DONTROV CONSULTING LIMITED ν. OLEUM TERRAE INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής:419/2020, 23/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:419/2020 Μεταξύ: DONTROV CONSULTING LIMITED Ενάγουσας και
- OLEUM TERRAE INVESTMENTS LIMITED
- AKIMOV KONSTANTIN VLADIMIROVICH
- STOLLET INDUSTRIES LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Η κ. Κατερίνα Πατσαλίδου για Μαρκίδη, Μαρκίδη και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3/Καθ' ης η αίτηση 3: Ο κ. Κυριάκος Πίττας και κ. Νεοφύτου για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση με ημερομηνία 17.02.2020 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης θα ήταν χρήσιμη για τον αναγνώστη της απόφασης για καλύτερη κατανόηση το οποίο και παραθέτω αμέσως στη συνέχεια: (α) Στις 17.02.2020 καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή (η «Αγωγή»), μέσω της οποίας η Ενάγουσα/Αιτήτρια (η «Ενάγουσα») αξιώνει παραμερισμό (set aside) της απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 16.12.2019, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 2054/19 (η «Αγωγή 2054/19») μεταξύ των Εναγόμενων (η «Απόφαση 2054/19»), συνεπεία δόλου και/ ή απάτης και/ ή συνομωσίας, με πρόθεση καταδολίευσης και πρόκλησης ζημίας στην Ενάγουσα και αποζημιώσεις. (β) Ταυτόχρονα, η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση (η «Αίτηση»), υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του κ. Batraz Pliez (η «Ε/Δ BP»), ίδιας ημερομηνίας. (γ) Στις 20.02.2020, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερή διατάγματα, ως τα αιτητικά 3 και 5 της Αίτησης (τα «Μονομερή Διατάγματα»), δια των οποίων, μεταξύ άλλων, απαγορεύτηκε η λήψη μέτρων εκτέλεσης της Απόφασης 2054/19 από την Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση 3 στο βαθμό που η εν λόγω απόφαση αφορά τις εταιρείες Omitesena Investments Ltd και Minotalesa Holdings Ltd μέχρι την τελική αποπεράτωση της εκδίκασης της Αγωγής και/ ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διέταξε επίδοση των αιτητικών αρ. 1, 2 και 4 της αίτησης. (δ) Οι Εναγόμενοι/ Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (οι «Oleum» και «Akimov» αντίστοιχα) καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση, υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του Akimov Konstantin Vladimirovich, ημερομηνίας 12.01.2021 (η «Ε/Δ ΑΚ»). Σημειώνεται εδώ ότι αυτοί τελικά δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο της παρούσας Αίτησης και ο δικηγόρος που τους εκπροσωπούσε απαλλάχθηκε από την εκπροσώπηση τους. Παρόλα αυτά η Αίτηση αφέθηκε να αποφασιστεί και σε σχέση με αυτούς εφόσον ακουγόταν και η επιχειρηματολογία σε σχέση με τον εναγόμενο 3/ Καθ' ου η αίτηση
- Επομένως η απόφαση μου και αφού λάβω υπόψη μου και τους λόγους ένστασης που οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 προτάσσουν θα αφορά όλους τους Καθ' ων η αίτηση. (ε) Η Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση 3 (στη συνέχεια «η Stollet») καταχώρισε στις 08.04.2021 ένσταση στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Robert Banovksi με ημερομηνία 09.03.2021 (η «Ε/Δ RB»). (στ) Στις 04.10.2022, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε από πλευράς της Stollet συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κ. Ελεάνας Δημητρίου (η «Ε/Δ ΕΔ»). ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και τις ενστάσεις και τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτές εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του όπως και επί των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών όπως και των προφορικών διευκρινήσεων/επισημάνσεων τους. Σε αυτές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν, εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, και σε νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικου ζητήματος ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων αποφεύγω την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης όπως και των ενστάσεων όπως αναδύονται από τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Αυτές εξάλλου αντικατοπτρίζονται στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως στην σχετική ανάλυση με αναφορά στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ/ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προχωρώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Η κύρια βάση μίας αίτησης με την οποία επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Κλασσική υπόθεση ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται είναι η Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Δ.Δ. 557. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο κατέγραψε τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με την συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, ως εξής: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει την προσοχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του Άρθρου 32 (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269 - 70). Σύμφωνα με τη νομολογία το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρισμένα δικόγραφα (και την ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη μαρτυρία), ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγή επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Σημαντική για την υπό κρίση αίτηση είναι και η Διαταγή 33, θεσμός 15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «Α judgment obtained by fraud may, upon action brought by any person, whether a party to the record or not, be set aside as against the person who committed or procured the fraud.». Σε μετάφραση: «Απόφαση που λήφθηκε μέσω δόλου, δύναται κατόπιν αγωγής που θα εγερθεί υπό οποιουδήποτε προσώπου, είτε μέρους, είτε όχι, να παραμερισθεί ως προς το πρόσωπο που διέπραξε ή προήγαγε τον δόλο.». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου v. P & D Crystal Line Co Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την ανωτέρω πρόνοια: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474)». Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τέθηκαν ενώπιον μου ότι εν προκειμένω, η νομιμοποίηση της Ενάγουσας να προωθεί την Αγωγή βασίζεται στην ύπαρξη συμφέροντος (equitable interest) επί των μετοχών στο κεφάλαιο των Κυπριακών εταιρειών Minotalesa Holdings Ltd και Omitesena Investments Ltd (η «Minotalesa» και η «Omitesena» αντίστοιχα) (στη βάση των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης, ως ο όρος καθορίζεται κατωτέρω) και κατ' επέκταση, την ανάγκη προστασίας του εν λόγω συμφέροντος της από τον άμεσο και υπαρκτό κίνδυνο εκποίησης/ διάθεσης των εν λόγω μετοχών, μέσω της υλοποίησης του ισχυριζόμενου ασφαλώς δολίου και παράνομου σχεδίου των Εναγόμενων δια της κατάχρησης και χειραγώγησης των δικαστικών διαδικασιών της Κύπρου και ειδικότερα, της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης μεταξύ των Εναγόμενων συνεπεία δόλου και εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα σε σχέση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και αφορούν τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης: (α) Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο, και έχουσα ως τελικό δικαιούχο τον κ. Dmitry Ananiev (ο «DA»). Ο DA και ο Akimov συνεργάστηκαν κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 2013 έως 2019 στην ανάπτυξη κατασκευαστικών έργων στη Ρωσία, λεπτομέρειες ορισμένων εξ αυτών καταγράφονται στις παραγράφους 15 - 22 της Ε/Δ BP. Προς το σκοπό εν μέρει ρύθμισης των σχέσεων τους, τα μέρη συμφώνησαν στην εκτέλεση δύο κειμένων όρων λειτουργίας (term sheets), ημερομηνίας 19.04.2017 και 23.03.2018 αντίστοιχα (Τεκμ. 2 - 5 της Ε/Δ BP). (β) Στα πλαίσια των επιχειρηματικών τους σχέσεων και για σκοπούς διαφύλαξης των συμφερόντων της κάθε πλευράς στα προαναφερθέντα έργα, ο DA και ο Akimov αποφάσισαν να εκτελέσουν δύο Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης (Option Deeds), ένα σε σχέση με την Minotalesa και ένα για την Omitesena (μαζί οι «Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης»). Οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης (Τεκμ. 6 και 7 της Ε/Δ BP και Τεκμ. 11 και 12 της Ε/Δ ΑΚ), περιγράφουν την Ενάγουσα (της οποίας πραγματικός δικαιούχος είναι ο DA) ως τον επενδυτή και τον Akimov ως τον πραγματικό δικαιούχο της Minotalesa και της Omitesena. Περαιτέρω, στις 06.07.2017, η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η αίτηση 2 συνέταξαν σχετικά παραρτήματα (addenda) στις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης (Τεκμ. 8 και 9 της Ε/Δ BP και Τεκμ. 11Α και 12Α της Ε/Δ ΑΚ) (μαζί τα «Παραρτήματα»). (γ) Σύμφωνα με αναμφισβήτητα γεγονότα οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης και τα Παραρτήματα αποτελούν αυθύπαρκτες και νομικά δεσμευτικές συμφωνίες, την εκτέλεση και ύπαρξη των οποίων παραδέχεται ο Akimov (επισυνάπτοντας τις ως Τεκμ. 11 και 12 στην Ε/Δ ΑΚ) και δεν αμφισβητεί (ούτε είναι σε θέση, εν πάση περιπτώσει, να αμφισβητήσει βάσιμα) η Stollet. Οι εν λόγω συμφωνίες ουδέποτε τερματίστηκαν από οποιοδήποτε μέρος, γεγονός το οποίο ο Akimov επίσης παραδέχεται (σχ. η παράγραφος 15.2 της Ε/Δ ΑΚ), ούτε και κηρύχθηκαν άκυρες ή παράνομες από αρμόδιο Δικαστήριο. (δ) Περαιτέρω, πουθενά στις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης και τα Παραρτήματα περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε όρος ή πρόνοια που να θέτει την άσκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας υπό την αίρεση καταβολής από αυτήν (ή τον DA) επιπρόσθετων/ μελλοντικών ποσών ως επένδυση στα επιχειρηματικά έργα του DA και του Akimov. Ούτε και η εγκυρότητα ή εκτελεστότητα των εν λόγω συμφωνιών συνδέθηκε με την εκτέλεση άλλων συμφωνιών ή την υλοποίηση συμφωνηθέντων σε άλλα έγγραφα μεταξύ των συμβαλλόμενων. Κατά συνέπεια, η βασική θέση που προωθείται σε αρκετά σημεία της Ε/Δ ΑΚ ότι οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης «.in essence had become void and unenforceable» (σχ. ενδεικτικά είναι η παράγραφος 15.2 της Ε/Δ ΑΚ) είναι νομικά αβάσιμη, παραπλανητική και δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, επιχειρείται, κατά τρόπο αντικανονικό, η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή συμφωνιών, το λεκτικό των οποίων είναι, εν πάση περιπτώσει, ξεκάθαρο. (ε) Είναι λοιπόν, αδιαμφισβήτητο, ότι οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης και τα Παραρτήματα προέβλεπαν συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών (ήτοι της Ενάγουσας και του Akimov), βασικοί όροι των οποίων ήταν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: (
- i)Ο Akimov δεν έχει το δικαίωμα να πωλήσει, μεταβιβάσει ή κατά άλλον τρόπο διαθέσει οποιαδήποτε από τις μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa ή να συμφωνήσει ή επιτρέψει οποιαδήποτε τέτοια πώληση, μεταφορά ή διάθεση, εκτός από την περίπτωση που επιτρέπεται από τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης, και μόνο με την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας (Ρήτρα 1.1. των Παραρτημάτων). (
- ii)Ο Akimov δεν έχει το δικαίωμα να πωλήσει, δωρίσει, χορηγήσει, μεταφέρει ή δημιουργήσει οποιοδήποτε βάρος επί οποιασδήποτε από τις από τις μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa ή δημιουργήσει συμφέρον, δικαίωμα ή όφελος επί αυτών εκτός αυτών που ευνοούν την Ενάγουσα σύμφωνα τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης ή ευνοούν τρίτα μέρη, αλλά μόνο με την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας (Ρήτρα 1.1. των Παραρτημάτων). (iii) Η δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων προαίρεσης από την Ενάγουσα ήταν χρονικά απεριόριστη (σχ. η Ρήτρα 2.3(a)(
- i)των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης) και ο Akimov έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει τις μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa εντός 3 εργάσιμων ημερών από την άσκηση των δικαιωμάτων προαίρεσης (σχ. η Ρήτρα 2.3(a)(
- iv)των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης). Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης υπήρξε διάσταση στις σχέσεις μεταξύ του DA και του Akimov όταν: (α) Περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2019, ο Akimov απευθύνθηκε στον DA, ζητώντας από τον τελευταίο συμμετοχή στις μετοχικές δομές των εταιρειών που κατείχαν τα έργα (περιλαμβανομένων των Minotalesa και Omitesena). Ο DA ήταν πρόθυμος να συζητήσει και να διαπραγματευτεί με τον Akimov τη πιθανότητα αύξησης του ποσοστού του Akimov στις συμφωνίες διανομής κερδών, αλλά όχι την τροποποίηση των Συμβολαίων Δικαιώματος Προαίρεσης και τη συμμετοχή του Akimov στη μετοχική δομή της Minotalesa και της Omitesena. (β) Ως αποτέλεσμα της μεταξύ τους διαφοράς περί τις αρχές Οκτωβρίου 2019, ο Akimov απευθύνθηκε γραπτώς στους παρόχους επαγγελματικών υπηρεσιών, που είναι υπεύθυνοι για τη διοίκηση της Minotalesa και της Omitesena, και απαίτησε την υλοποίηση οδηγιών, αντίθετων προς τις συμφωνίες και τη συνεννόησή του με τον DA. (γ) Το γεγονός αυτό περιήλθε στην αντίληψη του DA, ο οποίος έδωσε εντολή για κοινοποίηση αντιγράφων των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης στους παρόχους υπηρεσιών. Τα ως άνω γεγονότα οδήγησαν την Ενάγουσα στην άσκηση του δικαιώματος αγοράς σύμφωνα με τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης: (α) Προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, στις 15.10.2019, η Ενάγουσα άσκησε δικαιωματικά τα δικαιώματα αγοράς (Call Options) σύμφωνα με τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης για αμφότερες την Minotalesa και την Omitesena (σχ. το Τεκμ.10 και 11 στην Ε/Δ BP). (β) Επιπλέον, το Νοέμβριο του 2019, η δικηγορική εταιρεία Reed Smith, κατ' εντολή της Ενάγουσας, εξέδωσε τέσσερα ξεχωριστά έγγραφα, απευθυνόμενα στην Minotalesa, την Omitesena και τον Akimov, ζητώντας επειγόντος τη μεταβίβαση στην Ενάγουσα των μετοχών δικαιώματος προαίρεσης σύμφωνα με τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης (σχ. το Τεκμ. 12 της Ε/Δ ΒP) χωρίς να ληφθεί απάντηση, ενώ οι μετοχές δικαιώματος προαίρεσης ουδέποτε μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Ενάγουσας, κατά παράβαση των ρητών προνοιών των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης. (γ) Ως αποτέλεσμα, η Reed Smith απέστειλε μία άλλη επιστολή, ημερομηνίας 06.12.2019, η οποία απευθυνόταν, μεταξύ άλλων, στον Akimov και στους διευθυντές της Minotalesa και της Omitesena, ζητώντας όπως οι τελευταίοι εκτελέσουν τη μεταβίβαση των μετοχών (σχ. το Τεκμ. 13 της Ε/Δ BP). Προχωρώ με σχολιασμό των γεγονότων που συνοδεύουν την έκδοση της Απόφασης 2054/19 και το Επιβαρυντικό Διάταγμα: (α) Μετά τα πιο πάνω γεγονότα, στις 28.01.2020, η Reed Smith έλαβε ένα email από τον AML Υπεύθυνο Συμμόρφωσης της Proteas Management Services Ltd (σχ. το Τεκμ.14 της Ε/Δ BP), στο οποίο επισυνάπτεται ένα Επιβαρυντικό Διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στις 20.12.2019 στα πλαίσια της Αγωγής 2054/19 κατά των (δικαιώματος προαίρεσης) μετοχών που ο Akimov εμφανίζεται να είναι ο UBO, στο κεφάλαιο της Minotalesa και της Omitesena (το «Επιβαρυντικό Διάταγμα»). (β) Το Επιβαρυντικό Διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της Stollet (ενάγουσα στην Αγωγή 2054/2019), ημερομηνίας 16.12.2019, με σκοπό την εξασφάλιση, όπως αναφέρεται σε αυτό, της πληρωμής του (εξ αποφάσεως) χρέους του Akimov (εναγόμενος 2 στην Αγωγή 2054/2019) προς όφελος της Stollet δυνάμει της Απόφασης 2054/19, η οποία εκδόθηκε και αυτή στις 16.12.2019, δηλαδή σχεδόν αμέσως μετά την άσκηση των δικαιωμάτων αγοράς και της επιστολής των Reed Smith, ημερομηνία 06.12.2019 (σχ. το Τεκμ. 13 της Ε/Δ BP). Σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις ημερομηνίες της έκδοσης της Απόφασης 2054/19 και της καταχώρισης της αίτησης για έκδοση του Επιβαρυντικού Διατάγματος συνάγεται εύλογα ότι η Απόφαση 2054/19 εκδόθηκε είτε ερήμην είτε με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου (ων) (Καθ' ου (ων) η Αίτηση στην Αγωγή). Πράγματι, όπως καταγράφεται στην Ε/Δ RB: (α) Στις 21.08.2019, ο Akimov συναίνεσε στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον του στο πλαίσιο της Αγωγής 2054/19 (σχ. η παράγραφος 9.7 της Ε/Δ RB) και τούτο, παρά το γεγονός ότι (μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο) δεν είχε γίνει επίδοση της αγωγής και των σχετικών εγγράφων, εφόσον η αίτηση της Stollet για λήψη άδειας του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν είχε ακόμη εξεταστεί από το Δικαστήριο (σχ. η παράγραφος 9.6 της Ε/Δ RB). (β) Στις 16.12.2019, κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σε αίτηση της Stollet για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο Akimov συναίνεσε στην έκδοση απόφασης εναντίον του στην Αγωγή 2054/19 για ποσό πέραν του USD 1.000.000,00 (σχ. η παράγραφος 9.12 της Ε/Δ RB). (γ) Η Oleum, Κυπριακή εταιρεία στην οποία επιδόθηκε δεόντως η Αγωγή 2054/19, δεν καταχώρισε εμφάνιση σε αυτή και επέτρεψε την έκδοση ερήμην απόφασης εναντίον της για ποσό πέραν του USD 1.000.000,00 (σχ. η παράγραφοι 9.11. και 9.12 της Ε/Δ RB). Σύμφωνα με την πορεία της Αγωγής 2054/19 και το περιεχόμενο των Ε/Δ RB και Ε/Δ ΑΚ, ο Akimov ουδέποτε αμφισβήτησε την απαίτηση της Stollet, τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή την επίδοση προς το πρόσωπό του, δεν καταχώρισε ένσταση στην αίτησή της Stollet για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ούτε και υπεράσπιση στην αγωγή και με αξιοσημείωτη ευκολία και ταχύτητα αποδέχθηκε την έκδοση διαταγμάτων και απόφασης εναντίον του για ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Επιπροσθέτως, η Oleum δεν καταχώρισε καν εμφάνιση στην Αγωγή 2054/19. Ο λόγος, δε, που προβάλλεται από τον Akimov για την πιο πάνω στάση του, ότι δήθεν δεν ήθελε να εμπλακεί σε «lengthy litigations and incur unnecessary expenses» (σχ. η παράγραφος 14.4 της Ε/Δ ΑΚ) και ότι δεν είχε χρήματα να υπερασπιστεί μια «χαμένη» υπόθεση, όπως την χαρακτηρίζει, (σχ. η παράγραφος 14.7 της Ε/Δ ΑΚ) ελέγχεται λόγω του συνόλου των γεγονότων της υπόθεσης όπως περιγράφονται πιο πάνω. Επομένως κρίνεται ως μη επαρκής κατά τον τρόπο που προβάλλεται. Περαιτέρω, ο Akimov ουδεμία εξήγηση δίδει για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης στην Αγωγή 2054/19 από πλευράς της Oleum. Αυτό το οποίο, κατ' ουσία, προβάλλεται από την Ενάγουσα με την οποία και συμφωνώ στη βάση της λογικής των γεγονότων τα οποία παρέθεσε και παρέμειναν αναμφισβήτητα, είναι ότι ο Akimov δεν επιθυμούσε ούτε είχε τους πόρους να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του σε μια αγωγή εκατομμυρίων, ωστόσο, επέλεξε να διορίσει δικηγόρο στην Αγωγή και να καταχωρίσει ένσταση και ένορκη δήλωση εκατοντάδων σελίδων προς υποστήριξη μιας απόφασης υπέρ τρίτου (της Stollet) και κατά ενός Προσωρινού Διατάγματος, το οποίο είναι το μόνο που στέκεται εμπόδιο στην εκτέλεση της Απόφασης 2054/19 εναντίον του και την αποστέρηση των μετοχών στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa που κατ' ισχυρισμό του, του ανήκουν. Θα συμφωνήσω επίσης με την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας ότι είναι αξιοπρόσεκτη επίσης η στάση της Oleum, η οποία δεν ενδιαφέρθηκε καν να συμμετάσχει στην Αγωγή 2054/19 και επέτρεψε την έκδοση ερήμην απόφασης εναντίον της, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή και ένσταση κατά της Αίτησης και του Προσωρινού Διατάγματος, τα οποίο εμποδίζουν έναν τρίτο (την Stollet) να εκτελέσει την Απόφαση 2054/19 εναντίον της. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι μια απλή ανάγνωση των εγγράφων στη βάση των οποίων προωθήθηκε η Αγωγή 2054/19, φανερώνει ότι υφίστατο (κατά το ελάχιστο) βάση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στη πρώτη σελίδα του Τεκμ. 1 της Ε/Δ RB, από την οποία προκύπτει ότι η επικαλούμενη Συμφωνία Δανείου μεταξύ της Stollet και της Oleum περιέχει ρήτρα διαιτησίας. Περαιτέρω, ο ενάγων στη Αγωγή 2054/19 (Stollet), πρέπει να ήταν σίγουρος για την έκβαση αυτής της Αγωγής και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αίτηση για το Επιβαρυντικό Διάταγμα συντάχθηκε και υπεβλήθη την ίδια ημέρα. Η δικαιολογία που δίδεται στην παράγραφο 14.1 της Ε/Δ RB ότι η Stollet ανησυχούσε για το ενδεχόμενο μη συνέχισης της ισχύος (μετά την έκδοση της Απόφασης 2054/19) του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που είχε εξασφαλίσει στο πλαίσιο της Αγωγής 2054/19 έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του Akimov (σχ. η παράγραφος 14.8 της Ε/Δ ΑΚ) ότι, κατόπιν αιτήματος της Stollet, αυτός συναίνεσε στη συνέχιση της ισχύος του εν λόγω διατάγματος μέχρι την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Στα πιο πάνω συνηγορεί η ακολουθία των γεγονότων ότι εάν η Stollet γνώριζε ότι ο Akimov θα αποδεχόταν την έκδοση απόφασης εναντίον του και τη συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος, η βιασύνη και η αυθημερόν καταχώριση της αίτησης συνεπεία της οποίας εκδόθηκε το Επιβαρυντικό Διάταγμα δεν ήταν απαραίτητη, ενώ εάν η Stollet δεν είχε τέτοια γνώση, η εκ των προτέρων ετοιμασία της εν λόγω αίτησης ήταν πρόωρη και μη προβλεπτά αναγκαία. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς των Εναγόμενων και η χρονική ακολουθία των γεγονότων, δικαιολογούν, όπως υποδεικνύει η Ενάγουσα, τουλάχιστον δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγόμενων, με πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά στην Ενάγουσα. Επιπλέον, στα ως άνω συνηγορεί και το γεγονός ότι στις 16.12.2019, η Stollet γνώριζε ότι ο Akimov ήταν ο δηλωθείς UBO της Omitesena και της Minotalesa, παρά το γεγονός ότι όλες οι μετοχές στο κεφάλαιο και των δύο εταιρειών είναι εγγεγραμμένες στο όνομα επαγγελματιών παρόχων εταιρικών υπηρεσιών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επαγγελματίες πάροχοι εταιρικών υπηρεσιών στην Κύπρο δεσμεύονται από το απόρρητο/ εμπιστευτικότητα, δεν υπάρχει, περιθώριο αμφιβολίας ότι η Stollet έλαβε αυτές τις συγκεκριμένες πληροφορίες απευθείας από τον Akimov. Πράγματι, αυτή η πεποίθηση της Ενάγουσας επιβεβαιώνεται από την Ε/Δ RB (σχ. οι παράγραφοι 9.2.12 και 9.2.13) και φανερώνει την «προθυμία» του Akimov να αποκαλύψει (σε δανειστή του) την ύπαρξη των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων (εν τη απουσία οποιουδήποτε διατάγματος που να τον υποχρεώνει να πράξει κάτι τέτοιο). Περαιτέρω, στην πρώτη σελίδα του Τεκμ. 15 της Ε/Δ BP (αντίγραφο των αποτελεσμάτων ηλεκτρονικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε στο Έφορο Εταιρειών στις 12.02.2020 και στις 14.02.2020 σχετικά με τη Stollet) αποκαλύπτεται ότι η Stollet, παρ' ότι ενεγράφη το 2014, ουδέποτε κατέθεσε ετήσιους λογαριασμούς/ οικονομικές καταστάσεις και κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί εάν η εν λόγω εταιρεία είχε οποιαδήποτε αληθινή απαίτηση έναντι των Εναγόμενων 1 και 2. Παρόμοια ηλεκτρονική έρευνα διεξήχθη και σε σχέση με την Εναγόμενη 1 (σχ. το Τεκμ. 16 της Ε/Δ BP). Η Εναγόμενη 1, δεν υπέβαλε ετήσιους λογαριασμούς/ οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2015 - 2018, προκειμένου να αποκτηθεί εικόνα ως προς τις οικονομικές υποθέσεις και σχέσεις της με την Stollet. Οι οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2014 δεν αποκαλύπτουν υποχρέωση έναντι της Stollet. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, ως καταγράφονται στην Ε/Δ BP όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Akimov, σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης και των Παραρτημάτων, προέβη σε επείγουσες και εξαιρετικά σοβαρές κινήσεις (μετά τη διαφωνία του με τον DA και την άσκηση των δικαιωμάτων αγοράς από την Ενάγουσα), ώστε να υλοποιήσει το δόλιο σχέδιό του, αποξενώνοντας και οικειοποιούμενος το συμφέρον της Ενάγουσας στις μετοχές δικαιώματος προαίρεσης στο κεφάλαιο της Minotalesa και της Omitesena. Για να πράξει τούτο, έλαβε και συνεχίζει να λαμβάνει βοήθεια από τους υπόλοιπους Εναγόμενους στην Αγωγή, που είναι άτομα που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Όσα η Ενάγουσα μέσω της Ε/Δ BP παρουσίασε στο Δικαστήριο κρίνω ότι ικανοποιούν στον απαιτούμενο βαθμό για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Διάταξης 33, θεσμός 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Η μαρτυρία της Ενάγουσας έχει ξεκάθαρα καταδείξει την ύπαρξη ενός δόλιου σχεδίου, που στήθηκε από τον Akimov, και εκτελέστηκε με τη βοήθεια και τη συμμετοχή των υπολοίπων Εναγόμενων, μέσω της κατάχρησης και χειραγώγησης των δικαστικών διαδικασιών της Κύπρου. Εξετάζοντας τώρα την 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δηλαδή η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων να καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης δε συναρτάται κατ' ανάγκη με την ύπαρξη μαρτυρίας περί πρόθεσης αποξένωσης του επίδικου περιουσιακού στοιχείου/ χρηματικού ποσού. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 (η οποία έγινε αντικείμενο αναφοράς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525). Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων'. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος'. (Βλ. και Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111)». Στην προκείμενη περίπτωση όχι μόνο έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των Μονομερών Διαταγμάτων προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας στην Αγωγή, αλλά έχει προσφερθεί μαρτυρία από την Ενάγουσα για την πρόθεση των Εναγόμενων για αποξένωση των επίδικων μετοχών. Μαρτυρία η οποία έχει ισχυροποιηθεί με την καταχώριση των Ενστάσεων των Εναγόμενων ως ακολούθως: (α) Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο παρουσιάζοντας στοιχεία (ήτοι την έκδοση της Απόφασης 2054/19 και του Επιβαρυντικού Διατάγματος) προς υποστήριξη της πεποίθησης της ότι υφίστατο εν εξελίξει προσπάθεια της Stollet και άμεσος κίνδυνος πώλησης των επιβαρυμένων μετοχών δυνάμει των διατάξεων του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου. Η πεποίθησή της αυτή μετατράπηκε σε βεβαιότητα, αφού όπως επιβεβαιώνεται από την Ε/Δ RB (σχ. η παράγραφος 9.16 και Τεκμ. 17), η Stollet (προ της καταχώρισης της Αγωγής και της Αίτησης) είχε ήδη καταχωρίσει αίτηση για πώληση των εν λόγω μετοχών, η οποία μάλιστα ήταν ορισμένη μόλις μια ημέρα μετά την έκδοση των Μονομερών Διαταγμάτων. Στα πιο πάνω συνηγορεί και η μέχρι σήμερα δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων στην Αγωγή 2054/19 όπως καταγράφηκε πιο πάνω. Είναι δε βέβαιο ότι, εάν δεν είχαν εκδοθεί τα Μονομερή Διατάγματα το ζητούμενο διάταγμα πώλησης θα είχε εκδοθεί σε πολύ σύντομο χρόνο (αν όχι από τις 20.02.2020), με καταστροφικές συνέπειες για τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Το ίδιο δε θα είναι το αποτέλεσμα σε περίπτωση που τα Μονομερή Διατάγματα ακυρωθούν, εφόσον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Stollet θα προχωρήσει και θα ολοκληρώσει τα μέτρα εκτέλεσης της Απόφασης 2054/19 σε σχέση με τις μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa, εξέλιξη η οποία θα εξουδετερώσει το συμφέρον της Ενάγουσας επί των εν λόγω μετοχών (στη βάση υπαρκτών και έγκυρων συμφωνιών) και θα καταστήσει την Αγωγή κατ' ουσία άνευ αντικειμένου. Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι κανένας από τους Εναγόμενους προσέφερε μαρτυρία ή έστω πρόβαλε τη θέση ότι, σε περίπτωση ακύρωσης των Μονομερών Διαταγμάτων, θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον του στα πλαίσια της Αγωγής. Τουναντίον, ο Akimov, μέσω της Ε/Δ ΑΚ, παραδέχεται σε αρκετά σημεία ότι βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και μάλιστα προβάλλει ως δικαιολογία για τη μη υπεράσπιση της Αγωγής 2054/19 την έλλειψη οικονομικών πόρων. Σύμφωνα με το Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την μονομερή έκδοση ενός διατάγματος το επείγον αλλά και η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων. Με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην Ε/Δ BP κρίνω ότι υφίστανται ιδιαίτερες (νομικές και πραγματικές) περιστάσεις αλλά ταυτόχρονα, με δεδομένο τον υπαρκτό και άμεσο κίνδυνο αποξένωσης των μετοχών στο κεφάλαιο των εταιρειών Minotalesa και Omitesena, συντρέχει και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Σε αυτή την αντίληψη μου συνηγορούν τα ακόλουθα: (α) Το χρονοδιάγραμμα των δικονομικών ενεργειών που αφορούν την Αγωγή 2054/19 και η δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων (εδώ Εναγόμενων) σε αυτή και ειδικότερα, η αξιοσημείωτη ταχύτητα και ευκολία με την οποία εκδόθηκε η Απόφαση 2054/19 και το Επιβαρυντικό Διάταγμα, (β) η ύπαρξη του Επιβαρυντικού Διατάγματος επί των μετοχών στο κεφάλαιο των Omitenesa και Minotalesa, και (γ) η καταχώρηση στις 22.01.2020 της αίτησης για πώληση των επιβαρυμένων μετοχών, η οποία ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 20.02.2020, μια μόλις ημέρα δηλαδή μετά την έκδοση και επίδοση των Μονομερών Διαταγμάτων, γεγονός που καταδεικνύει δίχως άλλο, τον εξαιρετικό άμεσο και υπαρκτό κίνδυνο (εάν δεν είχαν εκδοθεί μονομερώς τα Μονομερή Διατάγματα και είχε διαταχθεί η επίδοσή τους) να εκδιδόταν στις 20.02.2020 διάταγμα πώλησης των εν λόγω μετοχών. Υπό το φως των πιο πάνω είναι φανερό ότι τα αστικά αδικήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί από τους Εναγόμενους και αυτά που λογικά αναμένεται να συμβούν (ως αποτέλεσμα της διαδικασίας πώλησης που θα μπορούσε να ξεκινήσει, ως αποτέλεσμα της Απόφασης 2054/19), εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, δικαιολογούσαν την επείγουσα έκδοση των Μονομερών Διαταγμάτων και συνακόλουθα την οριστικοποίησή τους αλλά καταδεικνύουν επίσης τις εξαιρετικές περιστάσεις που σχετίζονται με τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτη Λτδ κ.ά.
(2014)1Β ΑΑΔ σελ.1665 το ζήτημα του επείγοντος που εγείρεται αφού ακουστεί ο εναγόμενος «δεν πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του». Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1 Α ΑΑΔ σελ. 386 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς». Παρατηρώ ότι μέσω των Ενστάσεων δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο δυνατό να αλλοιώσει την εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα κατά την έκδοση των Μονομερών Διαταγμάτων. Η Ενάγουσα προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των διαθέσιμων σε αυτή στοιχείων και εγγράφων. Άλλωστε, ως καταγράφεται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd (Πολ. Έφεση αρ. Ε166/19, Απόφαση ημερομηνίας 15.10.2020): «Δεν είναι νοητό ούτε ποτέ οποιαδήποτε αυθεντία έθεσε τέτοιο επαχθές βάρος στους αιτητές να ξεδιπλώνουν με κάθε λεπτομέρεια σε βαθμό σχολαστικισμού κάθε πτυχή των θέσεων των αντιδίκων τους και να την ερμηνεύουν. Δεν είναι αυτή η ορθή εφαρμογή της πιο πάνω αρχής. Αναμένεται βεβαίως πάντα οι αιτητές, επιδιώκοντας μονομερή θεραπεία, να θέσουν με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη θέματα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα εναντίον τους, όμως δεν είναι εντός του καθήκοντος τους να μετατρέπονται σε οιονεί δικηγόρους της άλλης πλευράς για να θέσουν την εκδοχή των αντιδίκων τους, ως να ήταν η δική τους, με πλήρη ερμηνεία θέσεων και εξαντλητική ανάλυση». Να σημειωθεί επίσης ότι η θέση της Stollet (σχ. η παράγραφος 13 της Ε/Δ RB), ότι η Ενάγουσα όφειλε πριν την καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης να αιτηθεί άδεια για διεξαγωγή έρευνας στο φάκελο της Αγωγής 2054/19, δε μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εάν η Ενάγουσα, μετά τη λήψη γνώσης της έκδοσης του Επιβαρυντικού Διατάγματος δε λάμβανε τάχιστα διαβήματα προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της μέσω της επιδίωξης έκδοσης μονομερών διαταγμάτων, οι επιβαρυμένες μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa θα είχαν αποξενωθεί. Εδώ επαναλαμβάνεται ότι στο πλαίσιο της Αγωγής 2054/19 καταχωρίστηκε αίτηση για πώληση των εν λόγω μετοχών, την εκδίκαση της οποίας πρόλαβε την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή να σταματήσει η Ενάγουσα, μέσω της έκδοσης των Μονομερών Διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, το αιτητικό 5 της Αίτησης (το οποίο εκδόθηκε μονομερώς) προέβλεπε τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας στο φάκελο της Αγωγής 2054/19 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, κάτι το οποίο και έπραξαν. Σε σχέση με την προβαλλόμενη από τους Εναγόμενους καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων από την Ενάγουσα σημειώνονται τα εξής: (α) Είναι γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί μέσω της προσφοράς περί του αντιθέτου μαρτυρίας από τους Εναγόμενους, ότι δεν επιδόθηκε στην Ενάγουσα οποιαδήποτε αίτηση ή δικαστικό έγγραφο σχετικά με την Αγωγή 2054/2019 ή το Επιβαρυντικό Διάταγμα. (β) Η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο πότε και πώς απέκτησε γνώση του Επιβαρυντικού Διατάγματος (σχ. η παράγραφος 36 της Ε/Δ BP). Από την ημερομηνία λήψης γνώσης (28.01.2020) και την καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης (17.02.2020) παρήλθαν μόλις 20 ημέρες, χρόνος ο οποίος ήταν απαραίτητος για τη σύνταξη και προετοιμασία των σχετικών εγγράφων. (γ) Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος που διέρρευσε από την επίδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής 2054/19 (τέλος Αυγούστου 2019) μέχρι την καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης (Φεβρουάριος 2020) δεν αποτελεί (αφ' εαυτού απομονωμένα) καταλυτικό παράγοντα αδρανοποίησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως των ειδικών περιστάσεων που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά και συγκεκριμένα τις ραγδαίες και καταλυτικές (για τα δικαιώματα της Ενάγουσας) εξελίξεις που ακολούθησαν, ήτοι την έκδοση της Απόφασης 2054/19 και του Επιβαρυντικού Διατάγματος. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι η Ενάγουσα αμέσως και χωρίς καθυστέρηση έδωσε εντολή σε δικηγόρους να καταχωρίσουν την Αγωγή και Αίτηση, για να προστατεύσει τα συμφέροντά της στην Minotalesa και την Omitesena και να διασφαλίσει επίσης οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία κατέχονται ή ελέγχονται από αυτές. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης της Stollet παρατηρώ τα ακόλουθα ομαδοποιώντας τους κατά το δυνατό: (α) Ποιότητα της μαρτυρίας της Ενάγουσας και αποδεικτικό επίπεδο Με τους Λόγους Ένστασης 1, 2 και 4, η Stollet διατείνεται ότι η μαρτυρία που προσέφερε η Ενάγουσα για σκοπούς της Αίτησης δε είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα αστικά αδικήματα επί των οποίων βασίζεται η Αγωγή και δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Πέραν των όσων έχουν καταγραφεί ήδη πιο πάνω τονίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης είναι κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι, όπως, παραπλανητικά, προβάλλει η Stollet (σχ. η παράγραφος 12 της Ε/Δ RB) «.higher than that of the balance of probabilities and less than the standard of "beyond reasonable doubt" which applies in criminal cases». Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Stollet ότι η Ε/Δ BP αποτελεί εξ ακοής μη αποδεκτή μαρτυρία, σχετικές είναι οι πρόνοιες της Διάταξης 39 θεσμός 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες επιτρέπουν την προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας στα πλαίσια ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης, εφόσον αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα. Εν προκειμένω, ο ενόρκως δηλών Batraz Pliev, δηλώνει την ιδιότητα και τη σχέση του με τα επίδικα ζητήματα, εξηγεί γιατί δεν ορκίζεται ο εγγεγραμμένος διευθυντής της Ενάγουσας και αναφέρει σε όλα τα σημεία της ένορκής του δήλωσης γεγονότα, με παραπομπή στην πηγή πληροφόρησής του και σε σχετικά έγγραφα τα οποία και επισυνάπτει. (β) Ζητήματα που αφορούν τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης Με το λόγο ένστασης αρ. 8, η Stollet εγείρει ζητήματα που αφορούν τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης και την άσκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας στη βάση αυτών για να υποστηρίξει δήθεν έλλειψη locus standi από πλευράς της Ενάγουσας να προωθεί την Αγωγή. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η βάση της Αγωγής και οι θεραπείες που αξιώνονται από την Ενάγουσα αφορούν την Απόφαση 2054/19 και τις ενέργειες και συμπεριφορά των Εναγόμενων που οδήγησαν στην έκδοσή της. Στην παρούσα υπόθεση και δη στο παρόν στάδιο, δεν αποτελεί επίδικο, οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά τις Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει διέπονται από αλλοδαπό Δίκαιο (σχ. ο όρος 6.9 των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης) ούτε θα αξιολογηθεί (ούτε και καλείται αυτό το Δικαστήριο να αξιολογήσει) την ισχύ της υπόθεσης της Ενάγουσας σε τυχόν αγωγή που θα προωθούσε εναντίον του Akimov, στη βάση των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης. Περαιτέρω, στα πλαίσια της Αίτησης δε θα αποφασιστούν ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία, ισχύ ή εκτελεστότητα των όρων των εν λόγω συμφωνιών. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι κατά πόσο τα όσα έχει θέσει η Ενάγουσα στοιχειοθετούν το απαιτούμενο υπόβαθρο για να επιζητεί θεραπείες σε σχέση με την Απόφαση 2054/
- Από τη στιγμή που είναι παραδεκτή η ύπαρξη των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης, είναι παραδεκτό ότι αυτές δεν τερματίστηκαν ή έληξαν βάσει ρητού συμβατικού όρου και δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι αυτές κρίθηκαν άκυρες ή ανεφάρμοστες ή παράνομες από το αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι το London Court of International Arbitration (LCIA) η Ενάγουσα έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, τη νομιμοποίηση και το συμφέρον της να προωθεί την Αγωγή και Αίτηση. Η αναφορά στην παράγραφο 28.1 της Ε/Δ RB ότι οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης είναι άκυρες και παράνομες βάσει του Κυπριακού Δικαίου, το οποίο είναι το δίκαιο του forum ενώπιον του οποίου επιδιώκεται εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών είναι εσφαλμένη. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμεί Αγωγή (και Αίτηση) με την οποία επιζητείται παραμερισμός (set aside) μιας απόφασης που εκδόθηκε συνεπεία ισχυριζόμενου δόλου των μερών και όχι εκτέλεση των Συμφωνιών Δικαιώματος Προαίρεσης, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο και περιέχουν ρήτρα διαιτησίας. Τα πιο πάνω ισχύουν και επαναλαμβάνονται και σε σχέση με την θέση ότι η Ενάγουσα δεν ακολούθησε την ορθή διαδικασία που προνοούν οι Συμφωνίες Δικαιώματος Προαίρεσης κατά την αποστολή των σχετικών ειδοποιήσεων (σχ. Τεκμ. 11 και 12 στην Ε/Δ BP). Σημειώνεται ότι η εν λόγω θέση της Stollet είναι και επί της ουσίας εσφαλμένη καθώς βάσει του σχετικού ορισμού στον όρο 1.1 «call option notice of exercise» σημαίνει «.notice of delivery substantially in the form attached hereto as Exhibit B». Συνεπώς, εφόσον υπήρξε συμμόρφωση με το ουσιαστικό περιεχόμενο του εν λόγω τύπου, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα. (γ) Ισχυρισμός περί μη πλήρους αποκάλυψης / Καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων Είναι δεδομένο και απόλυτα λογικό ότι, λόγω της μη συμμετοχής της Ενάγουσας στην Αγωγή 2054/19, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και προσκομίσει όλα τα έγγραφα κατατέθηκαν στην εν λόγω διαδικασία. Προς το σκοπό άντλησης περαιτέρω πληροφοριών, η Ενάγουσα αιτήθηκε και έλαβε άδεια του Δικαστηρίου να επιθεωρήσει το Δικαστικό φάκελο της Αγωγής 2054/
- Επαναλαμβάνεται ότι εάν η Ενάγουσα, μετά τη λήψη γνώσης της έκδοσης του Επιβαρυντικού Διατάγματος δε λάμβανε τάχιστα διαβήματα προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της μέσω της επιδίωξης έκδοσης μονομερών διαταγμάτων (αλλά ζητούσε πρώτα άδεια για έρευνα στο φάκελο της Αγωγής 2054/19), οι επιβαρυμένες μετοχές στο κεφάλαιο των Minotalesa και Omitenesa θα είχαν αποξενωθεί. Στην παράγραφο 22 της Ε/Δ RB, περιέχεται επιχειρηματολογία η οποία επιδιώκει να καταδείξει ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε ή όφειλε να είχε ενημερωθεί (από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2019) για την καταχώριση της Αγωγής 2054/19 και την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια αυτής από τους διευθυντές των εταιρειών Minotalesa και Omitenesa και συνεπώς, η καταχώριση της Αγωγής και Αίτησης έγινε με καθυστέρηση, η οποία εξουδετερώνει τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος. Ως προς τον πιο πάνω λόγο ένστασης να σημειωθεί ότι κατά πόσο η Stollet θεωρεί ότι οι διευθυντές της Minotalesa και Omitesena όφειλαν ή λογικά έπρεπε να ενημερώσουν την Ενάγουσα με το κατά πόσο η Ενάγουσα όντως ενημερώθηκε είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Είναι γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί μέσω της προσφοράς περί του αντιθέτου μαρτυρίας από τους Εναγόμενους, ότι δεν επιδόθηκε στην Ενάγουσα οποιαδήποτε αίτηση ή δικαστικό έγγραφο σχετικά με την Αγωγή 2054/2019 ή το Επιβαρυντικό Διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση τα καθήκοντα των διευθυντών μιας Κυπριακής εταιρείας διέπονται από το καταστατικό της και τον περί Εταιρειών Νόμο και δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτοί είχαν υποχρέωση να προβαίνουν σε τέτοια ενημέρωση προς την Ενάγουσα. (δ) Πριν ολοκληρώσω θα σχολιάσω πολύ συνοπτικά και το περιεχόμενο της Ε/Δ ΕΔ: Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Stollet καταχώρησε στις 04.10.2022 την Ε/Δ ΕΔ. Το περιεχόμενο της όμως είναι άσχετο με τα επίδικα ζητήματα και δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα, σημειώνονται τα εξής: (α) Το σύνολο της μαρτυρίας που περιέχεται στην Ε/Δ ΕΔ αφορά (ισχυριζόμενες) αλλοδαπές διαδικασίες διαφορετικής φύσεως εναντίον συγκεκριμένων (φυσικών) προσώπων, και σε σχέση με διαφορετικά και μη σχετιζόμενα με την Αγωγή και Αίτηση γεγονότα. Δεν έχει, δε, τεθεί οτιδήποτε που να υποστηρίζει βάσιμα την οποιαδήποτε σχετικότητα ή διασύνδεση των όσων καταγράφονται στα Τεκμ. 1 - 4 της Ε/Δ ΕΔ με τα επίδικα ζητήματα. (β) Τα Τεκμ. 1 - 4 της Ε/Δ ΕΔ αποτελούν άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε Μ.Μ.Ε. του εξωτερικού, τα οποία δε συνιστούν αποδεικτικό μέσο της αλήθειας του περιεχομένου τους, δεν ανατρέπουν το τεκμήριο αθωότητας των εκεί αναφερόμενων προσώπων και εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ή άλλη αξία για τους σκοπούς της Αίτησης και των Μονομερών Διαταγμάτων. (γ) Σε κάθε περίπτωση, τυχόν ύπαρξη αλλοδαπών διαδικασιών εναντίον συγκεκριμένων (φυσικών) προσώπων δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα της Ενάγουσας για προώθηση της Αγωγής και το βάσιμο της Αγωγής και Αίτησης, ούτε και στερεί από την Ενάγουσα το δικαίωμα προάσπισης των συμφερόντων της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. (δ) Η προσπάθεια σύνδεσης και συσχετισμού τυχόν ύπαρξης ισχυριζόμενης ποινικής διαδικασίας (για άσχετα με τα επίδικα ζητήματα) στο εξωτερικό εναντίον του ενόρκως δηλούντος Ε/Δ BP και της ποιότητας της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τον BP για τους σκοπούς της Αίτησης (σχ. οι παράγραφοι 11 - 13 της Ε/Δ ΕΔ) είναι ακροσφαλής, αυθαίρετη και στερείται οποιασδήποτε βάσης. (ε) Ελλείψει ισχυρισμών επί της ουσίας της αγωγής, η Εναγόμενη 3 με θέσεις που προβάλλει αποσκοπεί στην πρόκληση εντυπώσεων που δεν συνάδουν με το μαρτυρικό υλικό ούτε και με την αλληλουχία των γεγονότων όπως αποκαλύπτονται με την Αίτηση σε σχέση με τον ενόρκως δηλούντα και τον τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η Stollet, προβαίνει σε αστήρικτες εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα, που στερούνται πραγματικής και νομικής βάσης. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό: (α) Αβάσιμα, παραπλανητικά και εν τη απουσία υποστηρικτικής μαρτυρίας, προβάλλεται από την Stollet ότι η Ενάγουσα αποτελεί όχημα του κ. Ananiev για μεταφορά υπεξαιρεθέντων κεφαλαίων (σχ. οι παραγράφοι 9.4, 17, 19.2 της Ε/Δ ΕΔ). Απουσιάζει δε οποιαδήποτε αναφορά στα Τεκμ, 1 - 4 της Ε/Δ ΕΔ, η οποία να παραπέμπει στην Ενάγουσα ή να αφήνει να νοηθεί εμπλοκή καθ' οιονδήποτε τρόπο της Ενάγουσας στα εκεί αναφερόμενα γεγονότα και να συσχετίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα ζητήματα με τις (ισχυριζόμενες) Ρωσικές διαδικασίες. (β) Αβάσιμα, παραπλανητικά και κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, αποδίδoνται στον ενόρκως δηλούντα Batraz Pliev αδικήματα/ παράνομες ενέργειες, ενώ η αναφορά στην παράγραφο 11 της Ε/Δ ΕΔ ότι «.υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι στα έγγραφα που συνοδεύουν την Ε/Δ Pliev υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να περιέχονται και πλαστογραφημένες συμφωνίες και έγγραφα» είναι απαράδεκτη εφόσον πρόκειται περί εικασίας και εν πάση περιπτώσει, εντελώς αυθαίρετη εφόσον ως τέτοια δεν τεκμηριώνεται. (γ) Ο ισχυρισμός ότι η τραπεζική επιταγή (banker's draft) που κατέθεσε η Ενάγουσα για σκοπούς έκδοσης των Μονομερών Διαταγμάτων, ημερομηνίας 20.02.2020 δεν προσφέρει οποιαδήποτε προστασία στη Stollet είναι ανεδαφικός, καθ' ότι αφενός, οι θέσεις που προβάλλονται σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και τις υποθέσεις της Ενάγουσας είναι αβάσιμες και αφετέρου, η εν λόγω τραπεζική επιταγή (banker's draft) έχει εκδοθεί ανέκκλητα και βρίσκεται στη φύλαξη και τον έλεγχο του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε περίπτωση ακύρωσης των Μονομερών Διαταγμάτων και επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόμενων για ζημιές που υπέστησαν συνεπεία της έκδοσής τους, η τραπεζική επιταγή (banker's draft) θα καλύψει αυτές τις ζημιές. Περαιτέρω, τα Τεκμ. 1 - 3 της Ε/Δ ΕΔ δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δε δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και τούτο διότι είναι συνταγμένα στη Ρωσική γλώσσα, δεν έχουν μεταφραστεί από ορκωτό μεταφραστή, δεν προσφέρεται ένορκη δήλωση μετάφρασής τους από πρόσωπο ικανό να μεταφράζει κείμενα από Ρωσικά στα Ελληνικά, ούτε και υφίσταται μαρτυρία ή έστω αναφορά ότι η μετάφραση που προσφέρεται (η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω του Google Chrome (σχ. η παράγραφο 10 της Ε/Δ /ΕΔ) είναι ορθή και ακριβής. Τέλος, σε σχέση με την ένσταση των εναγόμενων 1 και 2 παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την Ένσταση της Stollet εφαρμόζονται κατ' αναλογία και σε σχέση με όλους τους Λόγους Ένστασης που εγείρονται μέσω της Ειδοποίησης Ένστασης των Εναγόμενων 1 και 2 και συνεπώς, δεν υφίσταται ανάγκη επανάληψης των όσων ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω. Επομένως τα πιο πάνω με οδηγούν στο να συμφωνήσω με την πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι από τις ενστάσεις και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν απουσιάζει νομικός ή πραγματικός λόγος που συνηγορεί βάσιμα υπέρ της ακύρωσης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και την μη έκδοση στη βάση του περιεχομένου της Ε/Δ ΒΡ και των υπόλοιπων ως τα αιτητικά της αίτησης και βρίσκω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους ως η Αίτηση. ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΑΙΡΕΙΑΣ/ ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Υπό το φως όσων όλων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, είναι εμφανές ότι η συμπεριφορά των Εναγόμενων και η χρονική ακολουθία των γεγονότων καταδεικνύει μια σκόπιμη και καλά σχεδιασμένη προσπάθεια αποκλεισμού της Ενάγουσας από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Κατέγραψα πιο πάνω γιατί οι λόγοι ένστασης που εγείρονται από τους Εναγόμενους δεν γίνονται αποδεκτοί και απορρίπτονται και επομένως πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και έχει καταδειχθεί η ύπαρξη του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος και η ύπαρξη ειδικών περιστάσεων και ότι σε περίπτωση ακύρωσης των Μονομερών Διαταγμάτων, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος αδυναμίας ικανοποίησης τυχόν απόφασης υπέρ της Ενάγουσας στην Αγωγή. Επομένως βρίσκω ότι έχω δικαιοδοσία και εξουσία οριστικοποίησης των Μονομερών Διαταγμάτων, η οποία κρίνεται εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις και ουδεμία ζημιά θα προκαλέσει στους Εναγόμενους. Τουναντίον, τυχόν ακύρωση του Μονομερούς Διατάγματος θα είναι εξαιρετικά επιζήμια για τα δικαιώματα της Ενάγουσας, αφού θα επιτρέψει συνέχιση των μέτρων εκτέλεσης της Απόφασης στην Αγωγή υπ' αρ. 2054/19 και οριστική απώλεια των μετοχών επί των οποίων η Ενάγουσα έχει συμφέρον. Επομένως στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της Ενάγουσας και ως εκ τούτου θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης των Μονομερώς Εκδοθέντων Διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στη βάση των αιτητικών 3 και 5 της Αίτησης (αν και το αιτητικό 5 δεν έχει πλέον οποιαδήποτε νομική ή/και πραγματική σημασία). Εξετάζοντας ιδιαίτερα και επιπρόσθετα τα αιτητικά 1, 2 και 4 της Αίτησης, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με αυτά τα οποία και εκδίδονται διά της παρούσας και στα οποία, όπως και στο διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με το αιτητικό 3, διευκρινίζεται και προστίθεται ότι αφορούν την Απόφαση στην Αγωγή υπ' αρ. 2054/19 ημερομηνίας 16/12/
- ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόμενων/ Καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο