← Κύπρος

SKY CAC LIMITED ν. ΝΤΑΝΙΕΛΑ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΒΑΛΕΡΚΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 689/2015, 9/10/2023

SKY CAC LIMITED ν. ΝΤΑΝΙΕΛΑ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΒΑΛΕΡΚΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 689/2015, 9/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 689/2015 SKY CAC LIMITED Ενάγουσα v.

  1. ΝΤΑΝΙΕΛΑ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΒΑΛΕΡΚΟΥ
  2. ΣΩΤΗΡΑΚΗΣ ΒΑΛΕΡΚΟΥ
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΛΕΡΚΟΣ Εναγόμενη Ημερομηνία: 09 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Λ. Μαυρίκιος μαζί με Ε. Μαυρικίου (κα) και Ν. Νικόλα (κα) Για τους Εναγόμενους: Α.Γ. Βαλέρκου (κα) μαζί με Ε. Πουλλά (κα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η εκδοχή της Ενάγουσας
  4. Η αγωγή κινήθηκε από την Alpha Bank Cyprus Ltd, ημεδαπή εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες (Τράπεζα). Συνεχίστηκε από την Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία στην οποία μεταβιβάστηκε η απαίτηση. Σχετική ειδοποίηση καταχωρίστηκε την 01.02.2023 με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμο 169(Ι)/
  5. Η απαίτηση της Ενάγουσας είναι για ποσό €16.214,33 πλέον τόκους, ως το χρεωστικό υπόλοιπο δανείου που χορήγησε η Τράπεζα στην Εναγόμενη 1, με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 και
  6. Ειδικότερα, είναι η θέση της Ενάγουσας πως με γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 29.05.2008, η Τράπεζα συμφώνησε να χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €16.500,00 («σύμβαση δανείου»).
  7. Οι όροι της σύμβασης δανείου είχαν περιληφθεί στο κείμενό της. Μεταξύ αυτών, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να αποπληρώσει το έντοκο δάνειο με 84 μηνιαίες δόσεις €266,23 η κάθε μία, αρχίζοντας την καταβολή τους από την 01.07.2008 και ακολούθως την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι την εξόφληση του δανείου. Ο τόκος θα υπολογίζονταν με ποσοστό επιτοκίου 8,90% ετησίως, μεταβλητό, με τον τρόπο που προνοούσε η σύμβαση. Το δικαίωμα μεταβολής θα ασκούνταν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Η Τράπεζα θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση αποπληρωμή του δανείου. Εάν οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο και δεν πληρώνονταν, η Τράπεζα θα μπορούσε να χρεώνει πρόσθετα τόκο υπερημερίας προς 5% ετησίως από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο το ποσό μέχρι την εξόφλησή του. Για τις οικονομικές μεταβολές, η Τράπεζα θα ενημέρωνε με ανακοίνωση στην ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση, αναλόγως ποιος τρόπος θα ήταν ο προσφορότερος. Θα υπήρχε δικαίωμα χρέωσης του λογαριασμού δανείου με ποσοστό προμήθειας, τραπεζικά δικαιώματα ή άλλα δικαιώματα. Θα υπήρχε επίσης δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου και των διαφόρων εξόδων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ορισμένες συμπεριφορές θα συνιστούσαν πταίσμα ή παράβαση και αιτία τερματισμού της σύμβασης δανείου. Αυτές περιλάμβαναν την παράλειψη πληρωμής οποιωνδήποτε ποσών που θα οφείλονταν με βάση τη σύμβαση δανείου. Εάν συνέβαινε τέτοιο γεγονός, η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που καθόριζε τότε ο περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος 39(Ι)/2001, να απαιτήσει την πληρωμή του δανείου, περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να πληρωθεί και παράλειψη πληρωμής θα έδιδε το δικαίωμα δικαστικής απαίτησης.
  8. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως, με βάση τη σύμβαση δανείου, η Τράπεζα, όντως, χορήγησε το ποσό των €16.500,00 στην Εναγόμενη 1, πιστώνοντάς το σε λογαριασμό δανείου που άνοιξε στο όνομά της, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην αγωγή.
  9. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, με έγγραφο εγγύησης που είχαν υπογράψει την 29.05.2008, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που απορρέουν από τη σύμβαση δανείου, περιλαμβανομένης της πληρωμής των οφειλόμενων ποσών («η σύμβαση εγγύησης»). Οι όροι της σύμβασης εγγύησης περιέχονται επίσης στο κείμενό της. Είχαν σταλεί προς τους εγγυητές επιστολές ημερομηνίας 29.05.2008, με τις οποίες εξηγούνταν οι όροι της σύμβασης εγγύησης, σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/
  10. Την 19.11.2009, συνάφθηκε τροποποιητική σύμβαση, με βάση την οποία αναθεωρήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου («τροποποιητική σύμβαση δανείου»). Με βάση την τροποποιητική σύμβαση δανείου, το δάνειο θα αποπληρώνονταν με 67 μηνιαίες δόσεις €266,23 η κάθε μία, από την 01.12.2019 και μέχρι την 01.06.2015 (τελευταία δόση). Το ποσό των €1.064,92, που τότε είχε συσσωρευτεί από ληξιπρόθεσμες δόσεις μέχρι την 19.11.2019, θα μεταφέρονταν στο τέλος του δανείου, χωρίς μεταβολή στη χρονική διάρκεια αποπληρωμής του, ούτε ώστε η τελευταία δόση, ημερομηνίας 01.06.2015, να ήταν σε ποσό που θα εξοφλούσε το δάνειο. Η Εναγόμενη 1, με επιστολή ημερομηνίας 09.11.2009, βεβαίωσε ότι θα τηρούσε το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου.
  11. Η Ενάγουσα δικογραφεί πως, από την 07.05.2012, το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας είχε μειωθεί από 5,35% σε 2,50% και από την 25.11.2013 σε 1,75%, και υπήρξαν σχετικές δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο.
  12. Η Τράπεζα τηρούσε λογαριασμό για το δάνειο, τον οποίο ενημέρωνε με τις χρεωπιστώσεις και εξέδιδε καταστάσεις λογαριασμού. Την 16.03.2015, το δάνειο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €16.214,33 πλέον τόκο προς 11,70% ετησίως, που περιλάμβανε συμβατικό (μεταβλητό) επιτόκιο 9,95% και 1,75% τόκο υπερημερίας, από την 16.03.2015 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση, πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι της περιόδου 01.01.2015 μέχρι 16.03.2015 με βάση το ίδιο προαναφερόμενο επιτόκιο.
  13. Τότε, η Τράπεζα, με επιστολή ημερομηνίας 18.12.2014 προς όλους τους Εναγόμενους, που εστάλη με συστημένο ταχυδρομείο, τους ενημέρωσε πως οι δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονται κανονικά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται καθυστερήσεις, καλώντας τους να τακτοποιήσουν σύντομα τις καθυστερήσεις αυτές. Ενημερώνονταν και για την χρέωση τόκου υπερημερίας 1,75% ετησίως, λόγω των καθυστερήσεων.
  14. Δεν ομαλοποιήθηκε η συμβατική σχέση και την 12.01.2015, η Τράπεζα, με νέες επιστολές της, που στάλθηκαν επίσης με συστημένο ταχυδρομείο, ενημέρωσε τους Εναγόμενους πως υπάρχει παράβαση της σύμβασης δανείου, λόγω της καθυστέρησης πληρωμής 26 μηνιαίων δόσεων, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί, καλώντας τους, εντός 21 ημερών, να προβούν σε εξόφληση των καθυστερήσεων, με προειδοποίηση πως θα προχωρούσαν με τερματισμό της σύμβασης και απαίτηση πληρωμής του δανείου και όλων των οφειλόμενων ποσών.
  15. Δεν υπήρξε ανταπόκριση των Εναγόμενων και η Τράπεζα, με συστημένες επιστολές ημερομηνίας 16.03.2015, τερμάτισε τη σύμβαση δανείου και απαίτησε την πλήρη εξόφληση του δανείου και όλων των οφειλόμενων ποσών με βάση τη σύμβαση δανείου εντός 15 ημερών.
  16. Έκτοτε δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους, λόγος για τον οποίον η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της €16.214,33 πλέον τόκο προς 11,70% ετησίως από την 16.03.2015 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, πλέον €356,90 δεδουλευμένοι τόκοι της περιόδου 01.01.2015 μέχρι 16.03.2015, πλέον τόκους επί αυτών με το προαναφερόμενο επιτόκιο. Η εκδοχή των Εναγόμενων
  17. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το σύνολο της αξίωσης της Ενάγουσας. Ισχυρίζονται πως εξαναγκάστηκαν ή δέχθηκαν αθέμιτη επιρροή στο να υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης.
  18. Δεν υπήρξε η δέουσα προσυμβατική ενημέρωση. Όσον αφορά τους εγγυητές, ούτε σύμβαση δανείου έλαβαν πριν από την υπογραφή, ούτε επεξηγήσεις, ούτε οικονομική ή νομική συμβουλή. Έγινε γενικότερα χρήση τυποποιημένων εγγράφων, χωρίς διαπραγμάτευση.
  19. Οι επίδικες συμφωνίες, όπως αναφέρουν, περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και όρους που είναι καταπιεστικοί και αντίθετοι με εγχώρια και ευρωπαϊκή νομοθεσία που διέπει αυτού του είδους τις συναλλαγές.
  20. Έπειτα, η Τράπεζα, όπως θέτουν, ενήργησε «τοκογλυφικά» ή καταχρηστικά καθότι προέβη σε παράνομες χρεώσεις ποσών. Οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν συνήθη ή εύλογη πληροφόρηση για το τελικό ποσό της οφειλής, η Τράπεζα χρησιμοποίησε παράνομα ως διαιρέτη για την εύρεση του ποσού του τόκου το εμπορικό έτος, βασίστηκε σε συμβατικές ρήτρες καταχρηστικές όπως της χρέωσης δικαιωμάτων υπηρεσιών ή δικαιωμάτων και άλλων εξόδων, κεφαλαιοποίησης, μεταβολής και τερματισμού, και επέβαλε και παράνομα τόκο υπερημερίας.
  21. Εξαναγκασμός ή αθέμιτη επιρροή υπήρξε, κατά τους Εναγόμενους, και στην υπογραφή της τροποποιητικής σύμβασης δανείου, για την υπογραφή της οποίας ουδεμία ενημέρωση δόθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3, εγγυητές, που, κατά τη θέση των Εναγόμενων, απαλλάχθηκαν από την εγγύησή τους και για τον λόγο αυτό.
  22. Πρόσθετα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως υπήρξε απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος από μέρους των υπαλλήλων της Τράπεζας, γιατί ενήργησαν κατά τρόπο ώστε να επιφέρουν κατάρρευση της οικονομίας στην Κυπριακή Δημοκρατία και οι Εναγόμενοι να απωλέσουν εργασίες και εισοδήματα, ενήργησαν δόλια για να συναφθούν συμφωνίες και για να εξασφαλίσουν παράνομα οφέλη, αλλά και για τους λόγους που έχουν να κάνουν με το περιεχόμενο των συμφωνιών.
  23. Η Τράπεζα, κατά τους Εναγόμενους, τους είχε παρουσιάσει ότι η αποπληρωμή του δανείου θα ήταν ευκολότερη, με χαμηλότερους τόκους, με πρόσχημα και το ότι η νέα νομοθεσία για τους καταναλωτές θα ήταν επωφελής και χορήγησε το δάνειο, γνωρίζοντας πως αυτό δεν ήταν η πραγματικότητα, ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν σταθερές εργασίες, συναφώς δεν τους παρείχε αληθή και πλήρη ενημέρωση για το τι θα συμβάλλονταν ακριβώς, ωθώντας τους έτσι στη σύναψη των συμφωνιών και σε μια θέση εν τέλει δυσμενή.
  24. Στην πραγματικότητα, όπως είναι η θέση των Εναγόμενων, με την κατάργηση του περί Τόκου Νόμου 2/77 και τη ψήφιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, σε μια περίοδο καταστρατήγησης του θεσμού του χρηματιστηρίου, νόμο που πρόσθετα οι Εναγόμενοι θεωρούν αντισυνταγματικό (χωρίς λεπτομέρειες περί αντισυνταγματικότητας), δεν θα ήταν εύκολη η αποπληρωμή του δανείου για τους Εναγόμενους.
  25. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι παρέλαβαν όλες τις επιστολές που δικογραφεί η Ενάγουσα, ωστόσο θεωρούν μη νόμιμο τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, όπως άλλωστε και το σύνολο των ενεργειών της Τράπεζας.
  26. Η δε ενημέρωση προς τους εγγυητές για ύπαρξη καθυστερήσεων, όπως θέτουν, δεν ήταν έγκαιρη, κατά τρόπο που οδηγεί σε απαλλαγή τους, σε κάθε περίπτωση.
  27. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, η Ενάγουσα, όπως αναφέρουν οι Εναγόμενοι, δεν είχε το δικαίωμα να χρεώνει ή να απαιτεί οτιδήποτε βάσει αυτής.
  28. Αγνοούν, οι Εναγόμενοι, οποιεσδήποτε μεταβολές του επιτοκίου υπερημερίας ή του συμβατικού επιτοκίου και αμφισβητούν τη νομιμότητά τους.
  29. Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν αναγνωριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με τη νομιμότητα και το κύρος των επίδικων συμφωνιών και των πράξεων της Τράπεζας, την απαλλαγή των εγγυητών και γενικές αποζημιώσεις.
  30. Τα ποσά που διεκδικεί η Ενάγουσα είναι, κατά τους Εναγόμενους, λανθασμένα, για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους.
  31. Την εκδοχή των Εναγόμενων αρνείται η Ενάγουσα με απαντητικό δικόγραφο, με το οποίο επιμένει στη δική της θέση. Η διαμόρφωση του πλαισίου της διαφορά και η επιδικία
  32. Εξ αρχής δεν αμφισβητήθηκε η σύναψη των κείμενων συμφωνιών και η περίληψη σε αυτές των όρων του φέρουν, όπως ούτε και η πληρωμή του προϊόντος του δανείου από την Τράπεζα στην Εναγόμενη
  33. Δεν αμφισβητείται επίσης πως η σύμβαση δανείου, ως τροποποιήθηκε, ίσχυσε για μερικά χρόνια μέχρι τον τερματισμό της, την 16.03.2015, από την Τράπεζα, και το γεγονός ότι δεν αποπληρώθηκε το δάνειο από τους Εναγόμενους.
  34. Δεν προωθήθηκαν τελικά οι θέσεις των Εναγόμενων όσον αφορά τυχόν εξαναγκασμό ή αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις ή παράβαση καθήκοντος. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από τους Εναγόμενους για τέτοια θέματα, και δεν προωθήθηκε η ανταπαίτησή τους.
  35. Τα επίδικα θέματα περιορίστηκαν κατά τη διαδικασία στη νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών, με αναφορά και στο επίπεδο της προσυμβατικής ενημέρωσης, σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις του νόμου που διέπει την καταναλωτική πίστη, και το περιεχόμενό τους όσον αφορά τις ρήτρες που σχετίζονται με τον τοκισμό.
  36. Επίδικη παραμένει και η νομιμότητα της χρήσης των συμβατικών ρητρών που σχετίζονται με τις χρεώσεις στον λογαριασμό δανείου καθώς και η νομιμότητα του τερματισμού, και πάλι, σε συνάρτηση με τον νόμο, και τα προαναφερόμενα.
  37. Κατ' επέκταση, επίδικο είναι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου και η συμβατική υποχρέωση των Εναγόμενων να το καταβάλουν, υπό τις περιστάσεις. Διαδικασία
  38. Η μη επιτυχής κατάληξη των δύο πλευρών σε συμφωνία ως προς την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, παρά τις παράλληλες προσπάθειες που έγιναν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, οδήγησε στην πλήρη εκδίκασή της, στην έκταση που διαμορφώθηκαν τα επίδικα θέματα.
  39. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, προσφέρθηκε μαρτυρία από τους Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΕ1) και Μιχάλη Μιχαηλίδη (ΜΕ2), που αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο των Εναγόμενων.
  40. Όπως προαναφέρθηκε, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόμενων, η δε ανταπαίτησή δεν προωθήθηκε.
  41. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο σε πρακτικά της δίκης, που τηρήθηκαν.
  42. Έγγραφη μαρτυρία αποτελούμενη από 17 έγγραφα ή δέσμες εγγράφων που λήφθηκαν και σημάνθηκαν ως τεκμήρια, ανάλογα με τη σειρά κατάθεσής τους, με αριθμούς από το 1 ως το 17, είναι επίσης στον φάκελο της διαδικασίας.
  43. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, οι δικηγόροι αγόρευσαν.
  44. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση
  45. Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και όπου χρειάζεται να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής.
  46. Ο ΜΕ1, λειτουργός στις υπηρεσίες της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο και υπεύθυνος παρακολούθησης του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προσκόμισε έγγραφα που σχετίζονται με το νομικό πρόσωπο της Τράπεζας και την άδεια ασκήσεως τραπεζικών εργασιών (Τεκμήρια 1 και 2), που δεν αμφισβητήθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που υπογράφθηκαν από τους Εναγόμενους (Τεκμήρια 3 έως και 7).
  47. Το Τεκμήριο 3 είναι η αίτηση που υπέβαλε η Εναγόμενη 1 προς την Τράπεζα την 17.01.2008 για την χορήγηση της πιστωτικής διευκόλυνσης, με την οποία, επίσης, μεταξύ άλλων, εξουσιοδότησε την Τράπεζα να ερευνά την περιουσιακή της κατάσταση και να λαμβάνει πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με την ίδια και την περιουσία της.
  48. Το Τεκμήριο 4 είναι η σύμβαση δανείου που υπογράφθηκε την 29.05.2008, δηλαδή μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την υποβολή της αίτησης της Εναγόμενης 1 για τη χορήγηση της διευκόλυνσης. Όπως προκύπτει και από το κείμενό της, πρόκειται για σύμβαση που διέπει ο Ν.39(Ι)/2001, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο, εξ ου και προϋπολογίζεται και αναγράφεται το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ), το κόστος πίστωσης και το συνολικό πληρωτέο ποσό.
  49. Το ΣΕΠΕ είναι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του ποσού της παρεχόμενης πίστωσης, το οποίο εξισώνει σε ετήσια βάση την παρούσα αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων (δανείων, εξοφλητικών δόσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτή και τον καταναλωτή, και το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το μαθηματικό τύπο και τα κριτήρια που ορίζονται στον νόμο. Δεν τέθηκε ζήτημα ότι το ΣΕΠΕ που υπολογίστηκε στο Τεκμήριο 4, σε 9,56%, ήταν λανθασμένο με βάση τον προβλεπόμενο τύπο, ή ότι δεν ήταν γνωστό το τι αρχικά περιέλαβε.
  50. Το συνολικό κόστος πίστωσης σημαίνει το σύνολο όλων των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και λοιπών εξόδων, τις οποίες ο καταναλωτής καλείται να πληρώσει για την πίστωση που του παραχωρείται. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν €6.028,
  51. Στο συνολικό κόστος πίστωσης δεν περιλαμβάνονται καταβλητέες επιβαρύνσεις λόγω παράβασης της σύμβασης. Ωστόσο, περιλαμβάνονται τα έξοδα για την τήρηση λογαριασμού για την καταγραφή των χρεωπιστώσεων, που είναι λειτουργικά έξοδα συνδεδεμένα με την κύρια παροχή, εκτός αν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιοριστεί σαφώς και αυτοτελώς στην πιστωτική σύμβαση ή σε άλλη σύμβαση με τον καταναλωτή.
  52. Στην περίπτωση των πιστωτικών συμβάσεων που περιέχουν ρήτρες οι οποίες επιτρέπουν διακυμάνσεις του χρεωστικού επιτοκίου ή ορισμένων επιβαρύνσεων που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΕ, το ύψος των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς κατά τον χρόνο του υπολογισμού, το ΣΕΠΕ υπολογίζεται βάσει της παραδοχής ότι το χρεωστικό επιτόκιο και οι λοιπές επιβαρύνσεις θα παραμείνουν σταθερά σε σχέση με το αρχικό τους επίπεδο και θα παραμείνουν εφαρμοστέα έως τη λήξη της σύμβασης.
  53. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 σε συνάρτηση με τις γενικές απαιτήσεις του άρθρου 8 Ν.39(Ι)/2001 ως προς το περιεχόμενο, δεν εντοπίζεται κάποια απόκλιση. Η Εναγόμενη 1, επίσης, δεν δικογραφεί ούτε υποδεικνύει συγκεκριμένη αναντιστοιχία του Τεκμηρίου 4 με τις ρυθμίσεις του Ν.39(Ι)/
  54. Περιέχεται επίσης και η γνωστοποίηση του Τύπου Α, του Παραρτήματος Ι του νόμου, επακριβώς.
  55. Επειδή η πλευρά των Εναγόμενων εστίασε, κατά τη δίκη, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, στο ότι το επιτόκιο ήταν «μεταβλητό», δηλαδή μη σταθερό, ως εάν να ήταν κάτι πρωτόγνωρο, πέραν του ότι το κόστος πίστωσης στην προκειμένη περίπτωση ήταν ειδικά συμφωνημένο, κατ' επέκταση υπερτερεί οποιωνδήποτε γενικών όρων για τον τοκισμό, να λεχθεί και το εξής: δεν είναι κατά τα λοιπά ασύνηθες σε πιστωτικές συμφωνίες μακράς χρονικής διάρκειας να χρησιμοποιείται επιτόκιο που να μπορεί να μεταβληθεί. Δεν είναι προβλεπτές οι μεταβολές του οικονομικού περιβάλλοντος της σύμβασης στη διάρκεια του χρόνου ισχύος της. Η δυνατότητα παράλληλης μεταβολής και των οικονομικών στοιχείων της σύμβασης σε τέτοια περίπτωση, κατ' επέκταση προσαρμογής της στα ισχύοντα οικονομικά δεδομένα, δυνατόν να λειτουργεί και ως απαραίτητος συμβατικός μηχανισμός, αποτρεπτικός από το να καταστεί η σύμβαση ασύμφορη, για οποιοδήποτε μέρος. Η μονομέρεια στην άσκηση του δικαιώματος μεταβολής, από τον πιστωτή, που μετέχει στον σχετικό εμπορικό ανταγωνισμό, δεν είναι κατ' ανάγκη ή από μόνη της καταχρηστική, ιδίως όταν συνοδεύεται από εξαιρετικούς εύλογους και σοβαρούς λόγους (π.χ. κόστος του χρήματος) και εξισορροπείται από αντίστοιχα δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου, μεταξύ άλλων, οποτεδήποτε ο ίδιος επιθυμεί, χωρίς την ανάγκη να προβάλει οποιονδήποτε λόγο ή να υπάρχει υπαιτιότητα του πιστωτή, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (λ.χ. προκειμένου να αποφύγει την αύξηση του τιμήματος) και να μειωθεί και το κόστος της πίστωσης ανάλογα, ή όταν δεν αποσυνδέεται από τη διατήρηση της αναγκαίας αναλογίας μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής. Εκεί όπου προβλέπεται μονομέρεια κατά τρόπο ανεκτό σε επίπεδο πρόβλεψης, ενδιαφέρει κυριότερα το να μην ασκούνται στην πράξη τα σχετικά δικαιώματα καταχρηστικά ή με κακοπιστία. Εάν ασκούνται ή όχι καταχρηστικά ή κακόπιστα, είναι ζήτημα πραγματικό.
  56. Μένοντας στην εξέταση του Τεκμηρίου 4, η πλευρά των Εναγόμενων θέτει πως διάφορες από τις ρήτρες που περιλήφθηκαν στη σύμβαση αυτή είναι «καταχρηστικές». Πρώτιστα, θα πρέπει να αναφερθεί πως, ενώ προβάλλεται αυτό, με σκοπό να υποδειχθεί πως υπάρχει ακυρότητα του συνόλου της σύμβασης δανείου που συμπαρασύρει τις συμφωνίες εξασφαλίσεων, εν τέλει η εστίαση είναι στις ρήτρες που σχετίζονται με τον τοκισμό της διευκόλυνσης, χωρίς τις οποίες, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει η σύμβαση δανείου. Εν τέλει, προσαρμόζεται η όλη αναφορά σε θέματα που σχετίζονται με το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου.
  57. Όπως ήταν η ευκαιρία να λεχθεί από το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση στην CAC Coral Ltd ν. Νικήτα, αγωγή 5285/2012 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 29.04.2022 και στην CAC Coral Ltd v. Pafilia Property Developers Ltd, αγωγή 1059/2014 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 29.05.2023, όπου απασχόλησε το θέμα των καταχρηστικών ρητρών, εκτενέστερα γιατί το κόστος πίστωσης εκεί δεν ήταν προκαθορισμένο αλλά θα είχε προκύψει από την εφαρμογή των ρητρών για τον τοκισμό, υπάρχει διάκριση ανάμεσα στις συμβατικές ρήτρες που αφορούν τον συμβατικό τόκο και σε εκείνες που καθορίζουν τον τόκο υπερημερίας. Μόνη η επιστροφή του δανείσματος δεν συνιστά αντιπαροχή. Οι συμβατικοί τόκοι επιτελούν τη βασική λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον πιστωτή στον πιστούχο καταναλωτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως λέχθηκε, ήταν ειδικά συμφωνημένο το σύνολο του κόστους πίστωσης για όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, προς εφαρμογή των αρχών της καταναλωτικής πίστης, και δεν δικογραφήθηκε ούτε μαρτυρήθηκε μεταβολή του ΣΕΠΕ. Κατ' επέκταση, οι υπόλοιπες γενικές ρήτρες για τον τοκισμό δεν χρειάζονται εδώ για τον υπολογισμό του συμβατικού τόκου.
  58. Ισχύει βεβαίως παράλληλα ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος 112(Ι)/2021 που ενοποιεί εκσυγχρονιστικά προηγούμενους νόμους, περιλαμβανομένου του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/1996, προς συνεχή εναρμόνιση, μεταξύ άλλων, με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Ν.112(Ι)/2021, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον Ν.112(Ι)/2021, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνάφθηκαν ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (12.05.2021), εκτός εάν συνάφθηκαν πριν και από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων νόμων.
  59. Το Τεκμήριο 4 συνάφθηκε μετά από την έναρξη της ισχύος του Ν.93(Ι)/1996, μεταξύ εμπορευόμενου (της Τράπεζας) και της Εναγόμενης 1, που συμβλήθηκε ως καταναλωτής, και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.112(Ι)/
  60. Το Παράρτημα IV του Ν.112(Ι)/2021 περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν per se καταχρηστικές, χωρίς να είναι αναγκαίος ο έλεγχος της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Σε αυτό τον κατάλογο, περιλαμβάνονται και ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του, κατ' επέκταση που δυνατόν να δημιουργούνται συνθήκες αύξησης του κόστους της πίστωσης, δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση.
  61. Οι τόκοι υπερημερίας δυνατόν να αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω μη εκπλήρωσης από τον οφειλέτη της υποχρέωσής του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπόμενων από τη σύμβαση προθεσμιών, στην αποτροπή του οφειλέτη αυτού από το να καταστεί υπερήμερος στην εκτέλεση των υποχρεώσεών του, καθώς και, ενδεχομένως, στην αποζημίωση του πιστωτή για τη ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας. Η ακύρωση ρήτρας περί καθορισμού του επιτοκίου υπερημερίας ως καταχρηστικής (όπως κι αν επιβάλλεται το επιτόκιο υπερημερίας, ως προσαύξηση του συμβατικού επιτοκίου ή ως ξεχωριστή χρέωση) δεν συνεπάγεται μη εφαρμογή της ρήτρας περί του καθορισμού του συμβατικού επιτοκίου[3]. Δεν αποκλείεται, η σώρευση συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας να παρέχει στην Τράπεζα δυνατότητα να επιτύχει κάτι περισσότερο από την αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτήν ζημιάς, πλεονέκτημα που μπορεί να την παρακινεί στην εύκολη λύση των πιστωτικών συμβάσεων[4], περίπτωση στην οποία χρειάζεται ανάλογη προσοχή.
  62. Κατά τα λοιπά, δεν είναι ασύνηθες όταν υπάρχει υπερημερία, δηλαδή όταν δεν υπάρχει εκπλήρωση όσον αφορά τον χρόνο ή το ύψος των συμφωνημένων δόσεων, να υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτή, για τυχόν ζημιά του που προκαλείται λόγω της μη εκπλήρωσης. Στην απουσία τέτοιου μηχανισμού, η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης πληρωμής στον συμφωνημένο χρόνο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ευκολότερα ουσιώδης, που να απολήγει σε παράβαση της σύμβασης από μέρους του οφειλέτη, δίδοντας, ως σε κάθε άλλου είδους σύμβαση, δικαίωμα στον πιστωτή να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει αποζημίωση ή να αξιώσει πληρωμή βάσει αυτής. Η χρέωση τόκου υπερημερίας ως συμβατική δυνατότητα, από μόνη της, δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως όπου προβλέπεται χρέωση τόκου υπερημερίας, η ρήτρα είναι καταχρηστική. Ούτε κρούει σε νόμο γενικά η δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας. Απλώς ο Ν.160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/2014, απαγόρευσε την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των 2 εκατοστιαίων μονάδων (εκλαμβάνοντας πως αναφέρεται σε ετήσιο ποσοστό), θεσπίζοντας ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιβαρύνσεων λόγω αθέτησης υποχρέωσης, χωρίς να καθιστά το περιεχόμενο οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας που προϋπολογίζει μεγαλύτερο ποσοστό παράνομο ή άκυρο. Δεν αναιρείται η υποχρέωση οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης να μην είναι μεγαλύτερες από το αναγκαίο για την αποζημίωση του πιστωτικού φορέα, για τη ζημία που υπέστη λόγω της αθέτησης της υποχρέωσης.
  63. Η ρήτρα ότι ο οφειλέτης υπόκειται σε έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο πιστωτής για τη χορήγηση της διευκόλυνσης δεν είναι καταχρηστική, αλλά εύλογη και δικαιολογημένη. Εάν η χορήγηση της πίστωσης δημιουργεί έξοδα, που δεν μπορούν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο σύναψης της, κάποιος θα πρέπει να τα επωμιστεί, και δεν προβάλλεται λογικός λόγος για να τα επωμίζεται το πρόσωπο που χορηγεί την πίστωση. Αρκεί βεβαίως, να μην προκαλεί ο ίδιος ο πιστωτής αχρείαστα έξοδα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποδεικνύει όταν τα διεκδικεί, την αναγκαιότητα και τη σχετικότητά τους με την παροχή. Το ζήτημα αυτό, όμως, έχει να κάνει με το χρεωστικό υπόλοιπο που διεκδικεί η Ενάγουσα, όχι με το κύρος της δανειακής σύμβασης και κατ' επέκταση της σύμβασης εγγύησης.
  64. Όσον αφορά την ατομική διαπραγμάτευση, δεν αρκεί η πριν από την υπογραφή της σύμβασης σημείωση ή υπογραφή ότι έτυχε κατανόησης μια ρήτρα, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ρήτρα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ότι ο καταναλωτής μπόρεσε πράγματι να επηρεάσει το περιεχόμενό της[5]. Θεωρείται πάντοτε ότι μια ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Εάν ο εμπορευόμενος ισχυρίζεται ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού.
  65. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τεκμήριο 4 δείχνει στοιχεία εξειδικευμένα στην περίπτωση της Εναγόμενης
  66. Το δε Τεκμήριο 3 δείχνει πως μεσολάβησε χρόνος από την αίτηση για το δάνειο, χρονική διάρκεια που δεν δηλοί αυτοματισμό ή έλλειψη χρόνου ή ευκαιρίας ατομικής διαπραγμάτευσης. Από την άλλη, δεν προσφέρθηκε και αντίθετη μαρτυρία, για να αντικρούσει αυτήν που προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε ο ΜΕ
  67. Παρεμβάλλεται, επειδή γίνεται αναφορά σε «προδιατύπωση» με τρόπο γενικευμένο και αποσυνδεδεμένο από την ουσία της προσπάθειας αποτροπής της χρήσης καταχρηστικών ρητρών, χρήση προτύπων συμβάσεων γίνεται στην επαγγελματική πρακτική. Ιδίως για την κατάρτιση συμφωνιών στις οποίες απαιτείται με βάση τη νομοθεσία να περιέχονται συγκεκριμένα στοιχεία, όπως προς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Ν.39(Ι)/2001, που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, ή όπου ισχύουν γενικοί όροι συναλλαγών. Δεν αναμένεται, για να μην είναι «προδιατυπωμένη» μια συμφωνία, να κάθονται μαζί οι συμβαλλόμενοι και να συγγράφουν εξ αρχής κάθε λέξη της. Ορισμένοι όροι που καθορίζουν δεδομένες ιδιότητες και πρακτικές των συμβαλλομένων μερών, εφόσον αποκαλύπτονται και είναι γνωστές, δεν αναμένεται να τυγχάνουν διαπραγμάτευσης με προοπτική να αλλάξουν, κι αν προς διευκόλυνση αλλά και αποφυγή λαθών κατά τη σύνταξη χρησιμοποιείται η μέθοδος της χρήσης προτύπου, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη «προδιατύπωση» με την έννοια της προσπάθειας επιβολής μιας ανεπιθύμητης ρύθμισης ή διαμόρφωσής της κατά τρόπο που να συμφέρει μόνον το ένα μέρος ή να το καθιστά συμβατικά ισχυρότερο από το άλλο. Σε μία σύμβαση όπου το ένα μέρος δίνει χρήματα και πίστωση χρόνου και το άλλο μέρος τα λαμβάνει και θα πρέπει να τα επιστρέψει με τόκους, προϋποτίθεται η θέση όρων που να διασφαλίζουν και το μέρος που δίδει τα χρήματα και το μέρος που θα πρέπει να τα επιστρέψει εντόκως.
  68. Καταληκτικά, δεν θεωρώ ότι υφίσταται πρόβλημα κύρους ή νομιμότητας της σύμβασης δανείου. Εξάλλου, η Εναγόμενη 1 έλαβε το δάνειο και συνήψε και τροποποιητική σύμβαση δανείου, χωρίς ως τότε να είχε υπάρξει μεταβολή στο συμφωνημένο κόστος πίστωσης (Τεκμήρια 7 και 8).
  69. Όσον αφορά τις εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 και 3, ο ΜΕ1 προσκόμισε επιστολές που δόθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 3 την 29.05.2008 (Τεκμήριο 5), δια των οποίων ενημερώνονται για τις βασικές λεπτομέρειες της δανειακής σύμβασης, το ποσό του δανείου, τον τρόπο αποπληρωμής του, τον τοκισμό, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Δεν προκύπτει παράλειψη προσυμβατικής ενημέρωσης με βάση το άρθρο 5 του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/
  70. Εξάλλου, και στην αγόρευση της πλευράς των Εναγόμενων, δεν προωθείται σχετική θέση.
  71. Την εγγυητική ευθύνη ρυθμίζει και ο περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ.
  72. Σύμφωνα με το άρθρο 91 Κεφ.149, κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. Η τροποποιητική σύμβαση δανείου, χωρίς μεταβολή της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής του, η οποία φαίνεται πως έγινε στο πλαίσιο της υποχρέωσης ανοχής από τον πιστωτικό φορέα της υπερημερίας του καταναλωτή και προς αναστολή των ληξιπρόθεσμων δόσεων, δεν θεωρείται ουσιώδης μεταβολή των όρων της σύμβασης δανείου, κατά τρόπο που να επιβάλλει υποχρέωση ενημέρωσης των εγγυητών, που εάν δεν γίνει, οδηγεί στην απαλλαγή τους, αλλά ούτε και τίθεται ζήτημα «μεταγενέστερων συναλλαγών» της Εναγόμενης 1 με την Ενάγουσα. Ό,τι εξ αρχής εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, αυτό κλήθηκαν από την Τράπεζα να πληρώσουν.
  73. Σύμφωνα με το άρθρο 12 Ν.197(Ι)/2003, σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της σύμβασης δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της σύμβασης δανείου. Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή αυτής της υποχρέωσής του, θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 Κεφ.149, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.
  74. Αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 97 Κεφ.149, αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.
  75. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν τέθηκε οποτεδήποτε ζήτημα βλάβης της τελικής ικανοποίησης των Εναγόμενων 2 και 3 από την Εναγόμενη 1, λόγω παραλείψεων της Τράπεζας έναντι στους Εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με την ενημέρωση των Εναγόμενων 2 και 3 για την υπερημερία της Εναγόμενης
  76. Καταληκτικά, κατά τη γνώμη μου, δεν συντρέχει σε αυτή την περίπτωση λόγος απαλλαγής των Εναγόμενων 2 και 3 από την υποχρέωση που ανέλαβαν δια της εγγύησής τους, για λόγους που να σχετίζονται με παραλείψεις της Τράπεζας έναντι στους εγγυητές.
  77. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η Εναγόμενη 1, παρά και την αναθεώρηση του τρόπου αποπληρωμής του δανείου όταν ανέφερε στην Τράπεζα δικό της οικονομικό πρόβλημα, δεν ήταν εν τέλει συνεπής στην καταβολή των συμφωνημένων δόσεων. Αυτή η εκδοχή του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε.
  78. Με δεδομένη τη μη αμφισβήτηση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε ανταποκριθεί στη σύμβαση, πληρώνοντας όλες τις συμφωνημένες δόσεις, λόγος για τον οποίο η Τράπεζα προέβη στον τερματισμό της σύμβασης δανείου την 16.03.2015, μετά από σχετικές ειδοποιήσεις (Τεκμήρια 10, 11, 12, 13), έρχομαι στο θέμα του χρεωστικού υπολοίπου. Στις συμφωνίες που διέπουν οι αρχές της καταναλωτικής πίστης, η αποζημίωση του πιστωτή πρέπει να είναι υπολογίζεται με τρόπο διαφανή και κατανοητό, τόσο στο προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Πρέπει να εφαρμόζεται και να ελέγχεται με ευκολία.
  79. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, η Τράπεζα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού, στην οποία καταχωρίζονταν οι χρεώσεις και πιστώσεις και η οποία απολήγει και στο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 9). Το γεγονός ότι η Τράπεζα τηρούσε τέτοια κατάσταση λογαριασμού δεν αμφισβητήθηκε, όπως ούτε το γεγονός ότι πράγματι έγιναν οι πιστώσεις και οι χρεώσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο
  80. Εάν οι χρεώσεις έγιναν νόμιμα ή όχι, είναι διαφορετικό ζήτημα.
  81. Από το Τεκμήριο 9, προκύπτει ότι το σύνολο των πιστώσεων που έγιναν μέχρι την 16.03.2015 ήταν €12.133,
  82. Δεν υπάρχει ισχυρισμός, από πλευράς Εναγόμενων, πως καταβλήθηκαν έναντι του δανείου περισσότερα χρήματα από το ποσό αυτό. Ήδη προκύπτει πως, ενώ λήφθηκε από την Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €16.500,00, επιστράφηκε ποσό €12.133,20 και ότι υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο που αφορά το κεφάλαιο. Έπειτα, είναι και το κόστος της πίστωσης της σύμβασης δανείου που, ενώ συμφωνήθηκε σε ένα ποσό, αναμφίβολα, η σύμβαση δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά.
  83. Η συμφωνία ήταν να πληρωθεί το συνολικό ποσό των €22.528,32 (€16.500,00 πλέον €6.028,32) σε 84 μήνες από την 01.07.2008 και να μην μεταβληθεί η χρονική διάρκεια αποπληρωμής, με χρεολυτικές μηνιαίες δόσεις €266,23, ποσό που επίσης δεν μεταβλήθηκε κατά την τροποποίηση. Η συμφωνημένη χρονική διάρκεια ισχύος της σύμβασης δανείου ήταν και παρέμεινε μέχρι την 01.06.
  84. Το ποσό που πληρώθηκε από την Εναγόμενη 1 (€12.133,20) αντιστοιχεί σε 45 δόσεις των €266,23 (€11.980,35) και σε μέρος της 46ης δόσης ημερομηνίας 01.04.2012 (εκ €152,85). Υπολείπονταν μέρος της 46ης δόσης ημερομηνίας 01.04.2012 (εκ €113,38) και ακόμα 38 δόσεις, για το υπόλοιπο €10.395,
  85. Η Τράπεζα τερμάτισε τη σύμβαση την 16.03.2015 (Τεκμήρια 12, 13), μετά την 81η δόση. Τότε, το ποσό των ληξιπρόθεσμων δόσεων ήταν €9.431,43, δηλαδή 35 δόσεις των €266,23 και το υπόλοιπο €113,38 της δόσης ημερομηνίας 01.04.
  86. Πέραν του ποσού των ληξιπρόθεσμων δόσεων (€9.431,43), υπάρχει το υπόλοιπο ποσό των €963,69 που θα έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τη λήξη της σύμβασης, την 01.06.
  87. Παρεμβάλλεται πως, όσον αφορά τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, φαίνεται πως έγινε κατόπιν σοβαρής και επαναλαμβανόμενης καθυστέρησης διαδοχικά στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, και μετά την αποστολή αναγκαίων προειδοποιητικών επιστολών. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι δεν ήταν έγκυρος.
  88. Η αναφορά του ΜΕ1 σε επιτόκιο προς 9,95% πλέον τόκο υπερημερίας 1,75% που δίδουν σύνολο χρεωστικού τόκου €11,70% δεν εξηγείται με βάση τη σύμβαση δανείου και το συμφωνημένο κόστος πίστωσης. Επίσης, δεν δικογραφείται κάποια μεταβολή των παραγόντων που επηρεάζουν το δάνειο και το ΣΕΠΕ από την υπογραφή της σύμβασης δανείου και μετέπειτα, ούτε μαρτυρήθηκε ανάλογη αυξομείωση της δόσης του δανείου λόγω τέτοιων μεταβολών κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης δανείου.
  89. Με βάση το Τεκμήριο 4: «το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για την εξόφληση του δανείου είναι €22.363,32, νοουμένου ότι ο καταναλωτής θα καταβάλλει τις δόσεις εμπρόθεσμα και όπως προνοεί η παρούσα συμφωνία και νοουμένου ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν το επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται το δάνειο καθώς και το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης, δεν θα μεταβληθούν μετά την ετοιμασία της παρούσας για υπογραφή από τον καταναλωτή. Σε αντίθετη περίπτωση, το συνολικό ποσό των δόσεων θα αυξομειώνεται ανάλογα».
  90. Tο Τεκμήριο 9, πέραν από την αποτύπωση των χρεωπιστώσεων που πράγματι έγιναν, δεν είναι κατάσταση λογαριασμού που λειτουργεί με βάση τον τρόπο λειτουργίας μιας σύμβασης δανείου για προϊόν καταναλωτικής πίστης. Είναι κατάσταση λογαριασμού ως τις καταστάσεις που τηρούνται σε κάθε άλλη μακροχρόνια πιστωτική σύμβαση, στην οποία χρεώνονται ορισμένα ποσά ως τόκοι ή έξοδα. Μέσα από το Τεκμήριο 9, δεν μπορεί να διακρίνει το Δικαστήριο κάποια αναγκαία μεταβολή του κόστους πίστωσης, για λόγους άλλους από την υπερημερία της Εναγόμενης
  91. Ο ΜΕ1 και στη συνέχεια ο ΜΕ2 προσκόμισαν ορισμένες ανακοινώσεις στην εφημερίδες (Τεκμήριο 14). Η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν περιορισμένη στην κατάθεση του Τεκμηρίου 14(α)

(1)και δεν προσέφερε κάτι στη διαδικασία. Προσκομίστηκε από τον ΜΕ1 και πίνακας μεταβολών των επιτοκίων (Τεκμήριο 15), χωρίς αυτές να συνδέονται όλες με δικογράφηση ή και μαρτυρία ότι το αρχικό ΣΕΠΕ αυξήθηκε, για συγκεκριμένους λόγους. Τα Τεκμήρια 16 και 17 που προσκόμισε ο ΜΕ1, ως αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, επίσης, δεν εξηγήθηκαν, όσον αφορά τις χρεώσεις τόκων, που οδηγούν σε ένα υπόλοιπο €33.656,79, την 09.02.2023, και κατά τον τερματισμό €13.770,70, σε συνάρτηση με το συμφωνημένο κόστος πίστωσης και τις αρχές της καταναλωτικής πίστης. Κυρίως, δεν εξηγήθηκε η χρέωση συμβατικών τόκων, πρόσθετων του συμφωνημένου κόστους πίστωσης, μετά τον τερματισμό της διευκόλυνσης. Γενικότερα, ο τρόπος που υπολογίστηκε το χρεωστικό υπόλοιπο από την Τράπεζα και έπειτα από την Ενάγουσα δεν σχετίζεται με τον τρόπο υπολογισμού χρεωστικού υπολοίπου σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης.
  1. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 δεν πλήρωνε εμπρόθεσμα τις συμφωνημένες δόσεις, όρος υπό τον οποίο θα ίσχυε το αρχικά συμφωνημένο κόστος πίστωσης των €6.028,32, ευλόγως, δεν επέτρεψε να διατηρηθεί αυτό το κόστος πίστωσης σταθερό. Η απουσία μαρτυρίας περί μείωσης του κόστους πίστωσης, για συγκεκριμένους λόγους, οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα, που συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ1, ότι η υπερημερία λειτούργησε αυξητικά ως προς το κόστος πίστωσης. Σχετική με την αύξηση του κόστους πίστωσης λόγω υπερημερίας είναι η συμβατική δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας.
  2. Στο Τεκμήριο 4, δεν προβλέπεται τόκος υπερημερίας 5,35%, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του, αλλά 5,00%. Οι μειώσεις του τόκου υπερημερίας την 07.05.2012 σε 2,50% και την 25.11.2013 σε 1,75%, η συνέχιση της σύμβασης δανείου και η καταβολή δόσεων σε μεταγενέστερες ημερομηνίες για την κάλυψη ληξιπρόθεσμων δόσεων, και η μη τήρηση κατάστασης λογαριασμού με βάση τον τρόπο λειτουργίας της σύμβασης δανείου, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαπιστώσει, μέσα από το Τεκμήριο 9, τι ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας χρεώθηκε ή εάν σε αυτό περιλαμβάνονται οι χρεώσεις εξόδων «arrear fees». Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1, δεν κατέστη δυνατόν να ξεκαθαρίσει ο τρόπος χρέωσης επιτοκίου υπερημερίας επί των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
  3. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε σε σχέση με τη ζημιά της Τράπεζας, από την υπερημερία, και εξήγησε πως εάν δεν ληφθούν από τον πιστωτή εμπρόθεσμα οι δόσεις, μπαίνει σε μια διαδικασία αποστολής επιστολών, οχλήσεων, παρακολούθησης, επιπλέον διαχείρισης, επηρεάζεται η δική του κεφαλαιακή επάρκεια που βασίστηκε και στην είσπραξη των ποσών των δόσεων. Οι αναφορές του ΜΕ1 περιγράφουν την αφηρημένη ζημιά που υπάρχει σε περίπτωση υπερημερίας, μέχρι ένα ποσοστό 2,00%. Η ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος από την υπερημερία ενός οφειλέτη δεν είναι εφικτό να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα ή υποκειμενικά κριτήρια της ατομικής περίπτωσης, αν και προβλέπεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο, δηλαδή δυνατότητα του οφειλέτη να ανταποδείξει πως ο πιστωτής δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, δεν υπάρχει διαφέρον εκπλήρωσης, ή ότι υπέστη μικρότερη ζημιά από την υπερημερία. Δεν ικανοποιούν ωστόσο, οι αναφορές του ΜΕ1, την απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς της Τράπεζας πέραν του 2,00%.
  4. Το γεγονός ότι η Τράπεζα απέστελλε κατάσταση λογαριασμού στην Εναγόμενη 1, ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, δεν σημαίνει, εκ της σιωπής της Εναγόμενης 1, αναγνώριση (πλασματική αποδοχή) του χρέους που περιλήφθηκε στο Τεκμήριο
  5. Η σιωπή δεν συνιστά καταρχήν ή κατά ανάγκη δήλωση βούλησης. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για λεπτομέρειες της συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 που να οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα.
  6. Έχοντας υπόψη τους υπολογισμούς του Δικαστηρίου στην παράγραφο 71 και τις μειώσεις του επιτοκίου υπερημερίας που μαρτυρούνται από τον ΜΕ1 και το Τεκμήριο 14, το Δικαστήριο υπολογίζει το χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης δανείου στο ποσό των €9.431,43, που περιλαμβάνει και το ποσό επιστρεπτέου κεφαλαίου του δανείου €4.366,80 και το συμφωνημένο κόστος πίστωσης μέχρι την 16.03.2015 που τερματίστηκε η σύμβαση (€5.064,63), πλέον τόκος επί του ποσού των €9.431,43 προς 2,00% ετησίως από την 01.05.2012 μέχρι την 24.11.2013 και προς 1,75% ετησίως από την 25.11.2013 μέχρι την 16.03.2015, πλέον νόμιμος τόκος από την 24.04.2015 μέχρι εξόφλησης. Έχοντας υπόψη ότι το ποσό των €9.431,43 περιλαμβάνει ήδη το συμφωνημένο κόστος πίστωσης (€5.064.63) και ότι προκύπτει από τόκο υπερημερίας πρόσθετα του συμφωνημένου ανταλλάγματος, επαρκεί για την ανάλογη, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του πιστωτή για τη ζημιά που υπέστη λόγω της μη πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων από την Εναγόμενη
  7. Μέχρι τη λήξη της σύμβασης, θα έπρεπε να πληρωθεί, με βάση τη σύμβαση δανείου, και το ποσό των €963,69, που αντιστοιχούσε στις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις από την 01.04.2015 μέχρι και την 01.06.
  8. Δεν υπήρξε πρόωρη αποπληρωμή, μέχρι και σήμερα τα ποσά που κατέστησαν πληρωτέα με βάση τη σύμβαση δανείου είναι οφειλόμενα, και δεν τίθεται θέμα αφαίρεσης από το συμφωνημένο κόστος πίστωσης οποιουδήποτε ποσού. Η Ενάγουσα δικαιούται και στο συμφωνημένο ποσό των €963,69, πλέον νόμιμο τόκο.
  9. Το συνολικό ποσό που προκύπτει, με κατά προσέγγιση υπολογισμό των τόκων μέχρι σήμερα, δεν απέχει πολύ από αυτό που οι Εναγόμενοι δήλωσαν, δια της συνηγόρου τους, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι θα δέχονταν ως υπόλοιπο οφειλόμενο σήμερα, εάν το Δικαστήριο τελικά καταλήξει πως θα πρέπει να εκδώσει κάποια απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας. Κατάληξη
  10. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: (α) Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να πληρώσουν στην Ενάγουσα το ποσό των €10.395,12, πλέον τόκο επί του ποσού των €9.431,43, προς 2,00% ετησίως από την 01.05.2012 μέχρι την 24.11.2013 και προς 1,75% ετησίως από την 25.11.2013 μέχρι την 16.03.2015, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (β) Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, να πληρώσουν στην Ενάγουσα νόμιμο τόκο επί των επιδικασθέντων ποσών από την 24.04.2015 μέχρι εξόφλησης.
  11. Όσο αφορά τα έξοδα, με βάση το αποτέλεσμα της αγωγής, επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  12. Η ανταπαίτηση των Εναγόμενων απορρίπτεται, λόγω μη προώθησής της, με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός εάν διαφορετικά συμφωνηθεί για έξοδα της ανταπαίτησης αναμεταξύ των διαδίκων. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [3] Unicaja Banco και Caixabank, C‑482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/
  2. [4] Prima banka Slovensko a.s. κατά HD, C‑192/
  3. [5] XZ κατά Ibercaja Banco SA, C‑452/
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.