← Κύπρος

Σε ότι αφορά την εταιρεία Βιομηχανία Μετάλλων GED Limited ν. Σε ότι αφορά την Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αίτησης:139/22, 28/2/2023

Σε ότι αφορά την εταιρεία Βιομηχανία Μετάλλων GED Limited ν. Σε ότι αφορά την Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αίτησης:139/22, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:139/22 (i- Justice) Σε ότι αφορά την εταιρεία Βιομηχανία Μετάλλων GED Limited και Σε ότι αφορά την Bank of Cyprus Public Company Limited και Σε ότι αφορά την Gordian Holdings Limited και Σε ότι αφορά το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank of Cyprus Public Company Limited, της εταιρείας Gordian Holdings Limited και των μετόχων αυτών με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 το οποίο επικυρώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου στις 13/05/

  1. και Σε ότι αφορά τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 198, 199, 200 και στον περί Εταιρειών Κανονισμοί Καν. 6 n Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Χρίστος Χριστοφόρου για Χρίστος Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση 1: Ο κ. Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση 2: Ο κ. Λοΐζος Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η αίτηση 3 Κεντρική Τράπεζα Κύπρου: Η κα Ν. Θεοδώρου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (αίτηση για έλεγχο και εξέταση του κατά πόσο πιστωτικές διευκολύνσεις άνω του €1.000.000,00 μπορούσαν να εκχωρηθούν από Τράπεζα σε επενδυτικό ταμείο και εξέταση της νομιμότητας Σχεδίου Διακανονισμού όπως και διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε). Με την υπό κρίση αίτηση της η Αιτήτρια, αιτείται από το Δικαστήριο: (α) να εξετάσει κατά πόσον οι πιστωτικές της διευκολύνσεις οι οποίες μεταβιβάστηκαν και εκχωρήθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση Bank of Cyprus Public Company Limited («η Τράπεζα») προς την Gordian Holdings Ltd («η Gordinan») δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το ΕΔ Λευκωσίας δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 23.05.2019 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. («Σχέδιο», «Διάταγμα» και «Κυρίως Αίτηση» αντίστοιχα), μπορούσαν να εκχωρηθούν καθ' ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταφοράς αυτές υπερέβαιναν το όριο του €1.000.000,00 που θέτει η σχετική νομοθεσία και δη το άρθρο 3 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν. 169(Ι)/2015 («Νόμος Εξαγοράς»), (β) να εκδώσει σχετικό διάταγμα το οποίο να εξαιρεί τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί προς τους Αιτητές από το σχετικές πρόνοιες του Σχεδίου και του Διατάγματος καθ' ότι αυτές δεν έπρεπε και δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο Σχέδιο. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω ζητήματα δεν εξετάστηκαν από το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το Διάταγμα. Η Αίτηση όπως και οι ενστάσεις στηρίζονται μεταξύ άλλων στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 155, 158 και 179, στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν. 169(Ι)/2015, άρθρα 3, 18 και 19, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 198, 199 και 200, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Κ. 6 (n), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.18 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.19, Θ.Θ. 4, 11, 13, 15, 25 και 26, Δ.21 Θ. 2, 27 Θ.Θ. 1-3, Δ.39, Δ.48, 1 - 13, Δ.57, Δ.64, στη σχετική νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια καθώς και στην εγγενή και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Ευρυπίδου («ΕΔ Ευρυπίδου») ο οποίος αφού παραθέτει το πραγματικό υπόβαθρο της διαφοράς επισυνάπτοντας ταυτόχρονα και τεκμήρια, παραθέτει τις θέσεις και ισχυρισμούς της Αιτήτριας υποστηρίζοντας το βάσιμο της αίτησης. Ουσιαστικά ο κ. Ευρυπίδου υποστηρίζει συνοπτικά τα ακόλουθα: (α) ότι η Αιτήτρια ουδέποτε κλήθηκε και ούτε και ενημερώθηκε για την ακρόαση της Κυρίως Αίτησης προφανώς κατά παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, (β) ότι η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων έγινε παράνομα και κατά παράβαση του άρθρου 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν. 169(Ι)/2015 («Νόμος Εξαγοράς») καθ' ότι οι μεταβιβασθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις δεν ενέπιπταν εντός των προνοιών του άρθρου 3 του Νόμου, και (γ) ότι το Διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να τεθεί υπόψιν του Δικαστηρίου το άρθρο 3 του Νόμου ενώ δεν έγινε επίκληση του Νόμου Εξαγοράς στο σώμα του Διατάγματος. Τόσο η Τράπεζα όσο και Gordian καταχώρισαν ξεχωριστά ενστάσεις. Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δια του δικηγόρου της ανάφερε ότι υιοθετεί τις γραπτές αγορεύσεις των ως άνω Καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση κοινοποιήθηκε και στον Έφορο Εταιρειών ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία. Οι ενιστάμενοι προβάλλουν επί της ουσίας τούς ίδιους λόγους ένστασης (με διαφορετικό ενίοτε λεκτικό), οι οποίοι άπτονται τόσο ουσιαστικούς όσο και διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι υποστηρίζονται από αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει επομένως λαμβάνω υπόψη όσα και οι δύο Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν διά των ενστάσεων τους και όσα εισηγήθηκαν στις αγορεύσεις τους. Σε αυτό το μέρος της απόφασης μου θα αποφύγω την παράθεση ή έστω αναφορά σε λεπτομέρειες της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση και αντίστοιχα στους λόγους ένστασης και την αιτιολόγηση τους διά των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις προς αποφυγή κατά το δυνατόν επαναλήψεων. Όπου χρειαστεί και κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σε αυτές κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Μακρίδης στην αρχή της αγόρευσης του ανέφερε ότι αποσύρεται εκ μέρους της Τράπεζας και δεν θα προωθηθεί πλέον ο Λόγος Ένστασης ο οποίος αφορά την καθυστέρηση της Αιτήτριας στο να αποταθεί στο Δικαστήριο ως εκ τούτου ο λόγος αυτός ένστασης δεν θα εξεταστεί. Σύντομη περιγραφή των γεγονότων όπως αυτά αναδύονται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου κρίνεται αναγκαία. (α) Η Αιτήτρια ήταν πελάτης τόσο της Τράπεζας όσο και της πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd («πρώην Λαϊκή»), οι οποί/ες παρείχαν σε αυτούς κατόπιν απαίτησης τους διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες εξασφαλίζονταν σε διάφορες εξασφαλίσεις, εγγυήσεις, υποθήκες, Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης κ.α. οι οποίες είχαν εγγραφεί τόσο από την Αιτήτρια όσο και από άλλους παρόχους εξασφαλίσεων. (β) Δυνάμει των προνοιών του ΚΔΠ 104/13 και την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της πρώην Λαϊκής προς την Τράπεζα, η Τράπεζα ανέλαβε και απέκτησε όλα τα δικαιώματα του Πιστωτή τα οποία πήγαζαν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων που η Αιτήτρια είχε συνάψει με την πρώην Λαϊκή. (γ) Σε μία προσπάθεια εξορθολογισμού των λογιστικών της και απομείωσης των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), η Τράπεζα αποφάσισε όπως προχωρήσει στην πώληση και μεταβίβαση μέρους του χαρτοφυλακίου της στο οποίο περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί προς τους Αιτητές, και οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν εξυπηρετούνταν κανονικά. (δ) Μετά που στάλθηκαν οι νενομισμένες Ειδοποιήσεις δυνάμει του άρθρου 18 του Νόμου Εξαγοράς, η Τράπεζα συμφώνησε με την Gordian Holdings Ltd, όπως της πωλήσει και μεταβίβαση μέρος του χαρτοφυλακίου της (Τεκμ. 1 στην ΕΔ Στυλιανού). (ε) Η εν λόγω μεταβίβαση και εκχώρηση έγινε μέσω Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο στις 23.05.2019 εγκρίθηκε και επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της παρούσας Κυρίως Αίτησης και αφού (α) το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να ενημερωθεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πλην των μετόχων της Τράπεζας και της Gordian και (β) έλαβαν χώρα οι Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων της Τράπεζας και της Gordian οι οποίες ενέκριναν ομόφωνα το Σχέδιο Διακανονισμού. (στ) Λόγω ακριβώς της επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού από το Δικαστήριο από τις 30.05.2019 η Gordian υποκατέστησε την Τράπεζα σε όλα τα δικαιώματα του Πιστωτή όπως αυτά πηγάζουν από τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που συμπεριλήφθηκαν στο Σχέδιο Διακανονισμού (περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν την Αιτήτρια. (ζ) Η Ατήτρια ενημερώθηκε αναφορικά με την μεταβίβαση μέσω σχετικών επιστολών που στάλθηκαν τόσο από την Τράπεζα όσο και από την Gordian (Τεκμήριο 2 στην ΕΔ Στυλιανού). (η) Η Αιτήτρια ενημερώθηκε για την εν λόγω αντικατάσταση και φαίνεται ότι καταχώρησε διάφορες διαδικασίες εναντίον της Gordian και μόνο αμφισβητώντας την εν λόγω μεταβίβαση, χωρίς ουδέποτε να προχωρήσει στην καταχώριση οποιασδήποτε διαδικασίας εναντίον της Τράπεζας αμφισβητώντας την εν λόγω μεταβίβαση. (θ) Η μόνη διαδικασία που η Αιτήτρια κίνησε εναντίον της Τράπεζας προς αμφισβήτηση του Σχεδίου Διακανονισμού αλλά και της εκχώρησης των πιστωτικών τους διευκολύνσεων προς την Gordian Holdings Ltd, ήταν η καταχώριση στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 25.06.2021, μέσω της οποίας ήγειραν παρόμοιους και πανομοιότυπους ισχυρισμούς με αυτούς που εγείρονται με την παρούσα Αίτηση, και η οποία ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του ΕΔ Λευκωσίας ημερομηνίας 04.02.2022 (Τεκμήρια 5, 6 και 7 στην ΕΔ Στυλιανού). Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης οι οποίοι προωθήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι άπτονται και προδικαστικών ζητημάτων αλλά και την ουσία αυτών των λόγων. Θα ξεκινήσω από τους λόγους ένστασης που αφορούν το κώλυμα λόγω δεδικασμένου της Αιτήτριας να καταχωρίσει και προωθήσει την υπό κρίση αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται με βάσει τα πιο πάνω γεγονότα και σε παραπομπή στα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην ΕΔ Στυλιανού (και δη στα Τεκμ. 5 και 7 αυτής) ότι η Αιτήτρια ήγειρε τους επίδικους ισχυρισμούς αλλά και αξιώσεις που εγείρει στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης μέσα από την ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 25.06.2021 τους οποίους εξέτασε και απέρριψε το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 04.02.
  2. Με τα ως άνω ως δεδομένο τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται να επαναφέρει εκ νέου προς εξέταση τους ίδιους ισχυρισμούς και αξιώσεις που ήγειρε στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 25.06.
  3. Η απάντηση στο ερώτημα κρίνω ότι είναι αρνητική. Σχετική είναι η υπόθεση Θεοδώρου ν. Μάντη

(2010)1 ΑΑΔ 1036 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «.Το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται κάτω από αυτό το Λόγο Έφεσης συνίσταται από το ερώτημα κατά πόσο η απόσυρση και απόρριψη της διαδικασίας τριτοδιαδίκου στην πρώτη αγωγή, μπορεί να εγείρει εμπόδιο δεδικασμένου ή κωλύματος (estoppel) για την εκδίκαση της δεύτερης αγωγής, δεδομένου ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου αποσύρθηκε χωρίς να υπάρξει δικαστική διάγνωση και ετυμηγορία επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καθαρά καταφατική. Όπως είχε τονιστεί και στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου (ανωτέρω) είχαν λεχθεί και τα εξής στη σελίδα 676: "Ο Ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο Ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ΄ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39)." Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17, στην οποία, αφού τονίστηκε ότι ο μόνος τρόπος να επανέλθει διάδικος και να θέσει προς εκδίκαση τα ίδια επίδικα θέματα μετά από την απόσυρση της αγωγής του, προσφέρεται με την τήρηση της διαδικασίας που προνοείται για διακοπή (discontinuance) στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ένα πρακτικό Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή ή αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως να είχε υποβληθεί ρητή αίτηση για διακοπή της διαδικασίας με βάση τις πρόνοιες της Δ.15.2 και ότι παρασχέθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια.». Ειδικότερα όσον αφορά το κώλυμα λόγω δεδικασμένου, απόλυτα διαφωτιστικά είναι τα όσα ανέφερε η Μιχαηλίδου Δ. στην Πολ. Έφεση 151/10 Liberty Life Insurance Public Co Ltd ν. Παναγιώτου κ.α.
(2014)1 Α ΑΑΔ σελ. 558: «.Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν (Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε η αρχή στην K.S.R. Commercio (ανωτέρω): «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943-60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Την έκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων οι οποίοι είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα, δίνει η Christos Boyadji v. Eleni Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299.». Στη βάση επομένως των πιο πάνω βρίσκω ότι η Αιτήτρια κωλύεται λόγω δεδικασμένου από το να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αίτηση, αφού όλοι οι ισχυρισμοί που εγείρονται αλλά και τα εγειρόμενα προς εξέταση νομικά ζητήματα και θέσεις της, εγέρθηκαν, παρουσιάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την απόφαση του ΕΔ Λευκωσίας ημερομηνίας 04.02.2022 και ως εκ τούτου τυχόν εξέταση τους από το παρόν Δικαστήριο ουσιαστικά θα επανανοίξει τα ίδια επίδικα ζητήματα κατά ρητή παράβαση της αρχής της τελεσιδικίας. Το γεγονός ότι η προγενέστερη εξέταση των ζητημάτων και ισχυρισμών έγινε στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι άλλης πρωτογενούς διαδικασίας (αγωγής ή Αίτησης) δεν επηρεάζει αλλά ούτε και μπορεί να επηρεάσει το γεγονός ότι τα επίδικα ζητήματα αλλά και ισχυρισμοί της Αιτήτριας εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν από αρμόδιο Δικαστήριο στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας και άρα εφαρμόζεται πλήρως ο λόγος της Terzian ανωτέρω ότι: «.[το κώλυμα του δεδικασμένου] καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν» Σχετικά είναι επίσης όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975 όπου ο Πικής Π. ανέφερε τα εξής τα οποία εφαρμόζονται πλήρως και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: «. Οι εφεσείοντες, στην παρούσα υπόθεση, εφεσίβαλαν την εκδοθείσα απόφαση στην αίτηση εκείνη και επιδίωξαν τον παραμερισμό της. Αξίωσαν την ακύρωση τόσο του συμβιβασμού που ενέκρινε το Δικαστήριο όσο και του διορισμού του ατόμου που ορίστηκε για την εκτέλεσή του. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση - (βλ. Χριστάκης Μιχαήλ κ.ά. ν. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1033). Έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν λόγο (locus standi) στην υπόθεση. Παράλληλα, υπέδειξε ότι: «Η διαδικασία για την προσβολή πράξης ή απόφασης Εκκαθαριστή είναι μέσω αίτησης η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 234
(5)του Κεφ. 113.». Το Άρθρο αυτό του ΚΕΦ. 113 παρέχει δικαίωμα προσβολής των πράξεων του εκκαθαριστή μέσα στα πλαίσια που ορίζει και όχι δικαίωμα προσβολής απόφασης του δικαστηρίου, εκδιδομένης μετά από αίτηση του εκκαθαριστή. Με αίτησή τους, στρεφόμενη κατά του Επίσημου Παραλήπτη, οι εφεσείοντες αξίωσαν για δεύτερη φορά τον παραμερισμό του εγκριθέντος συμβιβασμού, όπως και την αποκήρυξη του διορισμού του εκτελεστή του συμβιβασμού, του κ. Τέμενου, ως παράνομου. Συγχρόνως, επικαλέστηκαν το διάταγμα, το οποίο εξέδωσε το Δικαστήριο στην αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη για την ακύρωση του διατάγματος εκκαθάρισης, προς αποκατάστασή τους στη διεύθυνση της εταιρείας. Υιοθετούν, με τον τρόπο αυτό, μέρος της απόφασης εκείνης, ενώ αποκηρύττουν άλλο. Παραγνωρίζουν, συνάμα, ότι το διάταγμα αυτό ήταν απόρροια της έγκρισης του συμβιβασμού τον οποίο προσβάλλουν. Ισχυρισμοί των εφεσειόντων περί συνωμοσίας του Επίσημου Παραλήπτη με χρεώστες, προς καταδολίευση της εταιρείας, παρέμειναν, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ατεκμηρίωτοι, γεγονός που δεν αμφισβητείται στην έφεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το αντικείμενο των δύο διαδικασιών ήταν το ίδιο, όπως και η ταυτότητα των διαδίκων, οπόταν η απόφαση στην πρώτη παρενέβαλλε ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επαναθεώρηση, στη δεύτερη διαδικασία, των λελυθέντων θεμάτων. Το κώλυμα πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου, που αποκλείει την εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος, λυθέντος σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου.». Και πιο κάτω: «.Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου - ότι το αντικείμενο, το πλαίσιο και οι διάδικοι στις δύο διαδικασίες ήταν τα ίδια - επισφραγίζει αρνητικά την τύχη της παρούσας έφεσης. Ό,τι επιδίωξαν οι εφεσείοντες, με την αίτησή τους στη δεύτερη διαδικασία, ήταν αυτό που κρίθηκε ότι δεν είχαν δικαίωμα να το αναζητήσουν στην πρώτη διαδικασία. Τα ζητήματα, των οποίων επιδιώκεται δικαστική επίλυση στη δεύτερη διαδικασία, λύθηκαν στην πρώτη. Η απουσία δικαιώματος εκ μέρους των εφεσειόντων να αμφισβητήσουν τη δικαστική απόφαση στην πρώτη περίπτωση, δικαστικά διαπιστούμενης, υπάρχει και στη δεύτερη περίπτωση. Δεν υπάρχει δυνατότητα παράκαμψης του δεδικασμένου, ούτε άμεσα αλλά ούτε και έμμεσα.». Βρίσκω στη βάση των πιο πάνω ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να αξιώνει από το Δικαστήριο όπως ασκήσει εξουσία και δικαιοδοσία την οποία έχει (κατά την θέση της) και να εξετάσει, ερμηνεύσει αλλά και να παραμερίσει εν όλω το Διάταγμα, στον βαθμό και έκταση που αφορά την Αιτήτρια. Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης που αφορούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και να ακυρώσει (εν όλω ή εν μέρει) το Διάταγμα όπως επίσης της ανυπαρξίας νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας η οποία να δίδει εξουσία και δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει το Διάταγμα Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως καταγράφηκαν πιο πάνω το Διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών των άρθρων 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 τα οποία αναφέρουν επί λέξει τα εξής: «.198.-
(1)Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή, σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, με τέτοιο τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(2)Αν πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή σε αριθμό ψήφων μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση, αποδέχονται οποιοδήποτε διακανονισμό ή συμβιβασμό, ο συμβιβασμός ή διακανονισμός, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή, σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας.
(3)Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο
(2)δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου αντίγραφο του διατάγματος παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή, και αντίγραφο κάθε τέτοιου διατάγματος θα επισυνάπτεται σε κάθε αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου που εκδίδεται μετά την έκδοση του διατάγματος, ή σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει ιδρυτικό έγγραφο, σε κάθε αντίγραφο που εκδίδεται με τον τρόπο αυτό του εγγράφου που ιδρύει ή ορίζει την ίδρυση της εταιρείας.
(4)Αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο
(3), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε αντίγραφο αναφορικά με το οποίο γίνεται παράλειψη.
(5)Στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 199, η έκφραση "εταιρεία" σημαίνει οποιαδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με το Νόμο αυτό και η έκφραση "διακανονισμός" περιλαμβάνει αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την ενοποίηση μετοχών διαφορετικής τάξης ή με τη διαίρεση μετοχών σε μετοχές διαφορετικών τάξεων ή και με τις δύο αυτές μεθόδους. 199
(1)Όταν συνέλευση πιστωτών ή οποιασδήποτε τάξης πιστωτών ή μελών ή οποιασδήποτε τάξης μελών συγκαλείται με βάση το άρθρο 198- (α) με κάθε ειδοποίηση που συγκαλεί τη συνέλευση, που αποστέλλεται σε πιστωτή ή μέλος, αποστέλλεται επίσης έκθεση που διευκρινίζει τις συνέπειες του συμβιβασμού ή διακανονισμού και ειδικότερα που εκθέτει οποιαδήποτε ουσιαστικά συμφέροντα των συμβούλων της εταιρείας, είτε ως συμβούλων είτε ως μελών, είτε ως πιστωτών της εταιρείας ή διαφορετικά, και το αποτέλεσμα επί αυτών του συμβιβασμού ή διακανονισμού, στην έκταση που είναι διαφορετικό από το αποτέλεσμα σε παρόμοια συμφέροντα άλλων προσώπων· (β) σε κάθε ειδοποίηση που συγκαλεί τη συνέλευση που δίνεται με διαφήμιση, περιλαμβάνεται τέτοια έκθεση όπως προαναφέρθηκε ή γνωστοποίηση του τόπου και του τρόπου που οι πιστωτές που δικαιούνται ή μέλη που δικαιούνται να παραστούν στη συνέλευση δύνανται να πάρουν αντίγραφα τέτοιας έκθεσης όπως προαναφέρθηκε.
(2)Όταν ο συμβιβασμός ή διακανονισμός επηρεάζει τα δικαιώματα κατόχων χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, η αναφερόμενη έκθεση παρέχει την ίδια διευκρίνιση αναφορικά με πρόσωπα εμπιστευμένα με την εκτέλεση οποιουδήποτε συμβολαίου για εξασφάλιση της έκδοσης των χρεωστικών ομολόγων, όπως απαιτείται να δοθεί αναφορικά με τους συμβούλους της εταιρείας.
(3)Όταν ειδοποίηση που δίδεται με διαφήμιση περιλαμβάνει γνωστοποίηση ότι αντίγραφα της έκθεσης που εξηγούν τις συνέπειες του προτεινόμενου συμβιβασμού ή διακανονισμού δύνανται να ληφθούν από πιστωτές ή από μέλη που δικαιούνται να παραστούν στη συνέλευση, οποιοσδήποτε τέτοιος πιστωτής ή μέλος κατά την υποβολή αίτησης με τον τρόπο που υποδείχνεται με την αίτηση, προμηθεύεται από την εταιρεία αντίγραφο της έκθεσης χωρίς πληρωμή.
(4)Όταν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε απαίτηση του άρθρου αυτού, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που διαπράττει παράλειψη, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, και για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού οποιοσδήποτε εκκαθαριστής της εταιρείας και οποιοσδήποτε εμπιστευματοδόχος για συμβόλαιο για εξασφάλιση της έκδοσης χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας θεωρείται αξιωματούχος της εταιρείας: Νοείται ότι κανένα πρόσωπο δεν έχει ευθύνη με βάση το εδάφιο αυτό αν το πρόσωπο εκείνο αποδείξει ότι η παράλειψη οφειλόταν στην άρνηση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, που είναι σύμβουλος ή εμπιστευματοδόχος για κατόχους χρεωστικών ομολόγων, να προμηθεύσει λεπτομέρειες για τα συμφέροντα του.
(5)Είναι καθήκον οποιουδήποτε συμβούλου της εταιρείας και οποιουδήποτε εμπιστευματοδόχου για κατόχους χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας να δίδουν ειδοποίηση στην εταιρεία για τέτοια θέματα που αφορούν αυτούς όπως δυνατό να είναι αναγκαία για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, και οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο αυτό υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα λίρες. 200
(1)Όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 198 για την επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού μεταξύ εταιρείας και οποιωνδήποτε τέτοιων προσώπων όπως αναφέρονται στο άρθρο εκείνο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο συμβιβασμός ή διακανονισμός προτάθηκε για τους σκοπούς ή αναφορικά με σχέδιο για την αναδιοργάνωση οποιασδήποτε εταιρείας ή εταιρειών ή για τη συγχώνευση οποιωνδήποτε δύο ή περισσότερων εταιρειών, και ότι σύμφωνα με το σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας που επηρεάζεται από το σχέδιο (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η μεταβιβάζουσα εταιρεία") πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση"), το Δικαστήριο δύναται, είτε με το διάταγμα που επικυρώνει το συμβιβασμό ή διακανονισμό ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να προνοεί για όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω θέματα: (α) τη μεταβίβαση στην εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, ολόκληρου ή μέρους της επιχείρησης και της ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (β) την παραχώρηση ή, καταμερισμό από την εταιρεία στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεωστικών ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή άλλων παρόμοιων συμφερόντων στην εταιρεία εκείνη που θα παραχωρηθούν ή καταμεριστούν με βάση το συμβιβασμό ή διακανονισμό από την εταιρεία εκείνη σε ή για οποιοδήποτε πρόσωπο· (γ) τη συνέχιση από ή εναντίον της εταιρείας στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει· (δ) τη διάλυση, χωρίς εκκαθάριση, οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (ε) την πρόνοια που πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία μέσα σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που το Δικαστήριο διατάσσει, διαφωνούν με το συμβιβασμό ή διακανονισμό· (στ) τέτοια συναφή, επακόλουθα και συμπληρωματικά θέματα που είναι αναγκαία για εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής διεξαγωγής της αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης.
(2)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτό, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.
(3)Όταν εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, κάθε εταιρεία σχετικά με την οποία εκδίδεται το διάταγμα μεριμνά όπως αντίγραφο του παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή μέσα σε επτά ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, και αν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για την παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης.
(4)Στο άρθρο αυτό ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής, και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 198, η έκφραση "εταιρεία" στο άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει άλλη εταιρεία εκτός από εταιρεία με την έννοια του Νόμου αυτού..». Σύμφωνα με τα πάνω άρθρα διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο το οποίο εκδίδει Διάταγμα Επικύρωσης Σχεδίου Διακανονισμού (όπως έπραξε το ΕΔ Λευκωσίας εκδίδοντας το Διάταγμα) δεν έχει εξουσία να το παραμερίσει αφού πολύ απλά αυτή η εξουσία δεν προβλέπεται πουθενά στην Νομοθεσία. Η επίκληση από μόνης της των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου δεν αποτελεί πανάκεια και δεν μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ο οποίος ουσιαστικά να μετατρέπει τα Δικαστήρια σε νομοθέτη ούτε και μπορεί να προσδώσει εξουσία στα Δικαστήρια την οποία ο ίδιος ο νομοθέτης έχει επιλέξει να μην δώσει. Όπως αναφέρθηκε από τον Φωτίου Δ. στην Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226: «.Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής αναφερόμενος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου περιέγραψε αυτές ως «εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». Και πιο κάτω: «.Μετά την ολοκλήρωση της δίκης και την έκδοση απόφασης, επανάνοιγμα της υπόθεσης είναι δυνατό μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που για κάποιο λόγο, όπως για παράδειγμα τη μη ειδοποίηση διαδίκου περί της διαδικασίας, η διεξαχθείσα δίκη είναι άκυρη. Σχετική είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3(Β) Α.Α.Δ. 1060, όπου η Αναθεωρητική Έφεση είχε ολοκληρωθεί χωρίς όμως να είχε επιδοθεί η έφεση και αντέφεση στα ενδιαφερόμενα μέρη ενός μάλιστα από τα οποία η προαγωγή είχε ακυρωθεί από την Ολομέλεια αφού δέχθηκε την αντέφεση. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις κρίθηκε ότι η διαδικασία ήταν άκυρη και έτσι η Πλήρης Ολομέλεια παραμέρισε την απόφαση και διέταξε όπως διεξαχθεί ξανά η δίκη.». Οι Αιτητές με αναφορά τον Κανονισμό 6 (n) των περί Εταιρειών Κανονισμών του 1956 και την (obiter) αναφορά του ΕΔ Λευκωσίας στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 04.02.2022 με την οποία απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 25.03.2021 με τον εν λόγω Κανονισμό να αναφέρει επί λέξει τα εξής: «.Applications for facilitating reconstructions or amalgamations of companies under section 199 of the Law, where the matters to which such applications relate have not been dealt with, or fully dealt with, on the hearing of the petition to sanction the compromise or arrangement to which they relate.». Σκοπός όμως του νομοθέτη κατά την αντίληψη μου και η ερμηνεία του πιο πάνω Κανονισμού δεν ήταν να επιτρέπει την εξέταση και παραμερισμό Σχεδίων Διακανονισμού που έχουν επικυρωθεί με Δικαστικό Διάταγμα αλλά αντίθετα ήταν να δώσει κάποιου είδους εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει κάποια ζητήματα που δεν τέθηκαν ενώπιον του ή δεν εξετάστηκαν (είτε καθόλου είτε εξετάστηκαν μερικώς), πριν από την έγκριση του Σχεδίου Διακανονισμού και την έκδοση του σχετικού Διατάγματος. Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι ο νομοθέτης επέλεξε να χρησιμοποιήσει την λέξη «διευκόλυνση» ("facilitate") καταδεικνύει ξεκάθαρα κατά την άποψη μου ότι σκοπός δεν ήταν να δοθεί η δυνατότητα μεταγενέστερου παραμερισμού των Διαταγμάτων Επικύρωσης μέσω Πρωτογενούς Αίτησης, παρά μόνο να δοθεί η εξουσία εξέτασης άλλων ζητημάτων που ενδεχομένως να μην τέθηκαν ή να προέκυψαν στο ενδιάμεσο της διαδικασίας αλλά πάντοτε πριν από την έκδοση του Διατάγματος Επικύρωσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση προς επίρρωση των πιο πάνω με παρέπεμψε και στο σύγγραμμα "Jeniffer Payne, Schemes of Arrangement. Theory, Structure and Operation 1st ed. Cambridge 2014" όπου η συγγραφέας αναφέρει τα εξής στην σελίδα 79: «.The Court will set aside the scheme subsequently only on very limited grounds, for example if the consent has been obtained by fraud. It has been suggested that the court's sanction overrides any illegality, such as unlawful financial assistance in the scheme. It is unclear whether the court can later withdraw its sanction if it subsequently emerges that there was some defect or irregularity in the proceedings leading up to the order, but the preferable view is that it should not.». Ως προς το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας παραμερισμού του Διατάγματος καθ' ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αναθεωρήσει απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου παραπέμπω στη γνωστή αρχή του Δικαίου μας ότι Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου ούτε και μπορεί να αναθεωρήσει οποιαδήποτε απόφαση ενός άλλου ισόβαθμου Δικαστηρίου αφού αυτό θα ανέτρεπε και θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης. Όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο Ναθαναήλ Δ. (ως ήταν τότε) στην Πολ. Αίτηση 32/19 Επί τοις αφορώσι τον Λοϊζίδη, Παραλήπτη Διαχειριστή της ΚΠΧ Περατικός Λτδ απόφαση ημερομηνίας 17.04.2019: «.Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο.». Και πιο κάτω: «.Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο.». Οι αρχές που αναφέρθηκαν στην Λοϊζίδης ανωτέρω, είχαν ήδη τεθεί σε εφετειακό επίπεδο μεταξύ άλλων και στην Ματθαίου ν. Σολωμόντος κ.α.
(2010)1201 όπου ο Πασχαλίδης Δ. ανέφερε τα εξής: «.Είναι πασιφανές ότι ο πρωτόδικος Δικαστής τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, κατά παράβαση της πάγιας αρχής που θέλει ένα Δικαστή να μην ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου, ενεδύθη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία και ανέλαβε ρόλο εφετείου, ουσιαστικά με το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις αποτέλεσμα να αποστερηθεί η εφεσείουσα, μαρτυρίας σχετικής με την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη θεμελίωση της υπεράσπισης, πράγμα που καθιστούσε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και συγκεκριμένα των εφεσιβλήτων, από τον πρωτόδικο Δικαστή, ακροσφαλή.». Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας μας όπως αυτές τέθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει ούτε εξουσία αλλά ούτε και δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα καθ' ότι εάν το πράξει κατ' ουσίαν θα έχει ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου το οποίο εκδίδοντας το Διάταγμα αποδέχθηκε απερίφραστα και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την νομιμότητα, εκτελεστότητα και σύννομο της μεταβίβασης και εκχώρησης αφού ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια επιβεβαίωσε με την δικαστική του κρίση ότι η εκχώρηση, μεταβίβαση και ανάληψη από την Τράπεζα προς την Gordian όλων των δικαιωμάτων όπως αυτά πηγάζουν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και τις επίδικες υποθήκες έγινε καθ' όλα νόμιμα. Πρόκειται για δικαστική κρίση η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί και παραμένει αλώβητη και την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να παραμερίσει αφού αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως η αίτηση θα απορριπτόταν ούτως ή άλλως για τους πιο πάνω λόγους. Θα με απασχολήσουν όμως για σκοπούς πληρότητας και οι λόγοι ένστασης που αφορούν την ουσία της αίτησης και των ισχυρισμών της Αιτήτριας σύμφωνα με τους λόγους ένστασης 6 έως και 11. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα και το Δικαστήριο όφειλε να εκδώσει διάταγμα/οδηγίες αναφορικά με την επίδοση του Διατάγματος σε αυτή και την δυνατότητα αμφισβήτησης του και τούτο καθότι όπως υποστηρίζει η Αιτήτρια με την έκδοση του Διατάγματος (α) επηρεάσθηκαν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα τους και (β) ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να θέσουν τις απόψεις τους όσον αφορά την έκδοση ή μη του Διατάγματος, αυτό εκδόθηκε παράνομα και άρα πρέπει να παραμερισθεί. Όπως καταγράφηκε και πιο πάνω στο ιστορικό της υπόθεσης: (α) το Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε μέσω του Διατάγματος αφορούσε Διακανονισμό μεταξύ της Τράπεζας, της Gordian Holdings και των μετόχων αυτών και μόνο και (β) Οι Αιτητές ουδέν ισχυρισμό ή θέση προβάλλουν ότι είναι είτε Μέλη/Μέτοχοι είτε Πιστωτές (υπό οποιαδήποτε έννοια ή ιδιότητα) της Τράπεζας και άρα δεν εμπίπτουν εντός των προνοιών του άρθρου 198 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 το οποίο αναφέρεται αποκλειστικά σε Μέτοχους/Μέλη ή Πιστωτές. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν ποτέ αλλά ούτε και ισχυρίζεται ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλος/μέτοχος ή Πιστωτής είτε της Τράπεζας είτε της Gordian κρίνω αφενός ότι αυτή κανένα δικαίωμα ενημέρωσης αναφορικά με το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού δεν είχε αλλά ούτε και μπορούσε να έχει και αφετέρου το Δικαστήριο ορθά δεν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες όπως η Κυρίως Αίτηση επιδοθεί ή έστω γνωστοποιηθεί είτε στην Αιτήτρια είτε σε οποιουσδήποτε άλλους πελάτες της Τράπεζας πλην των μελών/μετόχων αυτής. Το άρθρο 198 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 αναφέρει τα εξής όσον αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης κάποιου προσώπου σχετικά με προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού: «198.-
(1)Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή, σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, με τέτοιο τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.». Προκύπτει συνεπώς ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια («δύναται» όχι «υποχρεούται») να συγκαλέσει συνέλευση είτε πιστωτών είτε μελών/μετόχων και στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς έπραξε το ΕΔ Λευκωσίας αφού και όπως φαίνεται μέσα από τον φάκελο της δικογραφίας (Τεκμ. 2 και 3 στην ΕΔ Στυλιανού), (α) στις 17.05.2019 και πριν την επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού και την έκδοση του Διατάγματος 23.05.2019 κρίθηκε όπως δεν είναι απαραίτητο να ενημερωθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοιδήποτε Πιστωτές αναφορικά με το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαία η συγκατάθεση τους, (β) διατάχθηκε όπως συγκληθούν Έκτακτες Γενικές Συνελεύσεις των μελών/μετόχων τόσο της Τράπεζας όσο και της Gordian με οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο έγκρισης του Σχεδίου, (γ) στις 21.05.2019 καταχωρήθηκε έτερη Αίτηση με την οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων και (δ) στις 23.05.2019 και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι οι οδηγίες του είχαν ακολουθηθεί και ότι οι Γενικές Συνελεύσεις ενέκριναν το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού εξέδωσε το Διάταγμα 23.05.2019 επικυρώνοντας το Σχέδιο Διακανονισμού και καθιστώντας αυτό δεσμευτικό, απόφαση και κρίση την οποία επαναλαμβάνω και πάλι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει. Όσον αφορά το ζήτημα πότε θα πρέπει να συγκαλείται Γενική Συνέλευση είτε Πιστωτών είτε Μελών, για μία χρήσιμη και βοηθητική ανάλυση του θέματος παραπέμπω το Δικαστήριο στο σύγγραμμα Pennington's Company Law 4th ed. 1979, στην σελίδα 476 όπου αναφέρεται ότι: «.The only meetings which the registrar need direct are meetings of creditors or members whose rights are affected by the scheme. [.] The rights of creditors and members will be treated as affected by the scheme if they are substantially affected by it in the sense explained in Chapter 7 in connection with the variation of the rights of classes of shareholders under power in the company's articles.». Στην σελίδα 200 του ίδιου συγγράμματος επεξηγείται ο όρος "substantially affected" ως ακολούθως: «.Not every act of the company which adversely affects the interests of a particular class of shareholders amounts to a variation of their rights. Class rights are varied only if they are different in substance after the alleged act of variation from what they were before, and so if they are the same in substance but commercially less valuable, there is no variation, the consent of the class is unnecessary.». Σύμφωνα με τα πιο πάνω, τα ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν είναι: (α) επηρεάσθηκαν τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας από την επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού, και εάν ναι (β) επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα της Αιτήτριας σε τόσο μεγάλο βαθμό ούτως ώστε η ουσία αυτών να είναι διαφορετική από πριν την επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού; Η απάντηση και στα δύο πιο πάνω ερωτήματα κρίνω ότι δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Και τούτο καθώς τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας δεν επηρεάσθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο αφού και προφανώς το Σχέδιο Διακανονισμού δεν την αφορούσε και δεν μπορούσε να την αφορά και επίσης τα όποια δικαιώματα της (αν υπήρχαν) αλλά και οι υποχρεώσεις της που μεταφέρθηκαν από την Τράπεζα προς την Gordian ήταν, είναι και θα παραμείνουν αναλλοίωτα κάτι που στην περίπτωση των υποχρεώσεων παραπέμπει στον καθήκον της Αιτήτριας να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά. Επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της Αιτήτριας (πόσω μάλλον για δυσμενή επηρεασμό τέτοιου βαθμού που άλλαξε η ουσία των δικαιωμάτων της), όταν αφενός μεν δεν είχε οποιαδήποτε δικαιώματα για να επηρεασθούν και αφετέρου δεν έχει αλλάξει οτιδήποτε ουσιαστικό αναφορικά είτε με τα δικαιώματα (εάν υπήρχαν) είτε αναφορικά με τις υποχρεώσεις της που μεταφέρθηκαν, ο πυρήνας των οποίων έχει παραμείνει ο ίδιος, απλά και μόνο έχει αλλάξει το πρόσωπο του Πιστωτή. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι στερήθηκε του δικαιώματος της ως αυτό πηγάζει από το άρθρο 200
(1)(ε) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 για να θέσει τις απόψεις και διαφωνίες. Σύμφωνα όμως με τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την παρούσα υπόθεση παραβλέπει το ότι: - Ο Νόμος δεν δίδει στην Αιτήτρια δικαίωμα να εκφράσει τις διαφωνίες της, αλλά, - Δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θέσει όρους όσον αφορά την ενημέρωση των επηρεαζόμενων από το επικυρωθέν Σχέδιο Διακανονισμού προσώπων (Μέλη/Μέτοχοι ή Πιστωτές) αλλά και την δυνατότητα αυτών να θέσουν τις διαφωνίες τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο εξέτασε όλα τα γεγονότα και όντως έδωσε οδηγίες όπως ενημερωθούν τα επηρεαζόμενα από το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού πρόσωπα, ήτοι τα μέλη/μέτοχοι της Τράπεζας και της Gordian και τα δικαιώματα των Αιτητών ουδόλως επηρεάστηκαν για τον απλούστατο λόγο ότι το Σχέδιο Διακανονισμού δεν απευθυνόταν σε αυτούς αλλά στα μέλη/μέτοχους της Τράπεζας και της Gordian, ιδιότητα την οποία οι Αιτητές ουδέποτε είχαν ή έχουν μέχρι και σήμερα. Επομένως στη βάση των πιο πάνω η Αιτήτρια ουδέν δικαίωμα ενημέρωσης και προβολής διαφωνιών στο προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού είχε ή θα μπορούσε να έχει αφού: (α) το Σχέδιο Διακανονισμού αφορούσε και επηρέαζε αποκλειστικά και μόνο τα δικαιώματα των μελών/μετόχων της Τράπεζας και της Gordian με την Αιτήτρια να μην έχει τη ιδιότητα αυτή και (β) τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας ουδόλως επηρεάσθηκαν δυσμενώς (πόσω μάλλον ουσιωδώς δυσμενώς) από το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού ούτως ώστε να δικαιολογείται η ενημέρωση της. Θα εξετάσω στη συνέχεια το πεδίο εφαρμογής του Νόμου Εξαγοράς και οι θέσεις περί παράνομης και παράτυπης εκχώρησης των υποχρεώσεων της Αιτήτριας από την Τράπεζα προς την Gordian. Θέση και ισχυρισμός της Αιτήτριας όσον αφορά την ερμηνεία του Νόμου Εξαγοράς και συγκεκριμένα του άρθρου
(1)αυτού, είναι το ότι ο Νόμος Εξαγοράς εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο όσον αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν το όριο του €1.000.000,00 και με δεδομένο ότι οι συνολικές πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάσθηκαν, συνεχίζει η εισήγηση, υπερβαίνουν το όριο αυτό τότε η μεταβίβαση που έγινε είναι παράνομη. Η συγκεκριμένη πρόνοια αναφέρει επί λέξει τα εξής: «
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000)». Η ερμηνεία που δίδει όμως η Αιτήτρια στις πιο πάνω πρόνοιες είναι φανερόν ότι αγνοεί πλήρως και δεν λαμβάνει καθόλου υπόψιν το άρθρο 3
(2)του Νόμου Εξαγοράς και την άλλη κατηγορία πιστωτικών διευκολύνσεων επί των οποίων εφαρμόζεται καις το οποίο αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.» Η χρήση του επιρρήματος «ανεξαρτήτως» και της λέξης «όλες» δεν είναι τυχαία αφού θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρη η πρόθεση του Νομοθέτη όπως σε ΟΛΕΣ τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα δεν εφαρμόζεται το όριο του €1.000.000,00, ήτοι το πιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση και δικαιούται να πωλήσει όλες και οποιεσδήποτε πιστωτικές διευκολύνσεις επιλέξει ανεξαρτήτως ποσού νοουμένου ότι τηρηθούν οι ρητές και επιτακτικές πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 του Νόμου Εξαγοράς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση είχε την καλοσύνη να με παραπέμψει στην ερμηνεία του επιθέτου «ανεξάρτητος» αλλά και το σχετικό επίρρημα «ανεξαρτήτως» ότι σημαίνουν και ερμηνεύονται ως κάτι το οποίο είναι ανεξάρτητο και δεν σχετίζεται αλλά ούτε και επηρεάζεται από κάτι άλλο στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», του Γ. Μπαμπινιώτη Έκδοση 1998 στην σελίδα 184), και συνεπώς θεωρώ ότι η ορθή ερμηνεία του Νόμου Εξαγοράς είναι αυτή που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω. Η πιο πάνω ερμηνεία που δίδεται όσον αφορά την πρόθεση του Νομοθέτη υποστηρίζεται αλλά και ενισχύεται από τα πιο κάτω: (α) Τον τίτλο του ίδιου του του Νόμου Εξαγοράς, ο οποίος είναι «ο Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος» ενώ εάν ο Νομοθέτης επιθυμούσε να εξαιρέσει κάποιες πιστωτικές διευκολύνσεις από τις πρόνοιες του πιθανότατα ο τίτλος του Νόμου θα ήταν «ο περί Αγοραπωλησίας Ορισμένων Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος». (β) Από το ερμηνευτικό άρθρο 2 του του Νόμου Εξαγοράς, στο οποίο στον όρο «πιστωτικές διευκολύνσεις» δεν υπάρχει οποιοδήποτε όριο ή περιορισμός στο ύψος αυτού. (γ) Την επιλογή του Νομοθέτη να χρησιμοποιήσει μετά την χρήση του επιρρήματος «ανεξαρτήτως», την φράση «όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις» χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το ποσό των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα μεταβιβασθούν. (δ) Από το λεκτικό του άρθρου 3
(3)του του Νόμου Εξαγοράς, δυνάμει των προνοιών του οποίου δημιουργούνται εξαιρέσεις στην εφαρμογή τόσο του άρθρου 3
(1)όσο και του άρθρου 3
(2), (βλ. «.Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες.»), λεκτικό το οποίο δείχνει κατά την άποψη μου την πρόθεση αλλά και σκοπό του Νομοθέτη όπως δημιουργήσει δύο ξεχωριστές και διακριτές κατηγορίες πιστωτικών διευκολύνσεων που δύνανται να μεταβιβασθούν ήτοι (α) μία κατηγορία πιστωτικών διευκολύνσεων που δεν υπερβαίνουν το όριο του €1.000.000,00 και στις οποίες πιστωτής μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο και (β) μία ξεχωριστή κατηγορία διευκολύνσεων χωρίς όριο στις οποίες όμως πιστωτής είναι αποκλειστικά και μόνο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. (ε) Από το άρθρο 25
(1)του Νόμου Εξαγοράς, το οποίο αναφέρει «.όταν ο εκχωρητής είναι πιστωτικό ίδρυμα.», δίδοντας και πάλι το στίγμα της πρόθεσης του Νομοθέτη να δημιουργήσει 2 διαφορετικές κατηγορίες πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες δύνανται να μεταβιβασθούν. Θεωρώ ότι ο τρόπος που ερμηνεύει η Αιτήτρια τις πιο πάνω διατάξεις όχι μόνο αντιστρατεύεται το ξεκάθαρο λεκτικό του Νόμου αλλά ακόμα περαιτέρω θα οδηγήσει σε παράλογα και άδικα αποτελέσματα αφού εάν ακολουθηθεί η προτεινόμενη λογική τους, τότε καμία διευκόλυνση θα μπορούσε να πωληθεί όταν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων θα υπερβαίνει το όριο του €1.000.000,00, αποτέλεσμα εντελώς παράλογο και εκτός του πνεύματος του Νόμου αλλά και του σκοπού του Νόμου, που δεν ήταν άλλος από το να διευκολύνει περαιτέρω την πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων θέτοντας ταυτόχρονα και ασφαλιστικές και προστατευτικές δικλείδες υπέρ των δανειοληπτών όταν οι πιστωτικές τους διευκολύνσεις μεταβιβάζονταν σε τρίτα πρόσωπα. Τώρα σε σχέση με το άρθρο 3 του Νόμου Εξαγοράς είναι η θέση της Αιτήτριας ότι παράνομα και παράτυπα το Διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να τεθεί υπόψιν του Δικαστηρίου το άρθρο 3 του Νόμου Εξαγοράς και ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο Διάταγμα του εν λόγω άρθρου 3 σημειώνω τα εξής: Το Διάταγμα αφορά επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο εκδόθηκε και επικυρώθηκε δυνάμει των προνοιών των άρθρων 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και όχι δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου Εξαγοράς. Συνεπώς, το ουσιαστικό δίκαιο της Κυρίως Αίτησης υπήρχε και θεσπίστηκε στα άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου και άρα ουδεμία ανάγκη ή υποχρέωση είχε το Δικαστήριο ή η Τράπεζα να αναφέρουν και να συμπεριλάβουν το συγκεκριμένο άρθρο είτε στη νομική βάση της Κυρίως Αίτησης είτε επί του ίδιου του Διατάγματος, πρακτική η οποία ουδέποτε ακολουθείται από τα Κυπριακά Δικαστήρια όταν εκδίδουν κάποιο διάταγμα. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην Κυρίως Αίτηση όσο και στο Σχέδιο Διακανονισμού που είχε επισυναφθεί και παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γίνονται ρητές και ξεκάθαρες αναφορές στον Νόμο Εξαγοράς και άρα και με δεδομένο ότι το Δικαστήριο μελέτησε και έλαβε υπόψιν του όλο το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό (βλ. 8η, 9η και 10η γραμμή της 1ης παραγράφου του Διατάγματος) οι σχετικοί ισχυρισμοί και θέσεις της Αιτήτριας δεν μπορούν να πετύχουν. Το Δικαστήριο αυτό όμως, όπως αποφάνθηκα πιο πάνω, στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την ορθότητα ή νομιμότητα του Διατάγματος ημερομηνίας ως η Αιτήτρια εισηγείται να πράξει και επομένως τα αιτήματα της δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Τουναντίον στη βάση των όσων έχω καταγράψει πιο πάνω, κρίνω ότι ορθά, νόμιμα και νομότυπα μεταβιβάσθηκαν και εκχωρήθηκαν οι υποχρεώσεις της Αιτήτριας από την Τράπεζα προς την Gordian Holdings και οι σχετικοί ισχυρισμοί της είναι αβάσιμοι. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, οι οποίοι βασίζονται στα γεγονότα της υπόθεσης και στις αρχές της Νομολογίας που έχουν επίσης παρατεθεί, η Αιτήτρια κρίνω ότι δεν νομιμοποιείται και εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση να αιτείται ως η αίτηση της. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 30 σελ. 421 παρ. 791 -796). Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.