Στέλλα - Μαρία Ιωαννίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1577/2019, 3/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1577/2019 Μεταξύ: Στέλλα - Μαρία Ιωαννίδη Ενάγουσα και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης Ημερομηνία: 3 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Μ. Γεωργίου για Σώτος Σταυρινίδης & Λεωνίδας Γεωργίου Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: Η κ. Μ. Θεοδώρου για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για απόρριψη και/ή παραμερισμό και/ή αναστολή της αγωγής με ημερ. 21.04.2022) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η Εναγόμενη/Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια») με την υπό κρίση αίτησή της αιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός και/ή η αναστολή της αγωγής και/ή η διαγραφή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), ως μη αποκαλύπτουσα οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον της Αιτήτριας και/ή ως επιπόλαιας και ενοχλητικής και/ή καταχρηστικής. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και γίνεται ως προς τα γεγονότα της παραπομπή στο φάκελο της υπόθεσης και στο περιεχόμενο των δικογράφων. Εδώ παρενθετικά εφόσον έγινε αντικείμενο συζήτησης στις αγορεύσεις αλλά και προβλήθηκε σχετικός λόγος ένστασης, να παρατηρήσω ότι σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246), η διαπίστωση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Γι' αυτό όχι μόνο το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και το Εφετείο είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου. Η επίκληση της Διαταγής 27 Θ. 3 δεν επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ.575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης (δ) ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αδικαιολόγητη γιατί δεν συνοδεύεται και/ή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να αναφέρει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ώστε να μην συνιστά κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή είναι επιπόλαια και ενοχλητική και αποσκοπεί σε προσπάθεια της Αιτήτριας να περιπλέξει τη διαδικασία και να δημιουργήσει περιττά έξοδα εκ προοιμίου, κρίνω ότι δεν έχει έρεισμα ως εκ της φύσεως της αίτησης. Αρκεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την Δ.48, θ. 9 (
- o)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, αιτήσεις όπως η υπό κρίση δύνανται να μην υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Και αυτό γιατί το θέμα κρίνεται μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την υπό κρίση αίτηση στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και να αγνοήσει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση (βλ. για το ίδιο θέμα την απόφαση στην Αιμιλιανού ν. Demlaw Investment Limited αρ. αγωγής 276/2020 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 10.09.2021 του αδελφού Δικαστή κ. Π. Μιχαηλίδη Α.Ε.Δ., στην οποία θα κάνω ξανά αναφορά στη συνέχεια και στην οποία αναφέρονται τα εξής σημαντικά ως προς το ζήτημα που εξετάζεται εδώ, τα οποία και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του επικαλούμενου θεσμού. Και αυτό είναι λογικό αφού όταν γίνεται επίκληση του εν λόγω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). ...... Αναφορικά με τον λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η υπό κρίση αίτηση έπρεπε να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση αρκεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την Δ.48, θ.9(
- o)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις όπως η υπό κρίση δύνανται να μην υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Και αυτό γιατί όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε το θέμα κρίνεται μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Και το Δικαστήριο τούτο έπραξε. Έκρινε την υπό κρίση αίτηση στην βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και αγνόησε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν αν και στην ουσία αυτά, θα πρέπει να λεχθεί, δεν διαφέρουν από τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με την ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν, εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, και σε νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης υπό την οπτική γωνία που η κάθε πλευρά αντικρίζει το ζήτημα. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση του επίδικου ζητήματος ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η απόρριψη της αγωγής (στη συνέχεια «η αγωγή»), για τον λόγο ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Δικονομικό έρεισμα για την αιτούμενη θεραπεία αποτελεί η Δ.27, Θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Με την αγωγή της η Καθ' ης η αίτηση, επιζητεί τον παραμερισμό των αποφάσεων που φέρουν ημερομηνίες 7.04.2016, 27.04.2016, και 9.06.2016, οι οποίες εκδόθηκαν στο πλαίσιο των αγωγών με αρ. 5946/2015, 6152/2015 και 6284/2015 αντίστοιχα, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «οι αποφάσεις»). Για καλύτερη κατανόηση του σκεπτικού του Δικαστηρίου παραθέτω εδώ αυτούσιες τις αξιώσεις τις οποίες η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει εναντίον της Αιτήτριας με την αγωγή της: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα ότι οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπ' αριθμό 5946/2015 αγωγής κατά την 7/4/2016, της υπ' αριθμό 6284/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 9/6/2016 και της υπ' αριθμό 6152/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 27/4/2016 προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος της Ενάγουσας, ήταν αποτέλεσμα και/ή προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή αναληθών και/ή ανακριβών γεγονότων που παρέθεσαν οι Εναγόμενοι στο Δικαστήριο εν γνώσει τους και/ή σκόπιμα με πρόθεση να το παραπλανήσουν και/ή λόγω δολίας απόκρυψης από το Δικαστήριο των αληθινών και/ή πραγματικών γεγονότων εκ μέρους των Εναγομένων που φανέρωναν παράνομο δανεισμό της Ενάγουσας εκ μέρους των κατά την σύναψη των συμφωνιών δανείου ημερ. 30/08/2007, 29/10/2007 και 8/11/2004 και των γενόμενων τροποποιήσεων της και/ή ότι οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν σε βάρος της Καθ' ης η αίτηση και προς όφελος των Εναγομένων κατόπιν δολίας παράβασης των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου, και/ή του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93 (Ι)/ 1996, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 106 (Ι) 2010, όπως τροποποιήθηκε, τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, προ ή κατά την σύναψη των πιο πάνω συμβάσεων δανείων εκ μέρους των Εναγομένων και/ή ότι οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν ενάντια στους πιο πάνω Νόμους και ενάντια στη δημόσια Πολιτική. Β. Αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι προ ή κατά την σύναψη με την Ενάγουσα των συμφωνιών δανείου ημερ. 30/08/2007, 29/10/2007 και 8/11/2004 και των γινόμενων τροποποιήσεων αυτής για την παραχώρηση προς την Ενάγουσα δανείου , εσκεμμένα και/ή δολίως παρέβησαν τις πρόνοιες των πιο πάνω αναφερόμενων στην παράγραφο αρ. Α νόμων, και/ή ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές εκ προθέσεως και/ή εν γνώσει τους και/ή δολίως κατά τον χρόνο της έκδοσης της προαναφερθείσας απόφασης απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι παρέβησαν τις πρόνοιες των πιο πάνω ανφερόμενων Νόμων, κατά τον χρόνο που παραχώρησαν προς την Ενάγουσα τα δάνεια που αναφέρονται στις συμφωνίες δανείου ημερ. 30/08/2007, 29/10/2007 και 8/11/2004 και των γενόμενων τροποποιήσεων αυτής και/ή ότι παρέβησαν την προαναφερθείσα νομοθεσία αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ανωτέρω συμφωνίας δανείου με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταστεί υπόλογος για να καταβάλει στους Εναγόμενους τα ποσά που αναγράφονται στις ανωτέρω εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις υπό ημερομηνίες 7/4/2016, 9/6/2016 και 27/4/2016 όπως και στην έκδοση σχετικών διαταγματών για την εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας της Ενάγουσας και/ή άλλων διαταγμάτων. Γ. Απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσονται άκυρες και/ή και/ή ως στερημένες έννομου αποτελέσματος εξ υπαρχής οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπ' αριθμό 5946/2015 αγωγής κατά την 7/4/2016, της υπ' αριθμό 6284/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 9/6/2016 και της υπ' αριθμό 6152/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 27/4/2016 προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος της Ενάγουσας γιατί ήταν το αποτέλεσμα και/ή προϊόν δόλου και/ή απάτης, και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αναληθών και/ή ανακριβών γεγονότων που παρέθεσαν οι Εναγόμενοι στο Δικαστήριο, εκ προθέσεως και/ή εν γνώσει τους με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή λόγω δολίας απόκρυψης από το Δικαστήριο των αληθινών και/ή πραγματικών γεγονότων εκ μέρους των Εναγομένων κατά ή προ της σύναψης των συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 30/08/2007, 29/10/2007 και 8/11/2004 και των γινόμενων τροποποιήσεων αυτών, και τα οποία γεγονότα παραβίαζαν την προαναφερθείσα νομοθεσία και τα οποία καθιστούν την ανωτέρω συμφωνία δανείου άκυρη και/ή παράνομη εξ υπαρχής γιατί φανέρωναν παράνομο δανεισμό της Ενάγουσας εκ μέρους των Εναγομένων κατά την σύναψη των συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 30/08/2007, 29/10/2007 και 8/11/2004 και των γινόμενων τροποποιήσεων αυτών και/ή ότι οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν εναντίον της Ενάγουσας και προς όφελος των Εναγομένων στηριζόμενες σε γεγονότα, τα οποία εσκεμμένα και/ή κατά τρόπο δόλιο εκ μέρους των Εναγομένων παραβίαζαν τις πρόνοιες των πιο πάνω αναφερόμενων Νόμων, και/ή ότι οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν ενάντια στους πιο πάνω Νόμους και/ή ενάντια στη δημόσια Πολιτική. Δ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας από πλευράς Εναγομένων και/ή για την αντικανονική και μη νόμιμη έκδοση των δικαστικών αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της υπ' αριθμό 5946/2015 αγωγής που εκδόθηκε κατά την 7/4/2016, της υπ' αριθμό 6284/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 9/6/2016 και της υπ' αριθμό 6152/2015 αγωγής που εκδόθηκε στις 27/4/2016 προς όφελος των Εναγομένων και εις βάρους της Ενάγουσας, και οι οποίες ήταν αποτέλεσμα δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων , απόκρυψης γεγονότων και παρανομίας κατά την έκδοση της πιο πάνω απόφαση και/ή ως αποζημιώσεις λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού των Εναγομένων σε βάρους της Ενάγουσας και/ή άλλως πως». Η Καθ' ης η αίτηση, με την παρούσα αγωγή εν ολίγοις υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των πιο πάνω αναφερόμενων αγωγών ήταν αποτέλεσμα και/ή προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή αναληθών και/ή ανακριβών γεγονότων τα οποία παρέθεσε η Αιτήτρια στο Δικαστήριο εν γνώσει της και/ή με πρόθεση να το παραπλανήσει και/ή λόγω δόλιας απόκρυψης από το Δικαστήριο των αληθινών και/ή πραγματικών γεγονότων. Οι λεπτομέρειες δόλου εκτίθενται στις παραγράφους 10 (α) - (δ), 11, και 12 της Έκθεσης Απαίτησης και έτσι επιδιώκει να κηρυχθούν άκυρες και/ή στερούμενες εννόμου αποτελέσματος οι αποφάσεις και επιδίκαση σε βάρος της Αιτήτριας τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων για παράνομα και αθέμιτα οφέλη που αποκόμισε σε βάρος της. Το πρωταρχικό ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον οι προαναφερόμενες δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου αποκαλύπτουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια, όπως παραδέχονται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της στην αγόρευση τους, δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα παραμερισμού δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν συνεπεία δόλου μέσω αγωγής η οποία εγείρεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε διάδικο είτε μη, δυνάμει της Δ.33, θ.15 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το κατά πόσο υφίσταται ή όχι εύλογη αιτία αγωγής κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση κρίνω ότι θα πρέπει να αγνοηθεί και το γεγονός ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, όπως προανέφερα, δεν συνιστά ούτε παρατυπία ούτε δικονομική αδυναμία της αίτησης όπως υποστηρίζεται σε λόγους ένστασης οι οποίοι εκ προοιμίου έχουν ήδη απορριφθεί. Διαπιστώνεται από την Υπεράσπιση ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν αποδέχεται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση περιλαμβανομένων των λεπτομερειών δόλου. Η Διαταγή 27 Θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι επιπόλαιη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω Θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον Θεσμό 4 της Διαταγής 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958 ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω Θεσμό ασκείται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν χωρεί αμφιβολία. Σύμφωνα περαιτέρω με τη νομολογία η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α.ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden
(1966)1 All E R 689). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (βλ. σελίδα 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την Δ.27, Θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εξετάζεται από το Δικαστήριο η εγκυρότητα του δικογράφου. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο: «Frivolous or Vexatious Actions» σημειώνεται ότι η φράση «επιπόλαιες και ενοχλητικές αγωγές» αναφέρεται σε αγωγές οι οποίες είναι έκδηλα επιπόλαιες και ενοχλητικές ή εμφανώς ανυπόστατες. Το δικόγραφο πρέπει να είναι εμφανώς καταπιεστικό ώστε η προώθησή του να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στις σελίδες 145-146 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο «Frivolous or vexatious pleadings and actions» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι το δικόγραφο ή η οπισθογράφηση του κλητηρίου που είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) δύναται να διαγραφεί ή τροποποιηθεί και η αγωγή να ανασταλεί η τροποποιηθεί ή να εκδοθεί διάταγμα ανάλογα της περίπτωσης. Δικόγραφο ή αγωγή είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν είναι άνευ περιεχομένου (without substance) ή ανυπόστατο (groundless), μη ρεαλιστικό (fanciful) και ενοχλητικό (vexatious) όταν στερείται καλής πίστης (bona fides), είναι ανέλπιδο (hopeless) ή καταπιεστικό (oppressive) και τείνει να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αχρείαστη αγωνία, ταλαιπωρία και έξοδα. Έτσι δικόγραφο μπορεί να είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν ο διάδικος «παίζει» με το Δικαστήριο (trifling with the Court) ή όταν η προώθησή του θα ήταν χάσιμο του χρόνου του Δικαστηρίου ή όταν δεν είναι δεκτικό αιτιολογημένης επιχειρηματολογίας. Δικόγραφο δύναται να είναι ενοχλητικό (vexatious) όταν είναι χωρίς έρεισμα ή όταν δεν θα μπορούσε να πετύχει ή όταν η αγωγή εγείρεται ή η υπεράσπιση προβάλλεται μόνο για να ενοχλήσει ή για τον προσπορισμό ενός φανταστικού πλεονεκτήματος. Οι κατηγορίες αποφάσεων οι οποίες δύνανται να παραμερισθούν λόγω δόλου είναι δύο. Η πρώτη είναι όταν ο δόλος προέρχεται από το ίδιο το Δικαστήριο (fraud in the court) που δεν είναι αυτό που επικαλείται εδώ η Καθ' ης η αίτηση. Η δεύτερη κατηγορία είναι ο δόλος συνεπεία του οποίου εκδίδεται απόφαση και προέρχεται από ένα ή περισσότερους διάδικους (fraud by one or more of the parties). Η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται την δεύτερη κατηγορία καθώς το παράπονο της στρέφεται εναντίον της Αιτήτριας, η οποία σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση ενήργησε δόλια. Όπως τίθεται το ζήτημα πολύ ορθά από τους συνηγόρους της Αιτήτριας το ερώτημα, είναι ποια είναι η έννοια του δόλου σε τέτοιες περιπτώσεις και σε τι συνίσταται ο δόλος ο οποίος είναι ικανός να οδηγήσει σε παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Τα συστατικά στοιχεία του δόλου που είναι ικανός να παραμερίσει απόφαση συνοψίζονται στο σύγγραμμα Civil Fraud, 1η έκδοση, παράγραφοι 30-013 μέρος Mainwork, Section G, Chapter 38, Section C με τίτλο «Elements to be proved» και είναι τα ακόλουθα: (α) συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα από τον επιτυχόντα διάδικο σε σχέση με την σχετική μαρτυρία που δόθηκε ή ενέργεια που λήφθηκε ή δήλωση που έγινε ή ζήτημα που αποκρύφτηκε η οποία σχετίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, (β) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη (η οποία έγινε με συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα) πρέπει να είναι ουσιώδης (material). Το ουσιώδες της νέας μαρτυρίας αξιολογείται με αναφορά στην επίδραση που έχει η νέα μαρτυρία στην μαρτυρία επί της οποίας βασίσθηκε η αρχική απόφαση, (γ) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη πρέπει να έχει ανακαλυφθεί εκ των υστέρων (newly) και δεν πρέπει να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική αγωγή. Επίσης η νέα αγωγή πρέπει να βασίζεται σε νέα μαρτυρία την οποία ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η πρώτη απόφαση, (δ) το τελευταίο επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο του δόλου που είναι ικανό να παραμερίσει απόφαση, ως προκύπτει από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1669, σελίδες 790-791 και αναφέρεται υπό τον τίτλο «Setting aside a judgment by fraud», είναι η παράθεση λεπτομερειών. Δεν αρκεί ο ισχυρισμός της ύπαρξης δόλου. Οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να εκτίθενται επακριβώς και οι σχετικοί ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης αν αποδεικνύονταν με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι δευτερεύοντα. Ο ενάγων πρέπει να καταδείξει ότι έχει ισχυρή υπόθεση για να πετύχει τον παραμερισμό της απόφασης. Επίσης ο ισχυριζόμενος δόλος πρέπει να έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας και να έχει ανακαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, διαφορετικά η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική (vexatious). Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί». H Jonesco (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 419. Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις κάνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για τον λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκαν τα εξής (σε μετάφραση): «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για τον λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός». Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα κριτήρια του πιο πάνω ελέγχου στην πρακτική είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν και σπάνια ικανοποιούνται. Ερχόμενος τώρα στις δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου που εκτίθενται στις παραγράφους 10 (α) - (δ) και 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης κρίνω ότι δεν πληρούν τα πιο πάνω κριτήρια. Επομένως, και αν ακόμα αυτές αποδειχθούν κατά την δίκη δεν θα δύνανται να οδηγήσουν σε παραμερισμό της απόφασης. Η Έκθεση Απαίτησης καθίσταται, έτσι, εντελώς ανυπόστατη ως αποτέλεσμα του απλού γεγονότος ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Είναι, επίσης, νομολογημένο, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ισχυριζόμενος δόλος δεν εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί ως ενοχλητική. Στην απόφαση Αιμιλιανού ν. Demlaw Investment Limited, (πιο πάνω) γίνεται ανάλυση του ζητήματος. Παραπέμπω σε εκτενές απόσπασμα το οποίο υιοθετείται ως προς τις αρχές που αναδύονται από αυτό και για τους σκοπούς της παρούσας: «.Το παράπονο των Καθ' ων η αίτηση στρέφεται εναντίον των Αιτητών οι οποίοι σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν δόλια. Το ερώτημα, όμως, είναι ποια είναι η έννοια του δόλου σε τέτοιες περιπτώσεις και σε τι συνίσταται ο δόλος ο οποίος είναι ικανός να οδηγήσει σε παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Και αυτό γιατί θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο οι δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου μπορούν να αποτελέσουν βάση για παραμερισμό απόφασης αν αποδειχθούν κατά την δίκη. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία θα πρέπει στα πλαίσια της αγωγής για παραμερισμό της απόφασης να αποδειχθεί με μαρτυρία απόκρυψη γεγονότων και, κατ' επέκταση, παραπλάνηση του Δικαστηρίου σε ζητήματα που επηρέασαν την έκδοση της απόφασης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 ΑΑΔ 145 και Ιακώβου Μαρία ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992. Τα συστατικά στοιχεία του δόλου που είναι ικανός να παραμερίσει απόφαση συνοψίζονται στο σύγγραμμα Civil Fraud, 1η έκδοση, παράγραφοι 30-013 και είναι τα ακόλουθα: (α) συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα από τον επιτυχόντα διάδικο σε σχέση με την σχετική μαρτυρία που δόθηκε ή ενέργεια που λήφθηκε ή δήλωση που έγινε ή ζήτημα που αποκρύβηκε η οποία σχετίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, (β) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη (η οποία έγινε με συνειδητή και εσκεμμένη ανεντιμότητα) πρέπει να είναι ουσιώδης (material). Το ουσιώδες της νέας μαρτυρίας αξιολογείται με αναφορά στην επίδραση που έχει η νέα μαρτυρία στην μαρτυρία επί της οποίας βασίσθηκε η αρχική απόφαση και (γ) η σχετική μαρτυρία, ενέργεια, δήλωση ή απόκρυψη πρέπει να έχει ανακαλυφθεί εκ των υστέρων (newly) και δεν πρέπει να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική αγωγή. Επίσης η νέα αγωγή πρέπει να βασίζεται σε νέα μαρτυρία την οποία ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η πρώτη απόφαση. . Είναι, επίσης, νομολογημένο, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ισχυριζόμενος δόλος δεν εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί ως ενοχλητική. Οι Καθ' ων η αίτηση θα μπορούσαν να προσβάλουν την απόφαση είτε με την καταχώρηση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari (Βλ. William Thomas Winkless v. Alpha Bank Cyprus Ltd κ.α.), είτε με την καταχώρηση έφεσης κατόπιν αδείας η οποία λαμβάνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ.Cyprus Asbestos Mines Co Ltd
(1990)1 ΑΑΔ 49)». Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (πιο πάνω), λέχθηκαν και τα ακόλουθα από το Εφετείο με αναφορά σε μια άλλη απόφαση όπως κατωτέρω: «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106) .......... Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96)». Σχετικά είναι επίσης όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1669, σελίδες 790 791 υπό τον τίτλο «Setting aside a judgment by fraud». Δικαστική απόφαση η οποία λήφθηκε με δόλο είτε από το Δικαστήριο είτε από έναν ή περισσότερους διάδικους δύναται να προσβληθεί με αγωγή η οποία μπορεί να εγερθεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό να ισχυρισθεί ο ενάγων δόλο χωρίς να δώσει λεπτομέρειες και ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης αν αποδεικνύονταν με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι δευτερεύοντα. Ο ενάγων πρέπει να καταδείξει ότι έχει ισχυρή υπόθεση για να πετύχει τον παραμερισμό της απόφασης. Επίσης ο ισχυριζόμενος δόλος πρέπει να έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας και να έχει ανακαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ειδάλλως η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική (vexatious). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι οι λεπτομέρειες δόλου στις παραγράφους 10 (α) - (δ), 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι επαρκείς υπό την έννοια ότι δεν πληρούν τα κριτήρια/χαρακτηριστικά του δόλου ο οποίος είναι ικανός να παραμερίσει απόφαση ληφθείσα συνεπεία δόλου και, κατ' επέκταση, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στον παραμερισμό των ως άνω αποφάσεων. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση όπως εκφράζεται μέσα από τις λεπτομέρειες δόλου που εκτίθενται στις παραγράφους 10 (α) - (δ), 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η Αιτήτρια και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της, ενώ όφειλαν να γνωρίζουν ότι τοκισμός του αρχικού κεφαλαίου για 360 μέρες αντί 365 ημερών αποτελούσε καταχρηστική ρήτρα που απαγορεύεται από το Νόμο, το απέκρυψαν από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδώσει ανάλογη απόφαση υπέρ της, ενώ γνώριζαν ότι ήταν αναληθή τα οφειλόμενα ποσά στις αγωγές που καταχώρισαν, το απέκρυψαν από το Δικαστήριο, επίσης απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι μέσα στα ποσά των αξιώσεων των αγωγών περιέχονται ποσά παράνομα και μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Περαιτέρω ως ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια απέκρυψε ότι υπήρχε παράνομος δανεισμός της Καθ' ης η αίτησης εκ μέρους της κατά την σύναψη των συμφωνιών δανείων και/ή των χρηματοοικονομικών πιστώσεων και των γινόμενων τροποποιήσεων αυτών. Ως προς τα ως άνω παρατηρώ ότι το πρώτο στοιχείο του δόλου είναι η συνειδητή και εσκεμμένη απόφαση για παραποίηση ή απόκρυψη μαρτυρίας, ήτοι παραποίηση ή απόκρυψη μαρτυρίας με σκοπό να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Δεν διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια απέκρυψε όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες δόλου. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν μπορούν να θεωρηθούν εσκεμμένη και συνειδητή απόκρυψη, με βάση την οποία το Δικαστήριο εξαπατήθηκε και εξέδωσε τις αποφάσεις. Οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δόλου δεν κάνουν, επίσης, οποιαδήποτε αναφορά στο δεύτερο στοιχείο, αυτό του ουσιώδους της νέας μαρτυρίας. Οι λεπτομέρειες δόλου δεν αναφέρουν κάτι το οποίο δεν είχε τεθεί, ως είναι παραδεκτό ενώπιον του Δικαστηρίου στις αρχικές αγωγές. Προφανώς το Δικαστήριο κατά την έκδοση των αποφάσεων στην απουσία των εκεί εναγόμενων είχε ενώπιον του όλο το φάσμα των γεγονότων επί των οποίων και εξέδωσε τις αποφάσεις του. Οι λεπτομέρειες δόλου αναφέρονται στην συμπεριφορά της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η αίτηση καταλογίζει μεμπτή συμπεριφορά στην Αιτήτρια, τής καταλογίζεται, μεταξύ άλλων, αμέλεια, αδιαφορία, παράλειψη, λάθος, αυθαιρεσία, κακοπιστία, πρόθεση, απροσεξία και δολιότητα. Οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες δεν αναδεικνύουν εσκεμμένη και συνειδητή ενέργεια από μέρους της Αιτήτριας που έγινε με σκοπό να εξαπατηθεί το Δικαστήριο. Το ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Καθ' ης η αίτηση ήταν γνωστό στο Δικαστήριο. Άρα το πιο πάνω γεγονός ούτε επηρέασε, ούτε εξαπάτησε το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασης. Mάλιστα η πιο πάνω απόφαση έχει διευθετηθεί και το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί και αυτό είναι πράγματι σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπ' όψιν στην υπό κρίση αίτηση και καταλυτικός εν τέλει ως προς την αποτυχία της ίδιας της αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τις δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου και γενικότερα τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση, ελλείπουν λεπτομέρειες οι οποίες είναι ουσιώδεις σύμφωνα με την Νομολογία. Οι ελλείψεις αυτές είναι καταλυτικές για την εγκυρότητα της Έκθεσης Απαίτησης αφού την καθιστούν εντελώς ανυπόστατη. Εξαιτίας των πιο πάνω ελλείψεων δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και για τον λόγο αυτό η Έκθεση Απαίτησης καθίσταται ενοχλητική και καταπιεστική. Και αν ακόμη οι λεπτομέρειες δόλου αποδειχθούν κατά την δίκη, ο δόλος δεν θα δύναται να στοιχειοθετηθεί. Η προώθηση της αγωγής, επομένως, δεν κρίνεται πρόσφορη. Αντιθέτως πρόσφορη κρίνεται η ανακοπή της από αυτό το στάδιο. Ενόψει του ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι εντελώς ανυπόστατη, ανακοπή της αγωγής από αυτό το στάδιο δεν παραβιάζει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης και όπου είναι δυνατό αυτοί θα ομαδοποιηθούν. Στους λόγους ένστασης (α), (ε) και (στ) η Καθ' ης η αίτηση κάνει αναφορά γενικά ότι η επίδικη αίτηση είναι αβάσιμη, αστήρικτη, δεν υπάρχει ορθό νομικό βάθρο το οποίο να στηρίζει την ένσταση, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου, των Δικονομικών Κανονισμών και της Νομολογίας. Κρίνω ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης είναι γενικοί και/ή ανυπόστατοι, οι οποίοι δεν στoιχειοθετούνται. Η αίτηση βασίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και είναι εντελώς νόμιμη και σύμφωνα με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές. Συνεπώς οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι και/ή νομικά αστήριχτοι. Στους λόγους ένστασης (β) και (γ) υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αδιαμφησβήτητα και/ή παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με την νομολογία που να δικαιολογούν την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος για απόρριψη της αγωγής και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τον λόγο ότι αυτής της μορφής διατάγματα εκδίδονται κατ' εξαίρεση, γιατί αποτελούν εξαιρετικό μέτρο και ότι δεν έχει τεθεί τέτοιο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που να επιτρέπει και/ή να δικαιολογεί την παρέκκλιση από τον κανόνα ότι η ουσία πρέπει να εκδικάζεται στο πλαίσιο της δίκης. Στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης κρίνω ότι το δικόγραφο της Καθ' ης η αίτηση (η Έκθεση Απαίτησης), είναι τόσο ανυπόστατο ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίηση. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση επιπόλαιη και ενοχλητική. Η Έκθεση Απαίτησης της Καθ' ης η αίτηση είναι, εντελώς ανυπόστατη με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Είναι, επίσης, νομολογημένο, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ισχυριζόμενος δόλος δεν εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί ως ενοχλητική. Κρίνω επομένως ότι δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο. Πρόκειται περί κατάλληλης περίπτωσης όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η άποψη μου αυτή στηρίζεται και σε όσα ακολουθούν. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια έκδηλα ενοχλητική και/ή επιπόλαια αγωγή και/ή μία αγωγή που δεν έχει οιανδήποτε ορθή νομική βάση. Οι επίδικες αποφάσεις εκδόθηκαν από το έτος 2016 και διευθετήθηκαν το έτος 2017 κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Καθ' ης η αίτηση, με αποτέλεσμα σήμερα οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν τις πιο πάνω αγωγές με αρ. 5946/2015, 6284/2015, και 6152/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τα εξ αποφάσεως χρέη να είναι πλήρως εξοφλημένα και διευθετημένα. Η επαναφορά επομένως των αγωγών με την ακύρωση των εκδοθέντων αποφάσεων δεν θα έχουν αντικείμενο. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε για την έκδοση των ρηθέντων αποφάσεων από το 2016, καθότι η ίδια το 2017 προέβη σε διευθέτηση όλων των οφειλών της προς την Αιτήτρια χωρίς ουδέποτε να προβάλει οποιανδήποτε ένσταση ως προς τα οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από τις ρηθείσες αποφάσεις. Ενόψει των πιο πάνω η παρούσα αγωγή κρίνω ότι προωθείται επί ματαίω και/ή είναι άνευ αντικειμένου, αφού η ίδια η Καθ' ης η αίτηση έχει διευθετήσει όλες τις διαφορές της με την Αιτήτρια μετά την έκδοση των αποφάσεων στις πιο πάνω αναφερόμενες αγωγές. Η Καθ' ης η αίτηση έχει ακολουθήσει διαδικασία, η οποία δεν συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και η εν λόγω διαδικασία προωθείται με υπέρμετρη καθυστέρηση, που μοναδικό σκοπό έχει την πρόκληση αχρείαστης ταλαιπωρίας στην Αιτήτρια. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο: «Frivolous or Vexatious Actions» σημειώνεται ότι η φράση «επιπόλαιες και ενοχλητικές αγωγές» αναφέρεται σε αγωγές οι οποίες είναι έκδηλα επιπόλαιες και ενοχλητικές ή εμφανώς ανυπόστατες. Το δικόγραφο πρέπει να είναι εμφανώς καταπιεστικό ώστε η προώθησή του να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στις σελίδες 145-146 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο «Frivolous or vexatious pleadings and actions» αναφέρονται, μεταξύ άλλων ότι δικόγραφο ή η οπισθογράφηση του κλητηρίου που είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) δύναται να διαγραφεί ή τροποποιηθεί και η αγωγή να ανασταλεί η τροποποιηθεί ή να εκδοθεί διάταγμα ανάλογα της περίπτωσης. Δικόγραφο ή αγωγή είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν είναι άνευ περιεχομένου (without substance) ή ανυπόστατο (groundless), μη ρεαλιστικό (fanciful) και ενοχλητικό (vexatious) όταν στερείται καλής πίστης (bona fides), είναι ανέλπιδο (hopeless) ή καταπιεστικό (oppressive) και τείνει να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αχρείαστη αγωνία, ταλαιπωρία και έξοδα. Έτσι δικόγραφο μπορεί να είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν ο διάδικος «παίζει» με το Δικαστήριο (trifling with the Court) ή όταν η προώθησή του θα ήταν χάσιμο του χρόνου του Δικαστηρίου ή όταν δεν είναι δεκτικό αιτιολογημένης επιχειρηματολογίας. Δικόγραφο δύναται να είναι ενοχλητικό (vexatious) όταν είναι χωρίς έρεισμα ή όταν δεν θα μπορούσε να πετύχει ή όταν η αγωγή εγείρεται ή η υπεράσπιση προβάλλεται μόνο για να ενοχλήσει ή για τον προσπορισμό ενός φανταστικού πλεονεκτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία μας επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η κρίση αν ένα δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Η παρούσα υπόθεση είναι φανερά ανυπόστατη, επιπόλαιη και ενοχλητική σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφηκαν πιο πάνω, για αυτό δεν πρέπει να αφεθεί να προωθηθεί, καθότι τείνει να προκαλέσει στην Αιτήτρια αχρείαστη αγωνία ταλαιπωρία και έξοδα. Κανένας από τους λόγους ένστασης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Η Αιτήτρια από την άλλη προώθησε μια καθόλα νομότυπη και καλόπιστη αίτηση, οι θέσεις της είναι ορθές και ως εκ τούτου κρίνω ότι δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση κατά την αντίληψη μου όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθότι το δικόγραφο της Καθ' ης η αίτηση, είναι τόσο ανυπόστατο ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίηση. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Το δικόγραφο είναι εμφανώς καταπιεστικό, επιπόλαιο και ενοχλητικό με αποτέλεσμα η προώθησή του να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η Έκθεση Απαίτησης της Καθ' ης η αίτηση είναι εντελώς ανυπόστατη με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Είναι, επίσης, νομολογημένο, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ισχυριζόμενος δόλος δεν εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί ως ενοχλητική. Δικαιολογείται, λοιπόν, η απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση των όσων πιο πάνω ανέφερα, η αίτηση εγκρίνεται. Η αγωγή παραμερίζεται και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της παρούσας αίτησης υπέρ της Εναγόμενης/Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας/ Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο