← Κύπρος

Ζαχαρία Ευαγγέλου κ.α. ν. Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αίτησης: 1/2021, 11/9/2023

Ζαχαρία Ευαγγέλου κ.α. ν. Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αίτησης: 1/2021, 11/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/2021 Αναφορικά με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997 και Αναφορικά με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 11 Σεπτεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Χατζηιωάννου δια Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σια Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Κυριάκου δια Πολάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των

(1)Ζαχαρία Ευαγγέλου και
(2)ΙΑΣΩ Ιδιωτικό Νοσοκομείο Ζώων Λτδ (στο εξής οι «Αιτητές») ημερομηνίας 31.1.2023 για άδεια συνέχισης της αγωγής υπ' αριθμό 2530/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Στις 11.9.2018 οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 2530/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με εναγόμενους την Cyprus Pοpular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Λαϊκή»), την Τράπεζα Κύπρου, την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχής Εξυγίανσης και τον Γενικό Εισαγγελέα. Μέσω της αγωγής, οι Αιτητές (εκεί Ενάγοντες) εγείρουν αριθμό αξιώσεων που αφορούν τα μέτρα εξυγίανσης που είχαν ληφθεί το 2013 σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα. Συνοπτικά, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής 1 διέθετε καταθέσεις στην Λαϊκή και ότι το σύνολο των καταθέσεων αυτών ήταν δεσμευμένο ως εξασφάλιση δανείων της Αιτήτριας 2 εταιρείας (η οποία είναι δικών του συμφερόντων). Ισχυρίζονται ότι η Λαϊκή εφάρμοσε λανθασμένα την ΚΔΠ 104/2013 και ως αποτέλεσμα δεν συμψήφισε το σύνολο των καταθέσεων του Αιτητή 1 με τα χρεωστικά υπόλοιπα της Αιτήτριας
  1. Εάν το έπραττε, είναι η θέση των Αιτητών ότι το σύνολο των δανείων θα είχε εξοφληθεί. Αντ΄αυτού, η Λαϊκή έκρινε ότι μόνο μέρος των καταθέσεων του Αιτητή 1 ήταν δεσμευμένο προς εξασφάλιση των δανείων και συμψήφισε μόνο το μέρος των καταθέσεων αυτών με τα δάνεια. Ως αποτέλεσμα ποσό περίπου €59.000 που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμούς του Αιτητή 1 στη Λαϊκή έχει «κουρευτεί». Επίσης, ένεκα του «μερικού» συμψηφισμού παρέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων της Αιτήτριας 2 το οποίο μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι η θέση των Αιτητών ότι εάν η Λαϊκή εφάρμοζε ορθά τις πρόνοιες της ΚΔΠ 104/2013 και αποδεχόταν προς συμψηφισμό το σύνολο των καταθέσεων του Αιτητή 1, τότε ολόκληρα τα χρεωστικά υπόλοιπα της Αιτήτρια 2 θα είχαν εξοφληθεί. Εξ ου, με την αγωγή επιδιώκουν να αναγνωριστεί ότι ουδέν ποσό οφείλει η Αιτήτρια 2 και να διαταχθεί συμψηφισμός του συνόλου των καταθέσεων που είχε ο Αιτητής 1 με τα δάνεια της Αιτήτριας
  2. Παράλληλα, με την αγωγή οι Αιτητές (εκεί Ενάγοντες) ισχυρίζονται ότι τα μέτρα εξυγίανσης και τα Διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν. 17(Ι)/2013 είναι αντισυνταγματικά, άκυρα και άνευ νομικού αποτελέσματος και αξιώνουν αντίστοιχες θεραπείες. Προβάλλουν και ισχυρισμούς για δόλο και αμέλεια. Πριν την εκδίκαση της αγωγής, στις 31.5.2022, εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της Λαϊκής. Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν να τους δοθεί άδεια για να συνεχίσει η αγωγή εναντίον της Λαϊκής. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η Λαϊκή είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή γιατί «η [Λαϊκή εσφαλμένα εφάρμοσε την ΚΔΠ 104/2013 και ότι με βάση τις πρόνοιες της και τις συμβατικές διευθετήσεις μεταξύ μας θα έπρεπε το χρέος που είχε η αιτήτρια 2 προς τη [Λαϊκή] και το οποίο είχα εγγυηθεί δεσμεύοντας προς εξασφάλιση το σύνολο των καταθέσεων μου είτε να θεωρηθεί ως εξοφληθέν από τις καταθέσεις μου είτε να μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου μαζί με ισόποσο από τις καταθέσεις μου που το εξασφαλίζουν. Σε τέτοια περίπτωση λαμβανομένων υπόψη και του εξασφαλισμένου ποσού μέχρι €100.000 ουδέν ποσό θα παρέμενε οφειλόμενο από την Τράπεζα προς εμένα, το δε χρέος των αιτητών 2 θα είχε εξοφληθεί είτε αμέσως πριν τη μεταφορά ή αμέσως μετά.» (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 1). Επιπρόσθετα, ο Αιτητής 1 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι υπέβαλε στον εκκαθαριστή της Λαϊκής αίτημα για «επαλήθευση υπό αίρεση» του χρέους που αντιστοιχούσε στα ποσά των καταθέσεων του που «κουρεύτηκαν» μετά τον μερικό συμψηφισμό. Προσθέτει στην ένορκη του δήλωση ότι «το ποσό της επαλήθευσης είναι το ποσό που η ίδια η [Λαϊκή] ισχυρίζεται ότι μου οφείλει. Η επαλήθευση ισχύει μόνο αν η αγωγή αποτύχει, διότι αν επιτύχει τότε η Τράπεζα ουδέν θα μου οφείλει». Αυτά αναφορικά με την Αίτηση. Ο εκκαθαριστής της Λαϊκής ενίσταται να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής. Η ένσταση εστιάζεται στο ότι οι αξιώσεις των Αιτητών μέσω της αγωγής είναι επαληθεύσιμες και, επομένως, είναι αχρείαστη η συνέχιση της αγωγής. Ο εκκαθαριστής υποστηρίζει ότι η υποβολή του αιτήματος επαλήθευσης επιβεβαιώνει ότι το χρέος του Αιτητή 1 είναι επαληθεύσιμο. Ότι ο Αιτητής 1 υπέβαλε το αίτημα επαλήθευσης «υπό την αίρεση αποτυχίας της αγωγής» καμία σημασία έχει γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το Κεφ. 113 ενώ αντιστρατεύεται και την έννοια της διαδικασίας εκκαθάρισης. Σημειώνει ότι η επαλήθευση που υπέβαλε ο Αιτητής 1 έγινε αποδεκτή στις 26.7.2022 και αυτό εμποδίζει τους Αιτητές να προωθούν την παρούσα Αίτηση και έχει καταστήσει την αγωγή εναντίον της Λαϊκής και την παρούσα διαδικασία άνευ αντικειμένου. Παράλληλα είναι η θέση του εκκαθαριστή ότι οι Αιτητές, με τη μαρτυρία που προσφέρουν στα πλαίσια της Αίτησης, δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις αξιώσεις για συμψηφισμό που εγείρουν εναντίον της Λαϊκής ώστε να τους δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής εναντίον της. Αυτή είναι, συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με την Αίτηση και ένσταση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία και πηγές στις οποίες παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Ο σκοπός αυτής της διάταξης επεξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Principles of Company Law, Robert Pennington, 1959 edition, σελ.
  3. To απόσπασμα αυτό αφορά το section 231 του Companies Act 1948 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  4. Αναφέρονται τα εξής: «When a winding up order is made, or a provisional liquidator is appointed, no action or proceeding against the company may be commenced or continued in any court without leave of the Companies Court. The purpose of this is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of extensive litigation. But the court will always give a plaintiff leave to proceed against a company if he has a prima facie case and his claim could not be dealt with in the winding up, or the remedy he seeks could not be given him therein.» Δηλαδή, από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όλες οι αξιώσεις εναντίον της εταιρείας που μπορούν να τύχουν χειρισμού μέσω της σχετικά ανέξοδης και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, πρέπει να προωθούνται με αυτή τη διαδικασία αντί μέσω αντιδικίας στο Δικαστήριο. Για αυτό το λόγο καμία αγωγή ξεκινά ή συνεχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Για να δοθεί άδεια για συνέχιση μιας αγωγής μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εταιρείας αλλά και (β) ότι η απαίτηση του δεν μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές. Στην παρούσα περίπτωση, έχοντας εξετάσει όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, έχω καταλήξει ότι δεν πληρούνται οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Εξηγώ τους λόγους ακολούθως. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, κρίνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Λαϊκής για τον συμψηφισμό που διεκδικούν (που σύμφωνα με τη συνήγορο τους είναι η κύρια θεραπεία που αξιώνουν). Έχω την άποψη ότι η έννοια της «εκ πρώτης όψεως υπόθεσης» περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από απλούς ισχυρισμούς. Πρέπει να παρουσιαστεί κάποια μαρτυρία που να δείχνει ότι ο αιτητής διαθέτει ένα συζητήσιμο υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις του. Εδώ, σε σχέση με την αξίωση τους για συμψηφισμό, οι Αιτητές παρουσίασαν την έκθεση απαίτησης της αγωγής (που περιέχει ισχυρισμούς περί γεγονότων και όχι μαρτυρία) καθώς και στα όσα αναφέρει ο Αιτητής 1 στην ένορκη του δήλωση στο απόσπασμα που έχω παραθέσει πιο πάνω. Πέραν από τις αναφορές του Αιτητή 1 στην ένορκη του δήλωση, δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση ότι το σύνολο των καταθέσεων του Αιτητή 1 ήταν δεσμευμένο έναντι των δανείων της Αιτήτριας
  5. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που κατά τη δίκη οι Αιτητές αποδείξουν ότι η Λαϊκή λανθασμένα δεν είχε αποδεχτεί προς συμψηφισμό το σύνολο των καταθέσεων του Αιτητή 1 με τα δάνεια της Αιτήτριας 2, δεν διαβλέπω πως θα μπορούσε να διαταχθεί ο εκκαθαριστής της Λαϊκής να προβεί πλέον σε συμψηφισμό. Μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, οι επίδικες συμβάσεις (μαζί με τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους) μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου από το
  6. Ο εκκαθαριστής δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να εκτελέσει διαταγή για συμψηφισμό αφού οι δανειακές συμβάσεις και καταθέσεις που παρέμειναν δεν αποτελούν πλέον περιουσιακό στοιχείο της Λαϊκής ώστε να έχει τη δυνατότητα να επέμβει σε αυτές. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση για παροχή άδειας συνέχισης της αγωγής εναντίον της Λαϊκής δεν πληρείται σε σχέση με την αξίωση για συμψηφισμό γιατί δεν ικανοποιήθηκα από τα ενώπιον μου δεδομένα ότι οι Αιτητές έχουν εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναφορικά με αυτήν. Οι υπόλοιπες αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή εναντίον της Λαϊκής (είτε είναι υποκατάστατες είτε διαζευκτικές της αξίωσης για συμψηφισμό, όπως τις περιγράφει στην αγόρευση της η συνήγορος των Αιτητών) μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Προκύπτουν, ουσιαστικά, από το «κούρεμα» των καταθέσεων του Αιτητή
  7. Σε σχέση με αυτές, η πλευρά του εκκαθαριστή, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αποδέχεται ότι συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης είχαν απομειωθεί οι καταθέσεις του Αιτητή
  8. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με αυτές τις αξιώσεις υπάρχει. Για αυτές τις διεκδικήσεις προχωρώ να εξετάσω την δεύτερη προϋπόθεση για χορήγηση άδειας συνέχισης της αγωγής. Για τους λόγους που θα εξηγήσω, θεωρώ ότι δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση. Αυτό διότι εκείνες οι αξιώσεις εναντίον της Λαϊκής (πέραν της αξίωσης για συμψηφισμό) μπορούν να τύχουν χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης. Το ποσό της απομείωσης των καταθέσεων του Αιτητή 1 είναι συγκεκριμένο και δεν αμφισβητείται από τον εκκαθαριστή. Συνεπώς, δεν διακρίνω λόγο γιατί να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής αναφορικά με αυτά. Εξ άλλου ο Αιτητής 1 έχει ήδη προβεί σε επαλήθευση, η οποία εγκρίθηκε από τον εκκαθαριστή. Η επιλογή του Αιτητή 1 να υποβάλει προς επαλήθευση το χρέος του στον εκκαθαριστή καθώς και η έγκριση της επαλήθευσης από τον εκκαθαριστή, δεν επιτρέπουν την παράλληλη συνέχιση της αγωγής. Οι Αιτητές εισηγούνται ότι έχουν τη δυνατότητα να επαληθεύσουν το χρέος του Αιτητή 1 και, ταυτόχρονα, να διατηρήσουν το δικαίωμα, να προωθούν την αγωγή για το ίδιο ουσιαστικά χρέος προσμένοντας κάποιο μεγαλύτερο ή επαυξημένο όφελος. Αναλόγως δε του αποτελέσματος της αγωγής, και κατά πόσο κρίνουν το αποτέλεσμα ως ικανοποιητικό ή όχι, να επιλέξουν μεταξύ του ποσού της επαλήθευσης ή του αποτελέσματος της αγωγής. Αυτό δεν επιτρέπεται. Η διαδικασία επαλήθευσης έχει σκοπό να καθορίσει το ποσό που η υπό εκκαθάριση εταιρεία οφείλει προς έκαστο πιστωτή. Με την υποβολή της επαλήθευσης ο πιστωτής καθορίζει το ποσό που θεωρεί ότι δικαιούται να λαμβάνει. Ο εκκαθαριστής, εξετάζει την επαλήθευση και εγκρίνει ή απορρίπτει αυτή, ολικώς ή μερικώς[1]. Δεν υπάρχει πρόνοια στο νόμο που να επιτρέπει την επαλήθευση «υπό αίρεση» κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι Αιτητές. Με την ένορκη δήλωση της επαλήθευσης (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1), ο πιστωτής δηλώνει ότι το χρέος υφίσταται και η εταιρεία είναι «δίκαια και αληθινά χρεωμένη» απέναντι του για το ποσό που ο ίδιος καταγράφει και αποδεικνύει με τα στοιχεία που προσκομίζει. Η δήλωση αυτή τον δεσμεύει. Υποβάλλοντας τη δήλωση καθορίζει ο ίδιος ο πιστωτής τη θέση του ότι το χρέος του είναι επαληθεύσιμο καθώς και το ύψος του ποσού. Στην παρούσα περίπτωση, ο εκκαθαριστής ενέκρινε την επαλήθευση, δηλαδή αποδέχτηκε την ύπαρξη της οφειλής που ο πιστωτής βεβαίωσε και η απόφαση αυτή του εκκαθαριστή δεν αμφισβητήθηκε[2]. Η συνήγορος των Αιτητών παραπέμπει στην αγόρευση της στις διατάξεις του άρθρου 298 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113[3]. Οι διατάξεις του άρθρου 298 δεν επιτρέπουν αυτό που εισηγείται η συνήγορος. Το άρθρο αυτό δεν δίνει το δικαίωμα σε πιστωτή για «επαλήθευση υπό αίρεση» αλλά καθορίζει ποια χρέη είναι επαληθεύσιμα στην εκκαθάριση. Στα επαληθεύσιμα χρέη περιλαμβάνονται και «χρέη πληρωτέα υπό αίρεση». Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει τα εξής: «Σε κάθε εκκαθάριση (με την επιφύλαξη, στην περίπτωση αφερέγγυων εταιρειών, της εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού του Νόμου περί Πτωχεύσεως) όλα τα χρέη που είναι πληρωτέα υπό αίρεση, και όλες οι απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, εξακριβωμένες ή εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, είναι αποδεχτές ως επαλήθευση εναντίον της εταιρείας, αφού γίνει στο μέτρο που είναι δυνατό δίκαιη εκτίμηση της αξίας των χρεών αυτών ή των απαιτήσεων που είναι υπό αίρεση ή είναι εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, ή που για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν έχουν συγκεκριμένη αξία.» Το άρθρο 298 του Κεφ. 113 είναι αντίστοιχο του section 316 του Companies Act
  9. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st edition, σελίδα 759 αναφέρονται τα εξής: «The debts for which creditors are entitled to prove are specified in section 316 of the Act. They include all debts payable on a contingency and all claims present and future, certain and contingent, ascertained or sounding only in damages and, where necessary, a just estimate is to be made of their value. But, where the company is insolvent, this is subject to the rules of bankruptcy as to debts provable (s. 317). Under section 30 of the Bankruptcy Act 1914, demands in the nature of unliquidated damages are not provable unless they arise by reason of a contract, promise or breach of trust. Subject to this limitation, every kind of liability, however difficult of valuation, is provable, unless declared by the court incapable of being fairly estimated, the object of the Act being 'to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu'. Accordingly, not only creditors to whom the company is indebted in sums presently due can prove, but also creditors to whom debts are not yet due and not only creditors but persons who have any claim or who may have any claim against the company, e.g. a person who has a claim for damages for breach of contract, or for the determination of a contract, e.g. a policy of insurance, by the company's going into liquidation, or a passenger on a tramcar claiming damages for injuries under the company's contract of carriage. Any liability, in fact, of the company existing at the commencement of the winding up may be proved and not merely debts due at the commencement of the winding up.» Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 298 του Κεφ. 113, ακόμα και «χρέος που είναι πληρωτέο υπό αίρεση», μπορεί να επαληθευτεί νοουμένου ότι το ύψος του μπορεί να υπολογιστεί ή καθοριστεί με δίκαιο τρόπο. Κατά την υποβολή της επαλήθευσης τέτοιου χρέους, ουσιαστικά ο πιστωτής (εδώ ο Αιτητής 1) καθορίζει το ποσό που θεωρεί ότι συνιστά την δίκαιη αποτίμηση της προς αυτόν οφειλής. Η επαλήθευση γίνεται από τον πιστωτή, ενόρκως. Η έγκριση της επαλήθευσης από τον εκκαθαριστή συνιστά τη συμφωνία του εκκαθαριστή ότι το ποσό που ο Αιτητής έχει καθορίσει είναι δίκαιη αποτίμηση της οφειλής και την κάνει αποδεκτή για σκοπούς της εκκαθάρισης. Συνεπώς, το χρέος δεν είναι πλέον «πληρωτέο υπό αίρεση» αλλά το ποσό του χρέους έχει πλέον συμφωνηθεί και καθοριστεί. Δηλαδή, η έννοια της φράσης «χρέη που είναι πληρωτέα υπό αίρεση» (ως το άρθρο 298 του Κεφ. 113) ή «contingent debts» ως το αγγλικό Companies Act 1948, περιλαμβάνει χρέη το ύψος των οποίων δεν έχει αποκρυσταλλωθεί μέχρι το στάδιο της επαλήθευσης. Όχι, όπως οι Αιτητές εισηγούνται, χρέη που παρά το ότι η επαλήθευση τους έχει εγκριθεί, θα καταστούν πληρωτέα υπό αίρεση (κατ' επιλογή των Αιτητών που, παράλληλα - για το ίδιο χρέος - προωθούν και αγωγή εναντίον της εταιρείας). Στην παρούσα περίπτωση, όπως ανέφερα, το χρέος προς τον Αιτητή 1 είναι επαληθεύσιμο. Η έγκριση της επαλήθευσης από τον εκκαθαριστή δεν επιτρέπει την παράλληλη προώθηση της αγωγής εναντίον της Λαϊκής. Συνεπώς, για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής εναντίον της Λαϊκής. Σημειώνω και το εξής. Εφόσον εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, ο βασικότερος κανόνας της εκκαθάρισης είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης πιστωτών της ίδιας τάξης (the pari passu principle). Η έκδοση ή όχι δικαστικής απόφασης εναντίον της Λαϊκής στην παρούσα περίπτωση, δεν επηρεάζει την σειρά προτεραιότητας στην εκκαθάριση. Συνεπώς, κανένα όφελος θα είχε ο Αιτητής 1 εάν εξασφάλιζε δικαστική απόφαση για το ποσό του χρέους που επαληθεύτηκε. Τέλος, να σημειώσω ότι υπάρχουν και αξιώσεις για αποζημιώσεις από τους άλλους Εναγόμενους, εκτός της Λαϊκής. Εδράζονται σε ισχυρισμούς για παρανομία, αντισυνταγματικότητα και ακυρότητα των ΚΔΠ και των μέτρων εξυγίανσης καθώς και για αμέλεια των άλλων εναγόμενων. Αυτές δεν στρέφονται εναντίον της Λαϊκής και μπορούν να προωθηθούν εναντίον των υπόλοιπων εναγόμενων στην αγωγή, παρά την εκκαθάριση της Λαϊκής και χωρίς να επηρεάζονται από αυτήν. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι δεν μπορεί να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής 2530/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Λαϊκής και η Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 251 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  10. [2] Σχετικό το άρθρο 251
(7)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.