MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD ν. db TECHNOLOGIES BV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2165 /2021, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2165 /2021 Μεταξύ: MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD Ενάγουσα -και-
- db TECHNOLOGIES BV
- Anaergia Inc Εναγόμενες Ημερομηνία: 25 Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενες 1 και 2/ Αιτήτριες: Η κ. Αντωνία Αργυρού για N. Pirilides & Associates LLC Για Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Πωλίνα Οδυσσέως για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 17.01.2023 για αναστολή απόφασης λόγω εκκρεμούσας έφεσης) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Παραθέτω συνοπτικά το ιστορικό της υπόθεσης καθώς θεωρώ ότι θα είναι αναγκαίο προς τον σκοπό καλύτερης κατανόησης της απόφασης. Το δικαστήριο στις 19.01.2022 εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εναγομένων/Αιτητριών (οι «Αιτήτριες») και υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση (η «Καθ' ης η αίτηση») για το συνολικό ποσό των €680.000,00 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει γραμματίων συνήθους τύπου. Στην συνέχεια οι Αιτήτριες στις 17.03.2022 καταχώρισαν αίτηση με την οποία αιτήθηκαν διάφορα διατάγματα, τα οποία ουσιαστικά αποσκοπούσαν στον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης ημερομηνίας 19.01.
- Το δικαστήριο μετά που καταχωρίστηκε ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση εξέδωσε απόφαση στις 11.01.2023 με την οποία, απέρριψε την αίτηση των Αιτητριών ημερομηνίας 17.03.2022, με έξοδα εναντίον τους ( «η Απόφαση»). Τώρα, με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτήτριες, επιδιώκουν την αναστολή της εκτέλεσης και/ή ισχύος αυτής της Απόφασης. Παραθέτω αυτούσια τα αιτητικά της αίτησης: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει και/ή να διατάσσει την αναστολή και/ή να παρεμποδίζει την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 11.01.2023 και/ή οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης ή και άλλη διαδικασία απορρέουσα ως εκ της έκδοσης της απόφασης ημερ. 11.01.2023 και όλων των δικαστικών μέτρων κατά των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών (οι «Αιτήτριες»), μέχρι εκδίκασης της καταχωρηθείσας έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης ημερ. 11.01.2023 και/ή μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Οποιοδήποτε διάταγμα υπό οποιανδήποτε μορφή και όρους αναστολής εκτέλεσης της αποφάσεως ημερ. 11.01.2023 και/ή εφαρμογής αυτού, ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό της περιστάσεις». Η υπό κρίση αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τις Αιτήτριες κ. Αντωνία Κυριάκου (η Ε/Δ Κυριάκου), καταχωρίστηκε παράλληλα, όπως αναφέρει, με την καταχώριση Ειδοποίησης Έφεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης (Τεκμ. 3 στην Ε/Δ Κυριάκου). Στην υπό κρίση αίτηση εκτός από την παραπομπή στους λόγους έφεσης, οι Αιτήτριες προβάλλουν επί της ουσίας όσα πρόβαλαν και στην αίτηση τους για αναστολή της εκδοθείσας απόφασης τα οποία θα με απασχολήσουν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιαννάκη Ιωάννου (η Ε/Δ Ιωάννου), στην οποία εγείρονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά επιχειρήματα, κατά του βάσιμου, του νόμιμου και του νομικά στέρεου υπόβαθρου της με την οποία και ζητούν την απόρριψη της. Οι λόγοι ένστασης και όπου επιτρέπεται ομαδοποιημένοι - προς αποφυγή επαναλήψεως-, με την παράλληλη εξέταση όσων οι Αιτήτριες προβάλλουν στην αίτησή τους, θα τύχουν διαπραγμάτευσης στη συνέχεια όπου και θα αναλυθεί και η νομική πτυχή που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και στις γραπτές εισηγήσεις στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Αιτητριών εν ολίγοις εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, όπως εκφράζεται στην εισήγηση των συνηγόρων της, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της αίτησης και ότι δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού, όπου απαιτηθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός, εφόσον όπου χρειαστεί στη συνέχεια και στο κατάλληλο μέρος της απόφασης θα γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτούς. Προς υποστήριξη των θέσεων τους επικαλούνται περαιτέρω, εκτός από το δικονομικό πλαίσιο που διέπει αυτής της φύσης τις αιτήσεις και νομολογία όπως και αυθεντίες και όπου αυτές συμπίπτουν αντικρίζονται από διαφορετική οπτική γωνία προσδίδοντας σ' αυτές διαφορετική διάσταση κατά τρόπο που να συνάδει με τις θέσεις τους. Σε κάθε περίπτωση κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα τα ανωτέρω που έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για τις επί μέρους πτυχές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα με τη νομολογία μας, να με απασχολήσουν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον το προς εξέταση ζήτημα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). ΑΝΑΛΥΣΗ: Στους λόγους ένστασης 1, 2 - 6 και 9 προβάλλεται ότι δεν παρέχεται δικαιοδοτικό υπόβαθρο αναστολής της Απόφασης από το Δικαστήριο καθώς δεν εμπίπτει η υπό κρίση αίτηση εντός της εμβέλειας της Δ.35 Θ.18 και
- Ανατρέχοντας στη νομική βάση της αίτησης διαπιστώνω ότι αυτή στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.35 Θ.Θ.18 και
- Ανάλυση και επεξήγηση του νομικού πλαισίου που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει των διατάξεων αυτών και ειδικότερα της Δ.35 Θ.19, η οποία αντικατέστησε την προηγούμενη Δ.35 Θ.18, εντοπίζεται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες και σε πλήρη αρμονία θέλουν το αντικείμενο της να είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται και όχι η παγοποίηση, πόσο μάλλον ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης αυτής, όπως επιδιώκουν εδώ οι Αιτήτριες, μέσω της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας επίκληση της εν λόγω διάταξης, θα δικαιολογείτο και/ή θα επιτρεπόταν σε περίπτωση που η αιτούμενη σε αναστολή απόφαση, επέβαλλε οιαδήποτε θετική ενέργεια που θα μπορούσε να τεθεί σε αναστολή. Εν προκειμένω όμως, η απόφαση της οποίας ζητείται η αναστολή δεν επιβάλλει τη διενέργεια οιασδήποτε θετικής ενέργειας και/ή πράξης, ώστε να παρέχεται δικαιοδοτικό υπόβαθρο αναστολής της από το Δικαστήριο. Η φύση και το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν υπόκεινται σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία και τις αρχές που διέπουν τα ζητήματα εφαρμογής της διάταξης αυτής, σε αναστολή. Δεν παρέχεται ωσαύτως ευχέρεια και/ή διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, να αναστείλει την ισχύ και/ή εκτέλεση της, προδικάζοντας εκ προοιμίου την τύχη της αίτησης. Τα ως άνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας ευρίσκονται εντός της εμβέλειας της Δ.35 Θ.19 (πρώην Θ.18 πριν την τελευταία τροποποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξ ου και η αναφορά επί της σχετικής νομολογίας γίνεται στον Θ.18). Σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, όπου το Δικαστήριο εξετάζοντας παρόμοιο με αυτή ζήτημα, τόνισε τα ακόλουθα: «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708, In Re E.S. (An infant)
(1986)1 C.L.R. 119, (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35 θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition) της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35 θ.18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 θ.18». Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην υπόθεση Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524 . Σε αυτή γίνεται διαφωτιστική ανάλυση του πλαισίου εφαρμογής της Δ.35, θ.18 παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «Ord.35, rr. 18 and 19, confer discretion to stay execution of an appealable order under r.2 of Ord.35, whether final or interlocutory. Execution encompasses the enforcement of the remedial measures sanctioned in judicial proceedings. The very object of stay is to put off the enforcement of an order of the Court. That this is the ambit and purport of Ord.35 r.18 was recently acknowledged by this Court In Re E.S. (An infant). The following extract from the judgment indicates the compass of r.18 or Ord.35: (
- a)The execution of the order or judgment under appeal. "Execution" in the context of the Civil Procedure Rules encompasses every proceeding designed to enforce a judgment or order. And this is the sense in which "execution" should be understood and applied under the rule here under consideration. (
- b)Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law - Cap.62. Recitation of the order sought in the present application immediately discloses that the remedy asked for is wholly outside the ambit of Ord.35 r.18 relied upon in support of the application. We are asked to "suspend the effect of the Ruling given by the Court on 27.11.86 pending the final determination of the appeal filed by the above applicants." There is no enforceable order of the Court. A verdict of guilty is not of itself enforceable. There is nothing to execute. As Triantafyllides, P., pointed out in Fotiou and Another v. Petrolina Ltd Ord.35 r.18 confers no power to stay further proceedings in the action pending the determination of an appeal. Why this is so, is obvious to me. Ord.35 r.18 is no substitute or an alternate remedy to a writ of prohibition. Further, judicial proceedings in a pending cause or matter can only be stayed in exercise of the original jurisdiction vested in the Supreme Court by para.4 of Article 155 of the Constitution by way of a writ of prohibition. We have no power to make such order in proceedings for stay under Ord.35 r.18. Therefore, the application must necessarily be dismissed». Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι η φύση της απόφασης, το αντικείμενο δηλαδή της επιζητούμενης αναστολής, δεν περιλαμβάνει τη διενέργεια οποιασδήποτε υποχρέωσης ή καθήκον το οποίο να επιτάσσει θετική ενέργεια. Δεν θέτει τέτοια υποχρέωση ή επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της Δ.35 Θ.18 και μάλιστα να εμπίπτει εντός της εμβέλειας εφαρμογής του, έτσι που θα ενεργοποιούσε και το δικαιοδοτικό υπόβαθρο εξέτασης και έγκρισης της αίτησης. Και τούτο καθώς αποτελεί αντικείμενο της απόφασης, η αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 19.01.2022, η ισχύς και αποτέλεσμα της οποίας δεν επιχειρείται να ανασταλεί σύμφωνα με το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων. Τυχόν έγκριση λοιπόν της αίτησης, δεν θα ανέστελλε αυτομάτως, ούτε και θα έθετε άνευ ισχύος την απόφαση ημερομηνίας 19.01.2022. Ό,τι ουσιαστικά επιζητείται από τις Αιτήτριες μέσω της υπό κρίση αίτησης, είναι η ακύρωση και παραμερισμός της απορριπτικής απόφασης ημερ. 11.01.2023 μέχρι εκδικάσεως της έφεσης, ανεπίτρεπτα και καταχρηστικά και σε κάθε περίπτωση, εκτός των πλαισίων της Δ.35.Θ.18 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα ανωτέρω). Σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων, όπου το αντικείμενο της αναστολής αφορά στην υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει στον επιτυχόντα διάδικο στην υπό έφεση απόφαση, χρηματικό ποσό, κρίθηκε ότι η αναστολή εγκρίνεται εφ' όσον, επί τη βάσει της μαρτυρίας, φαίνεται πως ο τελευταίος, είτε
(1)είναι κάτοικος εξωτερικού, είτε
(2)πρόσωπο αφερέγγυο είτε
(3)πρόσωπο που σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν θα δυνηθεί να επιστρέψει στον αιτητή τα χρήματα (βλ. Μιχάλης Δημητρούδης v. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη
(2011)1 ΑΑΔ 687). Ως εκ των ανωτέρω, ακόμα και εάν χωρούσε αναστολή της απόφασης ημερομηνίας 11.01.2023, σε συνάρτηση με τα προαναφερόμενα, θα έπρεπε να συντρέχει στο πρόσωπο της Καθ' ης η αίτηση μια από τις προϋποθέσεις που έθεσε η νομολογία και απαριθμούνται πιο πάνω. Καμιά από αυτές δεν πληρείται, ούτε και υποστηρίζουν κάτι τέτοιο οι Αιτήτριες, πλην της αόριστης αναφοράς τους ότι, η Καθ' ης η αίτηση θα αδυνατεί να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η Καθ' ης η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και καθόλα, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, φερέγγυα και έτοιμη να καταβάλει ή να επιστρέψει οιονδήποτε ποσό εξόδων τυχόν διαταχθεί προς τις Αιτήτριες. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι παράγραφοι 15, 16 και το Τεκμ. 4 της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση. Το οποίο επαναλαμβάνω παρέμεινε αναντίλεκτο και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε αντίθετη προς τούτο μαρτυρία. Οι λόγοι ωστόσο για τους οποίους, οι Αιτήτριες αιτούνται δια της παρούσας την αναστολή εκτέλεσης, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι τόσο νομικά όσο και ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι Αιτήτριες, αρνούνται σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ενώ έχει παρατηρηθεί σε διάφορες περιπτώσεις και από διάφορα Δικαστήρια, η προώθηση από μέρους τους, καταχρηστικών, όπως κρίθηκαν, δικαστικών μέτρων. Παράλληλα, παρά τις εκδοθείσες εναντίον τους διαταγές για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων της Καθ' ης η αίτηση, οι Αιτήτριες, δεν έχουν μέχρι και σήμερα, συμμορφωθεί με καμία απ' αυτές, ενώ κάποιες εκκρεμούν από το έτος 2018. Με αυτά ως δεδομένα, εφόσον δεν έχουν αμφισβητηθεί, με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι ακόμα και εάν υπήρχε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος προώθησης της παρούσας αίτησης, που επαναλαμβάνω δεν είναι περίπτωση, οι Αιτήτριες κωλύονται να αιτούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Οι πιο πάνω λόγοι, νομικοί αλλά και ουσιαστικοί, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα και συνεπώς απορρίπτεται. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω για λόγους πληρότητας και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Στους λόγους ένστασης 3 και 4 προβάλλεται ότι η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από αντικανονική ένορκη δήλωση της Αντωνίας Κυριάκου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο N. PIRILIDES & ASSOCIATED LLC. Προβάλλεται συγκεκριμένα ότι οι ένορκες δηλώσεις που έχουν μέχρι σήμερα καταχωρισθεί στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής γίνονται πάντοτε εκ μέρους των Αιτητριών και γίνονται κάθε φορά από διαφορετικό δικηγόρο, όλοι οι ενόρκως δηλούντες ισχυρίζονται ότι, γνωρίζουν τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και ότι, έχουν εξουσιοδοτηθεί από τις Αιτήτριες, να προβούν σε αυτές. Ως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, στις ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 17.03.2022, ορκίζεται ο δικηγόρος κ. Νικόλας Χριστοφίδης, στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερομηνίας 21.09.2022, ορκίζεται ο δικηγόρος κ. Σάββας Θεοφάνους και στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα, ορκίζεται η δικηγόρος κ. Αντωνία Κυριάκου. Ανατρέχοντας στο λεκτικό των ως άνω ενόρκων δηλώσεων διαπιστώνω, ως έχουν επισημάνει και ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση, ότι κανένας λόγος δεν προβάλλεται, γιατί δεν κατέστη δυνατό να ορκιστεί ένας εκ των διευθυντών ή άλλων εκπροσώπων των Αιτητριών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 oι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Όπως επισημαίνεται περαιτέρω στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1453 : «.Η Αγγλική νοµολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι, ένορκη δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών, είναι αντικανονική [βλ. In κ J. L. Young Manufacturing Company Limited [1900]2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532] · ενώ ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από το δικηγόρο του διαδίκου, δε συνιστά µαρτυρία [In re Palmes [1901] W. Ν.
- Βλ. επίσης The Annual Practice 1960, σσ. 922 µέχρι 923]. Η ∆. 39 θ. 2 αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύµφωνα µε το δίκαιο της απόδειξης, που αποκλείει την εξ ακοής µαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα και η εξαίρεση που προβλέπεται από τη ∆. 39 θ.2 συναρτάται µε την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Στην προκείµενη περίπτωση η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετεί την αίτηση, είναι πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται, όπως η φήμη και η εμπορική εύνοια που απολαμβάνουν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν αποκαλύπτονται. Το κενό δεν πληρώνεται µε την πίστη της ομνύουσας για την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της». Η ανωτέρω αναφερόμενη νομολογιακή προσέγγιση ενισχύει τον λόγο ένστασης όπως αυτός προβλήθηκε στην κατατεθειμένη ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με απλή ανάγνωση των παραγράφων 1 και 2 της Ε/Δ Κυριάκου, διαπιστώνεται ότι, η ομνύουσα δεν δίδει κάποια εξήγηση γιατί προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης αντί κάποιος από τους διευθυντές των Αιτητριών. Περαιτέρω, δεν παρουσιάζεται καμιά εξουσιοδότηση προώθησης της υπό κρίση αίτησης προς το δικηγορικό γραφείο που την προωθεί ή προς την ενόρκως δηλούσα. Σύμφωνα επομένως με τα ανωτέρω καθίσταται αντικανονική και έκθετη σε απόρριψη η εν λόγω ένορκος δήλωση, συμπαρασύροντας και την ίδια την αίτηση σε ακυρότητα και απόρριψη αφού στερείται ένεκα τούτου του αναγκαίου υποβάθρου εξέτασης της. Στους λόγους ένστασης 5, 10, 11 και 14 προβάλλονται ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Πρόκειται για την απουσία περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν συντρέχουν εξαιρετικές και/ή ειδικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης τους και/ή να δικαιολογούν την παρέκκλιση από την αρχή της εκτελεστότητας των δικαστικών αποφάσεων και/ή την κατ' εξαίρεση αναστολή εκτέλεσης τους. Σύμφωνα με τη νομολογία μας μόνο στις περιπτώσεις που αποκαλύπτονται εξαιρετικοί λόγοι/περιστάσεις δύναται να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παρέκκλισης από τον γενικό κανόνα του μη ανασταλτικού αποτελέσματος καταχώρισης έφεσης. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Πεύκου ν. Ιερού Ναού Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου διά του προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου ΧΧΧ Βασιλείου κ.α, Πολ. Εφ. 137/2019 ημερ. 8.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:A352 : «. η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία παραμένει ισχυρή διατηρώντας τη τελεσιδικία της μέχρι την τυχόν τροποποίηση ή ανατροπή της από το Εφετείο. Αυτό προκύπτει εγγενώς από το ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του λόγω της έφεσης. Εξισορροπητικά ωστόσο, είναι θεμελιωμένη και η έτερη αρχή με την οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση, για την απονομή της δικαιοσύνης η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, όταν ειδικά υπάρχει κίνδυνος εξανέμισης της αξίας της έφεσης. (Βλ. ΚΟΣΜΟΣ Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν.
- Χρ. Τυρίμος κ.α., πολ.εφ.87/19, 9.6.2021 όπου γίνεται αναφορά στη σχετική νομολογία». Οι πιο πάνω αρχές, αποκρυσταλλώθηκαν σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και υιοθετήθηκαν σε πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων. Αυθεντία αποτελεί η απόφαση BP Holdings Ltd και άλλος ν. Κιταλίδη κ. α. (αρ. 1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 στην οποία τονίζεται πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 Θ.18 ασκείται σε συνάρτηση με τις κάτωθεν αρχές: (α) Ο διάδικος που επιτυγχάνει δεν πρέπει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, να στερείται των καρπών της επιτυχίας του, και (β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί και/ή νομιμοποιεί και/ή ενεργοποιεί το δικαιοδοτικό υπόβαθρο, τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης και/ή ισχύος της απόφασης. Ούτε και τέθηκαν από τις Αιτήτριες, οι οποίες φέρουν και το βάρος απόδειξης, τα στοιχεία εκείνα που να δικαιολογούν έστω «λεκτικά» τα αιτήματα που προωθούν με την υπό κρίση αίτησή τους. Δεν δόθηκαν τα στοιχεία εκείνα που θα κληθεί το Δικαστήριο να εξετάσει, να αξιολογήσει και εν τέλει να καταλήξει αν υπό τις περιστάσεις κρίνεται δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Αιτήτριες, επιχειρούν να υποστηρίξουν την υπό κρίση αίτηση στη βάση δύο βασικών ισχυρισμών. Ο ένας, αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας έφεσης, ο οποίος δεν εμπίπτει εντός των περιορισμένων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση τέτοιας φύσεως αιτήσεων, εκτός και εάν πρόκειται για κάποιο έκδηλο νομικό σφάλμα, που δεν είναι η περίπτωση, και ο δεύτερος, την αφερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση, ισχυρισμός ο οποίος δεν τεκμηριώνεται και σε κάθε περίπτωση, αντικρούεται επιτυχώς μέσω της καταχωρισθείσας ένστασης της Καθ' ης η αίτηση. Παρατηρείται, περαιτέρω ότι, οι Αιτήτριες δεν παρουσιάζουν οτιδήποτε καινούργιο στο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνουν και αναλώνονται στους ίδιους ισχυρισμούς που έθεσαν προηγουμένως και έχουν ήδη εξεταστεί. Τα όσα δε αναφέρουν περί αφερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση απαντώνται στην ένσταση της τελευταίας. Σχετικό είναι το απόσπασμα της Ε/Δ Ιωάννου: «Tα όσα παρουσιάζουν οι Αιτήτριες σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση, είναι ετεροχρονισμένα, ψευδή και παραπλανητικά. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, το σύνολο των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση τόσο με την Τράπεζα Κύπρου όσο και με το Τμήμα Φορολογίας έχουν πλήρως διευθετηθεί και η πρώτη, είναι καθόλα υγιής και δραστήρια. Επισυνάπτω προσχέδιο των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας για το έτος 2021, ως Τεκμήριο 4 το οποίο ακόμα και εάν τύχει αλλαγών, αυτές θα είναι επουσιώδεις και δεν θα μεταβάλλουν την κερδοφόρα εικόνα που παρουσιάζει η Εταιρεία. Να σημειωθεί ότι, οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν και τα οικονομικά στοιχεία που εγκρίθηκαν και κατατέθηκαν στον Έφορο Εταιρειών για το έτος 2020, το οποίο ήταν εξαιρετικά επικερδής για την Εταιρεία. Οι δε οικονομικές καταστάσεις του έτους 2020, είναι κατατεθειμένες στον Έφορο Εταιρειών και επομένως προσβάσιμες στις Αιτήτριες, οι οποίοι σκοπίμως προφανώς αντί να παρουσιάσουν τις πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας, παρουσιάζουν παραπλανητικά αυτές του 2016. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε σωρεία Δημόσιων Έργων, γεγονός που εκ των πραγμάτων δεν θα ήταν δυνατόν εάν αυτή ήταν, ως ανεπιτυχώς επιχείρησαν να πείσουν το Δικαστήριο οι Αιτήτριες, αφερέγγυα. Παράλληλα, θα ήθελα να τονίσω ότι, δεν τίθεται ως ισχυρισμός των Αιτητών ότι, αδυνατούν να καταβάλουν το εξ αποφάσεως χρέος ή ότι η καταβολή του, θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή τους. Με τούτο ως δεδομένο, οι Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα». Ακόμα όμως και αν η έφεση επιτύχει, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Καθ' ης η αίτηση, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, δεν οδηγούν σε αρνητικό επηρεασμό των δικαιωμάτων των πρώτων, ούτε λόγος να καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση τους με τη διατήρηση ισχύος της εκδοθείσας απόφασης μέχρι και την εκδίκαση της έφεσης. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι φερέγγυα εταιρεία, και θα είναι έτοιμη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να τους επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί στην ίδια. Αντίθετα, οι ίδιες οι Αιτήτριες έχουν αποτύχει να εξηγήσουν, με ποιο τρόπο οι ίδιες είναι φερέγγυες και τι είδους εγγύηση προτίθενται να δώσουν στο Δικαστήριο, για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αναστολής. Δεδομένου ότι, και οι δύο αποτελούν εταιρείες εξωτερικού, όφειλαν να δηλώσουν τουλάχιστον ετοιμότητα κατάθεσης του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους στο Δικαστήριο. Όχι μόνο δεν το πράττουν, αλλά αποφεύγουν να αναφερθούν με οποιοδήποτε τρόπο στην δική τους φερεγγυότητα και καλοπιστία. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η εισήγηση των Αιτητριών, ως αυτή προβάλλεται στην παράγραφο 15 της Ε/Δ Κυριάκου, να θεωρηθούν οι ακυρωθείσες, αμφισβητούμενης εγκυρότητας καταχωρισθείσες εγγυήσεις ημερομηνιών 17.06.2022, ως εξασφάλιση για την αναστολή της απόφασης ημερομηνίας 11.01.2023, η οποία και αποτελεί απόδειξη ότι οι ίδιες δεν έχουν να προτείνουν οτιδήποτε για την δίκαιη προώθηση της παρούσας αλλά και της παντελούς απουσίας οποιασδήποτε προσφοράς για παροχή ικανής και επαρκούς εξασφάλισης, για την πιθανότητα επιτυχία της αίτησής τους. Σχετική είναι η απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, η οποία επιβεβαιώνει τους αυστηρούς όρους αναστολής που είθισται να τίθενται (μερική καταβολή, πληρωμή στο Δικαστήριο ή τραπεζική εγγύηση), όπου εγκρίνεται αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης. Παρόμοια στην απόφαση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978 διατάχθηκε η καταβολή μέρους του ποσού και η αναστολή για το υπόλοιπο νοουμένου ότι, θα παρείχαν τραπεζική εγγύηση στο ύψος αυτού. Ειδικότερα, αποφασίστηκαν τα εξής: «Ο δεύτερος όρος που έθεσε το δικαστήριο για την αναστολή της απόφασης είναι η παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης για ποσό ΛΚ100.000 μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Για το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους που ανέρχεται στις £168.042,65 δεν έγινε οποιαδήποτε πρόνοια στην εκκαλούμενη απόφαση ούτε έχει τεθεί οποιοσδήποτε όρος. Αυτό σημαίνει ότι ο εφεσείων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης δεν θα μπορεί να διεκδικήσει από τους εφεσίβλητους μεγάλο μέρος του ποσού που το δικαστήριο έχει επιδικάσει ενώ δεν φαίνεται ότι υπάρχουν καθορισμένα στοιχεία φερεγγυότητας των εφεσιβλήτων ή άλλα εχέγγυα που να διασφαλίζουν την είσπραξη του ποσού σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας της έφεσης των εφεσιβλήτων. Το ενδεχόμενο ενός τέτοιου κινδύνου έπρεπε να είχε αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά από το πρωτόδικο δικαστήριο. Επομένως η λύση η οποία θα επιφέρει υπό τις περιστάσεις την ισορροπία μεταξύ των συγκρουομένων δικαιωμάτων των διαδίκων και τη μείωση ή ακόμα και την εξουδετέρωση του κινδύνου που διατρέχει η κάθε πλευρά, είναι η παροχή τραπεζικής εγγύησης προς τον εφεσείοντα για ολόκληρο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους των εφεσιβλήτων μετά την αφαίρεση του ποσού των £100.000 η πληρωμή του οποίου έχει ήδη διαταχθεί. Καθόσον αφορά το ζήτημα της μη συμπερίληψης στους όρους αναστολής της καταβολής των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ του εφεσείοντα, είναι γεγονός ότι η πρακτική που ακολουθούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογη προς ό,τι εφαρμόζεται στην Αγγλία πάνω στο ίδιο θέμα. Βλ. Annual Practice 1956, Ord. 58 r.16. Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης. Δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη οποιουδήποτε αποχρώντος λόγου γιατί να μην τηρήσει το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή την πρακτική και στην παρούσα περίπτωση». Οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι θα αδικηθούν σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αίτησης. Πρόκειται όμως για ισχυρισμό ο οποίος παρέμεινε εντελώς μετέωρος, χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο. Είναι δε εντελώς αβάσιμος καθώς δεν υποστηρίζεται και από οποιαδήποτε γεγονότα. Ως έχει λεχθεί και στην αγγλική απόφαση Atkins v. Great Western Railway
(1986)2 T.L.R 400: «As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs were paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeds». Τέτοια μαρτυρία, που να υποστηρίζει αυτό το ενδεχόμενο (reasonable probability), στα πλαίσια της αίτησης, δεν υφίσταται. Τουναντίον, παρέμεινε αναναντίλεκτο πως, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, ουδόλως θα επηρεαστούν τα συμφέροντα των Αιτητριών. Στους λόγους ένστασης 7,12 και 13 η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι οι Αιτήτριες ενεργούν κακόπιστα και καταχρηστικά. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, στα πλαίσια τέτοιου είδους αιτήσεων, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η συμπεριφορά του Αιτητριών. Η άρνηση και/ή παράλειψη των Αιτητριών να συμμορφωθούν με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων της ενάγουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Δικαστηρίου, όχι μόνο στα πλαίσια της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγής αλλά και στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών που εγέρθηκαν από τις ίδιες τις Αιτήτριες πάνω από 4 έτη προηγουμένως, κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ των πιο πάνω λόγων ένστασης και καταδικάζουν την αίτηση, σε αποτυχία. Σύμφωνα με την Ε/Δ Ιωάννου παρ. 14 και Τεκμ. 2 και 3 οι Αιτήτριες παρέλειψαν να πληρώσουν τα δικηγορικά έξοδα της ενάγουσας ως αυτά επιδικάστηκαν στα πλαίσια των Γενικών Αιτήσεων υπ' αριθμό 333/2018 και 332/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επομένως, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη (mala fide), καθότι στοχεύει στην παρακώλυση της διαδικασίας και να καταστήσει ατελέσφορη την πρωτόδικη απόφαση με αποστέρηση από την Καθ' ης η αίτηση του δικαιώματος της να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας της, απολήγοντας στην υποβάθμιση του κύρους των Δικαστικών αποφάσεων. Είναι δε φανερό ότι ο στόχος των Αιτητριών αποβλέπει στο να αποτρέψει την Καθ' ης η αίτηση από το να επωφεληθεί τους καρπούς των ωφελημάτων που μέσω της εκδοθείσας απόφασης τής αναγνωρίστηκαν και αποβλέπει στη μη καταβολή των επιδικασθέντων εξόδων εναντίον τους, στα πλαίσια της απόφασης αυτής. Στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β ΑΑΔ 692 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή. Αλλά και αν ακόμα προσφερόταν η δυνατότητα διαφορετικής στάθμισης θα θεωρούσαμε ότι η ορθή απονομή δικαιοσύνης θα επέβαλλε τη συνέχιση και όχι την αναστολής της διαδικασίας». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι δίκαιον και προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια να απορρίψω την αίτηση ως καταχρηστική και ως νόμω και ουσία αβάσιμη, με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων/Αιτητριών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο