του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου. Επομένως είναι θεμιτό να ανατρέξει κάποιος σε σχετική με αυτό το ζήτημα νομολογία από χώρες που εφαρμόζουν το Κοινοδίκαιο (Common law), το οποίο είναι εφαρμοζόμενο δίκαιο στην Κυπριακή Δημοκρατία με βάση το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Ως τέτοιες αποφάσεις μπορούν να αναφερθούν οι ακόλουθες: (α) Η αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council v. Bank of England (No.6) [2004] UKHL 48 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: [.] Σε ελληνική μετάφραση: «Στη διατύπωση του Millett J στην Price Waterhouse κατά BCCI Holdings (Λουξεμβούργο) SA [1992] BCLC 583, 588d-e το προνόμιο παροχής νομικής συμβουλής αποδίδεται σε όλες τις επικοινωνίες που πραγματοποιούνται εμπιστευτικά μεταξύ δικηγόρων και πελατών τους με σκοπό την παροχή ή τη λήψη νομικής συμβουλής ακόμη και σε στάδιο κατά το οποίο η εκδίκαση δεν είναι υπό συζήτηση. Δεν έχει σημασία αν η επικοινωνία είναι απευθείας μεταξύ του πελάτη και του νομικού του συμβούλου ή γίνεται μέσω ενός ενδιάμεσου αντιπροσώπου οποιουδήποτε από αυτούς. [.] Συμφωνώ με την άποψη του Colman J στην Nederlandse Reassurantie Groep Holding NV v Bacon & Woodrow Holding [1995] 1 All ER 976 at 982 ότι δήλωση του νόμου στην Balabel ν. Air India δεν διαταράσσει ούτε τροποποιεί την αρχή που επιβεβαιώνεται από την Minter v Priest ότι όλες οι επικοινωνίες μεταξύ ενός δικηγόρου και του πελάτη του σχετικά με μια συναλλαγή για την οποία ο δικηγόρος έχει λάβει εντολή για τη λήψη νομικής συμβουλής θα είναι προνομιούχες, παρά το γεγονός ότι δεν περιέχουν συμβουλή για ζητήματα νόμου ή ερμηνείας, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση από τον δικηγόρο της επαγγελματικής του ιδιότητας ως νομικού συμβούλου του πελάτη του». Σε σχέση ειδικότερα ως προς το ζήτημα της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και του διαδίκου και τρίτου προσώπου οι ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας είναι σχετικές, αποσπάσματα των οποίων παραθέτω στη συνέχεια: (α) Στην Αυστραλιανή απόφαση Trade Practices Commission v. Sterling
(1979)36 FLR 244 αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις εγγράφων που έχουν Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο. Περιλαμβάνεται η περίπτωση επικοινωνιών και εγγράφων μεταξύ του δικηγόρου του διαδίκου και τρίτου προσώπου εάν γίνονται ή ετοιμάζονται όταν αναμένεται ή εκκρεμεί δικαστική διαδικασία για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, για το σκοπό της λήψης συμβουλής για τη διαδικασία ή μαρτυρίας που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτή ή πληροφορία που μπορεί να οδηγήσει στην αποκόμιση τέτοιας μαρτυρίας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Communications and documents passing between the party's solicitor and a third party if they are made or prepared when litigation is anticipated or commenced, for the purposes of the litigation, with a view to obtaining advice as to it or evidence to be used in it or information which may result in the obtaining of such evidence. See Wheeler v. Le Marchant
(1881)17 Ch D 675; Laurenson v. Wellington City Corporation
(1927)NZLR 510, and O'Sullivan v. Morton
(1911)VLR 70». (β) Στην πρόσφατη Αυστραλιανή υπόθεση Cargill Aust Ltd & Ors v. Viterra Malt Pty Ltd & Ors (No 8) [2018] VSC 193 το Δικαστήριο συνόψισε τις αρχές που διέπουν το Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο ως εξής: Σε ελληνική μετάφραση: «Το νομικό επαγγελματικό προνόμιο προστατεύει την εμπιστευτικότητα ορισμένων επικοινωνιών που πραγματοποιούνται σε σχέση με την παροχή νομικής συμβουλής ή την παροχή νομικών υπηρεσιών. Ο διάδικος που διεκδικεί το προνόμιο φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η επικοινωνία πραγματοποιήθηκε ή το έγγραφο δημιουργήθηκε για τον κυρίαρχο σκοπό της παροχής ή λήψης νομικής συμβουλής. Το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με (μεταξύ άλλων) αποδεικτικά στοιχεία ως προς τις περιστάσεις και το πλαίσιο εντός του οποίου συνέβη η επικοινωνία ή δημιουργήθηκαν τα έγγραφα, ή με αναφορά στη φύση των εγγράφων που υποστηρίζονται από επιχειρήματα ή παρατηρήσεις. Ο σκοπός για τον οποίο δημιουργείται ένα έγγραφο είναι ένα πραγματικό ζήτημα που πρέπει να καθοριστεί αντικειμενικά. Ένας κυρίαρχος σκοπός είναι αυτός που υπερισχύει έναντι άλλων σκοπών· είναι ο επικρατών ή πρωταρχικός σκοπός. Μια κατάλληλη αφετηρία κατά την εφαρμογή του κυρίαρχου σκοπού είναι να αναρωτηθούμε ποια ήταν η σκοπούμενη χρήση ή οι χρήσεις του εγγράφου που την οδήγησε στη δημιουργία του. Όταν πραγματοποιούνται επικοινωνίες μεταξύ ενός πελάτη και των ανεξάρτητων νομικών του συμβούλων, ή μεταξύ των εσωτερικών δικηγόρων του πελάτη και των νομικών συμβούλων, είναι σκόπιμο να υποτεθεί ότι αναζητήθηκε νόμιμη νομική συμβουλή χωρίς να υπάρχουν αντίθετες ενδείξεις. Το νομικό επαγγελματικό προνόμιο θα συνδέεται με τις επικοινωνίες μεταξύ ενός μισθωτού νομικού συμβούλου και του εργοδότη του, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος διαβουλεύεται υπό την επαγγελματική του ιδιότητα σε σχέση με ένα επαγγελματικό θέμα και οι επικοινωνίες γίνονται εμπιστευτικά και προκύπτουν από τη σχέση δικηγόρου και πελάτη. Η επικοινωνία ενός τρίτου συμβούλου με το δικηγόρο ενός πελάτη, και η επικοινωνία που γίνεται από ένα τρίτο σύμβουλο σε έναν πελάτη, θα είναι προνομιούχα εάν γίνεται για τον απαιτούμενο κυρίαρχο σκοπό του να λάβει νομική συμβουλή ο πελάτης από το δικηγόρο. Όταν η επικοινωνία περιλαμβάνει ένα τρίτο πρόσωπο, το ερώτημα είναι εάν η συμπερίληψη του τρίτου προσώπου σημαίνει ότι η επικοινωνία ή το έγγραφο δεν είναι πλέον εμπιστευτικά· αν το τρίτο πρόσωπο είχε ρητή ή σιωπηρή υποχρέωση να μην αποκαλύψει το περιεχόμενό του, το έγγραφο παραμένει προνομιούχο. [.] Η αρχή του νομικού επαγγελματικού προνομίου επεκτείνεται σε κάθε έγγραφο που συντάσσεται από δικηγόρο ή πελάτη, από το οποίο μπορεί κανείς να συμπεράνει τη φύση της συμβουλής που ζητήθηκε ή παρασχέθηκε, και σε εσωτερικά έγγραφα ή μέρη εγγράφων του πελάτη, ή του δικηγόρου, αποκαλύπτοντας τις επικοινωνίες που θα καλύπτονταν από το προνόμιο». Επομένως, στη βάση της πιο πάνω προσκομισθείσας νομολογίας, η αρχή της επίκλησης του Νομικού Επαγγελματικού Προνομίου έγκειται στο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να αναζητήσει μαρτυρία χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών της στην Αιτήτρια. Αυτά τα έγγραφα καλύπτονται από Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο ενώ παράλληλα, ως αναφέρεται και πιο πάνω, δεν σχετίζονται με κάποιο επίδικο στην αγωγή ζήτημα καθώς δεν αποτελούν μέρος των γεγονότων της υπόθεσης αλλά μία εκ των υστέρων καταγραφή γνώμης. Από την άλλη, δεν θα μπορούσε να μην αναγνωριστεί το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να αναζητήσει μαρτυρία, όπως και έπραξε, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών της στην Αιτήτρια. Επομένως, οι δύο Εκθέσεις καλύπτονται από Νομικό Επαγγελματικό Προνόμιο και δεν μπορεί η Καθ' ης η αίτηση να υποχρεωθεί να τα διαθέσει προς επιθεώρηση στην πλευρά της Αιτήτριας. Πρόσθετα, όσον αφορά τις Εκθέσεις που αποτελούν έγγραφα συμβουλευτικού περιεχομένου, η ισχύουσα Νομολογία με αναφορά στην Αγγλική Νομολογία και μνημονεύοντας την απόφαση Taylor ν. Chief Constable of Greater Manchester [1995] 1 W.L.R. 447, που αφορούσε εκθέσεις ερευνώντων λειτουργών, τάσσει ότι, οι Εκθέσεις εμπίπτουν στη δευτερεύουσα μαρτυρία και ως τέτοια μαρτυρία, αυτή καλύπτεται από το νομικό επαγγελματικό προνόμιο και δεν θα πρέπει να επιθεωρείται. Στην υπόθεση Taylor v. Chief Constable of Greater Manchester [1995] 1 W.L.R. 447 αποφασίστηκε ότι Εκθέσεις οι οποίες είχαν ετοιμαστεί από ερευνώντες λειτουργούς στο πλαίσιο διερεύνησης παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας καλύπτονταν από προνόμιο. Και τούτο για να μπορούν κάποιες γνώμες να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο ότι αυτές (οι γνώμες) θα αποκαλύπτονταν σε αυτούς που τους αφορούσαν. Σχετική είναι ακόμα και η ακόλουθη παραπομπή στο Σύγγραμμα Civil Evidence for Practitioners 4th Ed. παράγραφος 5-73: "...in Taylor v Anderton and the Police Complaints Authority [1995] 1 W.L.R. 447, it was held that "class immunity" did continue to apply to investigating officers' reports. Bingham M.R. said that he had no difficulty in accepting the need for investigating officers to feel free to report on professional colleagues or members of the public without the apprehension that their opinions might become known to such persons, and he could readily accept that the prospect of disclosure in other than unusual circumstances would have an inhibiting effect on their reports. But at the end of day, it was a matter for the trial judge". Στην Αγγλική νομολογία φαίνεται να γίνεται μια διάκριση μεταξύ πρωτεύουσας μαρτυρίας (pimary evidence), όπως είναι οι ίδιες οι καταθέσεις, και δευτερεύουσας μαρτυρίας (secondary evidence), ήτοι μια έκθεση. Συγκεκριμένα φαίνεται ότι ενώ η πρωτεύουσα μαρτυρία δεν θα πρέπει να καλύπτεται από προνόμιο, το ίδιο δεν φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση της δευτερεύουσας μαρτυρίας, ήτοι μαρτυρίας που προκύπτει από αυτή και στην οποία βασίζεται η πρωτεύουσα μαρτυρία. Η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Civil Evidence for Practitioners 4th Ed. παράγραφος 5-74 είναι επίσης σχετική: "The distinction between primary evidence emanating from a Part IX investigation, which is covered by Ex p. Wiley, and secondary evidence (such as the report), which is covered by Taylor, has been extended beyond those documents relating to the Part IX inquiry and applied to the documents relating to the police investigation into the criminal offence of which the claimant had originally been suspected of having committed. Once again the distinction is made between the primary evidence - (comprising the witness statements, exhibits, entries in police officers' notebooks, forensic reports, etc.) which, in a subsequent civil claim, is fully disclosable - and other material". Όσον αφορά το βάρος απόδειξης που φέρει η Αιτήτρια, ώστε να αποδειχθεί ότι, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για τη δίκαιη αποπεράτωση της υπόθεσης ή για σκοπούς εξοικονόμησης εξόδων κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν το έχει αποσείσει με όσα εισηγείται. Αντίθετα η Καθ' ης η αίτηση απέδειξε με όσα προέταξε ότι η μη επιθεώρηση δεν θα θέσει την Αιτήτρια σε δυσμενέστερη θέση και δεν θα καταστρατηγήσει τη δυνατότητά της να παρουσιάσει την υπόθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά κυρίως ότι, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία για την προώθηση των αξιώσεων της ή θα εξοικονομήσει χρήματα. Αποδείχτηκε από την Καθ' ης η αίτηση ότι, η παραβίαση του προνομίου με σκοπό την επιθεώρηση των δύο Εκθέσεων θα αποτελέσει παραβίαση νομολογιακά καθιερωμένης αρχής προστασίας της σχέσης δικηγόρου πελάτη (και τρίτου προσώπου), ήτοι του επαγγελματικού νομικού προνομίου. Βρίσκω επομένως ότι η Καθ΄ ης η αίτηση απέδειξε ότι, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη αποπεράτωση και εκδίκαση της υπόθεσης. Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι έχει εκπληρωθεί η προϋπόθεση που τίθεται από τη Διαταγή 28 Θεσμός 5. Το ζήτημα δε της λήψης αντιγράφων των εγγράφων που προσάγονται ή παρουσιάζονται για επιθεώρηση (inspection), είναι παρεπόμενο ή συνακόλουθο δικαίωμα του δικαιώματος επιθεώρησης και δεν εμφανίζεται σαν αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα σε καμία πρόνοια της Δ.28. Σε σχέση με τη δυνατότητα λήψης αντιγράφων, στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws of England (3η Έκδοση), Τόμος 12, Κεφάλαιο "Discovery, Inspection and Interrogatories" Παράγραφος 84μ αναφέρονται τα εξής: «84. The right to copies. A party entitled to inspect documents is also entitled to take copies or have them made for him. This right is incidental to the right to inspect (t). The right to the copies may, however, sometimes be more limited than the right to inspect. The right to inspection may, in special cases, extend to the whole of a book or document to find out what part of it really concerns the party exercising the right, but in such a case the party inspecting is only entitled to take copies of those parts which are relevant to the issue (u). Prima facie the party or his solicitor inspecting the document may make the copy himself (a). When, however, inspection of documents not mentioned in the party's affidavits or pleadings is obtained by means of an order made on an application for production of specific documents (b), it would seem from the form of the order prescribed(c) that a party must bespeak the copies and is not entitled as of right to make them himself (d), as he is where, as usually happens, inspection is obtained by means of a notice (e)». Οι πρόνοιες της Δ.28 δεν προνοούν αυθύπαρκτο δικαίωμα λήψης αντιγράφων των αποκαλυπτομένων από ένα διάδικο εγγράφων. Το δικαίωμα λήψης αντιγράφων είναι παρεπόμενο και/ή συνακόλουθο (incidental) του δικαιώματος επιθεώρησης εγγράφων (right to inspection documents). Το εν λόγω δικαίωμα συνδέεται άρρηκτα με το δικαίωμα επιθεώρησης εγγράφων και δεν μπορεί να υπάρξει αυθύπαρκτο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τους λόγους ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο κάθε διάδικος στην ένορκο δήλωση του όπως και τα τεκμήρια τα οποία επεσύναψαν στις ένορκες δηλώσεις τους, τις γραπτές αγορεύσεις που οι διάδικοι παρέδωσαν στο Δικαστήριο, τη σχετική νομολογία και τις αυθεντίες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει καταδείξει επαρκείς λόγους για τους οποίους η υπό κρίση αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει και οι δύο Εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων να μην επιθεωρηθούν και να μην δοθούν αντίγραφα τους στην Αιτήτρια. Υπό το φως των όσων πιο πάνω έχω καταγράψει, η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Επιθεώρησης Εγγράφων και/ή Λήψη Αντιγράφων τους cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο