← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ άλλως ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ άλλως ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αριθμός Αγωγής:3098/2014, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:3098/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ άλλως ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ άλλως ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  2. ΣΤΕΛΛΑ Γ. ΞΙΟΥΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ άλλως ΣΤΕΛΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ άλλως ΣΤΕΛΛΑ ΞΙΟΥΡΗ Εναγόμενων Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: O κ. Τάσος Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Στέφανος Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους ποσό προερχόμενο από συμφωνία δανείου και εγγύησης και διατάγματα για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων και του επιβαρυμένου οχήματος Caterpillar τύπου Load Loader που παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση του. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες που είναι τραπεζικός οργανισμός («η Τράπεζα»), στις 31.10.2011 σύναψε με τον εναγόμενο 1 συμφωνία παροχής δανείου (στη συνέχεια «η συμφωνία δανείου») με την εγγύηση της εναγόμενης
  3. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από την πλευρά των εναγόντων, ο εναγόμενος 1 παράβηκε τη συμφωνία δανείου και η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια παράβηκε το εγγυητήριο έγγραφο που υπογράφτηκε για εξασφάλιση των δεσμεύσεων και υποχρεώσεων του εναγόμενου
  4. Οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και ακολούθως ήγειραν την υπό εκδίκαση αγωγή διεκδικώντας το υπόλοιπο του λογαριασμού που ανοίχθηκε για το δάνειο πλέον τους τόκους και τα έξοδα της αγωγής. Η πλευρά των εναγόμενων πρόταξε ότι η συμφωνία δανείου περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες τις οποίες επέβαλαν στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες στους εναγόμενους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ/ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν ως μάρτυρας ο κ. Νίκος Νικολάου (ΜΕ1), ο κ. Κωνσταντίνος Δεσπότης (ΜΕ2) και ο κ. Παναγιώτης Παντελή (ΜΕ3). Κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως τεκμήρια 1 -
  5. Όλα αυτά θα σχολιαστούν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η πλευρά των εναγόμενων κάλεσε ως μάρτυρα της τον κ. Φλωρέντζο Κασσουμή (ΜΥ1). Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, είναι υπάλληλος στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων. Δήλωσε ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες για να καταθέσει γι' αυτούς. Εξήγησε σε έκταση και με λεπτομέρεια τη μετεξέλιξη των εναγόντων μέχρι και τη σημερινή τους ονομασία. Σε σχέση με την επίδικη διαφορά ανάφερε ότι δυνάμει γραπτής Συμφωνίας Δανείου με ημερομηνία 31.10.2011, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (η οποία τότε ονομαζόταν Marfin Popular Bank Public Co Ltd και η οποία από 2.04.2012 μετονομάστηκε από Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στη συνέχεια «η Cyprus Popular Bank»), συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 και παραχώρησε σε αυτόν δάνειο ύψους €457.000,00 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Η Cyprus Popular Bank επί τη βάσει της ανωτέρω ρηθείσας συμφωνίας της με τον εναγόμενο 1 και επί τη βάσει των πιο πάνω συμφωνηθέντων, άνοιξε προς όφελος του εναγόμενου 1 τον λογαριασμό δανείου τακτής προθεσμίας, ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου που αναφέρεται ανωτέρω, και ο εναγόμενος 1 βάσει των συμφωνηθέντων αποδέχθηκε και έλαβε το ποσό που ήταν της τελείας αρεσκείας του και έκανε χρήση του εν λόγω λογαριασμού. Ο ως άνω λογαριασμός στις 6.06.2014, κατά τη μεταφορά του από τα ηλεκτρονικά συστήματα του δικτύου της Cyprus Popular Bank στα ηλεκτρονικά συστήματα των εναγόντων, μεταφέρθηκε και λειτούργησε με άλλο νέο αριθμό. Προς εξασφάλιση της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης, δυνάμει Εγγυητήριου Εγγράφου, ημερομηνίας 31.10.2011, η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε προς όφελος της Cyprus Popular Bank την πληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που δόθηκε στον εναγόμενο 1 ως επίσης και όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τη Cyprus Popular Bank για το ποσό των €457.000,00 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε το σχετικό Εγγυητήριο Έγγραφο, ημερομηνίας 31.10.2011, για το ποσό των €457.000,00 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα, παρέχοντας εγγύηση για τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τη Cyprus Popular Bank είτε αυτές θα είναι παρούσες και μελλοντικές είτε κατέστησαν και που πιθανό να καταστούν απαιτητές είτε αυτές είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες είτε έμμεσες, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Επιπλέον των ανωτέρω εξασφαλίσεων, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση της ως άνω πιστωτικής διευκόλυνσης προς τον εναγόμενο 1 από τους ενάγοντες και ως εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης του εναγόμενου 1 προς τη Cyprus Popular Bank, παρούσας και μελλοντικής, άμεσης και έμμεσης, η ως άνω πιστωτική διευκόλυνση που έλαβε ο εναγόμενος 1 εξασφαλίστηκε και με Έγγραφο Επιβάρυνσης Οχημάτων, ημερομηνίας 25.11.2011, με βάση το οποίο ο εναγόμενος 1 επιβάρυνε προς όφελος της Cyprus Popular Bank όχημα Cater Pillar, τύπου Load Loader. Επιπρόσθετα των πιο πάνω εξασφαλίσεων, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης προς τον εναγόμενο 1 από τη Cyprus Popular Bank και ως εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης του εναγόμενου 1 προς τη Cyprus Popular Bank, παρούσας και μελλοντικής, άμεσης και έμμεσης, το ως άνω ρηθέν δάνειο που έλαβε ο εναγόμενος 1 από τη Cyprus Popular Bank στις 4.11.2011 εξασφαλίστηκε με την εγγραφή Α΄ Υποθήκης σε αριθμό ακινήτων ιδιοκτησίας είτε του ενός είτε του άλλου των εναγόμενων ή/και συνιδιοκτησίας τους εξασφαλίζοντας το καθένα διαφορετικά ποσά. Ο μάρτυρας παρέθεσε τα στοιχεία των υποθηκών όπως και τα κτηματολογικά στοιχεία των ακινήτων με λεπτομέρεια. Το κάθε εξασφαλιζόμενο ποσό θα επιβαρυνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 7,75% από 04.11.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Η κάθε υποθήκη συνοδευόταν από Έγγραφο Υποθήκης βάσει του οποίου συμφωνήθηκε μεταξύ της Cyprus Popular Bank και των εναγόμενων 1 και 2 ότι, σε περίπτωση που το ποσό που εξασφαλίζεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο και οι εναγόμενοι 1 και 2 παραλείψουν να πληρώσουν ολόκληρο το εν λόγω ποσό, τότε η Τράπεζα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και με ιδιωτική πώληση χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τους εναγόμενους 1 και
  6. Ο εναγόμενος 1, κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου, παρέλειψε και δεν προέβη στην πληρωμή των δόσεων όπως προνοείτο στη συμφωνία δανείου. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, η Τράπεζα στις 25.09.2012 απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους 1 και 2 με την οποία τους πληροφόρησε ότι καθυστερούν την πληρωμή των δόσεων του ως άνω λογαριασμού δανείου και τους ζητούσε την αποπληρωμή των καθυστερημένων δόσεων του μέσα σε 21 μέρες από την ημερομηνία της επιστολής. Οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Επειδή οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την ως άνω επιστολή, η Τράπεζα με νέα επιστολή της, ημερομηνίας 19.10.2012, προς τους εναγόμενους τερμάτισε από 19.10.2012 τη συμφωνία δανείου ως επίσης και την λειτουργία του ως άνω ρηθέντος λογαριασμού δανείου και απαίτησε την πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού το αργότερο μέσα σε 10 μέρες από την 19.10.
  7. Οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Οι εναγόμενοι μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής αρνούνταν και παρέλειπαν να πληρώσουν το ως άνω οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο ανήλθε στο ποσό των €594.178,61 πλέον τόκους 12% ετησίως επί του ποσού αυτού από 17.10.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι ενάγοντες, λόγω της παράβασης της συμφωνίας δανείου, έχουν υποστεί ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό το οποίο και αξιώνουν πλέον τόκους δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α. από τους εναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα ή/και ξεχωριστά. Οι ενάγοντες αξιώνουν επίσης διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η εκποίηση των υποθηκών και του εξασφαλισμένου οχήματος. Ο κ. Νικολάου κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 - 17 όλες οι πιο πάνω συμφωνίες, εγγυητήρια έγγραφα επιστολές, δηλώσεις/βεβαιώσεις, έγγραφο επιβάρυνσης οχήματος και έγγραφα υποθηκών, κατάλογο Τραπεζικών Επιτοκίων και Χρεώσεων και τους Γενικούς Όρους και Προϋποθέσεις της Marfin Popular Bank, Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών & Ειδικό Ψήφισμα της Cyprus Popular Bank ημερομηνίας 2.04.
  8. Συγκεκριμένα για τους σκοπούς προσκόμισης ως τεκμηρίου της κατάστασης λογαριασμού του εν λόγω λογαριασμού δανείου του εναγόμενου 1 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμ. 18 και η οποία δεικνύει το πιο πάνω υπόλοιπο, ανάφερε συγκεκριμένα τα ακόλουθα: (α) Οι ενάγοντες εφύλαγαν καταστάσεις του ως άνω ρηθέντος λογαριασμού δανείου του εναγόμενου 1 στο αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή τους. (β) Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, κατά το χρόνο καταχωρίσεων στο σύστημα του εν λόγω ηλεκτρονικού υπολογιστή των χρεοπιστώσεων στο ως άνω ρηθέντα λογαριασμό του εναγόμενου 1, ήταν το σύνηθες τραπεζικό βιβλίο/αρχείο των εναγόντων. (γ) Οι καταχωρίσεις για τον εν λόγω λογαριασμό του εναγόμενου 1 που γίνονταν στο τραπεζικό αυτό βιβλίο/αρχείο των εναγόντων, ήτοι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. (δ) Το τραπεζικό αυτό βιβλίο/αρχείο των εναγόντων, ήτοι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, βρισκόταν πάντα υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο των εναγόντων. (ε) Ο ίδιος εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού του εν λόγω λογαριασμού δανείου του εναγόμενου 1 που παρουσίασε στο Δικαστήριο και έχει συγκρίνει την εν λόγω κατάσταση με τις καταχωρίσεις στο αρχείο του τραπεζικού βιβλίου, ήτοι του ηλεκτρονικού υπολογιστή, και ότι είναι ορθή. Ο μάρτυρας απέρριψε τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι εναγόμενοι 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισής τους ως εκ των υστέρων σκέψεις και ως ανεδαφικούς και ανυπόστατους. Οι εναγόμενοι, ανάφερε, εμποδίζονται από τη συμπεριφορά τους, τις πράξεις τους και τις παραστάσεις τους προς τους ενάγοντες, καθώς και από τα σχετικά έγγραφα που έχουν υπογραφτεί μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, από του να προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί των εναγόμενων αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, είναι ανεδαφικοί και αστήρικτοι από τα γεγονότα και το νόμο. Οι ενάγοντες ενεργούσαν και ενεργούν πάντα νόμιμα, νομότυπα, νομικά ορθά και μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας και των συμβάσεων τους με τους εναγόμενους. Το σημερινό υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.18 το οποίο και επεξήγησε αναφέροντας ότι στις 26.11.2021 αυτός εδείκνυε ως χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό του €1.117.872,63σ. και ο οποίος δεν έχει διαφοροποιηθεί έκτοτε και παραμένει οφειλόμενο. Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), αντεξετάστηκε επί διαφόρων πτυχών της μαρτυρίας του όπως και επί των τεκμηρίων τα οποία κατάθεσε. Παραδέχθηκε ότι το ποσό της δανειοδότησης με τη συμφωνία δανείου (Τεκμ.1), παραχωρήθηκε με σκοπό τη διευθέτηση άλλων προγενέστερων υποχρεώσεων του πελάτη προς την Τράπεζα όπως ρητά αναγράφεται στη συμφωνία. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε σε ποιο νόμισμα ήταν τα δάνεια που εξοφλήθηκαν, γνώριζε όμως τα ποσά που έχουν εξοφληθεί και τι έχει κατατεθεί στο συγκεκριμένο δάνειο. Γνώριζε ότι ο εναγόμενος 1 είχε υποβάλει αίτηση στην Τράπεζα για παραχώρηση νέου δανείου με σκοπό την εξόφληση λογαριασμών του, η Τράπεζα την αξιολόγησε και ενέκρινε και προχώρησε στη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Διαφώνησε με υποβολή ότι επρόκειτο για συμφωνία αναδιάρθρωσης και επέμεινε ότι επρόκειτο για συμφωνία δανείου όπως αναγράφεται σε αυτή και η Τράπεζα τήρησε τα συμφωνηθέντα. Η Τράπεζα είχε αξιολογήσει τον εναγόμενο 1 και βρήκε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί στις δόσεις που καθορίστηκαν προς αποπληρωμή του δανείου και διαφώνησε με αντίθετη υποβολή. Διαφώνησε ακόμα με υποβολή ότι ο αναγραφόμενος τόκος υπερημερίας στο σημείο 5 του Τεκμ.1 είναι παράνομος. Σε κάθε περίπτωση στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18), εκείνο που αξιώνεται είναι τόκος υπερημερίας 2%. Επέμεινε ότι η Τράπεζα σύμφωνα με τον όρο 4 του Τεκμ.3 χρέωνε τόκο 7,75% δηλαδή 5,75% που ήταν το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 2% το περιθώριο, ως προνοείτο στον όρο 4.
  9. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο όρος αυτός ήταν καταχρηστικός όπως και ο όρος ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να ζητήσει την αποπληρωμή του δανείου ανά πάσα στιγμή και σε πρώτη ζήτηση. Ακόμα ότι από την 01.01.2015 ο τόκος υπολογιζόταν σύμφωνα με το λογιστικό έτος ήτοι 365 ημέρες για κάθε λογιστικό έτος όπως παρουσιάζεται και στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε. Διαφώνησε ακόμα με υποβολή ότι οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους έναντι των εναγόμενων σε σχέση με παλαιότερες τους οφειλές και ανάφερε ότι καμιά πίεση και εκμετάλλευση των εναγόμενων δεν έγινε και ότι η εναγόμενη 2 είχε τη δυνατότητα να πάρει νομική συμβουλή πριν υπογράψει. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν ήξερε την αξία του οχήματος που τέθηκε προς εξασφάλιση του δανείου φαίνεται όμως ότι είχε εκτιμηθεί στα €24.500= και δεν γνωρίζει τι απέγινε το όχημα αυτό ούτε και αν πωλήθηκε και το τίμημα του κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό. Υποστήριξε ότι είχαν γίνει εκτιμήσεις των ακινήτων που υποθηκεύτηκαν αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει λεπτομέρειες τους εφόσον δεν είχε τον φάκελο μαζί του. Ο μάρτυρας εξήγησε στη συνέχεια, με αναφορά στον λογαριασμό από πότε άρχισε η καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων του δανείου. Εξήγησε ακόμα ότι ο τόκος υπερημερίας περιορίστηκε στο 2% από την ημερομηνία τερματισμού που ήταν η 12.10.2012 ο οποίος και δικαιολογείτο για κάλυψη εξόδων της τράπεζας για διαχείριση του λογαριασμού και διαφόρων ασφαλειών και αντασφαλειών που έχει η τράπεζα σε ξένες τράπεζες. Διαφώνησε ακόμα με υποβολές ότι επρόκειτο για μια εικονική συμφωνία και ως εκ τούτου παράνομη και ότι αυτή αποσκοπούσε στην ομαλοποίηση των λογαριασμών του εναγόμενου
  10. Ανάφερε τέλος, ότι το ποσό που αξιώνεται σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι €637.112,95σ. και αρνήθηκε υποβολή ότι αυτό θα έπρεπε να ήταν €452.916,00 και ότι τα υπόλοιπα που αξιώνουν αφορούν παράνομες υπερχρεώσεις. Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα και όσα ανάφερε από το εδώλιο του μάρτυρος προέρχονταν από τα έγγραφα που τηρούνταν από τους ενάγοντες και συνιστούν Τραπεζικά Βιβλία ή από την πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα κατά τη σύναψη συμφωνιών αυτής της φύσης. Η αντεξέταση του περιστράφηκε κυρίως σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις και αρνήθηκε ή απέρριψε ή/και διαφώνησε με υποβολές που του υποβλήθηκαν και οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις θέσεις της Υπεράσπισης οι οποίες άπτονταν ως επί το πλείστο επί νομικών ζητημάτων. Απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές και από τη μαρτυρία του αναδυόταν ειλικρίνεια. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου ως προς τα διάφορα θέματα που απασχόλησαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκτεταμένη αναφορά. Ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), ανάφερε ότι εργάζεται στους ενάγοντες και ότι το 2011 εργαζόταν στην Marfin Popular Bank ως διευθυντής στο κατάστημα της στην Αθηένου. Γνώριζε για την επίδικη υπόθεση όπως και τους εναγόμενους οι οποίοι ήταν πελάτες τους στο ως άνω κατάστημα. Αναγνώρισε τη συμφωνία δανείου (Τεκμ. 1), στην οποία όπως εξήγησε είχε ανάμειξη και γνώριζε ότι ο πελάτης είχε κάμει αίτηση η οποία αξιολογήθηκε από το κατάστημα και στάλθηκε στην Εγκρίνουσα Αρχή και αφού εγκρίθηκε προχώρησαν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Στην αξιολόγηση του πελάτη είχε γίνει και έρευνα για την εισοδηματική ικανότητα του εναγόμενου 1 η οποία κατέδειξε ότι είχε τη δυνατότητα να αποπληρώνει το δάνειο και να το εξυπηρετεί. Η υπογραφή των εγγράφων έγινε από τους εναγόμενους στο κατάστημα τους. Στο Τεκμ. 1 φαινόταν η υπογραφή του στη θέση του μάρτυρος για την υπογραφή του εναγόμενου
  11. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα και τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα/τεκμήρια τα οποία αναγνώρισε και σχολίασε όπως το Τεκμ. 2 που είναι το εγγυητήριο που υπέγραψε η εναγόμενη 2 το οποίο υπογράφτηκε στην παρουσία του και στο οποίο φαίνεται επίσης η υπογραφή του όπως και στα υπόλοιπα τεκμήρια τα οποία υπογράφτηκαν από τους εναγόμενους χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή απειλή αλλά τουναντίον τους επεξηγήθηκαν αυτά. Εξήγησε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην συμφωνία δανείου οι γενικοί όροι και κατάλογος επιτοκίων και χρεώσεων καθορίζονται στο Τεκμ. 14 ο οποίος δόθηκε στον εναγόμενο. Εξήγησε με αναφορά στο Τεκμ. 18 ότι η κατάθεση των €10.000,00 που φαινόταν στις 9.10.2014 προήλθε από την πώληση μηχανοκινήτου οχήματος το οποίο ήταν δεσμευμένο ως εξασφάλιση του δανείου όχι όμως αυτό που φαίνεται στο Τεκμ. 5 και για το οποίο αξιώνεται η έκδοση διατάγματος, το οποίο όμως παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο πωλήθηκε. Αρνήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική και ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Εξήγησε με αναφορά στο Τεκμ. 18 ότι το επιτόκιο που χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός ήταν 7,75% και ότι από 19.10.2012 προστέθηκε 2% τόκος υπερημερίας, τόκος ο οποίος εξήγησε ότι χρεωνόταν πάνω στα ποσά των καθυστερήσεων ή υπερβάσεων και σε τερματισμένους λογαριασμούς. Η χρέωση αυτή εξήγησε ότι αντιπροσωπεύει το κόστος διαχείρισης του πελάτη και ενός προβληματικού λογαριασμού. Τα ποσά του δανείου που εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο 1 φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 18 και αυτό έγινε από 01.11 του 2011 μέχρι την 30.11.
  12. Αναγνώρισε επίσης τις υπογραφές του σε επιστολές που στάλθηκαν στους εναγόμενους και οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω. Ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), αντεξετάστηκε επί μακρόν σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας του και επέμεινε σε όσα ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση του και διαφώνησε με υποβολές που του υποβλήθηκαν για διάφορα ζητήματα όπως ότι δεν υπήρξε αξιολόγηση των εναγόμενων κατά πόσο μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και ότι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία δανείου για να μη ληφθούν μέτρα εναντίον της περιουσίας και της εργασίας τους. Παραδέχθηκε ότι είχαν ενημερώσει τους εναγόμενους για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζαν οι προηγούμενες δανειοδοτήσεις τους και ότι θα προχωρούσαν στη λήψη μέτρων. Δεν είχε φέρει μαζί του τα στοιχεία που είχε υπόψη της η Τράπεζα κατά την αξιολόγηση του εναγόμενου 1 και διαφώνησε ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμ. 14 είχε αποσταλεί στους εναγόμενους μαζί με τα έγγραφα δανεισμού με τους όρους τους που είχαν ετοιμαστεί πριν αυτά υπογραφούν με σκοπό να ζητήσουν αν ήθελαν νομική συμβουλή. Ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), μου προκάλεσε επίσης καλή εντύπωση και κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας σε σχέση με όσα ανάφερε για την προσωπική εμπλοκή του κατά τη σύναψη επίδικης συμφωνίας και των εξασφαλίσεων όπως και των υποθηκών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και κρίνω ότι από αυτή μπορώ να εξαγάγω ορθά συμπεράσματα. Ο κ. Παντελή (ΜΕ3), εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων. Ήταν αυτός που ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.
  13. Σε αυτή συμπεριλήφθηκε το βασικό επιτόκιο 5,75% πλέον 2% το περιθώριο μόνον. Ετοιμάστηκε για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου καθώς σε αυτή δεν υπολογίζεται τόκος υπερημερίας. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι το ορθό και δίκαιο οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να ήταν €352.916,00 και όχι €548.000,
  14. Ο κ. Παντελή (ΜΕ3), μου προκάλεσε επίσης καλή εντύπωση και όσα ανάφερε σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.19) γίνονται αποδεκτά. Εξάλλου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει όσα το Τεκμ. 19 παρουσιάζει. Επομένως και από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρος μπορούν να αντληθούν στοιχεία για τα συμπεράσματα μου. Ο κ. Κασσουμής (ΜΥ1), κλήθηκε με σκοπό να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας για την Υπεράσπιση σε σχέση με μελέτη που έκανε για τις δανειακές υποχρεώσεις των εναγόμενων και την αποτίμηση που έκαμε της πραγματικής αξίας του επίδικου δανείου. Αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα στη λογιστική και χρηματοοικονομική . Δεν επιτράπηκε στο μάρτυρα να καταθέσει την έκθεση του εφόσον σε αυτή γινόταν αναφορά στις δανειακές υποχρεώσεις των εναγόμενων πριν από τη σύναψη της συμφωνίας δανείου εφόσον δεν καλύπτονταν από τα δικόγραφα. Η μαρτυρία που προσπάθησε να παρουσιάσει ο κ. Κασσουμής δεν έγινε αποδεκτή ως μη συνάδουσα με τα δικόγραφα και ως εκ τούτου η προσπάθεια της Υπεράσπισης μέσω της μαρτυρίας της για να καταδείξει τις συναλλαγές των διαδίκων πριν από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, για όποια σημασία θα μπορούσαν να είχαν για το πως κατά την αντίληψη της επηρέασαν τη συμφωνία δανείου απέβη άκαρπη, και έτσι δεν έχει συνεισφέρει οτιδήποτε, στα επίδικα γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση ο κ. Κασσουμής ως κατ' ισχυρισμό εμπειρογνώμονας (θα επανέλθω στο σημείο αυτό αργότερα), δεν ήταν γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και δεν εξέφρασε παρά μόνο γνώμη και απόψεις χωρίς τεκμηρίωση επί των πραγματικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του καθίσταται αδιάφορη για την υπόθεση και κρίνω εν κατακλείδι ότι δεν πρόσφερε οτιδήποτε σε σχέση με ό,τι κλήθηκε να καταθέσει για την Υπεράσπιση. Στη μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων θα επανέλθω και στη συνέχεια όπου θα με απασχολήσουν διάφορες επί μέρους πτυχές της που άπτονται των επίδικων ζητημάτων. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τόσο της πλευράς των εναγόντων όσο και των εναγόμενων, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, εξέθεσαν τη δική τους οπτική επί των διαφόρων πτυχών της υπόθεσης και της δοθείσας μαρτυρίας και με παρέπεμψαν σε διάφορες αποφάσεις και σε αυθεντίες και στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα διάφορα επίδικα ζητήματα όπως τα ανέδειξαν προς στοιχειοθέτηση των θέσεων τους. Από πλευράς Υπεράσπισης η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων επικεντρώθηκε ως επί το πλείστο στον ισχυρισμό ότι στη συμφωνία δανείου υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες και το νομικό πλαίσιο που τις διέπει. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις και εισηγήσεις τους οι οποίες ομολογουμένως μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές τόσο για να αντιληφθώ τη θέση τους όσο και για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα όπως θα εκτεθούν στη συνέχεια. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Κατά την αντίληψη μου η θέση της Υπεράσπισης και οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο δικόγραφο της δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν ισχύουν εφόσον δεν έγινε αποδεκτή και η μαρτυρία που προσπάθησε χωρίς επιτυχία να εισαγάγει. Η μοναδική μαρτυρία που έγινε προσπάθεια να εισαχθεί από τον κ. Κασσουμή δεν έγινε αποδεκτή ως μη δικογραφημένη. Και έτσι καθόλου δεν επηρεάζει την αποδεικτική ισχύ της μαρτυρίας των εναγόντων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε ο εναγόμενος 1 ούτε η εναγόμενη 2 επέλεξαν να δώσουν μαρτυρία για να αμφισβητήσουν ευθέως τα όσα είχαν αναφέρει οι μάρτυρες των εναγόντων στη δική τους μαρτυρία για τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας δανείου. Να σημειωθεί ακόμα ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τους περί μη υπογραφής της συμφωνίας δανείου και των εγγράφων των εξασφαλίσεων, περί μη λήψης ανταλλάγματος, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί τους έμειναν ατεκμηρίωτοι και στην ουσία και στη βάση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τους ενάγοντες είναι ανεδαφικοί και ανύπαρκτοι. Η αγωγή των εναγόντων έχει ως κύρια νομική βάση την παράβαση σύμβασης, ως επίσης και τις γενικές αρχές δικαίου "unlawful enrichment" και "money had and received". Το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, βρίσκει εφαρμογή και στην περίπτωση των εναγόντων, προνοεί δε τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης». Επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις τραπεζικού χρέους ως είναι η περίπτωση της παρούσας αγωγής με τη συμφωνία δανείου των εναγόντων με τον εναγόμενο 1, η νομολογία μας έχει προσδιορίσει τα βασικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθούν έτσι ώστε να αποδειχθεί η απαίτηση των εναγόντων (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. 1. Βασίλη Χαραλάμπους, 2. Παναγιώτη Παναγιώτου, 3. Ανδρέα Σακά
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Τα βασικά στοιχεία λοιπόν που πρέπει να αποδειχθούν είναι: «(α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο». Σύναψη συμφωνίας δανείου, εγγύησης & άλλων εξασφαλίσεων: Ανατρέχοντας στην προσφερθείσα μαρτυρία τόσο ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), όσο και ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), έδωσαν πλήρη στοιχεία και εμπεριστατωμένη μαρτυρία για τη σύναψη της συμφωνίας δανείου με τον εναγόμενο
  2. Ο ΜΕ1 παρουσίασε γραπτή δήλωση το Έγγραφο Α΄ το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, και έκαμε τεκμηριωμένη αναφορά με παραπομπή στα τεκμήρια που κατάθεσε όπου στοιχειοθετούνται πλήρως οι ισχυρισμοί των εναγόντων στην Αγωγή τους και δη η σύναψη της συμφωνίας δανείου μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου
  3. Προς τούτο ο ΜΕ1 προσκόμισε και εξήγησε τα εξής έγγραφα τα οποία επί της ουσίας τους δεν αμφισβητήθηκαν: (α) τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 31.10.2011 μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 (Τεκμ. 1), (β) το εγγυητήριο έγγραφο της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 31.10.2011, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 (Τεκμ. 2), (γ) τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης Ακινήτων (Τεκμ. 6 - 10), με τις οποίες οι εναγόμενοι 1 και 2 υποθήκευσαν τα ακίνητα τους προς όφελος των εναγόντων για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, (δ) την επιβάρυνση αντικειμένων (Τεκμ. 5), με την οποία ο εναγόμενος 1 επιβάρυνε το όχημα της εργασίας του προς όφελος των εναγόντων για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, (ε) τα Τεκμ. 11-18 στα οποία, όπως και στα ανωτέρω και στα υπόλοιπα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε άλλο μέρος της απόφασης. Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1), από τους εναγόμενους είτε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 είτε και κατά την αντεξέταση των υπόλοιπων μαρτύρων των εναγόντων. Ούτε και προσκομίστηκε από τους εναγόμενους μαρτυρία που να θέτει σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας δανείου από τον εναγόμενο 1 ή τη σύναψη οποιωνδήποτε από τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν στην ακρόαση, συμπεριλαμβανομένων του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 2), των Συμβάσεων Υποθηκών (Τεκμ. 6 - 10) και της επιβάρυνσης αντικειμένων (Τεκμ. 5). Εκτός από το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η σύναψη των πιο πάνω εξασφαλίσεων από τους εναγόμενους είτε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 είτε και κατά την αντεξέταση των υπόλοιπων μαρτύρων των εναγόντων, η ίδια η σύναψη του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 2), των Συμβάσεων Υποθηκών (Τεκμ. 6 - 10) και της επιβάρυνσης αντικειμένων (Τεκμ. 5), καταδεικνύουν και αποδεικνύουν κατά την άποψη μου, ότι ο εναγόμενος 1 όντως συνήψε τη συμφωνία δανείου και μαζί με την εναγόμενη 2 προχώρησαν και έδωσαν τις πιο πάνω εξασφαλίσεις προς τους ενάγοντες. Θα έλεγα ότι αν υπήρχε κάτι επιλήψιμο ή κάτι που δεν ήταν της αρεσκείας των εναγόμενων, δεν θα προέβαιναν ποτέ στις Συμβάσεις Υποθήκης (Τεκμ. 6 - 10) ούτε και στην επιβάρυνση αντικειμένων (Τεκμ. 5) ούτε και θα έδινε ποτέ την εγγύηση της η εναγόμενη
  4. Επιπρόσθετα, η Έγγραφη Δήλωση της εναγόμενης 2 (Τεκμ. 4), για τη μη επιθυμία λήψης νομικής συμβουλής για τη συμφωνία δανείου, καταδεικνύει και το αβάσιμο των ισχυρισμών των εναγόμενων που φαίνονται στην Υπεράσπιση τους που σε κάθε περίπτωση έμειναν ατεκμηρίωτοι. Κρίνω ότι τα πιο πάνω τεκμήρια καταδεικνύουν και αποδεικνύουν αδιαμφησβήτητα ότι οι εναγόμενοι ενσυνείδητα, με ελεύθερη βούληση και ξεκάθαρα συνήψαν τη συμφωνία δανείου, το εγγυητήριο έγγραφο και τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις προς όφελος των εναγόντων. Όσα δε υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων περί άσκησης ,πίεσης προς τους εναγόμενους, περί εκμετάλλευσης των εναγόμενων από τους ενάγοντες, περί μη λήψης του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο 1, περί μη έρευνας για την εισοδηματική ικανότητα του εναγόμενου 1, περί δήθεν γνώσης των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να αποπληρώνει το δάνειο, περί εικονικότητας, όλα, εκτός από το γεγονός ότι ήταν και εκτός δικογράφων, έπεσαν στο κενό τόσο με τις ξεκάθαρες απαντήσεις των μαρτύρων των εναγόντων όσο και με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 2 αναφορικά με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε υπογραφεί η συμφωνία δανείου. Περαιτέρω, δεν έτυχαν της οποιασδήποτε αμφισβήτησης το Τεκμ. 14 (Γενικοί Κανονισμοί και Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων) και το Τεκμ. 16 από τους εναγόμενους. Καμία αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγόμενων για τα εν λόγω τεκμήρια και εκ των πραγμάτων η μαρτυρία των εναγόντων παρέμεινε αναντίλεκτη και επ' αυτού του σημείου. Ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), διευθυντής του καταστήματος στο οποίο συνάφθηκε και υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι το 2011, έδωσε πλήρη στοιχεία και εμπεριστατωμένη μαρτυρία για τη σύναψη της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1), αναγνωρίζοντας την υπογραφή του επ' αυτής, ως επίσης και την υπογραφή του πάνω στο εγγυητήριο έγγραφο της εναγόμενης 2 (Τεκμ. 2), και πάνω στα Τεκμ. 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12, γεγονός που καταδεικνύει και το μεγάλο εύρος της προσωπικής του γνώσης για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ανάφερε ακόμα ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στην παρουσία του αφού του είχε επεξηγήσει πλήρως τα έγγραφα της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1). Το ίδιο ίσχυσε και για το εγγυητήριο έγγραφο και τις άλλες εξασφαλίσεις που είχαν δώσει οι εναγόμενοι 1 και 2 για το δάνειο που παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο
  5. Ο ΜΕ2 ανάφερε ότι είχε γίνει έρευνα από τους ενάγοντες για την ικανότητα του εναγόμενου 1 για αποπληρωμή του δανείου και κατέληξαν διέθετε αυτήν την ικανότητα. Ανάφερε ακόμα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κατανοήσει πλήρως τους όρους των Τεκμ. 1 - 12 και είχαν υπογράψει με ελεύθερη τη θέληση τους και χωρίς πίεση. Ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), μεταξύ άλλων, απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που προέκυψαν από την αντεξέταση του ΜΕ1, και έδωσε σαφείς απαντήσεις σε οποιαδήποτε θέματα έχρηζαν διευκρίνισης, ολοκληρώνοντας με αυτόν` ` τον τρόπο την πλήρη εικόνα για τα γεγονότα της υπόθεσης, τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 έδωσε, όπως κρίνω, πειστικές απαντήσεις αναφέροντας, μεταξύ άλλων, και τα εξής: (α) είχε αξιολογηθεί πλήρως η αίτηση του εναγόμενου 1 από την εγκρίνουσα αρχή των εναγόντων πριν να συναφθεί η συμφωνία δανείου. Τόνισε ότι ο εναγόμενος 1 μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι στους ενάγοντες και όπως και κρίθηκε από την εγκρίνουσα αρχή των εναγόντων, (β) το Τεκμ. 14 (κατάλογος επιτοκίων & χρεώσεων & Γενικοί Όροι και Κανονισμοί) είχαν ταχυδρομηθεί στον εναγόμενο 1, ως επίσης είχαν δοθεί τα έγγραφα που είχαν υπογράψει οι εναγόμενοι 1 και 2 εκ των προτέρων για να τα μελετήσουν και να πάρουν και νομική συμβουλή, (γ) καμία πίεση δεν ασκήθηκε πάνω στους εναγόμενους 1 και 2 για να υπογραφτεί η συμφωνία δανείου και τα έγγραφα των πιο πάνω εξασφαλίσεων, (δ) το προϊόν της συμφωνίας δανείου χρησιμοποιήθηκε, ως εξάλλου αναφέρεται και στο ίδιο το Τεκμ. 1, για εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες αλλά και συμπεριλαμβανομένων και άλλων εξόδων για τη συμφωνία δανείου ως ανάφερε ο ΜΕ
  6. Ως εκ των ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα η νόμιμη και νομότυπη σύναψη της συμφωνίας δανείου, του εγγυητήριου εγγράφου και των εξασφαλίσεων από τους εναγόμενους και η υλοποίηση των συμφωνηθέντων εκ μέρους των εναγόντων. Σε σχέση με την παράβαση της συμφωνίας δανείου, του εγγυητήριου εγγράφου και άλλων εξασφαλίσεων θα πρέπει να ειπωθεί περαιτέρω ότι τόσο ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), όσο και ο κ. Δεσπότης (ΜΕ2), με τη μαρτυρία τους στοιχειοθέτησαν την παράβαση της συμφωνίας δανείου από τον εναγόμενο 1 και την παράβαση του εγγυητήριου εγγράφου από την εναγόμενη
  7. Σχετικά είναι και τα πιο κάτω στοιχεία προερχόμενα από τη μαρτυρία: (α) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), έκαμε εκτενή αναφορά με την οποία καταδεικνύεται η παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου για την αποπληρωμή του δανείου (όρος 1 και όρος 4 στο Τεκμ. 1 αποπληρωμή δανείου) από τον εναγόμενο 1 και την παράβαση των όρων του εγγυητήριου εγγράφου (Τεκμ. 2), για κάλυψη των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 από την εναγόμενη 2, (β) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), αναφέρθηκε και επεξήγησε λεπτομερώς και με σαφήνεια τις καταστάσεις λογαριασμού της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 18), οι οποίες παρουσιάζουν το χρεωστικό υπόλοιπο και αποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος 1 είχε πλήρως παραβεί τους όρους αποπληρωμής του δανείου που είχε λάβει από τους ενάγοντες, (γ) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), παρουσίασε τις επιστολές προειδοποίησης ημερομηνίας 25.09.2012 (Τεκμ. 11), και τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 19.10.2012 (Τεκμ. 12), οι οποίες αποδεικνύουν το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 και η εναγόμενη 2 είχαν παραβεί τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους ενάγοντες και προς τούτο λάμβαναν σχετική γραπτή ενημέρωση. Από την άλλη, η πλευρά των εναγόμενων δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή υπήρξε παράβαση της συμφωνίας δανείου από μέρους των εναγόντων και ότι οι ίδιοι δεν την παραβίασαν. Αντίθετα, δεν ισχυρίστηκαν καν ότι οι ίδιοι δεν παραβίασαν τη συμφωνία δανείου, δεν αμφισβήτησαν ακόμα τις καταγραφές στις καταστάσεις λογαριασμού και τις επιστολές τερματισμού που καταδείκνυαν την εν λόγω παράβαση της συμφωνίας δανείου εκ μέρους τους. Περαιτέρω, ο ίδιος ο δικηγόρος των εναγόμενων 1 και 2, κατά την αντεξέταση του κ. Παντελή (ΜΕ3), υπέβαλε σ' αυτόν ότι η ορθή και δίκαιη εικόνα του λογαριασμού δανείου κατά την 31.12.2015 θα έπρεπε να ήταν €352.916,00 διαφοροποιούμενο από το ποσό των €452,916,60σ. που υπέβαλε στον κ. Νικολάου (ΜΕ1) και διαφοροποιημένο και από το ποσό που προσδιόρισε αργότερα ως οφειλόμενο ο ΜΥ1 όταν ανάφερε ότι αυτό θα έπρεπε να ήταν κατά την 31.12.2015 €348.000,00 και όχι €598.000,00, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει εκτός από ασάφεια ως προς το ποσό που υποδείκνυαν ως υπόλοιπο τη συγκεκριμένη ημερομηνία και την ξεκάθαρη παραδοχή των εναγόμενων 1 και 2 για υπόλοιπο χρέους τους προς τους ενάγοντες, της παράβασης της συμφωνίας δανείου και του εγγυητήριου εγγράφου, της παράβασης των άλλων εξασφαλίσεων που είχαν δοθεί στους ενάγοντες, του τερματισμού της συμφωνίας δανείου και της οφειλής τους προς τους ενάγοντες. Ως συμπέρασμα εξάγεται ότι το μόνο που αμφισβητούσαν ήταν το ύψος της οφειλής και όχι η ίδια η οφειλή. Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας δανείου από τον εναγόμενο 1, παράβαση του εγγυητήριου εγγράφου από την εναγόμενη 2 και των υπόλοιπων εξασφαλίσεων από τους εναγόμενους με την μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες. Σε σχέση τώρα με τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και το οφειλόμενο υπόλοιπο, έκαναν αναφορά και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων (ΜΕ1, ΜΕ2 και Μ3). Κρίνω ότι στοιχειοθέτησαν πλήρως και αυτό το βασικό στοιχείο για την επιτυχία της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Ο σχετικός όρος για τερματισμό της συμφωνίας δανείου είναι ο όρος 9 στο Τεκμ. 14 (Γενικοί Όροι και Κανονισμοί των εναγόντων), στους οποίους γίνεται παραπομπή στη σελίδα 2 της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1). Τώρα, η μαρτυρία που προσφέρθηκε σε σχέση με τα ως άνω ζητήματα είναι η ακόλουθη: (α) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1) αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ότι οι επιστολές (Τεκμ. 11 και 12) στάλθηκαν και δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Εδώ επισημαίνω ότι δεν υπήρξε καμία αντεξέταση επί του τερματισμού της συμφωνίας δανείου και επί των εν λόγω επιστολών, εξ ου και είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν καν επίδικο θέμα. Η μαρτυρία εν προκειμένω παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω μαρτυρία συνάδει με τον νομολογιακά αποδεδειγμένο τρόπο απόδειξης της λήψης επιστολής από τον παραλήπτη της, ως αναφέρεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 479 και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR
  1. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι νόμιμα και ορθά τερματίστηκε από τους ενάγοντες η συμφωνία δανείου με το Τεκμ. 12 και νόμιμα και ορθά κατέστη απαιτητό και οφειλόμενο το ποσό και το χρεωστικό υπόλοιπο που φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18 και 19). (β) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), ανάλωσε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του επεξηγώντας με κάθε λεπτομέρεια και με κάθε σαφήνεια όλες τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμ. 18), το οποίο ως ανάφερε ο ίδιος μάρτυρας εμπίπτει στην έννοια του τραπεζικού βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  2. Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού δανείου κατά την εξέταση του. Ο ΜΕ1 παρουσίασε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού και επεξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια και πειστικότητα όλες τις χρεοπιστώσεις και όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, όπως ακριβώς επιτάσσει η κυπριακή νομολογία (βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 846). Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού παρουσιάζουν τη λειτουργία του δανείου από την αρχή του και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, δίνοντας σαφή και λεπτομερή εικόνα στο Δικαστήριο για τις χρεοπιστώσεις που γινόντουσαν στον εν λόγω λογαριασμό του οποίου έκαναν χρήση οι εναγόμενοι 1 και
  1. Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), κατάφερε με πειστικό τρόπο να εξηγήσει όλες τις χρεοπιστώσεις αναλύοντας διεξοδικά κάθε σελίδα της κατάστασης λογαριασμού ξεχωριστά και με πάσα λεπτομέρεια, ανάφερε τα επιτόκια και το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο με σαφήνεια και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις και πλήρως κατά την αντεξέτασή του. Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), έμεινε σταθερός στη μαρτυρία που έδωσε. Αναφέρθηκε στο ότι το βασικό επιτόκιο του λογαριασμού δανείου του εναγόμενου 1 ήταν αυτό της τράπεζας δηλαδή των εναγόντων και ότι αυτό ήταν το εκάστοτε βασικό επιτόκιο ως όριζε και ο όρος 4(α) της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1). Το επιτόκιο του λογαριασμού αποτελείτο από το εν λόγω βασικό επιτόκιο συν το περιθώριο που αναφέρεται στο Τεκμ.
  2. Επίσης, ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), αναφέρθηκε και στο ποσοστό του τόκου υπερημερίας ύψους 2% που αποτελεί ζημιά των εναγόντων. (γ) Ο κ. Παντελή (ΜΕ 3), προσκόμισε το Τεκμ. 19 που είναι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, με αφαιρεμένες όλες τις χρεώσεις πλην των χρεώσεων του αρχικά συμφωνηθέντος τόκου. Η εν λόγω χρέωση τόκου απαρτίζεται από το συμβατικό επιτόκιο συν 2% περιθώριο, ήτοι 7.75% ως το Τεκμ. 1, από την αρχή του δανείου μέχρι και σήμερα, ήτοι χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας. (δ) Ο κ. Νικολάου (ΜΕ1), απάντησε και στην αντεξέτασή του για το θέμα του διαιρέτη του εμπορικού έτους, λέγοντας ότι χρησιμοποιήθηκε το λογιστικό έτος με 360 μέρες αλλά ότι από 1.01.2015 οι ενάγοντες χρησιμοποιούν το λογιστικό έτος με 365 μέρες. Το θέμα αυτό ουδέποτε ήταν επίδικο θέμα με βάση και με τα δικόγραφα της υπόθεσης. Σχετική είναι η απόφαση ημερομηνίας 14.08.2019 στην Αγωγή 159/2014 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. YIAN.GEO. & KASHIAS (AVGOROU) LIMITED κ.α., της κ. Λ. Δημητριάδου, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), η οποία έκρινε ότι η πρόνοια για διαιρέτη 365 μερών του Άρθρου 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996] που εισήχθη στον πιο πάνω Νόμο μέσω του Τροποποιητικού Νόμου 49(Ι)/2016, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 30 μέρες μετά τη δημοσίευσή του, που ήταν η 22.04.2016, δεν έχει αναδρομική ισχύ και έχει εφαρμογή από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ, ήτοι 30 μέρες μετά τη δημοσίευσή του, που ήταν η 22.04.2016 και συνεπώς δεν ίσχυε κατά τους χρόνους που οι ενάγοντες στη βάση των όρων της συμφωνίας δανείου με τον εναγόμενο 1 χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τόκους που υπολόγιζε με βάση το οικονομικό έτος των 360 ημερών. Σε κάθε περίπτωση, με υιοθέτηση των αποφάσεων Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322, και Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, στην εν λόγω απόφαση της η κ. Λ. Δημητριάδου, έκρινε ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών δεν οδήγησε σε παράνομες χρεώσεις τόκων και δεν ήταν νομικά επιλήψιμη. Να πω ότι τα ως άνω υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα εξετάσω στη συνέχεια διάφορους ισχυρισμούς των εναγόμενων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αποφάσισαν να στηρίξουν την Υπεράσπιση τους στη μαρτυρία ενός μοναδικού μάρτυρα του κ. Κασσουμή (ΜΥ1). Η μαρτυρία του ΜΥ1, εκτός από το γεγονός ότι ήταν εκτός δικογράφων, στηρίχθηκε σε υπολογισμούς που ουδόλως είχαν την οποιαδήποτε βάση. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του ήταν υπερβολικοί και ανεδαφικοί θέλοντας να χαρακτηρίσει τον εναγόμενο 1 ως «θύμα» των διαδικασιών των εναγόντων, πράγμα που ουδόλως στηρίχθηκε με στοιχεία, ουδόλως αποτελεί επίδικο θέμα και ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αυθαίρετη θέση του ότι η συμφωνία δανείου είχε γίνει για το όφελος των εναγόντων δεν βρίσκει στήριξη σε οτιδήποτε, αφού ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ουδόλως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να πει κάτι τέτοιο ή για να πει ότι πιέστηκε να υπογράψει μια συμφωνία η οποία ήταν προς όφελος των εναγόντων. Η δε θέση του ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι διογκωμένο, καταρρίπτεται από τα Τεκμ. 18 και 19 που δείχνουν ότι το υπόλοιπο διαμορφώθηκε στη βάση όλων όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 και όχι διαφορετικά. Μάλιστα, ο ίδιος ο ΜΥ1 παραδέχθηκε την οφειλή του εναγόμενου 1 λέγοντας ότι δήθεν το αρχικό υπόλοιπο έπρεπε να ήταν €251.000,00 χωρίς να αμφισβητεί την οφειλή και ερχόμενος σε αντίφαση με όλα όσα είχε προαναφέρει στο Δικαστήριο περί «θύματος» και περί «όφελος των εναγόντων». Μάλιστα, προς το τέλος της μαρτυρίας του ανάφερε ότι το υπόλοιπο του δανείου έπρεπε στις 31.12.2015 να ήταν €348.000,00 μη αμφισβητώντας την οφειλή των εναγόμενων 1 και 2 προς τους ενάγοντες αλλά μόνο, αυθαίρετα, το ύψος της οφειλής αυτής. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι συμβούλευε τους εναγόμενους 1 και 2 ως σύμβουλος σχεδίου αποπληρωμής, γεγονός που σήμαινε ότι ενεργούσε ως σύμβουλος αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)(β) του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015 (Ν. 64(Ι)/2015), τη στιγμή που ο ίδιος είχε αναφέρει στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν αδειούχος σύμβουλος αφερεγγυότητας και επομένως η όποια μαρτυρία του δεν προέρχεται από άτομο που έχει αυτή την ιδιότητα και ούτε μπορεί να κριθεί ότι η μαρτυρία του μπορεί να αξιολογηθεί και αντικριστεί ως μαρτυρία προερχόμενη από εμπειρογνώμονα για το ζήτημα που κλήθηκε να καταθέσει όπως και αν ήθελε κάποιος να την αντικρίσει. Πέραν της ανεδαφικής και ατεκμηρίωτης μαρτυρίας του ΜΥ1, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόμενων στην Υπεράσπιση τους και οι σχετικές υποβολές προς τους μάρτυρες των εναγόντων για μικρότερα οφειλόμενα ποσά έμειναν αστήρικτοι από μαρτυρία και επομένως έμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Η μαρτυρία των εναγόντων από την άλλη έμεινε χωρίς απάντηση και αναντίλεκτη. Τα ως άνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης για το ποσό που αναφέρεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 19), ήτοι το ποσό των €961.810,59σ. πλέον τόκο προς 7,75% από 01.04.2023 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τόκου υπερημερίας εφόσον εκτός του ότι δεν διευκρινίζεται στο δικόγραφο τους σε τις συνίσταται ο τόκος 12% που αξιώνουν και αν σε αυτό συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας δεν έχουν εξειδικεύσει την ζημιά που υποβλήθηκαν με την μη έγκαιρη καταβολή των δόσεων του δανείου εκ μέρους των εναγόμενων ως επιτάσσει η νομολογία μας και οι ΜΕ 1 και 2 που ρωτήθηκαν σχετικά δεν απάντησαν επί του ζητήματος με αρκούντως ικανοποιητικά στοιχεία και σαφήνεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν στοιχειοθετήσει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων και από την άλλη έχει αποτύχει η Υπεράσπιση των εναγόμενων. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €961.810,59σ. πλέον τόκο προς 7,75% από 01.04.2023 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδονται επίσης τα ακόλουθα διατάγματα: (α) εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 ως το αιτητικό Ι Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως. (β) εναντίον του εναγόμενου 1 ως τα αιτητικά ΙΙ Α, Β και Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως. (γ) εναντίον της εναγόμενης 2 ως τα αιτητικά ΙΙΙ Α, Β και Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.