ALPINA FARM LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 896/22, 27/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 896/22 Ημερομηνία: 27/06/2023 Μεταξύ: ALPINA FARM LIMITED (HE-131666), εκ Τ. Τ. 2573, Ποταμιά, Λευκωσία Ενάγουσα/Αιτήτρια και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ οδού Απελλή 1, Τ. Τ. 1403, Λευκωσία Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κος Α. Χρήστου Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κος Χρ. Τσεκούρας Αίτηση ημερομηνίας 03/06/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα ως εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις σε σχέση με κτηνοτροφική μονάδα στην οποίαν λειτουργός των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών μετά από επίσκεψη στη μονάδα στις 08/10/2021, επέδωσε προς τους Ενάγοντες ειδοποίηση κήρυξης υποστατικού ως μολυσμένου με τρομώδη νόσο των αιγοπροβάτων στη σύμβαση του περί Υγείας και Ζώων Νόμο 101.2001 και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 999/
- Αυτό έγινε, σύμφωνα με τη δικογραφημένη απαίτηση, μετά από εξέταση δείγματος εγκεφάλου νεκρού ζώου που ανήκε στην εκμετάλλευση της Ενάγουσας, ήταν θετικό σε μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Ενόψει της διαπίστωσης κηρύχθηκε η κτηνοτροφική μονάδα μολυσμένη και αυτή με βάση τον συγκεκριμένο κωδικό εκμετάλλευσης ,θα παρέμεινε ως είχε κηρυχθεί ως μολυσμένη μονάδα μέχρι να αποσυρθεί με σχετικό έντυπο από αρμόδιο κτηνιατρικό λειτουργό. Μετά από αυτό, έδιδαν οδηγίες οι κτηνοτροφικοί λειτουργοί για σχετικά δείγματα προς εξέταση από ζώα που υφίστανται στην κτηνοτροφική μονάδα και ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι γινόταν αυτό χωρίς να αφήνουν αντιδείγματα των δειγμάτων που λαμβάνονται κατά παράβαση της σχετικής ευρωπαϊκής και ημεδαπής νομοθεσίας. Συνεπεία της κατάστασης των πραγμάτων, η Ενάγουσα που διαθέτει 3.001 αιγοπρόβατα και που θα έπρεπε να τα θέσει αυτά προς €20 για σκοπούς σφαγής, καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Παράλληλα καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποίαν ζητούσε την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων. Α. Προστακτικό Παρεπίμπτον Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι αρμόδιοι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, προκειμένου να επαναφέρουν την κατάσταση της κτηνοτροφικής μονάδας της Αιτήτριας στην κατάσταση που ήταν πριν την 08/10/2021, δηλαδή αυτή του μολυσμένου υποστατικού, τη βάση του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου 109(Ι)/2001 ως ετροποποιήθη και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 999/2001, μέχρι την τελική εκδίκαση και περάτωση της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Προστακτικό Παρεμπίπτον Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι αρμόδιοι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, προκειμένου να λαμβάνουν οποιοδήποτε δείγμα από ζώα, δηλαδή αιγοπρόβατα που ανήκουν ιδιοκτησιακά και/ή τυγχάνουν εκμετάλλευσης από την Αιτήτρια, μόνο στην παρουσία των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της Αιτήτριας, στην κτηνοτροφική μονάδα της τελευταίας, μέχρι την τελική εκδίκαση και περάτωση της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Προστακτικό Παρεμπίπτον Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι αρμόδιοι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, προκειμένου να λαμβάνουν οποιοδήποτε δείγμα από ζώα, δηλαδή αιγοπρόβατα που ανήκουν ιδιοκτησιακά και/ή τυγχάνουν εκμετάλλευσης από την Αιτήτρια, μόνο αν αφήνουν σχετικό αντι-δείγμα στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της Αιτήτριας, κάθε φορά που λαμβάνεται σχετικό δείγμα από ζώο, στην κτηνοτροφική μονάδα της τελευταίας, μέχρι την τελική εκδίκαση και περάτωση της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29‑32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 1, 2, 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, επί των άρθρων 1‑17 του περί Υγείας και Ζώων Νόμου 101/2001, των άρθρων 1‑8 του περί της Εφαρμογής και Κοινοτικών Κανονισμών στον Τομέα της Κτηνιατρικής Νόμου 141.1./2004 και στη Διαταγή 29, 48 και 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Τ. Π., ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας εταιρείας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ως αναφέρει, η Αιτήτρια εξασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα της κτηνοτροφίας και στον τομέα της εκτροφής αιγοπροβάτων της αλπικής φυλής για σκοπούς διάθεσης τους μέσω εμπορίας στο κοινό και για σκοπούς αναπαραγωγής. Η μονάδα είναι στο χωριό Ποταμιά και είναι εκσυγχρονισμένη και τηρεί όλους τους κανόνες υγιεινής. Στις 08/10/2021 κτηνιατρική λειτουργός μετά από σχετική επίσκεψη στην κτηνοτροφική μονάδα, επέδωσε στους νόμιμους εκπροσώπους της Αιτήτριας, ειδοποίηση κήρυξης υποστατικού ως μολυσμένου με τρομώδη νόσο αιγοπροβάτων στη βάση του περί της Υγείας των Ζώων Νόμος 109.1.2001 του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Κανονισμών στον τομέα της Κτηνιατρικής Νόμου 149.1./2024 και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 999/
- Αυτό έγινε μετά από εξέταση δείγματος εγκεφάλου νεκρού ζώου που ανήκε στην εκμετάλλευση της Ενάγουσας. Διαπιστώθηκε ότι ήταν θετικό σε μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Ως αποτέλεσμα αυτού, κήρυξε τη μονάδα ως μολυσμένη και στη βάση της ειδοποίησης, το καθεστώς της κτηνοτροφικής μονάδας κωδικοποιήθηκε με συγκεκριμένο κωδικό εκμετάλλευσης που θα παρέμεινε σε ισχύ μέχρι αυτός ο κωδικός να αποσυρθεί με σχετικό έντυπο. Στη συνέχεια οι λειτουργοί θα λάμβαναν σχετικό δείγμα προς εξέταση από ζώα που υφίστανται στην κτηνοτροφική μονάδα χωρίς να επιτρέπεται η φυσική παρουσία νομικού εκπροσώπου της Αιτήτριας για τη λήψη τέτοιου δείγματος και χωρίς να αφήνονται καθηκόντως αντιδείγματα των δειγμάτων που λαμβάνονται από τα ζώα εκ μέρους των εκπροσώπων της Καθ' ης η Αίτηση κατά παράβαση της σχετικής ευρωπαϊκής και ημεδαπής νομοθεσίας. Στη βάση της σχετικής νομοθεσίας και του κανονισμού, του σχετικού εγχειριδίου δεν ικανοποιούνται κατά τον ουσιώδη χρόνο οι προϋποθέσεις κήρυξης της μονάδας ως μολυσμένη με την τρομώδη νόσο των αιγοπροβάτων από τους αρμόδιους λειτουργούς. Η ζημιά της Αιτήτριας, ήταν για το ποσό των €300 για έκαστο αιγοπρόβατο διότι ήταν αναγκασμένη να διαθέτει το κάθε ζώο για σκοπούς αποζημίωσης στις αρμόδιες αρχές για το ποσό των €20 για σκοπούς σφαγής του κάθε ζώου. Έκαναν γραπτές εκκλήσεις στους αρμόδιους στις 14/10/2021, στις 10/03/2022 και 05/05/2022 για τη λήψη αναγκαίων μέτρων για παύση του καθεστώτος περιορισμού χωρίς αποτέλεσμα. Στις 25/05/2022 οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στους Αιτητές επιστολή το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του και ως αποτέλεσμα αυτού, είναι θέση των Αιτητών ότι αυτό θα οδηγούσε στην οικονομική τους καταστροφή χωρίς να εξυπηρετείται το συμφέρον της δημόσιας υγείας. Αυτός είναι ο λόγος που κατέφυγε σε υπηρεσίες δικηγόρου και στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου λοιπόν, καθίσταται επιβεβλημένη υπό τας περιστάσεις η κατεπείγουσα έκδοση του εξαιτούμενου παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, προκειμένου η Αιτήτρια να μην υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά, λόγω της συνέχισης της διατήρησης του καθεστώτος της κτηνοτροφικής μονάδας της Αιτήτριας ως μολυσμένου, συνεπεία των πιο πάνω αναφερόμενων ενεργειών και παραλείψεων των προαναφερόμενων κτηνιατρικών λειτουργών. Εκ των πιο πάνω φαίνεται πως, η Αιτήτρια έχει καλή βάση αγωγής, δικαιούται εις θεραπεία και θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον σε περίπτωση που η Αιτήτρια απωλέσει πέραν των χρημάτων και της φήμης και της πελατείας της και το δικαίωμα της στην εργασία, καθώς μετά τη διαφαινόμενη απώλεια της φήμης και πελατείας της, κανείς δεν θα θέλει να συναλλάσσεται μαζί της στο εμπόριο. Αυτή η ζημιά δεν αποτιμάται ως γνωστό σε χρήμα και αποτελεί παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας στην εργασία. Για όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, καθίσταται επιβεβλημένη η διατήρηση μέσω της έγκρισης του υπό αναφορά παρεμπίπτοντος διατήρησης του status quo της εν λόγω κτηνοτροφικής μονάδας, πριν την επίδοση σε αυτήν της ειδοποίησης ημερομηνίας 08/10/2021 και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης του εν λόγω παρεμπίπτοντος διατάγματος. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση και προέβαλε 6 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ατεκμηρίωτη και/ή η νομική της βάση είναι ελλιπής και/ή ερείδεται επί λανθασμένου νομικού και/ή πραγματικού υποβάθρου. Συγκριμένα, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες ή/και ελέγχοι που διενήργησαν οι αρμόδιοι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος βρίσκονται εντός των ήδη προκαθορισμένων προνοιών της ημεδαπής ή/και ενωσιακής νομοθεσίας.
- Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή προωθείται καταχρηστικά από τους Αιτητές, είναι δε παράνομη και/ή επιπόλαια και/ή ενοχλητική. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται και/ή εμποδίζεται από το να εγείρει την ως άνω αγωγή, καθότι από το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος προκύπτει πως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και/ή αρμοδιότητα για να εκδικάσει και/ή να αποδώσει τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες και/ή δεν αποκαλύπτεται καμία βάση αγωγής.
- Δεν πληρούνται οι κατά τον νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δέον να σημειωθεί ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας, ήτοι η παράλειψη και/ή αποτυχία της να εισάγει στην εκμετάλλευση της ανθεκτικά προς την τρομώδη νόσο ζώα και/ή να συμμετάσχει σε προγράμματα γενετικής βελτίωσης και αναπαραγωγής με ανθεκτικά στην τρομώδη νόσο ζώα, ούτως ώστε να μειώσει καθαυτόν τον τρόπο στο ελάχιστο το ενδεχόμενο τα ζώα της εκμετάλλευσης της να είναι επιρρεπή στην τρομώδη νόσο, παραβιάζει και/ή υποσκάπτει τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζει η ημεδαπή και/ή ενωσιακή νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια όφειλε εν προκειμένω, καθηκόντως να προχωρήσει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, στις δέουσες ή/και απαιτούμενες ενέργειες ούτως ώστε, με την εισαγωγή στην εκτροφή ανθεκτικών στην τρομώδη νόσο αρσενικών ζώων να διασφαλίσει πως ο ζωικός πληθυσμός της εκτροφής της θα απαρτιζόταν από ανθεκτικά ή/και ημιανθεκτικά στην τρομώδη νόσο ζώα και κατ' επέκταση την άριστο υγειονομικό επίπεδο της κτηνοτροφικής μονάδας της από άποψης ανθεκτικότητας στην τρομώδη νόσο, του ζωικού της πληθυσμού. Παρ' όλα αυτά και παρά τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις ή/και οδηγίες που δόθηκαν από τους αρμόδιους λειτουργούς προς την Ενάγουσα, ήτοι να εντάξει στην εκτροφή της γενετικά ανθεκτικούς στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες κλώνους αρσενικών ζώων, η τελευταία ουδέν έπραξε ή/και ενώ στην αρχή έδειξε πρόθεση να πράξει, ακολούθως υπαναχώρησε αρνούμενη να το πράξει.
- Δεν προβάλλονται βάσιμοι, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται από τη σχετική ημεδαπή και/ή ενωσιακή νομοθεσία και/ή κανονισμούς και/ή από αρχές της επιείκειας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως λόγω της συμπεριφοράς της και/ή παράλειψης της, όπως υποχρεούνται όλες οι εκτροφές ζώων, ήτοι να εισάξει στην εκμετάλλευση της ανθεκτικά προς την τρομώδη νόσο ζώα, παραβιάζει τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζει η ημεδαπή ή/και ενωσιακή νομοθεσία και δε δύναται την οποιανδήποτε θεραπεία ή/και την έκδοση διαταγμάτων. Συνεπώς, εκ της δικής της παρανομίας, η ίδια εμποδίζεται να επικαλείται και/ή να απαιτεί και/ή να αξιώνει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Το υγειονομικό καθεστώς του ζωικού κεφαλαίου της Κύπρου, η διασφάλιση της υγείας των ζώων και/ή της δημόσιας υγείας και κατ' επέκταση του δημόσιου συμφέροντος συνηγορούν ξεκάθαρα υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
- Ενόψει των πιο πάνω, είναι σαφές πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, με αποτέλεσμα η Αίτηση να είναι απαράδεκτη, αδικαιολόγητη, καταχρηστική και ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εν πάση περιπτώσει, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της Γ. Γ. A., κτηνοτροφικός λειτουργός που γνωρίζει καλά τα γεγονότα και εξουσιοδοτήθηκε για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Τα πραγματικά γεγονότα είναι ως τα αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Παραδέχεται εν μέρει το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της ΕΔΤΠ. Περαιτέρω επιθυμεί να αναφέρει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: Στις 13/9/2021, η εταιρεία Sigan Management Ltd (εφεξής «η Εταιρεία») έλαβε δείγματα εγκεφάλου από τρεις
(3)αίγες της εκμετάλλευσης της Ενάγουσας. Κατόπιν εξέτασης των δειγμάτων στο Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών με τη μέθοδο ταχεία δοκιμής, δύο
(2)από τα συγκεκριμένα δείγματα που προέρχονταν από τα ζώα με ατομικό κωδικό αναγνώρισης CY276024501 (Α/Α Εργαστηρίου Τ2962/21) και CY276030440 (Α/Α Εργαστηρίου Τ2964/21) αντίστοιχα, ηλικίας 3.5 ετών, βρέθηκαν θετικά ως προς τις Μεταδοτικές Σπογγώδεις Εγκεφαλοπάθειες (εφεξής «ΜΣΕ»), ήτοι στη Τρομώδη Νόσο (Τεκμήριο 1). Εν συνεχεία, προς επιβεβαίωση των ανωτέρω αποτελεσμάτων και σύμφωνα με τις πρόνοιες του σημείου 3.2., Κεφάλαιο Γ, Παράρτημα X του Καν. (ΕΚ) αριθ. 999/2001, το Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών προέβη στις 09/11/2021 σε επιβεβαιωτικό έλεγχο στο δείγμα Τ2962/21, με την μέθοδο της ανοσοϊστοχημείας. Στη συνέχεια, το δείγμα στάλθηκε στο Εθνικό Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών της Ελλάδας και, αφού υποβλήθηκε σε κύρια μοριακή δοκιμή ανοσοκαθήλωσης ούτως ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης της Σπογγώδους Εγκεφαλοπάθειας των Βοοειδών, όπου και επιβεβαιώθηκε η κλασσική μορφή Τρομώδους Νόσου («classical scrapie»). Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, δια μέσου της υπεύθυνης Κτηνιατρικής Λειτουργού του Κτηνιατρικού Σταθμού Νήσου κας Τατιανής Χριστοφίδου, διαβίβασαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Ενάγουσα το έντυπο SCR4, ημερ. 08/10/2021. Με το εν λόγω έντυπο οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες κήρυτταν τη κτηνοτροφική μονάδα της Ενάγουσας ως μολυσμένη με Τρομώδη Νόσο των αιγοπροβάτων. Ταυτοχρόνως, εμπεριέκλειε σαφείς και/ή απαραίτητους κανονισμούς που, η κηρυχθείσα ως μολυσμένη κτηνοτροφική μονάδα της Ενάγουσας, έπρεπε να ακολουθήσει ως απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία, έως ότου διευθετηθεί επιτόπου επιδημιολογική επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, να επιδοθεί το έντυπο SCR4 δια χειρός στους διευθύνοντες συμβούλους ή/και ιδιοκτήτες της Ενάγουσας και να υπογράφει από αυτούς (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Κατόπιν σχετικής ενημέρωσης που έγινε, ο κ. Τ. Π., εκ μέρους της Ενάγουσας, ενημέρωσε την κ. Χριστοφίδου πως δεν θα αποδεχόταν την επίδοση του εντύπου SCR4 με συνέπεια, ένεκα αυτής της στάσης του κου Π., να μην πραγματοποιηθεί εν τέλη η επιτόπου προγραμματισθείσα επιδημιολογική επίσκεψη. Αντ' αυτού ο κ. Π. ζήτησε συνάντηση με τον Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών (ΔΚΥ) η οποία τελικά έγινε στο γραφείο του ΔΚΥ. Κατά την πιο πάνω συνάντηση, ο ΔΚΥ απάντησε σε διάφορα ερωτήματα τα οποία υπέβαλε ο κ. Π. και του επανέλαβε ξανά ρητά αυτό που του είχε υποδειχθεί και παλαιότερα και συγκεκριμένα πως, πρέπει να ενεργήσει προκειμένου να επιτύχει την διασφάλιση του υγειονομικού καθεστώτος του ζωικού του κεφαλαίου με το να καταστεί αυτός ανθεκτικός έναντι της Τρομώδους Νόσου, μέσω της εισαγωγής στην εκτροφή του γενετικά ανθεκτικών στις ΜΣΕ κλώνους αρσενικών ζώων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Προκειμένου δε να μειώσει στο ελάχιστο το ενδεχόμενο τα ζώα του να είναι επιρρεπή σε μόλυνση, κλήθηκε να συμμετάσχει σε πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης και αναπαραγωγής με ανθεκτικά στην Τρομώδη Νόσο ζώα. Αυτή η παραίνεση είχε υποβληθεί ξανά στον κ. Π. και σε προηγούμενο περιστατικό ανεύρεσης επιρρεπούς στην Τρομώδη Νόσο γονότυπου ζώων στην εκτροφή της Ενάγουσας όπως συνάγεται και από την ημερομηνίας 18/5/2015, με ΑΦ 2/2015, επιστολή του ΤΥΕΖ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3)· Ο κ. Π. απάντησε θετικά στην παραίνεση προς την ανεύρεση/απόκτηση γενετικά ανθεκτικών στην Τρομώδη Νόσο αρσενικών ζώων και την εισαγωγή αυτών στην εκμετάλλευσή του. Εν συνεχεία, κατόπιν συζητήσεων, συμφωνήθηκε όπως, μαζί με την υπεύθυνη λειτουργό του κτηνιατρικού σταθμού Νήσου, κα. Χρ. να μεταβούν από κοινού στην εκμετάλλευση του προκειμένου να τον ενημερώσουν σχετικά με διάφορα θέματα, όπως θέματα γονότυπου των ζώων του, την επιθεώρηση και διενέργεια επιδημιολογικής διερεύνησης για τυχόν εντοπισμό άλλων ζώων που θα παρουσίαζαν ύποπτα κλινικά συμπτώματα που παραπέμπουν σε περιστατικό Τρομώδους Νόσου. Για την επίτευξη των ανωτέρω διευθετήθηκε εκ νέου συνάντηση στην εκμετάλλευση του κ. Π. η οποία όμως, την προηγουμένη της επίσκεψης, ακυρώθηκε και πάλι από τον ίδιο τον κ. Π. Παραδέχεται το γεγονός ότι η ειδοποίηση SCR4 διαβιβάστηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, ωστόσο αρνείται τον ισχυρισμό ότι οι οποιοιδήποτε κρατικοί ή/και κτηνιατρικοί λειτουργοί παραβίασαν ή/και παρεξέκκλιναν από τους κανόνες νομιμότητας. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει πως η Προϊσταμένη του Τομέα Υγείας και Ευημερίας των Ζώων, ως Συντονίστρια για το χαρτοφυλάκιο των ΜΣΕ, απέτρεψαν ή/και παρεμπόδισαν καθ' οποιονδήποτε τρόπο την φυσική παρουσία λειτουργών ή/και εργοδοτουμένων της Ενάγουσας κατά τη διάρκεια λήψης δειγμάτων προς εξέταση, από ζώα της εκμετάλλευσης της Ενάγουσας. Έδιναν οδηγίες στους υπόλοιπους κρατικούς ή/και κτηνιατρικούς λειτουργούς, πάντοτε εντός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων τους και σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας. Δεν διαφαίνεται πουθενά ότι η ημεδαπή ή/και ενωσιακή νομοθεσία ή/και κανονισμοί επιβάλλουν τη φυσική παρουσία εκπροσώπων της κτηνιατρικής μονάδας σε χώρο όπου διενεργείται, από κρατικούς ή/και κτηνιατρικούς λειτουργούς, έλεγχος για ΜΣΕ. Περαιτέρω όπως κοινοποίησε ο ΔΚΥ στην επιστολή του ημερ, 20 Μαΐου 2022, το δείγμα εγκεφάλου λαμβάνεται σύμφωνα με το σχετικό πρωτόκολλο που είναι βασισμένο στις κατευθυντήριες οδηγίες του εργαστηρίου Αναφοράς και του Διεθνούς Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (WOAH). Η σχετική επιστολή και οι κατευθυντήριες γραμμές επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 5α και 5β αντίστοιχα. Εξάλλου στην επιστολή του ΔΚΥ, Τεκμήριο 4 απαντήθηκαν όλες οι αιτιάσεις και οι ισχυρισμοί του κ. Π. Ομοίως, η παροχή αντιδείγματος στους αρμόδιους εκπροσώπους της εκμετάλλευσης στην οποία διενεργείται διαγνωστικός έλεγχος για ΜΣΕ είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ή/και Κανονισμούς και, εν πάση περιπτώσει, δεν προβλέπεται ούτε και αποτελεί καθήκον των κρατικών ή/και κτηνιατρικών λειτουργών. Εξάλλου, ο ΔΚΥ επεξήγησε στον κ. Π., με την ημερομηνίας 20/5/2022 επιστολή του, πως είναι αδύνατον να παρέχεται αντίδειγμα του συγκεκριμένου μέρους του στελέχους στον κτηνοτρόφο, ένεκα του γεγονότος πως, για να πραγματοποιηθούν περεταίρω εξετάσεις απαιτούνται τουλάχιστον τρεις
(3)τομές από συγκεκριμένο, πολύ μικρό σημείο του στελέχους του εγκεφάλου (obex) ενός ζώου. Η ανατομική αυτή πραγματικότητα δεν παρέχει στον δειγματολήπτη τη δυνατότητα να παρέχει επιπλέον δείγμα στον κτηνοτρόφο όπως απαιτεί ο κος Π. Επιπροσθέτως, έχει ξεκαθαριστεί στον κ. Π. πως, η λήψη εγκεφάλου στο πλαίσιο IX του Κανονισμού (ΕΕ) 142/2011 πρέπει να διενεργείται σε χώρο που πραγματοποιούνται ενδιάμεσες δραστηριότητες, ήτοι, στο εργοστάσιο της Sigan Management Ltd. Παρόλα αυτά, στην ίδια επιστολή ο ΔΚΥ, έχει ξεκαθαρίσει στον κ. Π. πως, εάν αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται τα δείγματα δύναται, κατόπιν αιτήματος που θα υποβάλει στον Διευθυντή τον Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, να μεταβαίνει στον ειδικό χώρο όπου πραγματοποιούνται ενδιάμεσες δραστηριότητες, ήτοι, στον χώρο όπου η Εταιρεία διενεργεί δειγματοληψίες σε εγκεφάλους ζώων της εκμετάλλευσης του και να είναι παρόν καθ' όλη τη διάρκεια της δειγματοληψίας. Επομένως, είναι πασίδηλο το γεγονός ότι, η εν λόγω διαδικασία διενεργείται με γνώμονα τη διαφάνεια και την χρηστή διοίκηση, ακολουθώντας πάντοτε τα όσα προνοούνται από τα διεθνή ή/και ενωσιακά πρωτόκολλα ή/και κανονισμούς. Σχετικά με την παράγραφο 11 της ΕΔΤΠ απορρίπτει τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται σε αυτήν. Επί τη βάσει της κείμενης νομοθεσίας, σε περίπτωση που βρεθεί θετικό κρούσμα ΜΣΕ, εν προκειμένω της Τρομώδους Νόσου, η εν λόγω κτηνοτροφική μονάδα θα τίθεται υπό επίσημη επίβλεψη ή/και περιορισμό. Συνεπεία αυτού, για την οποιαδήποτε μετακίνηση επιρρεπών στις ΜΣΕ ζώων και των προϊόντων ζωικής προέλευσης που προέρχονται από και προς τη συγκεκριμένη εκμετάλλευση, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι, των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Στην παρούσα περίπτωση η Εταιρεία, από τα 99 δείγματα που περισύλλεξε κατά τη διάρκεια γενικών ελέγχων ή/και αξιολογήσεων, τα 2 τα οποία ήταν θετικά, προέρχονταν από την κτηνοτροφική μονάδα της Ενάγουσας. Εφόσον υπό τις περιστάσεις βρέθηκαν θετικά κρούσματα και 2 κρούσματα της Τρομώδους Νόσου στην εκμετάλλευση της Ενάγουσας δεν υπήρχε άλλη επιλογή για τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες από το να την κηρύξουν ως μολυσμένη με την Τρομώδη Νόσο των αιγοπροβάτων. Ουδέποτε ή/και σε καμία περίπτωση Π Ενάγουσα υπέβαλε επίσημα ένσταση προς τον Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, για τις ενέργειες η/και ελέγχους ή/και κατασχέσεις που προέβησαν οι αρμόδιοι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, ως απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία ή/και κανονισμούς. Η κατάσχεση των θετικών αιγοπροβάτων ως προς την τρομώδη νόσο, δεν σχετίζεται με κανένα τρόπο με το ποσό των €20 που αναφέρεται στην Ε. Δ. Τ. Π. Η Ενάγουσα δύναται να αποζημιωθεί για τα κατασχεθέντα νοσούντα με την τρομώδη νόσο ζώα ηλικίας άνω των 18 μηνών και το καταβληθέν ποσό πρέπει να αντιστοιχεί με την αξία του ζώου ανά κιλό κρέατος και όχι με το ποσό των €20 έκαστο για σκοπούς σφαγής ή και για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Οι ισχυρισμοί περί οικονομικής ζημιάς είναι αβάσιμοι, αφού τα ζώα της Ενάγουσας μπορούν να οδηγούνται στο σφαγείο και μετά τον έλεγχο των εγκεφάλων των ζώων, τα σφάγια να διατίθενται στη διατροφική αλυσίδα. Όντως η Ενάγουσα έστειλε τις σχετικές επιστολές σε 4 περιπτώσεις, αλλά δεν είναι αλήθεια ότι οι κτηνιατρικοί λειτουργοί προέβησαν σε έκνομες και παράτυπες ενέργειες ή ότι προκάλεσαν ζημιά. Ενήργησαν με γνώμονα τη διασφάλιση του υγειονομικού καθεστώτος του ζωικού κεφαλαίου της Κύπρου της υγείας των ζώων, της δημόσιας υγείας και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Τουναντίον, έπραξαν τα δέοντα για να εξασφαλιστεί η δημόσια υγεία με τις διενέργειες ελέγχων που έλαβαν χώρα στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων. Τα σφάγια εννοείται θα μπορούν να διατεθούν στην αγορά για ανθρώπινη κατανάλωση ως προνοείται από την κείμενη νομοθεσία. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κριτήριο κατ' επείγοντος ή την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατ' επείγοντος και η Ενάγουσα δεν έχει βάση αγωγής, δεν έχει υποστεί ζημιά με δεδομένη τη νομοθεσία και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Μπορεί να συναλλάσσεται στο εμπόριο, ακόμα προβλέπεται διαδικασία αποζημίωσης για κάθε ζώο που κατάσχεται και θανατώνεται λόγω τρομώδους νόσου. Αν εισακούονταν οι προτροπές των κτηνιατρικών λειτουργών για εισαγωγή στην εκτροπή των ζώων, γενετικά θα είχε αντίκτυπο στη Μ. Σ. κλώνων αρσενικών ζώων αλλά και για συμμετοχή της Ενάγουσας σε πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης των ζώων, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Ακόμα όμως και αν αποδειχθεί η ζημιά, μπορεί να κληθεί διά της καταβολής αποζημίωσης. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες εφάρμοσαν τη νομοθεσία και προσπάθησαν να παρέχουν στον ίδιο τον κύριο Π. και στην Ενάγουσα κάθε δυνατή αρωγή. Ανάλυση και Κατάληξη Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Αιτητές εγκατέλειψαν το αιτητικό Α και περιορίστηκαν στην έκδοση διαταγμάτων σε σχέση με το αιτητικό Β και Γ. Τα αιτητικά έχουν να κάνουν με τον τρόπο δειγματοληψίας των βοοειδών των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κατά την επίσκεψη τους στη μονάδα εκτροφής και παραγωγής των Αιτητών προκειμένου να ελέγξουν στο μέλλον τον κίνδυνο ανάπτυξης στη μονάδα της ασθένειας της μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας. Τα εν λόγω διατάγματα έχουν ως σκοπό τον περιορισμό του τρόπου εκτέλεσης των νόμιμων καθηκόντων των κτηνιατρικών λειτουργών προκειμένου να επιθεωρήσουν τη μονάδα ώστε να προλάβουν την εμφάνιση της νόσου προτού αυτή καταστεί κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Οι Αιτητές δεν μου έχουν υποδείξει νομοθεσία, κανονισμούς που εναποθέτουν θετικό καθήκον στους λειτουργούς να διασφαλίσουν την παρουσία των ενδιαφερόμενων κτηνοτρόφων προκειμένου να λάβουν νόμιμη δειγματοληψία προς εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ούτε και έχουν υποδείξει πρόνοια που να προβλέπει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να παραδώσουν στους ενδιαφερόμενους κτηνοτρόφους αντιδείγμα με σκοπό να διενεργήσουν δική τους παράλληλη εξέταση για να αμφισβητήσουν το εύρημα των αρμόδιων αρχών. Ο περί Υγείας των Ζώων Νόμος 109
(1)/2001 εναποθέτει ευρεία εξουσία στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να διενεργήσουν κτηνιατρικό έλεγχο σε μονάδες που στόχο έχουν τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Δυνάμει του άρθρου 4 του νόμου, ο κάθε εξουσιοδοτημένος κτηνιατρικός λειτουργός έχει εξουσία να εισέλθει σε μονάδα και να προβεί στη λήψη δειγμάτων και να διενεργεί δειγματοληπτικές δοκιμές. Ο περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Κανονισμών στον τομέα της Κτηνιατρικής Νόμου 149
(1)/2004, δίδει σε κτηνιατρικούς επιθεωρητές την εξουσία εισόδου σε κτηνιατρικές μονάδες για να διενεργούν κτηνιατρικό έλεγχο. Το άρθρο 9
(2)(ιγ) προβλέπει ότι τέτοιος επιθεωρητής δύναται 'να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες δειγματοληψίες από ζώα και ζωικά προϊόντα, χωρίς υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε τιμήματος και να αποστέλλει, αν κρίνει αναγκαίο, τα δείγματα στο Επίσημο Κτηνιατρικό Εργαστήριο'. Κατά συνέπεια εάν η δειγματοληψία είναι αναγκαία, ο κτηνιατρικός λειτουργός έχει τη νόμιμη εξουσία να διενεργήσει τον συγκεκριμένο έλεγχο ανεξάρτητα από το γεγονός της παρουσίας των ενδιαφερόμενων της κτηνιατρικής μονάδας. Εάν υπήρχε θετική υποχρέωση κατά την άσκηση των καθηκόντων των λειτουργών, η παρουσία των ενδιαφερόμενων και η παροχή αντιδείγματος, τότε δεν θα ήταν εφικτή η διενέργεια κάθε αναγκαίας δειγματοληψίας για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Η ευρωπαϊκή οδηγία 999/2001 καταπιάνεται με τα ελάχιστα μέτρα που θα πρέπει να θέσει σε ισχύ κάθε κράτος μέλος για την πρόληψη εμφάνισης και μετάδοσης της μεταδοτικής νόσου σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών. Τα μέτρα βασίζονται στις ρήτρες διασφάλισης των οδηγιών σχετικά με μέτρα υγειονομικού ελέγχου. Καταπιάνεται με πρωτόκολλο του κινδύνου εμφάνισης της νόσου και έτσι σύμφωνα με το προοίμιο της οδηγίας επί της σκέψης 12, κάθε κράτος πρέπει να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ακόμη και όταν υπάρχει υπόνοια της νόσου σε ένα ζώο. Ως προς το θεσμικό πλαίσιο της διαδικασίας δειγματοληψίας, τονίζεται στη σκέψη 17 στο προοίμιο της οδηγίας ότι τα στοιχεία που ενδιαφέρουν για να διασφαλιστούν, είναι η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων και η ταχύτητα διαπίστωσης της εμφάνισης του κινδύνου ώστε να γίνει επιδημιολογική εκτίμηση του κινδύνου. «Για να εξασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης των ΜΣΕ, θα πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για τη διενέργεια εργαστηριακών δοκιμών ανίχνευσης βάσει προκαθορισμένου πρωτόκολλου το οποίο να επιτρέπει τη λήψη πλήρους επιδημιολογικής εικόνας της κατάστασης όσον αφορά τις ΜΣΕ. Για να εξασφαλιστούν ομοιόμορφες διαδικασίες και αποτελέσματα των δοκιμών ανίχνευσης, θα πρέπει να καθοριστούν εθνικά και κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς, καθώς και αξιόπιστες επιστημονικές μέθοδοι, μεταξύ των οποίων ταχείες δοκιμές ειδικές για τις ΜΣΕ. Στο μέτρο του δυνατού, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταχείες δοκιμές». Οπότε αυτά που απαιτούν οι Αιτητές από το Δικαστήριο, δεν αφορούν νόμιμα δικαιώματα των Αιτητών ώστε το βάσιμο του δικαιώματος να εξεταστεί υπό τη σκοπιά της νομιμότητας. Ούτε και έχει καταδειχθεί μαρτυρία σε σχέση με την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της δειγματοληψίας ώστε να δικαιολογείται η πρόληψη νόμιμης ενέργειας της αρμόδιας αρχής να διατελέσει καθήκον για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας επειδή το μέτρο είναι δυσανάλογο με το επιδιωκόμενο σκοπό ή τόσο λανθασμένο που τίθεται εν αμφιβόλω το αποτέλεσμα της δειγματοληψίας. Οι λειτουργοί έχουν καθήκον να διενεργήσουν ελέγχους. Η διενέργεια δειγματοληψίας ακόμη και όταν υπάρχει υπόνοια εμφάνισης της νόσου σε ένα ζώο, είναι νόμιμη πράξη και δεν μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει προληπτικό συντηρητικό διάταγμα τύπου quia timet να παρεμποδίσει τους λειτουργούς από το να εκτελούν τα νόμιμα καθήκοντα τους που σκοπό έχουν τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο να προκαταβάλει πράξη που είναι νόμιμη από τη φύση της. Η παρεμπόδιση νόμιμης πράξης ώστε να ικανοποιηθεί απαίτηση των Αιτητών που δεν βασίζεται στον νόμο, δεν θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο διατάγματος quia timet που σκοπό έχει την πρόληψη ενεργειών ή πράξεων που το αντικείμενο τους είναι παράνομο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα, πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις: 1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 2. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. 3. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην αγγλική υπόθεση American Cyanamid v. Ethican Ltd
(1975)AC 396, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο Ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου, δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του Ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του Ενάγοντα, δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο Ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas 1 CLR 263
(1983), η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν.14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες, διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτήν τη θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο Ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο, εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Είναι επιτρεπτό να εκδίδεται προληπτικό διάταγμα ώστε να κατοχυρώνεται η άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή για να παρεμποδιστεί η παρανομία. Ως προς τη χρησιμότητα της έκδοσης τέτοιου διατάγματος, σχετική είναι η αιτιολογία που διατυπώνεται στην υπόθεση Acropol v Rossis 1 ΑΑΔ 38
(1976): [W] hen an application for an interlocutory injunction to restrain a defendant from doing acts alleged to be in violation of the plaintiff's legal right is made on contested facts the decision whether or not to grant an interlocutory injunction has to be taken at a time when ex hypothesi the existence of the right or the violation of it or both is uncertain and will remain uncertain until final judgement is given in the action. It was to mitigate the risk of injustice to the plaintiff during the period before that uncertainty could be resolved that the practice arose granting him relief by the way of interlocutory injunction.. Αναφορικά με το διάταγμα κράτησης της G. Iordan 1 ΑΑΔ 728
(1994), το Δικαστήριο υπέδειξε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο Ενάγοντας πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη απειλούμενου νομικού δικαιώματος ώστε να προληφθεί το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος που είναι το είδος του διατάγματος quia timet που επιδιώκεται επειδή ο Ενάγοντας φοβάται την απειλούμενη ζημιά σε αποδεδειγμένο δικαίωμα του Ενάγοντα. Η αρχή διατυπώνεται απλά και λιτά στην αγγλική υπόθεση Martin v Price [1894] 1 Ch. 276 ως ακολούθως: The Plaintiff's legal right, and its infringement already, and threatened further infringement, to a material extent, being thus established, the Plaintiff is entitled to an injunction according to the ordinary principles on which the Court is in the habit of acting in these cases. There might, of course, be circumstances depriving the Plaintiff of this primâ facie right; but we can discover none in this case. The order appealed from, therefore, must be discharged so far as it awards damages only to the Plaintiff, and in lieu thereof the order will be to grant an injunction in the ordinary form to restrain the Defendant from continuing to build higher than the old building above the level of the street, to the injury of the Plaintiff, and to grant an inquiry by the Official Referee as to the damages sustained by the Plaintiff by reason of the building already erected beyond that height, and to order the Defendant to pay such damages, but to reserve the costs of the inquiry, in order that they may be dealt with by the Judge. Ο λόγος που τέτοιο διάταγμα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι επειδή οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος να είναι παρόντες κάθε φορά που οι λειτουργοί θα ασκούν τα καθήκοντα της δειγματοληψίας. Υπάρχει σοβαρός αντίλογος ότι κάτι τέτοιο σε κάθε περίπτωση, δυνατόν να συνιστά πρόβλημα στην εκτέλεση των καθηκόντων των λειτουργών που έχουν καθήκον τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Η θέση των Εναγόντων αποδυναμώνεται περαιτέρω επειδή δεν φαίνεται με τις πράξεις τους στο παρελθόν οι λειτουργοί να ενήργησαν αυθαίρετα με αποτέλεσμα να έχουν παραβλάψει τα δικαιώματα των Αιτητών. Τα μέτρα που έλαβαν, φαίνεται να ήταν τα άκρως απαραίτητα για να διασφαλιστεί η δημόσια υγεία και ανάλογα μέτρα σε σχέση με το μέγεθος του κινδύνου που εμφανίζεται από τα ύποπτα ζώα στη μόλυνση της νόσου. Η διεργασία ξεκίνησε με τη δειγματοληψία νεκρού ζώου που εν τέλει αποδείχθηκε θετικό στη μεταδοτική νόσο και η εξέταση έγινε με την ενδεδειγμένη διαδικασία και επαναλήφθηκε με επιβεβαιωτική εξέταση σε διαπιστευμένο και ανεξάρτητο εργαστήριο. Επί του Τεκμηρίου 4 στην ένορκη δήλωση επί της ένστασης, καταγράφεται όλη η διαδικασία και τα αποτελέσματα αυτής στις παραγράφους 11 μέχρι 19 ως ακολούθως: Ως προς τον ισχυρισμό τους πως η τρομώδης νόσος δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε 2 ζώα, όπως διευκρινίστηκε και στη συνάντηση τους με τον ΔΚΥ, από τη στιγμή που
- i)δεν πραγματοποιήθηκε επιδημιολογική έρευνα στην εκμετάλλευση τους,
- ii)το ζωικό τους κεφάλαιο δεν είναι γενετικά ανθεκτικό στον παθογόνο παράγοντα της ΤΝ και iii) δεδομένης της παθοφυσιολογίας της νόσου που είναι βραδείας εξέλιξης όποτε τα συμπτώματα στα προσβληθέντα ζώα δύνανται να καθίστανται έκδηλα αναλόγως της κάθε περίπτωσης ζώου, το γεγονός εκδήλωσης συμπτωμάτων σε δύο μόνο για την ώρα ζώα δεν αποκλείεται, από επιδημιολογικής άποψης, να καθίστατο γεγονός. Τούτου λεχθέντος, γνωρίζουν πως το ζώο από τον Ιούλιο του 2021 ανευρέθηκε θετικό σε άλλη εκμετάλλευση, επιβεβαιώθηκε μετά από σχετική διερεύνηση, πως έναν μήνα πριν τον θάνατο του, είχε διακινηθεί από την εκμετάλλευση τους, γεγονός πως στοιχειοθετεί πως το ζώο ήταν ήδη μολυσμένο από τη διενέργεια της διακίνησης, δεδομένου ότι στην τρομώδη νόσο, της εκδήλωσης των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων προηγείται μακρά περίοδος επώασης της νόσου, η οποία μπορεί μερικές φορές να υπερβεί και αυτήν τη διάρκεια της παραγωγικής περιόδου ζωής των ζώων, με τα πρώτα κλινικά συμπτώματα της νόσου να εμφανίζονται, συνήθως σε ζώα ηλικίας άνω των δύο ετών. Ως προς την επισήμανση τους πως κατά τη δειγματοληψία θα πρέπει να εξασφαλίζεται επαρκές υλικό, τους διευκρινίζεται πως για τον σκοπό αυτόν υπάρχει και εφαρμόζεται σχετικό πρωτόκολλο βασισμένο στις κατευθυντήριες οδηγίες του Εργαστηρίου Αναφοράς για τις ΜΣΕ της ΕΕ και του ΟΗΕ. Σύμφωνα με το ιστορικό του προκείμενου περιστατικού, στις 13/09/2021, η εταιρεία S. M. Ltd, έλαβε δείγμα εγκεφάλου από τις τρεις αίγες της εκμετάλλευσης τους. Αφού εξετάστηκαν στο Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών των ΚΥ με τη μέθοδο της ταχείας δοκιμής, δύο από τα συγκεκριμένα δείγματα κατέδειξαν να είναι θετικά ως προς τις ΜΣΕ. Πρόκειται για τις αίγες με ατομικό κωδικό CY276002ΧΧΧΧ και CY276003XXXX ηλικίας 3.5 χρονών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του σημείου 3.2 Κεφάλαιο Γ Παράρτημα Χ του Καν. Αριθ. 99Χ/2001, το δείγμα Τ29ΧΧ/21 υποβλήθηκε στις 09/11/2021 σε επιβεβαιωτικό έλεγχο με ανοσοϊστοχημεία και επιπρόσθετα δείγμα στάλθηκε στις 14/10/2021 στο Εθνικό Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών της Ελλάδας όπου, αφού υποβλήθηκε σε κύρια μοριακή δοκιμή ανοσοκαθήλωσης για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, επιβεβαιώθηκε η κλασική μορφή τρομώδους νόσου. Όσον αφορά στον σχετικό με την επιμόλυνση των δειγμάτων ισχυρισμό τους, επιβάλλεται να σημειωθεί πως τα δύο πιο πάνω θετικά δείγματα, συμπεριλαμβάνονταν στα 99 δείγματα που στις 28/09/2021, παρέδωσε η εταιρεία συλλογής νεκρών ζώων S. M. Ltd στο Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών των ΚΥ και αφορούσαν δείγματα που λήφθηκαν τη χρονική περίοδο 10/09-16/09/2021. Από τα 99 δείγματα που εξετάστηκαν στο εργαστήριο, μόνο τα δύο συγκεκριμένα κατέδειξαν θετικό αποτέλεσμα, γεγονός που αποκλείει την πιθανότητα επιμόλυνσης των δειγμάτων από τον δειγματολήπτη. Όσον αφορά στο ενδεχόμενο επιμόλυνσης του δείγματος στο εργαστήριο, αυτό επίσης εκμηδενίζεται καθώς, το τελευταίο δείγμα που εξετάστηκε με τη μέθοδο της ταχείας δοκιμής και ανευρέθηκε θετικό ήταν στις 22/09/2021, ενώ το επόμενο θετικό ήταν στις 13/10/2021. Επιπλέον, τους πληροφορούν ότι όλα τα αρχικώς θετικά αντιδρώντα με ταχεία δοκιμή δείγματα, επανεξετάζονται την επόμενη ημέρα εις διπλούν, με επαναληπτική τομή, για επιβεβαίωση του αρχικού αποτελέσματος. Όσον αφορά στο εγχειρίδιο του ΟΙΕ που αναφέρεται, διευκρινίζεται πως στο κεφάλαιο 1.1.2. του εγχειριδίου, αναφέρονται οι γενικές αρχές λήψης διαφόρων δειγμάτων με την κάθε περίπτωση, να είναι ξεχωριστή και με τις ιδιαιτερότητες της καθεμιάς. Σε αυτό δεν αναφέρεται πουθενά η λήψη αντιδείγματος για τις ΜΣΕ ενώ τα θετικά δείγματα εξετάζονται περαιτέρω και επιβεβαιώνονται με άλλες μεθόδους, όπως έγινε και με τα θετικά δείγματα που λήφθηκαν από τα ζώα της εκμετάλλευσής τους. Ένεκα όμως του ότι για να πραγματοποιηθούν οι περαιτέρω εξετάσεις απαιτούνται τουλάχιστον τρεις τομές από συγκεκριμένο, μικρό σημείο του στελέχους του εγκεφάλου ενός ζώου, είναι αδύνατο να παρέχεται στον κτηνοτρόφο αντιδείγμα. Σημειώνεται πως στα διάφορα δείγματα και σχετικά πρωτόκολλα δειγματοληψίας, δεν αναφέρεται ο εγκέφαλος καθώς, η λήψη εγκεφάλου για έλεγχο ΜΣΕ είναι μία εντελώς ξεχωριστή περίπτωση. Ο δε τρόπος με τον οποίον διενεργείται η τυχαία δειγματοληψία από τον πληθυσμό είναι αυτός που περιγράφεται με λεπτομέρεια στην ευρωπαική νομοθεσία, παράρτημα ΙΙΙ και όχι στο εγχειρίδιο του ΟΙΕ, στο οποίο αναφέρονται συστάσεις για τις γενικές αρχές διαφόρων ασθενειών. Όσον αφορά τα στοιχεία των ζώων της εκμετάλλευσής τους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καν αρθ. 99Χ/2001, δείγμα εγκεφάλου λαμβάνεται μόνο από σφάγια και νεκρά αιγοπρόβατα ηλικίας άνω των 18 μηνών συγκεκριμένων γονοτύπων και ως εκ τούτου, από την 08/10/2021 μέχρι την 31/01/2022, το Εργαστήριο Εγκεφαλοπαθειών εξέτασε τους εγκεφάλους από 68 νεκρές αίγες και 100 σφάγια της εκμετάλλευσής τους τα οποία όλα κατέδειξαν αρνητικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά στη λήψη εγκεφάλου από ένα ζώο πρέπει, στο πλαίσιο του Καν 14Χ/2011, παράρτημα ΙΧ, να διενεργείται σε χώρο όπου πραγματοποιούνται ενδιάμεσες δραστηριότητες. Σε περίπτωση δε που αμφισβητείται ο τρόπος δειγματοληψίας, οι ΚΥ θα μπορούσαν, κατόπιν αιτήματος τους προς τον ΔΚΥ, να προβούν σε συνεννόηση με την εταιρεία αποτέφρωσης, προκειμένου όταν διενεργούνται οι δειγματοληψίες από ζώα της εκμετάλλευσής τους να μεταβαίνουν στον συγκεκριμένο χώρο και να είναι παρών. Επισημαίνεται πως, όλοι οι οδηγοί που λαμβάνουν δείγμα εγκεφάλου, εκπαιδεύονται σε τακτά διαστήματα από λειτουργούς της υπηρεσίας τους. Οπότε δεν έγινε τίποτε άλλο, παρά η εφαρμογή του σχετικού πρωτοκόλλου προκειμένου να διενεργηθεί ο έλεγχος. Ο κίνδυνος τα αποτελέσματα να ήταν λανθασμένα σχεδόν εκμηδενίζονται ως επεξηγείται πιο πάνω, επειδή οι εξετάσεις ταχείας ανάλυσης έγιναν σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες που αποκλείει το ενδεχόμενο επιμόλυνσης του εργαστηρίου, να είναι αιτία για το θετικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τα 99 δείγματα που λήφθηκαν, μόνο τα 2 κατέδειξαν θετικό αποτέλεσμα. Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, θα έπρεπε να στηρίζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία (βλ. Constantinides v. Makriyiorghou 1 ΑΑΔ 585
(1978). Δεν δικαιούνται ενδιάμεση θεραπεία εκτός και εάν ικανοποιήσουν το Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως, ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα που προβάλλουν αναιρείται από τα πραγματικά δεδομένα που έχουν επιλέξει για να στηρίξουν το αίτημά τους. Δεν υπάρχει λοιπόν μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση των Αιτητών ότι οι λειτουργοί ενήργησαν βεβιασμένα, για αλλότριους λόγους ώστε αυθαίρετα να παραβλάψουν τα νόμιμα τους συμφέροντα. Η διαδικασία ήταν αναγκαία για τον ψηλό στόχο της διασφάλισης της δημόσιας υγείας και τηρήθηκε με επιμέλεια και ευλάβεια η διαδικασία, ώστε τα αποτελέσματα να είναι έγκυρα. Οι Ενάγοντες κλήθηκαν να παραστούν στη δειγματοληψία σε συνεννόηση με την εταιρεία της αποτέφρωσης, παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί δεν ήταν υπόχρεοι να τους καλέσουν. Επομένως, δεν αποδεικνύονται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δικαιούνται θεραπεία. Δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει τη λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v. Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996), το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι "θεμελιώδης αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνην την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, ήταν εσφαλμένη". Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικαστεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum, είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ, έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo». Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd v. Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015, καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το Δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον Ενάγοντα, είτε στον Εναγόμενο, είτε και στους δύο, εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κατά την αξιολόγηση του πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποίαν τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της Αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνην του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες Αιτήσεις, δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποίαν θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μία δραστηριότητα την οποίαν προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μίας καθιερωμένης επιχείρησης, το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να την δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα, ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές, ενώ ο Ενάγων έχει μία δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν ο Εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος, παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν θα υποστεί η επιχείρηση του Ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο Εναγόμενος δεν εμποδιστεί. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις, στις οποίες τα Δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον Ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο Εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον Εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό, δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του Ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον Εναγόμενο, το Δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο Ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο Εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλην, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του Ενάγοντα να αποζημιώσει τον Εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα, δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο Ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Τα μέτρα που ζητούν οι Ενάγοντες να επιβάλουν στους λειτουργούς, περιορίζουν το δικαίωμα τους να διενεργούν ελέγχους σε υποστατικό εις το οποίο υπάρχει υπόνοια ότι τα ζώα του δυνατόν να εμφανίσουν τη μεταδοτική νόσο. Η νόσος δεν φαίνεται να εξαπλώνεται ραγδαία από το ένα ζώο στο άλλο και οι μελλοντικοί έλεγχοι φαίνονται να είναι απαραίτητοι εξαιτίας της περιόδου της επώασης της ασθένειας. Στην περίπτωση που τα ζώα εν τέλει καταστραφούν, οι Ενάγοντες θα έχουν νόμιμο δικαίωμα αποζημίωσης. Οι συχνοί έλεγχοι υπό τις περιστάσεις με τον τρόπο που διενεργούνται ώστε να παράγουν έγκυρα αποτελέσματα, συμφέρουν τους Ενάγοντες διότι θα διαγνώσουν την πιθανότητα της εμφάνισης της νόσου και θα καταδείξουν σε σύντομο χρόνο την πραγματική εικόνα στη μονάδα που είναι το ζητούμενο για την αποδέσμευση ή όχι της μονάδας. Το πιο σημαντικό όπως υποδείχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Ιορδάνους ν. P. S. Seamless Gutters Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αριθμός 4/22 ημερομηνίας 08/11/2022, είναι ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά στις διαβλεπόμενες επιπτώσεις στους διαδίκους από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και να ισοζυγιστούν τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, για να υιοθετηθεί με αιτιολογημένη απόφαση εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας Προέχει η διασφάλιση της δημόσιας υγείας και η συγκεκριμένη νομοθεσία που τηρείται με ευλάβεια, θέτει το θεσμικό πλαίσιο ώστε να γίνονται έλεγχοι σωστά για να φανεί ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου αφενός και αφετέρου για να προκληθεί η λιγότερη ζημιά στον επιχειρηματία ενόψει της εμφάνισης του κινδύνου. Περαιτέρω, το πρόβλημα εν μέρει προκλήθηκε επειδή οι Αιτητές δεν έλαβαν υπόψη τις συστάσεις των λειτουργών να συμμετέχουν στο πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης της αναπαραγωγής με ανθεκτικά στη νόσο ζώα. Κατά συνέπεια δεν δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων και η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο