← Κύπρος

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αγωγή αρ. 311/2023, 29/9/2023

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αγωγή αρ. 311/2023, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 311/2023 I-JUSTICE ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ενάγουσα ν. ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 19.06.2023 για αντεξέταση Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Α. Δημητριάδης με Ο. Σουσανίδη (κα) για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Γ. Χατζηνικολάου για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη είναι αδελφές. Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, ζητά αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον αποβιώσαντα αδελφό τους, αρχικό ιδιοκτήτη των 10 τεμαχίων που αναφέρει λεπτομερώς, να τα μεταβιβάσει με δωρεά στο όνομά της. Ζητά επίσης ακύρωση των μεταβιβάσεων και αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής της, αιτήθηκε μονομερώς την 05.04.2023, μεταξύ άλλων, με βάση τα άρθρα 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, και την 07.04.2023 πέτυχε, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση και επιβάρυνση των επίδικων ακινήτων, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η εκδοχή της Ενάγουσας, ως προς τα γεγονότα, είναι πως ο αδελφός τους απεβίωσε στην Αμερική τον Ιανουάριο του 2022, αφήνοντας κληρονόμους, σύζυγο και αδέλφια μεταξύ των οποίων οι διάδικοι. Μετά από έρευνές της, διαπίστωσε πως δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 10.11.2021, που φέρεται να υπέγραψε ο αποβιώσας ενώπιον κοινοτάρχη που πιστοποίησε την υπογραφή του, έγινε δωρεά των 10 ακινήτων στην Εναγόμενη, πλην όμως, ο αδελφός τους δεν είχε μεταβεί καθόλου στην Κύπρο. Πιστεύει, η Ενάγουσα, πως το πληρεξούσιο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο, αλλά πέραν αυτού, μετά τον θάνατό του έπαυσε να ισχύει. Η Ενάγουσα θεωρεί πως νομιμοποιείται να αξιώνει τις θεραπείες που ζητά, ως κληρονόμος του αποβιώσαντος για την περιουσία του στην Κύπρο, εφόσον, ενώ ο αδελφός τους έχει διαθήκη που συνέταξε στην Αμερική και με εκείνην αφήνει όλη την περιουσία του στη σύζυγό του, εκείνη η διαθήκη δεν περιλαμβάνει την περιουσία του στην Κύπρο. Σύμφωνα με πληροφορίες προσώπου που κατονομάζει, η Εναγόμενη διαφήμιζε περιουσία προς πώληση και μάλιστα η πληροφοριοδότης ενδιαφέρθηκε να αγοράσει, αλλά η πώληση ναυάγησε επειδή η ίδια η Ενάγουσα αρνήθηκε να υπογράψει, υπό την ιδιότητά της ως η συνιδιοκτήτρια του 1/

  1. Θεωρεί πολύ πιθανόν η Εναγόμενη να συνεχίσει τις προσπάθειες αποξένωσης της περιουσίας που έλαβε με τον προαναφερόμενο τρόπο, περίπτωση στην οποία θα τεθεί η αγωγή της χωρίς αντικείμενο. Το Κτηματολόγιο, μετά από ενέργειές της, έθεσε σημείωση για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, για να ληφθεί γνώση όλων των ενδιαφερόμενων, αλλά δεν τις απαγορεύει. Αυτές οι ενέργειες έγιναν από το
  2. Η Ενάγουσα αναφέρεται σε ενέργειες που έκανε έκτοτε. Θεωρεί ότι, με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, διατηρείται το status quo, εφόσον τα ακίνητα είναι το αντικείμενο της αγωγής, προς διασφάλιση του κινδύνου να μεταβιβαστούν, χωρίς η ύπαρξη του διατάγματος να επηρεάζει την Εναγόμενη με οποιονδήποτε τρόπο. Η Εναγόμενη, που εμφανίστηκε στη διαδικασία, ενίσταται στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 07.04.2023 και ζητά την ακύρωσή του, γιατί δεν συνέτρεξε το κατεπείγον ή κάποια εξαιρετική περίσταση, και απέκρυψε, μεταξύ άλλων, το γεγονός πως συστάθηκε εμπράγματο βάρος επί των ακινήτων, που απαγορεύει τη μεταβίβαση, αλλά και την περαιτέρω αλληλογραφία. Επίσης, δεν πληρούνται οποιεσδήποτε εκ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δεν είναι δίκαιο να υφίσταται. Επιπλέον, υπάρχει κακοπιστία στην αίτηση της Ενάγουσας που συναρτάται με τα γεγονότα που γνώριζε. Στη μαρτυρία της Εναγόμενης, που συνοδεύει την ένστασή της, η ίδια αναφέρει πως, με πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 06.05.2022 από τα υπόλοιπα αδέλφια της, προχώρησε στη μεταβίβαση των μεριδίων τους στο όνομά της. Η μεταβίβαση έγινε βάσει αναμεταξύ τους συμφωνίας. Η ίδια διαχειρίζεται αυτά τα ακίνητα και τις υποχρεώσεις τους. Σε κάθε περίπτωση, προς αποκατάσταση των σχέσεων που κλονίστηκαν, η ίδια ζήτησε από το Κτηματολόγιο την ακύρωση των μεταβιβάσεων και την επιστροφή των μεριδίων στους αρχικούς ιδιοκτήτες. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό, λόγω της επιστολής της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη επιχειρηματολογεί βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 32 Ν.14/
  3. Ως προς τα γεγονότα, θέτει πως, με βάση το πιστοποιητικό έρευνας, η σημείωση εγγράφθηκε ως εμπράγματο βάρος που εμποδίζει τη μεταβίβαση, θέτοντας νομική πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους της. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία που η ίδια η Ενάγουσα προσκόμισε, εισηγήθηκαν στην Ενάγουσα να αποσύρει την επιστολή και να ανοιχτούν διαχειρίσεις στην Κύπρο και να υπάρξει διορισμός διαχειριστών της περιουσίας των αδελφών τους που απεβίωσαν, ώστε τα μερίδιά τους να μεταβιβαστούν στους νόμιμους κληρονόμους τους. Δεν υπήρξε ανταπόκριση της Ενάγουσας, αλλά προχώρησε με αγωγή, χωρίς να λάβει υπόψη πως δεν υπάρχει κάποιος υπαρκτός κίνδυνος αποξένωσης, με βάση τα γεγονότα. Μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας της Εναγόμενης είναι βασισμένο στη νομική σημασία της σημείωσης, αλλά επισύρει την προσοχή και στις ενέργειές της να επιστρέφονταν τα ακίνητα στους αρχικούς ιδιοκτήτες. Διαψεύδει τις αναφορές της Ενάγουσας ότι προσπαθούσε να πωλήσει ένα ακίνητο, με τον τρόπο που παρουσίασε τις προσπάθειες η Ενάγουσα, και εκθέτει πως η πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ήταν συμφωνημένη πριν από τον θάνατο των αδελφών τους, και διαφημίζονταν για περίπου 10 χρόνια, και με τη συμμετοχή της Ενάγουσας στις διαβουλεύσεις, αλλά και στη διαφήμιση. Προσκομίζει σχετικά στοιχεία. Είναι η ίδια η Ενάγουσα που είχε εντοπίσει την αγοράστρια στην οποία αναφέρεται, το 2021, μέσω συγχωριανού τους. Πριν από την ακρόαση της αίτησης και του προσωρινού διατάγματος, η Ενάγουσα αιτήθηκε, με την υπό εξέταση αίτησή της, την αντεξέταση της Εναγόμενης, εκτεταμένα, αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 3-66 της ενόρκου δηλώσεώς της. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της, αναφέρει πως, επειδή η ακρόαση γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, θεωρεί ότι θα πρέπει να αντεξετάσει την Εναγόμενη, για να διαφανεί η αλήθεια, μέσα από αναγκαίες διευκρινίσεις. Ειδικότερα, θέλει να εξηγηθούν οι περιστάσεις έκδοσης των πληρεξουσίων εγγράφων των αδελφών τους, και να κατατεθούν· να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες για τη γραπτή τους συνεννόησης σχετικά με τη μεταβίβαση των μεριδίων τους· να δώσει λεπτομερέστερες εξηγήσεις για τη δέσμη αποδείξεων πληρωμών που προσκόμισε· να πει πότε και από ποιον κλονίστηκαν οι σχέσεις τους· να εξηγήσει τον λόγο που έστειλε την επιστολή ημερομηνίας 20.10.2022 και γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα· να εξηγήσει τι εννοεί ότι δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη και τους ισχυρισμούς της περί απόκρυψης· γιατί κατά τη θέση της δεν υπάρχει κατεπείγον ζήτημα και πώς θα μπορούσαν να επανέλθουν τα μερίδια στους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους σε συνάρτηση με τις ενέργειές της· πώς γνώριζε η Ενάγουσα, πώς και πότε έδωσε τη συγκατάθεσή της για την πώληση του ακινήτου και με ποιον τρόπο διαφημίζονταν η πώληση· από πότε μέχρι πότε· και πώς εντόπισε την αγοράστρια. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αίτησης αυτής, σήμερα, κατόπιν συζήτησης, το αίτημα της Ενάγουσας για αντεξέταση εγκαταλείφθηκε μόνον όσον αφορά τις παραγράφους 8, 13 έως και 14, 16 έως και 17, και 19 έως και
  4. Η πλευρά της Εναγόμενης ενίσταται στο να δοθεί άδεια για αντεξέταση της Εναγόμενης, για τους λόγους που εκθέτει στην ένστασή της, που εστιάζουν, στη σύνοψή της, στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η αντεξέταση, που θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη ουσίας και θα κατέληγε σε κατάχρησή της. Και η ένσταση της Εναγόμενης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, στην οποία επεξηγούνται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Έχω ακούσει όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές προφορικά. Ο κύριος Δημητριάδης ανέφερε πως είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν ορισμένα ζητήματα κατά την αντεξέταση, για να μην μείνουν αναντίλεκτα, εφόσον δεν υπάρχει νεότερη ένορκη δήλωση που να τα απορρίπτει. Ο κύριος Χατζηνικολάου αναφέρθηκε στη νομολογία και στην εξαιρετικότητα του μέτρου στις διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων και στην ανάγκη εξειδίκευσης, επισημαίνοντας πως αυτό δεν υπάρχει στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, δηλαδή η αναγκαία εξειδίκευση. Δεν θα υποστεί, όπως ανέφερε, ζημιά, η πλευρά της Ενάγουσας, εάν δεν αντεξετάσει, αλλά στην αντίθετη περίπτωση, θα μετατραπεί η διαδικασία σε δίκη ουσίας. Δεν αποκρύπτεται, όπως λέει, κάτι στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, για να τίθεται ζήτημα αντεξέτασής της, είναι η πλευρά της Ενάγουσας που είχε αυτό το καθήκον. Έχω ακούσει με προσοχή όσα αναφέρθηκαν και από τις δύο πλευρές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την αντεξέταση ενός μάρτυρα ασκείται δικαστικά, με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης προσδιορίζεται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και από τις περιστάσεις της. Επειδή υφίσταται η δικονομική δυνατότητα της αντεξέτασης με βάση την Δ.39,κ.1 ΚΠΔ, στην οποία παραπέμπει η Δ.48,κ.4

(2)ΚΠΔ, δεν σημαίνει ότι η αντεξέταση επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Για την κυρίως αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, εξετάζεται η συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων, και το βάρος για την απόδειξή τους είναι στους ώμους της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη δεν οφείλει να αποδείξει αρνητικά τις ίδιες προϋποθέσεις, τη μη συνδρομή τους, για να εκπληρωθεί μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας το βάρος απόδειξης της Ενάγουσας. Εάν η Ενάγουσα θα αποσείσει ή όχι το βάρος αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί μεν να εξαρτάται και από το εάν θα αντεξετάσει την Εναγόμενη σε πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορεί να εκληφθούν ότι κλονίζουν την αξιοπιστία αντίστοιχων δικών της, που μπορεί να χρειάζονται για τους σκοπούς της κύριας διαδικασίας. Ωστόσο, τα σημεία επί των οποίων η Ενάγουσα αιτείται για να αντεξετάσει την Εναγόμενη και οι λόγοι που εκθέτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αντεξέταση, στην προκειμένη περίπτωση. Το ίδιο ισχύει ως προς όλες τις παραγράφους επί των οποίων περιορίστηκε το αίτημα για αντεξέταση. Κατ' ακρίβεια, συμμερίζομαι τη θέση της Εναγόμενης πως μια τέτοια προοπτική θα μετέτρεπε τη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος σε δίκη ουσίας, για τη διάγνωση της αλήθειας συγκεκριμένων ισχυρισμών, που όμως δεν είναι το ζητούμενο της κυρίως διαδικασίας. Ακόμα και για τα γεγονότα που εξέθεσε η Εναγόμενη πως σχετίζονται με τη διαφήμιση ενός εκ των ακινήτων με τη συμμετοχή της Ενάγουσας, η Ενάγουσα δεν ζητά να αντεξετάσει την Εναγόμενη για να αμφισβητήσει την εκδοχή της αυτή, που βασίζεται σε συγκεκριμένη έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε, να θέσει, για παράδειγμα, πως η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία προέρχεται η επικοινωνία που υπέδειξε η Εναγόμενη δεν της ανήκει, αλλά, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, γενικευμένα, θέλει να αντεξετάσει για να διαγνωστεί η αλήθεια. Ο κύριος Δημητριάδης ανέφερε προφορικά, κατά την αγόρευσή του, ότι χρήζει αντεξέτασης το σημείο αυτό, για πει η Εναγόμενη, αντεξεταζόμενη, ότι υπήρξε μεν κάποια προσπάθεια συνεννόησης, αλλά δεν τελεσφόρησε. Αυτό το ζήτημα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα που απέκρυψε και χρειάζεται να πει, η Εναγόμενη, αντεξεταζόμενη επ' αυτού. Προκύπτει ήδη, από όσα ήδη έχει ενώπιον του Δικαστήριο, πως δεν προχώρησε κάποια πώληση με προηγούμενες ενέργειες, εξ ου και το ακίνητο δεν πωλήθηκε. Έχοντας εξετάσει μία προς μία τις παραγράφους επί των οποίων η Ενάγουσα επιθυμεί να αντεξετάσει την Εναγόμενη, σε συνάρτηση με την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών, και έχοντας υπόψη τη φύση της κυρίως διαδικασίας και τις αρχές τις νομολογίας, καταληκτικά, δεν είναι περίπτωση αυτή, που το Δικαστήριο θα ασκούσε διακριτικής ευχέρεια για να επιτρέψει την αντεξέταση. Ως εκ των μόλις προηγουμένως λεχθέντων, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, έχω ακούσει τις εισηγήσεις και των δύο πλευρών. Επιτυχούσα διάδικος, σε αυτήν τουλάχιστον τη διαδικασία της ενδιάμεσης αίτησης για αντεξέταση, θεωρείται η Εναγόμενη, και ο κανόνας είναι πως τα έξοδα μιας διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμά της. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να δικαιολογηθεί απόκλιση από τον κανόνα αυτό, ωστόσο θα πρέπει να εκτίθεται, για να δικαιολογούν τέτοια απόκλιση. Τα έξοδα της αίτησης, εφόσον δεν διαφαίνεται λόγος απόκλισης από τον κανόνα όσον αφορά τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν η άλλως πώς καθοριστούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.