Αναφορικά με την S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Έφορος Εταιρειών, Αίτηση Εταιρειών Αρ. 554/2017, 19/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρειών Αρ. 554/2017 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο κ. Ανδρέας Κουάλης για A.G. Erotocritou LLC Για Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Θωμάς Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε εναρκτήρια αίτηση (Petition) ημερ. 14.06.2017 για εκκαθάριση εταιρείας λόγω καταπίεσης των μετόχων μειοψηφίας) ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η υπό κρίση εναρκτήρια αίτηση (petition) των εταιρειών: (α) Inversions Gestions I Estudis Internacional L, SLU, (β) Electron Internacional, SLU από την Ανδόρρα, (γ) Indimmo Invest SA από την Ελβετία, (δ) Forli BV από την Ολλανδία, (ε) Min Woodgate S.C.A. SICAV-FIS από το Λουξεμβούργο και (στ) Remonet Investment S.A. από τη Δημοκρατία του Παναμά (στη συνέχεια οι «Αιτητές»), αφορά μεταξύ άλλων την εκκαθάριση της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Ltd. H αίτηση προωθείται πλέον μόνο εναντίον της ως άνω εταιρείας S.A.R.E. Public Company Ltd διά μέσου του Διαχειριστή/ Παραλήπτη της κ. Αυγουστίνου Παπαθωμά (στη συνέχεια «η Εταιρεία»), καθώς ο Έφορος Εταιρειών (Καθ' ου η αίτηση 7) δεν συμμετέχει στη διαδικασία και η αίτηση έχει παραμεριστεί στον βαθμό που αφορά τους Καθ' ων η αίτηση 2, 3, 5 και 6 δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 26.02.2019 (απόφαση που επικυρώθηκε και κατ' έφεση (βλ. Π.Ε. Αρ. Ε 94/2019 Inversions Gestions I Estudis Internacional L, SLU κ.ά. v. Αναφορικά με την S.A.R.E Public Company Ltd ημερ. 19.01.2022) και η αίτηση έχει αποσυρθεί στον βαθμό που αφορά την Καθ' ης η αίτηση 4 άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα, σύμφωνα με το πρακτικό που τηρήθηκε κατά την 22.11.
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Lorenzo Abascal («η Ε/Δ Lorenzo»), ο οποίος δηλώνει εκπρόσωπος των Αιτητών. Με την αίτηση οι Αιτητές ουσιαστικά παραπονιούνται ότι οι υποθέσεις της Εταιρείας διεξάγονταν με τρόπο καταπιεστικό προς αυτούς και ζητούν την εκκαθάριση της στη βάση του άρθρου 211 (στ) του περί Εταιρειών Νόμου ή διαζευκτικά την εξαγορά των μετοχών τους από την Εταιρεία στη βάση του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου με τιμή ως θα καθοριστεί κατά τον τρόπο που θα προκρίνει το Δικαστήριο. Ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση (καταχωρίστηκε 14.06.2017), στις 10.08.2018 διορίστηκε διαχειριστής/παραλήπτης της Εταιρείας ο κ. Αυγουστίνος Παπαθωμάς, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (στη συνέχεια «ο Παραλήπτης») καθώς η Εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της προς την εταιρεία Wafra Capital Partners. Στην υπό κρίση αίτηση μόνο ο Παραλήπτης έχει καταχωρίσει ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους της Εταιρείας στις 25.05.
- Με την αίτηση τους οι Αιτητές επιδιώκουν πλέον, αφού έχουν διαγραφεί όσα έχουν εγκαταλειφθεί συνεπεία της απόσυρσης της διαδικασίας εναντίον όλων των υπόλοιπων Καθ' ων η αίτηση εκτός από την Εταιρεία τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα που να διατάζει την εκκαθάριση της Εταιρείας S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED με βάση τα Άρθρα 202, 203, 211 (στ) και 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Β. Διαζευκτικά της θεραπείας που εκτίθεται στην παράγραφο Α ανωτέρω, διάταγμα που να διατάζει την εταιρεία [.] S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED να αγοράσουν τις μετοχές που οι Αιτητές κατέχουν στην Εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED σε τιμή που θα καθορίσει το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Γ. Διάταγμα που να καθορίζει τη τιμή στην οποία θα εξαγοραστούν οι μετοχές που οι Αιτητές κατέχουν στην εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED από [.] την εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED και/ή διάταγμα που να διορίζει τον λογιστικό οίκο PRICEWATERHOUSE COOPERS CYPRUS και/ή DELOITTE CYPRUS και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε αποφασίσει ως ειδικό και/ή πραγματογνώμονα για να υπολογίσει και/ή να καθορίσει την αξία της κάθε μετοχής της Εταιρείας S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED σε ημερομηνία προγενέστερη της συμφωνίας Total Return Swap, μεταξύ της S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED και της SOUTH ASIAN ASSET MANAGEMENT LIMITED. Σύμφωνα με την αίτηση η Εταιρεία, ενεγράφη την 29.01.2013 ως δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας βρίσκεται στην Λευκωσία. Η Εταιρεία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με επενδυτικές εργασίες σε ακίνητες ιδιοκτησίες. Το ονομαστικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σε GBP (£) 150.000.000,00 και αποτελείται από 150.000.000 συνήθεις μετοχές αξίας GBP (£) 1,
- Το εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σε GBP (£) 56.348.879,00 και αποτελείται από 56.348.879 συνήθεις μετοχές αξίας GBP (£) 1,
- Κατά την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης, έκαστος Αιτητής κατείχε τις ακόλουθες συνήθεις μετοχές και ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου: (α) Η Electron Internacional, SLU 317.043 0,56%, (β) η Forli BV 680.272 1,21%, (γ) η Indimmo Invest SA 867.347 1,54% (δ) η Inversions Gestions I Estudis Internacional L, SL 739.771 1,31% (ε) η Min Woodgate S.C.A., SICAV-FIS 412.538 0,73% και η (στ) Rmonet Investment S.A. 827.212 1,47% ΣΥΝΟΛΟ: 3.844.183 6,82% Οι διευθυντές της Εταιρείας είναι οι ακόλουθοι: (α) LUKE BENFIELD από Κύπρο, (β) NEIL JOHN EVERITT από Ελβετία, (γ) MICHAEL B. MCCOOK από Ηνωμένες Πολιτείες και (δ) ΠΟΛΑΚΗΣ ΣΑΡΡΗΣ από Κύπρο. Η Γραμματέας της Εταιρείας είναι η κ. Χριστίνα Σαρρή από Κύπρο. Σημειώνεται ότι ενώ η Εταιρεία είχε αντλήσει κεφάλαια ύψους GBP 325 εκατομμυρίων από τους διάφορους μετόχους της, είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα άλλο πρόσωπο δεν έδειξε ενδιαφέρον να εμφανιστεί στη διαδικασία η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Εταιρείας. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 με 6, που κατά τους Αιτητές αποτελούν τα πρόσωπα που έλεγχαν την Εταιρεία, δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον να υπερασπιστούν την Εταιρεία και δεν βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Αυγουστίνος Παπαθωμάς (η Ε/Δ Παπαθωμά»). Με αυτή ο κ. Παπαθωμάς δεν αμφισβητεί και ούτε τοποθετείται επί των γεγονότων που εκτίθενται στην Ε/Δ Lorenzo. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 5 αναφέρει τα ακόλουθα: «Έχω διαβάσει την Αίτηση των Αιτητών καθώς και την ένορκη δήλωση του κ. Lorenzo Abascal που τη συνοδεύει. Λόγω του ότι ο διορισμός μου έπεται χρονικά των όσων αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση και λόγω του ότι οι δικηγόροι της Εταιρείας με συμβουλεύουν και πιστεύω και εγώ προσωπικά ότι η Αίτηση ως έχει δεν μπορεί να επιτύχει, δεν θα προβώ σε οποιοδήποτε σχόλιο σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Lorenzo Abascal, με πλήρη επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου να προβώ σε σχολιασμό σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο». Έτσι, όσα αναφέρονται στην Ε/Δ Lorenzo ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και του ιστορικού της διαφοράς όπως αντικατοπτρίζονται και στα επισυναπτόμενα έγγραφα/ τεκμήρια τα οποία καθόλου επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί και τα οποία όσα κριθούν ως αναγκαία θα καταγραφούν στη συνέχεια, παρέμειναν αναντίλεκτα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και της ένστασης και των λόγων ένστασης όπως και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα αυτές και στις γραπτές εισηγήσεις στις οποίες προέβησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους και τις προφορικές τους διευκρινήσεις. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Αιτητών εστιάστηκε σε γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της αίτησης και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, όπως διατυπώνεται στην εισήγηση των συνηγόρων της, ότι η νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν πληρούνται ούτε οι τυπικές, αλλά ούτε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί προς υποστήριξη των λόγων ένστασης ή απόρριψης τους όπως και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, θα τύχουν σχολιασμού, όπου απαιτηθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους, θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός και θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη τους. Σε κάθε περίπτωση, κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές κατά την μελέτη και την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για τις επί μέρους πτυχές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Ε/Δ Lorenzo οι εργασίες της Εταιρείας αφορούσαν την ανάπτυξη ακινήτων στην Ινδία. Οι Αιτητές είναι μέτοχοι μειοψηφίας της Εταιρείας. Συλλογικά, κατέχουν το 6,82% του μετοχικού της κεφαλαίου, από το
- Τα υπόλοιπα μέρη εναντίον των οποίων αρχικά προωθείτο η αίτηση, ήταν: (α) ο κ. Anuj Gupta (Καθ' ου η αίτηση 2), ο οποίος παρουσιάστηκε στους Αιτητές ως ένας εκ των ιδρυτών του Ομίλου Duet (ως ορίζεται στη συνέχεια) και ένα από τα πρόσωπα που είχε τον έλεγχο της Εταιρείας (στη συνέχεια ο «κ. Gupta»), (β) ο κ. Henry Gabay (Καθ' ου η αίτηση 3), ο οποίος επίσης παρουσιάστηκε στους Αιτητές ως ένας εκ των ιδρυτών του Ομίλου Duet (ως ορίζεται στη συνέχεια) και είναι επίσης ένα από τα πρόσωπα που είχε τον έλεγχο της Εταιρείας (στη συνέχεια ο «κ. Gabay»), (γ) η εταιρεία South Asian Asset Management Limited (Καθ' ης η αίτηση 4), η οποία κατέχει το 32,5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας και η οποία είχε διοριστεί διαχειριστής (manager) της Εταιρείας (στη συνέχεια ο «Διαχειριστής»), (δ) οι εταιρείες Duet Asset Management Limited και Duet Private Equity Limited (Καθ' ων η αίτηση 5 και 6), του ομίλου εταιρειών Duet, ο οποίος διαχειρίζεται επενδύσεις ανά το παγκόσμιο και ο οποίος προώθησε την Εταιρεία επενδυτική ευκαιρία προς τους Αιτητές (ο «Όμιλος Duet»). Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης ο Όμιλος Duet διοργάνωσε την άντληση κεφαλαίων από διάφορους επενδυτές μέσω της Εταιρείας με σκοπό την επένδυση στον τομέα των ακινήτων στην Ινδία. Στο πλαίσιο αυτό, ο Όμιλος Duet (και ο κ. Gupta και ο κ. Gabay που ήταν τουλάχιστον 2 από τα ιδρυτικά μέλη αυτού και είχαν παράλληλα τον έλεγχο της Εταιρείας), είχαν προβεί σε συγκεκριμένες παραστάσεις προς τους επενδυτές (περιλαμβανομένων των Αιτητών) με σκοπό την εξασφάλιση επενδύσεων, όπως, μεταξύ άλλων, ότι: (α) Γνωστοί θεσμικοί/ στρατηγικοί επενδυτές στον τομέα των ακινήτων είχαν ήδη επενδύσει στην Εταιρεία, όπως οι Topland και CarVal (οι «Στρατηγικοί Επενδυτές»)∙ (β) οι Στρατηγικοί Επενδυτές θα εμπλέκονταν στη διοίκηση της Εταιρείας∙ και (γ) ο Διαχειριστής, που διορίστηκε για να αναλάβει τη διαχείριση της Εταιρείας, θα εφάρμοζε μηχανισμούς προς εξάλειψη σύγκρουσης συμφερόντων. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παραστάσεις οι Αιτητές επένδυσαν σημαντικά ποσά στην Εταιρεία και έτσι εξασφάλισαν το μειοψηφικό πακέτο μετοχών που κατέχουν μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την Ε/Δ Lorenzo μεταξύ των ετών 2006 - 2009 μέσω της πώλησης μετοχών στους Αιτητές και άλλους επενδυτές, η Εταιρεία άντλησε κεφάλαια ύψους GBP 325 εκατομμυρίων ως ακολούθως: (α) Ο πρώτος γύρος χρηματοδότησης έλαβε χώρα κατά το
- Η κάθε μετοχή της Εταιρείας αγοράσθηκε έναντι του ποσού των GBP 3.00, και συνολικά η Εταιρεία έλαβε χρηματοδότηση ύψους περίπου GBP 94 εκατομμύρια. (β) Ο δεύτερος γύρος χρηματοδότησης έλαβε χώρα κατά το
- Η κάθε μετοχή της Εταιρείας αγοράσθηκε έναντι του ποσού των GBP 3.60, και συνολικά η Εταιρεία έλαβε χρηματοδότηση ύψους περίπου GBP 101 εκατομμύρια. (γ) Ο τρίτος γύρος χρηματοδότησης έλαβε χώρα κατά το
- Στα πλαίσια του τρίτου γύρου χρηματοδότησης, η Εταιρεία έθεσε προς πώληση μετοχές έναντι του ποσού των GBP 3.60 ανά μετοχή, και ανέμενε συνολική χρηματοδότηση ύψους περίπου GBP 125 εκατομμύρια. Σε σχέση με τη διοίκηση της Εταιρείας από τον Διαχειριστή στην Ε/Δ Lorenzo αναφέρεται ότι οι Αιτητές ήταν παθητικοί επενδυτές στην Εταιρεία, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή στη διοίκηση ή διαχείριση της και καθ' όλη τη διάρκεια της επένδυσης τους, τα πρόσωπα με τα οποία οι Αιτητές είχαν άμεση επικοινωνία σε σχέση με την Εταιρεία ήταν ο κ. Gupta και ο κ. Gabay. Τη διαχείριση των εργασιών της Εταιρείας την είχε αναλάβει ο Διαχειριστής. Η Εταιρεία και ο Διαχειριστής σύναψαν συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 17.08.2006, δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, ο Διαχειριστής παρείχε στην Εταιρεία υπηρεσίες διαχείρισης επενδύσεων και έναντι τούτου, λάμβανε αμοιβή από την Εταιρεία (η «Συμφωνία Διαχείρισης»). Ο Διαχειριστής ήταν συνδεδεμένος με τον κ. Gupta και ελέγχεται από τον κ. Gupta και τον κ. Gabay. Παράλληλα, ο Διαχειριστής κατέχει, όπως προανέφερα, το 32,5% των μετοχών της Εταιρείας. Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι υπήρξε σοβαρή κακοδιαχείριση και εξαφάνιση των χρημάτων που επενδύθηκαν και ότι μέχρι το 2014, η Εταιρεία δεν εκπλήρωσε τους επενδυτικούς στόχους που είχε παρουσιάσει στους επενδυτές. Λόγω της κακής απόδοσης της επένδυσης οι Αιτητές επιδίωξαν να λάβουν περαιτέρω στοιχεία μέσω του Ομίλου Duet, του κ. Gupta και του κ. Gabay, τα οποία και δεν τους δόθηκαν με αποτέλεσμα οι Αιτητές να αναγκαστούν να προβούν σε δικές τους, ανεξάρτητες έρευνες. Με τις έρευνες τους, οι Αιτητές διαπίστωσαν ότι εντός της Εταιρείας υπήρξε σοβαρή κακοδιαχείριση κεφαλαίων που οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση της Εταιρείας. Μεταξύ άλλων, αυτό προέκυψε καθώς από το 2007, όταν οι Αιτητές επένδυσαν στην Εταιρεία, η Εταιρεία δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ουσιαστική επένδυση, αλλά παράλληλα παρουσίαζε συνεχώς ζημιές καθώς είχε σημαντικά έξοδα, όπως οι αμοιβές του Διαχειριστή δυνάμει της Συμφωνίας Διαχείρισης. Επιπλέον οι Αιτητές διαπίστωσαν ότι τα μετρητά της Εταιρείας σημείωσαν δραματική μείωση από GBP 67.4 εκατομμύρια σε GBP 29 εκατομμύρια το 2013, και σε GBP 5.6 εκατομμύρια το 2014, ενώ δόθηκαν ανεξασφάλιστα δάνεια με πολύ ευνοϊκούς όρους στο Διαχειριστή. Όπως δε διαφάνηκε από περεταίρω έρευνες, η μείωση των μετρητών και η παροχή των ανεξασφάλιστων δανείων έγινε στα πλαίσια μιας πολύπλοκης παράλληλης συναλλαγής της ούτω καλούμενης "Total Return Swap" (ήτοι, «Ανταλλαγή Συνολικής Απόδοσης») (το «TRS»), μέσω της οποίας διοχετεύτηκαν χρήματα της Εταιρείας στους Στρατηγικούς Επενδυτές. Με το TRS στην ουσία, η Εταιρεία εξαγόρασε τις μετοχές των Στρατηγικών Επενδυτών (σε ψηλή τιμή) με άκρα μυστικότητα και χωρίς να ενημερώσει τους άλλους μετόχους. Δηλαδή, σε περίοδο που η Εταιρεία δεν είχε εκπληρώσει τους επενδυτικούς της στόχους και αντιμετώπιζε προβλήματα, προχώρησε στην εξαγορά των μετοχών των Στρατηγικών Επενδυτών χωρίς να δώσει αντίστοιχη ευκαιρία στους άλλους μετόχους. Με αυτό τον τρόπο, τα τελευταία μετρητά που είχαν παραμείνει στην Εταιρεία διοχετεύτηκαν προς συγκεκριμένους μετόχους, γεγονός που λίγο αργότερα, οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση της Εταιρείας που είχε ως αποτέλεσμα τον διορισμό του Παραλήπτη. Ο Παραλήπτης, ο οποίος έχει διορισθεί από το 2018, φαίνεται μέχρι σήμερα να μην έχει καταφέρει να εισπράξει το ποσό της οφειλής βάσει της οποίας διορίστηκε και ως εκ τούτου, ο διορισμός του συνεχίζεται. Σχετική είναι η παρ. 6
(5)της Ε/Δ Παπαθωμά στην οποία αναφέρει: «Η Εταιρεία, από τις 10.08.2018 βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης και δεν είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί σε εκκαθάριση, τουλάχιστον όχι προτού ο Διαχειριστής/Παραλήπτης ολοκληρώσει τις εργασίες του, που είναι η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και η καταβολή των εσόδων στον πιστωτή που τον διόρισε έναντι ή προς εξόφληση του χρέους της Εταιρείας προς τον εν λόγω πιστωτή». Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι στην Εταιρεία έλαβε χώρα μια σοβαρή απάτη, αφού τα GBP 325 εκατομμύρια που η Εταιρεία άντλησε από τους Αιτητές και άλλους επενδυτές, φαίνεται να εξαφανίστηκαν. Επίσης, φαίνεται επίσης να εξαφανίστηκαν τα πρόσωπα που διοικούσαν την Εταιρεία, αφού κανένας δεν δείχνει ενδιαφέρον να υπερασπιστεί την παρούσα αίτηση. Εκτός από το TRS, σε σχέση με το οποίο οι Αιτητές φαίνεται να έχουν κάποια περιορισμένη πληροφόρηση, από την οποία προκύπτει η διοχέτευση των τελευταίων μετρητών της Εταιρείας προς συγκεκριμένους μετόχους με μη διαφανή και «παράνομο» τρόπο, κατά τους οι Αιτητές, οι τελευταίοι δεν γνωρίζουν το πού και πώς εξαφανίστηκαν τα υπόλοιπα χρήματα. Τα ως άνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχει διαπραχθεί απάτη σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και η παντελής έλλειψη πληροφόρησης σε σχέση με αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συνιστά καταπίεση των Αιτητών κάτι που δικαιολογεί την διάλυση της Εταιρείας η οποία φαίνεται ότι είναι η μόνη αρμόζουσα θεραπεία σε αυτό το στάδιο, αφού μέσω της διάλυσης, ο εκκαθαριστής που θα διοριστεί θα έχει ευρύτατες εξουσίες (οι οποίες είναι ευρύτερες από τις εξουσίες του Παραλήπτη), ώστε να διερευνήσει τις εργασίες της Εταιρείας, να εντοπίσει και, στη συνέχεια, να ανακτήσει τα GBP 325 εκατομμύρια ώστε να αποδοθεί θεραπεία στους Αιτητές. Ενώ δηλαδή ο Παραλήπτης δεν αμφισβητεί επί της ουσίας το παράπονο των Αιτητών, αμφισβητεί όμως τη νομιμοποίηση (Locus Standi) των Αιτητών να προβούν στην παρούσα αίτηση γι' αυτό και ενίσταται στην αίτηση. Προβάλλουν προς τούτο ότι: (α) Οι Αιτητές δεν έχουν δικαίωμα να προωθούν την αίτηση και/ή να ζητούν όπως η εταιρεία τεθεί σε εκκαθάριση, καθώς δεν εμπίπτουν εντός καμιάς των κατηγοριών προσώπων που δύνανται να υποβάλουν τέτοια αίτηση βάσει του άρθρου 213 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, και (β) Οι Αιτητές δεν έχουν και/ή δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν έννομο συμφέρον (locus standi) να προωθούν την παρούσα αίτηση και/ή να ζητούν όπως η εταιρεία τεθεί σε εκκαθάριση, αφού δεν έχουν αποδείξει ότι, σε περίπτωση που η Εταιρεία τεθεί σε εκκαθάριση, μετά την πληρωμή των χρεών της Εταιρείας θα παραμείνει οποιοδήποτε υπόλοιπο για να διανεμηθεί στους μετόχους, στους οποίους περιλαμβάνονται οι Αιτητές. Οι Αιτητές, με τους οποίους συμφωνώ, αμφισβητούν τις ως άνω αιτιάσεις του Παραλήπτη και, εν όψει της νομολογίας, είναι η θέση τους ότι η ύπαρξη απάτης εντός της εταιρείας δίδει στον μέτοχο ως είναι οι Αιτητές, δικαίωμα (locus standi) να προωθούν αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της, αφού ίσως αυτός να είναι και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούν να ανακτηθούν τα σχετικά ποσά. Προς τούτο παραπέμπουν στην υπόθεση In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 406. Ας δούμε όμως τη νομική διάσταση της υπόθεσης. Η αίτηση προωθείται στη βάση των άρθρων 202 και 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 202 αιτήσεις στη βάση αυτού προωθούνται από οποιοδήποτε μέλος εταιρείας. Δεδομένου ότι η ιδιότητα των Αιτητών ως μέτοχοι της Εταιρείας δεν αμφισβητείται κρίνω ότι οι Αιτητές νομιμοποιούνται να προωθούν την αίτηση στη βάση του πιο πάνω άρθρου. Διαζευκτικά, οι Αιτητές ζητούν την εκκαθάριση της Εταιρείας στη βάση του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, αιτήσεις εκκαθάρισης δύναται να προωθούνται από, μεταξύ άλλων, συνεισφορέα ή συνεισφορείς της Εταιρείας. Ο όρος «συνεισφορέας» επεξηγείται στο άρθρο 205 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Ο όρος "συνεισφορέας" σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας». Ο ορισμός συνεισφορέας ερμηνεύεται στην απόφαση Mιχαήλ Xριστάκης κ.ά. ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 1033, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο όρος περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου. Επίσης, ως έχει αποφασιστεί μέσω της νομολογίας, η πιο πάνω ερμηνεία δεν είναι εξαντλητική, αφού αιτήσεις εκκαθάρισης μπορούν να προωθηθούν και από μετόχους που κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, νοουμένου ότι μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν απτό ενδιαφέρον («tangible interest») στην εκκαθάριση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Αιτητές με παρέπεμψαν στο σύγγραμμα Applications to Wind Up Companies (2nd Ed.), Derek French, σελ. 171, όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά: "In the case of a creditor's or contributory's petition, the most obvious interest which a petitioner may claim in having a company wound up is a share in the company's assets which may be distributed to the petitioner as a creditor or, if the company is solvent, as a contributory. Even if there is no possibility of the petitioner sharing in the company's assets, the court may make a winding-up order if it is shown that the order will benefit the petitioner in some other way. In particular, it is sufficient if the likely benefit to the petitioner will flow from the making of the order rather than the winding-up process. However, in order to be a sufficient interest, a benefit to the petitioner must relate to the petitioner's position as one of the company's creditors or contributories". Έχει επίσης νομολογηθεί ότι σε περιπτώσεις, όπως την παρούσα, όπου υπάρχει απάτη, το «απτό ενδιαφέρον» εδράζεται στην πιθανότητα ανάκτησης των ποσών που απολέσθηκαν συνεπεία της απάτης (βλ. In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 406). Συμφωνώ δε με τους Αιτητές ότι, αυτό ακολουθεί και τη λογική ότι, όταν η εταιρεία οδηγείται σε οικονομική καταστροφή από απάτη που διενεργήθηκε από τα πρόσωπα που την ελέγχουν, δεν μπορεί το Δικαστήριο να απαγορεύσει στους αθώους μέτοχους από του να αιτούνται την εκκαθάριση της εταιρείας από το Δικαστήριο επειδή η απάτη πέτυχε και απογύμνωσε την εταιρεία. Η περίπτωση δε αυτή εξετάστηκε στην αγγλική απόφαση του Court of Appeal στην In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 406, όπου το εφετείο αρνήθηκε να ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση στην In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 45. Το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι η ύπαρξη απάτης εντός της εταιρείας δίδει στον μέτοχο δικαίωμα (locus standi) να προωθεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της, αφού ίσως αυτός να είναι και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούν να ανακτηθούν τα σχετικά ποσά. Κατ' έφεση, είχαν σημειωθεί, μεταξύ άλλων, τα εξής σχετικά: "On the evidence now before us it is apparent to us that this appeal is really brought on behalf of the Consolidated Contract Corporation to prevent a winding-up order being made, under which the corporation will be forced to hand back what it has dishonestly placed in its coffers, or paid to its confederates, of the moneys subscribed by the shareholders; and, in our judgment, a winding-up order is by far the most effective, if not the only effective, means by which this result for the benefit of the shareholders can be attained. To use the words of Thesiger L.J. in In re Diamond Fuel Co. 15 , this order of Vaughan Williams J. "may be supported not merely on one isolated fact which may be impeached by the appellants, but by a combination of circumstances which, taken together, make a very strong case in favour of the order." "In our judgment it has been proved that this company - i.e., Thomas Edward Brinsmead & Sons, Limited - was initiated to carry out a fraud, and that, until restrained by injunction, it continued therein; and that a strong prima facie case has been made out that the Consolidated Contract Corporation are at the present moment dishonestly keeping the shareholders' money to which the shareholders, and not they, are entitled, and are resisting the petition to wind up in order to continue to do so. If the sums which they have improperly obtained from the company can be recovered from them, there will probably be something to distribute among the shareholders, and, although the petitioner is a fully paid-up shareholder, he cannot be said to have no locus standi. The company is hopelessly embarrassed by the actions already brought against it, and there will, no doubt, be many more of the same sort if this petition is dismissed; and if it is not wound up the 35,000l. obtained from it by its promoters will remain in their hands". Σύμφωνα δε με τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ξεκάθαρα από την πιο πάνω νομολογία και ειδικά την απόφαση In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 406, ότι οι Αιτητές έχουν δικαίωμα να προωθούν την αίτηση, αφού ισχυρίζονται ότι εντός της Εταιρείας υπήρξε απάτη η οποία πρέπει να διερευνηθεί στα πλαίσια της εκκαθάρισης της. Οι Αιτητές είναι συνεισφορείς της Εταιρείας και προωθούν την αίτηση υπό την ιδιότητα τους αυτή. Κρίνω ότι οι Αιτητές δικαιολογούνται και νομιμοποιούνται να εγείρουν την αίτηση ως συνεισφορείς της Εταιρείας, έχοντας ξεκάθαρο απτό συμφέρον από την εκκαθάριση της. Τα γεγονότα δε της υπόθεσης όπως εξετέθησαν πιο πάνω δεν αφήνουν αμφιβολία για την αντίληψη που αποκόμισα και συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας προώθησης της αίτησης εκ μέρους τους. Αντίθετα θεωρώ ότι η θέση στην Ε/Δ Παπαθωμά ότι οι Αιτητές «δεν έχουν αποδείξει ότι, σε περίπτωση που η Εταιρεία τεθεί σε εκκαθάριση, μετά την πληρωμή των χρεών της Εταιρείας θα παραμείνει οποιοδήποτε υπόλοιπο για να διανεμηθεί στους μετόχους, στους οποίους περιλαμβάνονται οι Αιτητές» δεν ευσταθεί αφού, σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη απάτης εντός της Εταιρείας, που εν προκειμένω είναι εμφανής, είναι αρκετή για να αποδώσει έννομο συμφέρον στους Αιτητές. Συγκεκριμένα υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την απάτη στην οποία έλαβε χώρα και η οποία είχε ως αποτέλεσμα η Εταιρεία να απωλέσει GBP 325 εκατομμύρια. Οι Αιτητές έχουν άμεσο και απτό συμφέρον από την εκκαθάριση της Εταιρείας, καθώς η εκκαθάριση είναι η μοναδική οδός που θα επιτρέψει στην Εταιρεία να ανακτήσει τα ποσά που απολέσθηκαν συνεπεία της απάτης (η οποία οδήγησε την Εταιρεία σε οικονομική καταστροφή) και, κατ' επέκταση, να βρεθεί στην οικονομική θέση για να μπορεί να επιστρέψει - κατά το δυνατόν - κάποια ποσά από τα εκατοντάδες εκατομμύρια που επενδύθηκαν σε αυτήν από επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών. Η θέση δε του Παραλήπτη, στη βάση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, δεν ευσταθεί εξετάζοντας και τις πιο πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας που αφορούν το 2016, τις οποίες έθεσαν ενώπιον μου οι Αιτητές, από τις οποίες προκύπτει ότι υπάρχει (ή έπρεπε να υπάρχει) πλεόνασμα περιουσίας της Εταιρείας το οποίο θα αποδιδόταν στους μετόχους. Πιο συγκεκριμένα: (α) Η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας καταγραφόταν στα GBP 318 εκατομμύρια και η αξία των υποχρεώσεων της Εταιρείας στα GBP 236 εκατομμύρια υπήρχε δηλαδή πλεόνασμα GBP 82 εκατομμύρια που θα αποδιδόταν στους μετόχους∙ και (β) Η αξία της κάθε μετοχής στην Εταιρεία καταγραφόταν στα GBP 5,09 δηλαδή η αξία των μετοχών δεν ήταν μηδενική. Τα πιο πάνω στοιχεία ως παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας αποτελούν τη μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ως προς την αξία της Εταιρείας, από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε υπεραξία στην Εταιρεία, η οποία θα αποδιδόταν στους μετόχους. Διαπιστώνεται δε ότι οι οικονομικές καταστάσεις λαμβάνουν υπόψη τους τον δανεισμό της Εταιρείας στη Wafra. Το γεγονός δε ότι η αξία ενδέχεται να έχει εξανεμιστεί μέσω της απάτης δεν μπορεί να εμποδίσει τους Αιτητές από του να αιτούνται τη διάλυση της Εταιρείας (In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons [1897] 1 Ch. 406). Εν όψει όλων των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι οι Αιτητές έχουν απτό συμφέρον από την εκκαθάριση της Εταιρείας και, ως εκ τούτου, κρίνω ότι καθίστανται συνεισφορείς της και νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αίτηση. Το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου προνοεί τα εξής: «202.
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου) [.] δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά. [.]». Σύμφωνα επομένως με τις πρόνοιες του νόμου, για σκοπούς εξέτασης αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο: (α) οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό και (β) κατά πόσο τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης καθώς αυτό θα ήταν δίκαιο και σύμφωνο με τους κανόνες τις επιείκειας (just and equitable) (βλ. επίσης Bedros Karaoglanian & Sons Ltd., and Others and Hagop Karaoglanian and Another
(1977)4 J.S.C. 488). Οι δύο πιο πάνω θεραπείες δύναται να αξιώνονται διαζευκτικά (βλ. Αναφορικά με την εταιρεία Pelmako Development Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1369). Σε περίπτωση που είναι δίκαιο και εύλογο όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί (αντί να διαταχθεί εναλλακτική θεραπεία βάσει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου), το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να διατάξει αναλόγως (βλ. In Re Pelmako Development Ltd
(1999)(ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η Εταιρεία φαίνεται να μην έχει την ικανότητα να εξαγοράσει τους Αιτητές, καθίσταται αναγκαίο, δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις που επικρατούν στην εταιρεία να εξεταστεί με προτεραιότητα το δικαιολογημένο της εκκαθάρισης της Εταιρείας. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί πιο πάνω, η εκκαθάριση της Εταιρείας ανοίγει την πόρτα στο να διερευνηθεί η απάτη και στο να ανακτηθούν τα ποσά που έχουν απολεσθεί ως αποτέλεσμα της. Η μελέτη των ευπαίδευτων δικηγόρων όπως και η δική μου κατέδειξε πράγματι ότι η νομολογία που διέπει το ζήτημα στην Κύπρο είναι περιορισμένη σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, και σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία, σε σχέση με το section 222(
- f)του αγγλικού Companies Act 1948, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Το section 222(
- f)του αγγλικού Companies Act 1948, προνοεί τα ακόλουθα: "A company may be wound up by the court if - [.] (
- f)the court is of opinion that it is just and equitable that the company should be wound up". Στην σημαντική επί του θέματος αγγλική απόφαση Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd [1972] 2 W.L.R. 1289, η οποία έχει υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, το αγγλικό εφετείο House of Lords ερμήνευσε εκτενώς το section 222(f) του αγγλικού Companies Act 1948, αναφέροντας ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκονται αιτήσεις αυτής της φύσης πρέπει να αναγνωρίζει ότι πίσω από κάθε εταιρεία βρίσκονται πρόσωπα με δικαιώματα, προσδοκίες και υποχρεώσεις. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά: "The 'just and equitable' provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way". Σχολιάζοντας και υιοθετώντας την πιο πάνω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)(ανωτέρω) ανέφερε και τα ακόλουθα: «Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων [.] [.] Η μόνη κυπριακή υπόθεση στην οποία αναλύεται η έννοια των όρων "καταπίεση" (oppression) και "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113, είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπόθεση Karaoglanian & sons and others b Kataoglanian and another
(1977)4 J.S.C. 488. Στην υπόθεση εκείνη γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v Westbourne Galleries Ltd., στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βαθμού μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσο κρίνεται και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος "equitable", επισημαίνεται τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το Καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων». Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law (21st Ed.), σελ. 739 γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια είχαν στο παρελθόν ικανοποιηθεί ότι ήταν εύλογο και δίκαιο ('just and equitable') να εκδώσουν διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας. Αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής: "Under this clause winding-up orders have been made on the grounds: that the substratum of the company was gone. The substratum is held to be gone when the main object for which the company was formed has become impracticable [.]; that the company was a "bubble"; that the company was formed for the purposes of fraud; that full investigation was necessary; [.]" Είναι δηλαδή εύλογο να εκκαθαριστεί η εταιρεία όταν συντρέχει περίπτωση απάτης. Η νομολογία στην Αγγλία έχει ξεκαθαρίσει ότι, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στην διεξαγωγή των υποθέσεων μιας εταιρείας, είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας όπως η εν λόγω εταιρεία εκκαθαριστεί. Εξετάζοντας το θέμα αυτό, το Privy Council στην απόφαση Loch v. John Blackwood [1924] AC 783 ανέφερε τ' ακόλουθα: "It is undoubtedly true that at the foundation of applications for winding up, on the "just and equitable" rule, there must lie a justifiable lack of confidence in the conduct and management of the company's affairs. But this lack of confidence must be grounded on conduct of the directors, not in regard to their private life or affairs, but in regard to the company's business. Furthermore, the lack of confidence must spring not from dissatisfaction at being outvoted on the business affairs or on what is called the domestic policy of the company. On the other hand, wherever the lack of confidence is rested on a lack of probity in the conduct of the company's affairs, then the former is justified by the latter, and it is under the statute just and equitable that the company be wound up". Στην υπόθεση εκείνη, είχε καταχωρισθεί αίτηση εκκαθάρισης από μετόχους της εταιρείας, οι οποίοι δεν ήταν διευθυντές και οι οποίοι παραπονιούνταν ότι ο μέτοχος πλειοψηφίας και διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, δεν διατηρούσε λογιστικά αρχεία ενώ ουδέποτε συγκάλεσε συνέλευση για τη διανομή μερισμάτων. Το Privy Council αναγνώρισε ότι, όπου υπάρχει ο κίνδυνος η περιουσία της εταιρείας να βρεθεί στις «τσέπες διευθυντών» και όπου ένας μέτοχος ενεργεί ωσάν η εταιρεία να ανήκει σε αυτόν αποκλειστικά, δικαιολογείται πλήρως η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: "It seems plain enough that beyond these cases there is the whole category of fraudulent administration under which a company's property might be imperilled or transferred into the pockets of its directors, when the case for winding up would be of supreme urgency. [.] In the opinion which [the Board has] formed, Mr. McLaren, for reasons not unnatural, had come to be of opinion that the business owed much of its value and prosperity to himself. But he appears to have proceeded to the further stage of feeling that in these circumstances he could manage the business as if it were his own". Η νομολογία δεν επικροτεί την άρνηση από πλευράς της εταιρείας να παρέχει πληροφορίες σε μέτοχους. Στην Pi Trustee Services 5G Limited v. North West Land Fill Limited 2015 WL 13826623, το Αγγλικό Δικαστήριο ενέκρινε αίτηση εκκαθάρισης καθώς θεώρησε αυτό δίκαιο και εύλογο (just and equitable), αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής: "In reaching the conclusion that the company has demonstrated a lack of commercial probity in its trading patterns, I am fortified by additional examples given in the evidence of its conduct prior to presentation of the petition. A failure to provide information to investors regarding investments made is one such example. Having accepted moneys invested by a variety of different investors, the company was under a duty to provide information on request regarding the investments made. The correspondence and evidence shows that the original petitioner made a number of requests for information as to the whereabouts of the moneys offered up for investment by 5G and the company, notwithstanding such requests, has persistently failed to provide that information. Again, that is another hallmark of a company trading with a want of probity". Δεν παραμένει αμφιβολία ότι η χρησιμοποίηση της εταιρείας για δόλιο σκοπό εν αγνοία κάποιων εκ των μετόχων δικαιολογεί την εκκαθάριση της εταιρείας από το Δικαστήριο. Πολύ διαφωτιστική προς τούτο είναι η αγγλική απόφαση στην In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons (ανωτέρω), όπου επικυρώθηκε κατ' έφεση διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας στη βάση του δίκαιου και εύλογου (just and equitable), μετά από σχετικό αίτημα μετόχου της, καθώς αποδείχθηκε ότι η εταιρεία είχε συσταθεί για την εξαπάτηση τρίτων. Στην πρωτόδικη απόφαση είχαν σημειωθεί, μεταξύ άλλων, τα εξής: "One ought to consider the whole of the circumstances, and say whether it is just and equitable that this partnership should be dissolved. The other ground is that it has been proved that the company was formed, in fact, for the purpose of defrauding John Brinsmead & Sons, and that all that was done prior to the injunction of North J. was done with the intention to defraud; and then it is suggested that a minority of innocent shareholders may very well say that this is a case in which it has been proved that part of the substratum is gone, and that, although this alone might not be sufficient to justify an order, yet it is sufficient when the fraud above mentioned is taken into consideration, for they may say, "We believed that we were embarking our money in an honest business, and are not bound to continue partners in a business which was erected in fraud and has been used for the purposes of fraud ever since the incorporation of the company." There seems to me to be great force in this; but I think I ought to take into consideration on the other side that it is obvious that the present petition is presented in the interest of John Brinsmead & Sons, and when it comes to a matter of discretion I have a great aversion to a petition presented for an indirect purpose. I do not think that John Brinsmead & Sons could obtain an injunction restraining the company from carrying on business, provided it was carried on in accordance with the provisions of the injunction of North J.; and I have little doubt that these proceedings, in which both the petitioner and some of those who appear in support of the petition are represented by the solicitors of John Brinsmead & Sons, are really taken for the purpose of obtaining indirectly what could not be obtained directly. I have omitted to mention, but it was urged upon me, that one reason why I ought to make this order was the large amount of cash which has been paid to the vendors, and that, in case shareholders make out a right to repudiate on the ground that they were induced to take shares by fraud in the prospectus, a winding-up order affords the best means of making the vendors disgorge the proceeds of the fraud, and that a sufficient primâ facie case of fraud has been made out to make it right that this increased facility of procedure should be taken into consideration. Standing alone, I do not think that this primâ facie case and the advantages of a winding-up order in case the fraud is proved would afford a ground for making an order on the petition, but I think that this is one of the circumstances which I ought to take into consideration." [.] Under those circumstances I am perfectly clear that there is a state of things which would justify me in making a winding-up order if I thought it right in my discretion so to do—for I have a discretion. I have been through the facts at considerable length, because I think that in the exercise of my discretion I ought to be guided by those facts, and the balance, in my opinion, shews that I ought to make a winding-up order in this case: therefore, I make it". Κατ' έφεση, το Court of Appeal τόνισε επίσης ότι η πιθανότητα να επιστραφούν τα ποσά που έχουν απολεσθεί ως αποτέλεσμα της απάτης είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την εκκαθάριση της εταιρείας αναφέροντας και τα ακόλουθα: "In our judgment it has been proved that this company - i.e., Thomas Edward Brinsmead & Sons, Limited - was initiated to carry out a fraud, and that, until restrained by injunction, it continued therein; and that a strong primâ facie case has been made out that the Consolidated Contract Corporation are at the present moment dishonestly keeping the shareholders' money to which the shareholders, and not they, are entitled, and are resisting the petition to wind up in order to continue to do so. If the sums which they have improperly obtained from the company can be recovered from them, there will probably be something to distribute among the shareholders, and, although the petitioner is a fully paid-up shareholder, he cannot be said to have no locus standi. The company is hopelessly embarrassed by the actions already brought against it, and there will, no doubt, be many more of the same sort if this petition is dis- missed; and if it is not wound up the 35,000l. obtained from it by its promoters will remain in their hands. Although the words "just and equitable" have had a narrow construction put upon them, they have never been construed so narrowly as to exclude such a case as this. If ever there was a case in which it was just and equitable that a company should be wound up by the Court, we cannot doubt that that case is this case. For the reasons above, we dismiss this appeal with costs". Ως προς το ζήτημα της διεξαγωγής υποθέσεων με τρόπο καταπιεστικό θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου ρυθμίζει τις περιπτώσεις που θα ήταν πιο δίκαιο να διαταχθεί η εξαγορά μετόχου που υπόκειται σε καταπίεση ως εναλλακτική θεραπεία της διάλυσης της εταιρείας. Ενόψει του ότι υπάρχει περιορισμένη νομολογία στην Κύπρο σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, και σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία, σε σχέση με το section 210 του αγγλικού Companies Act 1948, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 202. Το ουσιαστικό μέρος του section 210 του αγγλικού Companies Act 1948, παρατίθεται στη συνέχεια: "Any member of a company who complains that the affairs of the company are being conducted in a manner oppressive to some part the members (including himself) [...] may cause an application to be made to the Court by petition for an order under this section.
(2)If on any such petition the Court is of opinion— (
- a)that the company's affairs are being conducted as aforesaid; and (
- b)that to wind up the company would unfairly prejudice that part of the members, but otherwise the facts would justify the making of a winding-up order on the ground that it was just and equitable that the company should be wound up; the Court may, with a view to bringing to an end the matters complained of, make such order as it thinks fit, whether for regulating the conduct of the company's affairs in future, or for the purchase of the shares of any members of the company by other members of the company or by the company and, in the case of a purchase by the company, for the reduction accordingly of the company's capital, or otherwise". Το Ανώτατο Δικαστήριο στην In Re Pelmako Development Ltd
(1999)(ανωτέρω), έθεσε τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να διαταχθεί η εξαγορά μετόχου δυνάμει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, λέγοντας τα εξής: «Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση». Υιοθετώντας την υπόθεση ορόσημο Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. V. Meyer [1958] 3 W.L.R. 404 του House of Lords, το Ανώτατο Δικαστήριο στην In Re Pelmako Development Ltd
(1991)(ανωτέρω) ερμήνευσε τον όρο «καταπίεση» ("oppression"), λέγοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι». Με αναφορά σε αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο στην Bedros Karaoglanian v. Hagop Karaoglanian (ανωτέρω) περιέγραψε την καταπίεση ως εξής: "In Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd.,
(1971)3 All E.R., 184, the Court of Appeal cited with approval the expression adopted by Viscount Simonds, in Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer
(1958)3 All E.R., 66, as to the elements that make up oppression. For conduct to be properly described as oppressive it must be "burdensome, harsh and wrongful to the other members of the company or some of them, and lacks that degree of probity which they are entitled to expect in the conduct of the company's affairs". Buckley J., giving the judgment of the Court of Appeal in Re Jermyn (supra) observes that - "Oppression must, we think, import that the oppressed are being constrained to submit to something which is unfair to them as the result of some overbearing act or attitude on the part of the director". Ως αναφέρθηκε στην In Re Pelmako Development Ltd
(1999)(ανωτέρω), για να δικαιολογείται η παροχή της εναλλακτικής θεραπείας - ήτοι, σε αυτή την περίπτωση, η έκδοση του διατάγματος εξαγοράς - είναι απαραίτητο να καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι, παρόλο που θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις διάταγμα εκκαθάρισης, τυχόν έκδοση του θα επηρεάσει δυσμενώς τους Αιτητές. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο ήθελε κλίνει υπέρ της έκδοσης διατάγματος εξαγοράς, θα είναι πρέπον όπως ρυθμίσει επίσης τον τρόπο με τον οποίο θα καθοριστεί η τιμή στην οποία θα γίνει η εξαγορά. Το Court of Appeal έχει ερμηνεύσει την εξαγορά μετόχου που έχει καταπιεστεί ως είδος αποζημίωσης του (βλ. Re Cumana Ltd [1986] BCLC 430). Στην πρωτόδικη απόφαση του ο αδελφός Δικαστής κ. Λ.Α. Παντελή Ε.Δ (όπως ήταν τότε), στην αίτηση Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd ν. Antis Trade Investments Inc κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 17.06.2015, σε αναφορά στον Τύπο της αίτησης (No 5A) στον οποίο δεν γίνεται αναφορά σε αξία μετοχής, αναγνώρισε σε αναφορά στον Buckley 13η έκδοση σελ. 1093 ότι η αξία εξαγοράς δεν μπορεί να αναφέρεται ρητώς στην αίτηση (petition) άποψη με την οποία συμφωνώ και υιοθετείται για τους σκοπούς της παρούσας. Η αξία των μετοχών στη βάση της οποίας θα γίνει η εξαγορά δύναται να διαταχθεί από το Δικαστήριο όπως αξιολογηθεί από εμπειρογνώμονες στην αξία που είχαν πριν επέλθει η καταπίεση, σε περιπτώσεις όπου η καταπίεση είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία της εταιρείας (βλ. In Re Bird Precision Bellow Ltd [1986] Ch. 658 και Re Sunrise Radio Ltd [2009] EWHC 2893). Στη βάση των όσων καταγράφηκαν πιο πάνω βρίσκω ότι η αίτηση είναι δικαιολογημένη και πρέπει να επιτραπεί καθώς υπό τις περιστάσεις (
- i)η εκκαθάριση της Εταιρείας είναι δίκαιη και εύλογη και (
- ii)υπήρχε καταπίεση έναντι των Αιτητών, αφού εντός της Εταιρείας τα γεγονότα συνηγορούν ότι εμφιλοχώρησε απάτη καθώς όπως αναλύεται με λεπτομέρεια ανωτέρω, η Εταιρεία άντλησε από τους Αιτητές και άλλους μετόχους GBP 325 εκατομμύρια τα οποία φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί. Οι Αιτητές γνωρίζουν ότι μέρος των χρημάτων διανεμήθηκαν με παράνομο τρόπο στους Στρατηγικούς Επενδυτές μέσω του TRS αλλά δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τί απέγιναν τα υπόλοιπα χρήματα. Στη συνέχεια, διορίστηκε Παραλήπτης στην Εταιρεία, ο οποίος εδώ και 5 σχεδόν χρόνια δεν έχει καταφέρει να ανακτήσει τα χρήματα που οφείλονται στην Wafra, γεγονός που δείχνει ότι οι επενδύσεις των GBP 325 εκατομμυρίων φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί. Όπως προανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, κανένα άλλο πρόσωπο δεν έδειξε ενδιαφέρον να υπερασπιστεί την Εταιρεία στην παρούσα διαδικασία, γεγονός που συνηγορεί στο ότι υπήρξε απάτη, ενώ λόγω τούτου, οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των Αιτητών σε σχέση με την απάτη παραμένουν αναντίλεκτοι. Επομένως, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η Εταιρεία εκκαθαριστεί, αφού: (α) Είναι παραδεκτό ότι έχει διοριστεί ο Παραλήπτης σε σχέση με την Εταιρεία και η Εταιρεία σήμερα (και εδώ και κάποια χρόνια) δεν είναι σε θέση να εκτελεί τις εργασίες της ("the substratum of the company [is] gone" - βλ. Palmer's Company Law (21st Ed.) (ανωτέρω)∙ (β) η Εταιρεία φαίνεται να δημιουργήθηκε ως πιόνι για τη διεξαγωγή απάτης "the company was formed for the purposes of fraud" (βλ. Palmer's Company Law (21st Ed.) (ανωτέρω) και In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons (ανωτέρω)∙ και (γ) υπάρχει ανάγκη να διεξαχθεί πλήρης έρευνα για να διαπιστωθεί το πραγματικό εύρος της αδικοπραξίας, στο επίκεντρο της οποίας φαίνεται να είναι η Εταιρεία ("full investigation [is] necessary - βλ. Palmer's Company Law (21st Ed.) (ανωτέρω). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών με παρέπεμψαν επίσης στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην In Re Thomas Edward Brinsmead & Sons (ανωτέρω), το οποίο αποφάνθηκε ότι σε περιπτώσεις απάτης, η εκκαθάριση είναι δίκαιη και εύλογη ("If ever there was a case in which it was just and equitable that a company should be wound up by the Court, we cannot doubt that that case is this case"). Η ύπαρξη του στοιχείου της «απάτης» από μόνο του καθιστά την εκκαθάριση της Εταιρείας δίκαιη και εύλογη [βλ. Loch v John Blackwood (ανωτέρω)] ενώ η συνεχιζόμενη και εσκεμμένη άρνηση παροχής πληροφοριών από πλευράς των στελεχών της Εταιρείας, και ειδικότερα του κ. Gupta, υποστηρίζουν τη θέση αυτή [βλ. Pi Trustee Services 5G Limited v North West Land Fill Limited (ανωτέρω)]. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο στην προκείμενη περίπτωση όπως η Εταιρεία εκκαθαριστεί. Η εκκαθάριση της Εταιρείας θα επιτρέψει να διεξαχθεί ολοκληρωμένη έρευνα ώστε να μεγιστοποιηθούν οι πιθανότητες να επιστραφούν τα GBP 325 εκατομμύρια και, κατ' επέκταση, οι απολεσθείσες επενδύσεις των Αιτητών. Υποστηρίζεται στην Ε/Δ Παπαθωμά ότι λόγω του καθεστώτος διαχείρισης στο οποίο βρίσκεται η Εταιρεία, «δεν είναι ορθό και δίκαιο» αυτή να τεθεί σε εκκαθάριση. Πρόκειται όμως για θέση που δεν έχει οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο. Και τούτο καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στον περί Εταιρειών Νόμο που να εμποδίζει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης σε εταιρεία που βρίσκεται υπό διαχείριση (in receivership). Τουναντίον, ολόκληρο το Μέρος VI του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο αφορά «Παραλήπτες και Διαχειριστές», είναι συνταγμένο με τέτοιο τρόπο που αφήνει ξεκάθαρα να νοηθεί από τον νομοθέτη η δυνατότητα συνύπαρξης παραλήπτη και εκκαθαριστή. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα άρθρα του πιο πάνω μέρους του νόμου: «336. Όταν γίνεται αίτηση στο Δικαστήριο για διορισμό παραλήπτη για λογαριασμό κατόχων χρεωστικών ομολόγων ή άλλων πιστωτών εταιρείας που εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, ο επίσημος παραλήπτης δύναται να διοριστεί με τον τρόπο αυτό. [.] 338.
(1)Όταν έχει διοριστεί παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας, κάθε τιμολόγιο, παραγγελία εμπορευμάτων ή εμπορική επιστολή που εκδίδεται από ή για λογαριασμό της εταιρείας ή του παραλήπτη ή διαχειριστή ή του εκκαθαριστή της εταιρείας, που είναι έγγραφο πάνω ή στο οποίο φαίνεται η επωνυμία της εταιρείας, πρέπει να περιέχει δήλωση ότι διορίστηκε παραλήπτης ή διαχειριστής. [.] 339.
(1)Το Δικαστήριο, μετά από αίτηση που γίνεται στο Δικαστήριο από τον εκκαθαριστή εταιρείας, δύναται με διάταγμα να ορίσει το ποσό που πρέπει να πληρωθεί με μορφή αμοιβής σε κάθε πρόσωπο που, με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, διορίστηκε ως παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας. [.] 340.
(5)Στην περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, το άρθρο αυτό και το άρθρο 341, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το ότι ο παραλήπτης ή ο διαχειριστής και εκκαθαριστής είναι το ίδιο πρόσωπο αλλά με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που προκύπτουν από το γεγονός αυτό». Στην αγγλική απόφαση In Re Clandown Colliery Company [1915] 1 Ch. 369, εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας μετά από σχετική αίτηση πιστωτών της, η οποία μάλιστα είχε καταχωριστεί μετά τον διορισμό παραλήπτη στην εταιρεία. Αν και κάποιοι άλλοι πιστωτές της εταιρείας είχαν ενστεί στην αίτηση εκκαθάρισης, το Δικαστήριο την ενέκρινε, σημειώνοντας ότι δεν είχε δοθεί κανένας ικανοποιητικός λόγος γιατί να επιτρέψει στην εταιρεία να συνεχίσει να υφίσταται. Σημειώθηκαν δε τα εξής σχετικά: "The company for some time past has not been carrying on its own business, but the chairman has really been carrying on business as debenture-holder in the company's name, and the only suggestion in opposition to the petition is that if the company is allowed to go on in this way and obtain further credit there is a possibility of better times. This is a state of affairs that is not reasonable or proper in the interests of innocent unsecured creditors and it ought not to be allowed to go on. The case is well within the principles of In re Alfred Melson & Co. and In re Great Western (Forest of Dean) Coal Consumers Co. It is just and equitable that the company should be wound up, and I make the usual order". Εξάλλου, η παράλληλη συνύπαρξη παραλήπτη και εκκαθαριστή είναι θεμιτή και δίκαιη, αφού ο Παραλήπτης έχει ευθύνη έναντι του εξασφαλισμένου πιστωτή που τον διόρισε, ενώ ο Εκκαθαριστής θα έχει ευθύνη έναντι των ανεξασφάλιστων πιστωτών και μετόχων της Εταιρείας. Κατ' επέκταση, ο Εκκαθαριστής έχει αυξημένες εξουσίες έναντι του Παραλήπτη, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξιχνίαση των εργασιών της εταιρείας και την ανάκτηση των περιουσιακών της στοιχείων (βλ. ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 247, 255, 256, 256Α, 256Β και 307 - 313 του περί Εταιριών Νόμου, Κεφ. 113). Στην προκείμενη περίπτωση ο Παραλήπτης δεν έχει προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας γιατί θα πρέπει να επιτραπεί στην διαχείριση να συνεχίσει εις βάρος της εκκαθάρισης της Εταιρείας. Ο Παραλήπτης απλώς ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να «ολοκληρώσει τις εργασίες του». Εκτός από γενικός, ο ισχυρισμός αυτός είναι και αόριστος, αφού δεν παρατίθεται κάποιο χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου αυτός αναμένει ότι θα «ολοκληρώσει τις εργασίες του» » ούτε εξηγεί πώς ο διορισμός Εκκαθαριστή επηρεάζει το έργο του. Είναι ξεκάθαρο ότι η ύπαρξη του ενός καθεστώτος δεν αποκλείει το άλλο. Ενόψει του στοιχείου της απάτης που τεκμηριώνουν οι Αιτητές, φαίνεται ότι η διορισμός Εκκαθαριστή στην Εταιρεία μόνο ωφέλιμος μπορεί να είναι. Ο Εκκαθαριστής έχει σωρεία νομοθετικών εξουσιών, με πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες διαλεύκανσης των όσων έλαβαν χώρα και εντοπισμού των τεράστιων ποσών που απολέσθηκαν. Ο διορισμός επομένως του Παραλήπτη κρίνω ότι καθόλου δεν επηρεάζει το Δικαστήριο στην άσκηση της εξουσίας του και υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι επιτείνεται η ανάγκη για εκκαθάριση της Εταιρείας. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ ή ελλιπής και τούτο καθώς δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτή το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί καθώς στην παρ. 76 της αίτησης, σημειώνεται ξεκάθαρα η νομική βάση αυτής. Αυτή συνάδει και με τα όσα ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω, ήτοι ότι η αίτηση προωθείται στη βάση των άρθρων 202 και 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου παραθέτει τα πρόσωπα που δύναται να αποταθούν στο Δικαστήριο για να ζητήσουν διάταγμα εκκαθάρισης. Συνεπώς, αυτό δεν αφορά δικαιοδοτικά θέματα αλλά διέπει και ρυθμίζει θέματα νομιμοποίησης (locus standi). Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως των ως άνω, θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο όπως εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης. Ο Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος ορίζεται προς τούτο μέχρις ότου ήθελε αυτός αντικατασταθεί αν αποφασιστεί κάτι τέτοιο σύμφωνα με τον θεσμοθετημένο τρόπο (Άρθρο 223 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113). Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο