CAC Coral Ltd ν. Antiqua Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3056/14, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Ημερομηνία: 29/09/2023 Αρ. Αγωγής: 3056/14 Μεταξύ: CAC Coral Ltd Ενάγουσας και
- Antiqua EstatesLtd
- Γιώργου Οικονομίδη
- Eleatex Ltd Εναγόμενοι Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Α. Λύτρας για Μιχαλάκης Κυπριανού και Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κος Θ. Αναστασιάδης για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων, αφορά το ποσό των €102.713,44 πλέον τόκο 11% επί του πιο πάνω ποσού από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Το εν λόγω υπόλοιπο, αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1 και καταβλήθηκαν αρχικά στον αριθμό λογαριασμού ΧΧΧ674 και με νέο αριθμό όταν είχε καταστεί το δάνειο μέρος των οριστικών καθυστερήσεων με λογαριασμό PDΧΧΧ
- Επίσης ζητούνται διατάγματα ως η παράγραφος 30 της έκθεσης απαίτησης, ήτοι διάφορα διατάγματα εκποίησης υποθηκών που συνιστούν εξασφάλιση για την παραχώρηση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, είναι ότι η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτημα την 01/12/2008 στην τράπεζα για να της παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €196.000 για την αγορά δύο τεμαχίων γης στη Βιομηχανική Περιοχή Νήσου. Το δάνειο θα ήταν εξοφλητέο με μηνιαίες δόσεις των €4.000 από την 01/11/
- Ως εξασφάλιση για το δάνειο, η Εναγόμενη 1 πρότεινε εγγραφή υποθήκης ύψους €214.000 για την αγορά του ακινήτου. Οι όροι του δανείου ήταν ως ακολούθως: Α) το ποσό, το είδος του νομίσματος και ο τύπος των δανείων και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων που θα χορηγηθούν από την τράπεζα προς την Εναγόμενη 1 θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Β) το εν λόγω δάνειο και/ή τραπεζική διευκόλυνση θα χρεώνονται ετησίως με τις ακόλουθες επιβαρύνσεις των οποίων το ποσοστό, το ύψος και ο χρόνος και ο τρόπος υπολογισμού τους θα καθορίζεται κατά καιρούς από την τράπεζα μετά από ενημέρωση που θα τύγχανε η Εναγόμενη 1: 1) με τόκο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της τράπεζας και καταλογιζόμενο στην Εναγόμενη 1 ή καταβαλλόμενο εκτός αν άλλως γνωστοποιηθεί από την τράπεζα. 2) με προμήθεια 3) με τραπεζικά δικαιώματα 4) με οποιαδήποτε άλλα έξοδα, δικαιώματα, φόρους και επιβαρύνσεις. Γ) η τράπεζα θα δικαιούτο να προβεί σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούτο κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον Ημερήσιο Τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού επιτοκίου. Δ) η τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στην Εναγόμενη 1, να δημιουργεί και θέτει σε εφαρμογή οποιοδήποτε νέο ή νέους λογαριασμούς και να μεταφέρει σε αυτούς οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ή να τους καταργεί ή τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή θα παραχωρηθούν στην Εναγόμενη 1 και να ζητήσει από την Εναγόμενη 1 πληρωμή και εξόφληση κάθε ποσού που η Εναγόμενη 1 θα οφείλει στην τράπεζα, περιλαμβανομένου του κεφαλαίου, των τόκων, των προμηθειών, των τραπεζικών δικαιωμάτων και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Ε) μόλις τα εν λόγω δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, η Εναγόμενη 1 θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που θα οφείλει προς την τράπεζα περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και παράλειψη της Εναγόμενης 1 να το πράξει αμέσως θα έχει ως συνέπεια τη χρέωση των λογαριασμών της με τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις. Η τράπεζα θα έχει επίσης το δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο την πληρωμή κάθε οφειλής της Εναγόμενης 1 πλέον των δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση. Στ) σε περίπτωση καθυστέρησης στην πληρωμή από την Εναγόμενη 1 οποιουδήποτε ποσού δόσης ή κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών, δαπανών κάθε φύσεως ή εξόδων οποιασδήποτε χορήγησης θα χρεώνεται κατά την κρίση της τράπεζας με επιβάρυνση καθυστέρησης. Σε περίπτωση υπερβάσεως του ορίου οποιουδήποτε λογαριασμού, η Εναγόμενη 1 θα χρεώνεται με επιβάρυνση υπέρβασης επί του ποσού κάθε υπέρβασης. Εκταμιεύτηκε το εφάπαξ ποσό των €196.000 με την υπογραφή των σχετικών συμβολαίων και την παροχή καθορισμένων εξασφαλίσεων. Η διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου, ήταν 6 έτη περιλαμβανομένου και της περιόδου χάριτος. Επίσης ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου, δόθηκε η προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 2 και εγγύηση της Εναγόμενης
- Γράφτηκε η υποθήκη ύψους €214.000 επί του ακινήτου στη Νήσου που ήταν στο όνομα της Εναγόμενης
- Γράφτηκε υποθήκη ύψους €222.118 επί υφιστάμενης υποθήκης σε ακίνητο της Εναγόμενης 1 που βρίσκεται στη Νήσου. Γράφτηκε ως εξασφάλιση άλλη υφιστάμενη υποθήκη μέχρι ύψους €803.042 σε άλλο ακίνητο της Εναγόμενης 3 στην Αγία Παρασκευή Λακατάμιας. Γράφτηκε άλλη εξασφάλιση που αφορούσε υφιστάμενη υποθήκη μέχρι ύψους €854.300 σε ακίνητο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 3 στο Δάλι της Λευκωσίας. Πέμπτον, είχε γίνει εγγραφή υφιστάμενης υποθήκης ύψους €2.221.000 σε ακίνητο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 3 στο Παλαιομέτοχο και έκτον, έγινε εγγραφή υφιστάμενης υποθήκης ύψους €2.341.000, δηλαδή δεύτερη υποθήκη στο ακίνητο που είναι ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 και βρίσκεται στη Νήσου Λευκωσίας. Περαιτέρω, προς εξασφάλιση μπήκε η υφιστάμενη μελλοντική δεσμευμένη κατάθεση. Επίσης ως εξασφαλίσεις, υπήρχαν υποθήκες επί ακινήτων της Εναγόμενης 1 που εξασφαλίζουν και τις οφειλές της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 1 απέστειλε στην τράπεζα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με τα οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε όλες τις εγκριθείσες διευκολύνσεις με τους όρους πιο πάνω. Επίσης η Εναγόμενη 3 απέστειλε στην τράπεζα τα πρακτικά της συνεδρίας Διοικητικού Συμβουλίου με τα οποία αποδέχτηκε να εγγυηθεί τις οφειλές της Εναγόμενης 1 στην τράπεζα. Επίσης η Εναγόμενη 3, εξουσιοδότησε την τράπεζα από την 01/11/2009 να μεταφέρει το ποσό των €4.000 από τον λογαριασμό της με αριθμό ΧΧΧ526 προς πίστωση λογαριασμού δανείου της Εναγόμενης 1 με αριθμό ΧΧΧ
- Επίσης υπογράφτηκε έγγραφο εγγυήσεως και αποζημιώσεως ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ της τράπεζας και των Εναγομένων 2 και
- Συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: Ταυτόχρονα με την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας και της αποδοχής της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εναγόμενη 1, υπογράφτηκε στη Λευκωσία και έγγραφο εγγυήσεως και αποζημιώσεως ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ της τράπεζας και των Εναγομένων 2 και
- Με βάση τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 03/06/2009 συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Α) οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την τράπεζα Β) οι Εναγόμενοι 2 και 3 αναλαμβάνουν σε πρώτη ζήτηση της τράπεζας να πληρώσουν στην τράπεζα οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε οποτεδήποτε χορηγηθεί από την τράπεζα στην Εναγόμενη 1 και καταστεί πληρωτέο σε σχέση με το δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις Γ) η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 δεν θα ξεπερνά το ποσό των €196.
- Επίσης συμφωνήθηκε ότι αν στο δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που καλύπτονται από την παρούσα εγγύηση υφίσταται ήδη ή θα υφίσταται στο μέλλον και τρεχούμενος λογαριασμός σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου πιστοδότησης του από τον οφειλέτη, τότε αυτόματα, τόσο το ποσό της εγγύησης, όσο και το ποσό της αποζημίωσης θα θεωρούνται ότι αυξήθηκαν ταυτόχρονα με την πιο πάνω υπέρβαση, σε ποσοστό μέχρι και 50% μόνο όσον αφορά το όριο πιστοδότησης του τρεχούμενου λογαριασμού έτσι ώστε να καλύπτουν την εν λόγω υπέρβαση Δ) οι εγγυητές θα ενημερώνονται γραπτώς για τις συμβάσεις της Εναγόμενης 1 με την τράπεζα ως προνοεί η νομοθεσία Ε) η υποχρέωση των Εναγομένων 2 και 3 για πληρωμή προς την τράπεζα θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή ζήτηση από την τράπεζα με επιστολή της τράπεζας που θα παραδοθεί διά χειρός στους εγγυητές ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο προπληρωμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχουν δηλώσει οι Εναγόμενοι 2 και
- Η τράπεζα απέστειλε στους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές, επιστολές ενημέρωσης ημερομηνίας 03/06/
- Ως προς τις λεπτομέρειες των συμβάσεων υποθηκών, οι όροι ήταν ως ακολούθως: Προς περαιτέρω εξασφάλιση της τράπεζας και/ή στο πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1, η τράπεζα συνήψε με την Εναγόμενη 1 τις πιο κάτω συμβάσεις υποθήκης μετά επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης για τα πιο κάτω αναφερόμενα ποσά και οι οποίες ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας δυνάμει των οποίων η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε στην τράπεζα τα εξής ακίνητα: Α) σύμβαση υποθήκης Υ57ΧΧ/09 ημερομηνίας 03/06/2009 για το ποσό των €214.000, πλέον το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της τράπεζας (5.75%) πλέον 2.50% πρόσθετο και επιπλέον τούτων τόκο 5% σε περίπτωση που αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο από 03/06/2009 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής D506, Φ.Σχ30/ΧΧΕ2, τεμάχιο 412, έκταση 1 δεκάριο και 134 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. Β) σύμβαση υποθήκης Υ15ΧΧ/03 ημερομηνίας 19/02/2003 για το ποσό των ΛΚ130.000 πλέον τόκο 8% από 19/02/2003 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής C110, Φ.ΧΧΧ.Σχ.55.Ε2, τεμάχιο 114, έκταση 3 δεκάρια και 559 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της τράπεζας και/ή στο πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 η τράπεζα σύνηψε με την Εναγόμενη 3, ως εγγυήτρια της Εναγόμενης 1, τις πιο κάτω συμβάσεις υποθήκης μετά επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης για τα πιο κάτω αναφερόμενα ποσά και οι οποίες ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας δυνάμει των οποίων η Εναγόμενη 3 υποθήκευσε στην Ενάγουσα τα εξής ακίνητα: Α) σύμβαση υποθήκης Υ55ΧΧ/11 ημερομηνίας 02/05/2011 για το ποσό των €803.043 πλέον τόκο 9% από 02/05/2011 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής 12/6ΧΧ Φ/Σχ 30/32W2, τεμάχιο 752, τμήμα 12, έκταση 22 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Χειλιόβουνος του Δήμου Ιδαλίου Λευκωσίας Β) σύμβαση υποθήκης Υ165ΧΧ/08 ημερομηνίας 25/11/2008 για το ποσό των €2.341.000 πλέον τόκο το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον 2.50% πρόσθετο τόκο και επιπλέον τούτων τόκων 5% σε περίπτωση που αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο από 25/11/2008 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ2-220-3ΧΧ, τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας Γ) σύμβαση υποθήκης Υ82ΧΧ/05 ημερομηνίας 29/07/2005 για το ποσό των €854.300,72 πλέον τόκο 7.25% από 29/07/2005 για το τεμάχιο με αριθμό εγγραφής Μ6ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧΧ/32W2, τεμάχιο 752, τμήμα Μ, έκταση 2 εκτάρια, 2 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Δάλι Λευκωσίας Δ) σύμβαση υποθήκης Υ3ΧΧ/08 ημερομηνίας 17/01/2008 για το ποσό των €2.221.000 πλέον τόκο το εκάστοτε βασικό επιτόκιο τράπεζας πλέον 1.75% πρόσθετο πλέον τούτων τόκο 5% σε περίπτωση που αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο από 17/01/2008 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ.2-220-390, τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας. Η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην τράπεζα πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 03/06 και διόρισε την τράπεζα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της και της έδωσε την ευχέρεια να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο της Εναγόμενης 1 με αριθμό εγγραφής D5ΧΧ. Στις 03/03/2011 η τράπεζα απέστειλε επιστολή ενημέρωσης στην Εναγόμενη 1 και γνωστοποιούσε την αύξηση του επιτοκίου του υφιστάμενου δανείου με αριθμό ΧΧΧ
- Στις 09/03/2011 η τράπεζα απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη 1 και γνωστοποίησε την εκ παραδρομής λάθους προηγούμενη επιστολή και ξεκαθάρισε ότι το ορθό ισχύον επιτόκιο του δανείου, ήταν 5.75% πλέον 1.15%. Στις 22/05/2013 τροποποιήθηκαν οι όροι αποπληρωμής του δανείου με αριθμό λογαριασμού LDΧΧΧ070, δηλαδή προηγούμενος αριθμός λογαριασμού ΧΧΧ
- Στις 22/05/2013 η Εναγόμενη 1 με αίτημα που απέστειλε στην τράπεζα ζήτησε όπως οι όροι αποπληρωμής του δανείου της με αριθμό λογαριασμού LD130671XXXX τροποποιηθούν ως ακολούθως: Α) αναστολή καταβολής μηνιαίων δόσεων μέχρι 31/12/2013 με ταυτόχρονη μετατροπή του δανείου σε ενήμερο Β) ο εκτοκισμός του δανείου να γίνεται σύμφωνα με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της τράπεζας, την ημέρα εκείνην 6.25% μειωμένο κατά 0.25% ετησίως με αναδρομική ισχύ από 01/04/
- Το υπόλοιπο του δανείου την 06/06/2013 παρουσίαζε οφειλόμενο το ποσό των €100.207,
- Υπήρχε αναστολή καταβολής μηνιαίων δόσεων μέχρι την 31/12/2013 με ταυτόχρονη μετατροπή του δανείου σε ενήμερο. Ο εκτοκισμός του δανείου γινόταν σύμφωνα με το εκάστοτε επιτόκιο της τράπεζας εκείνην την ημέρα, 6.25% μειωμένο κατά 25% με αναδρομική ισχύ από 01/04/
- Η Εναγόμενη 1 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, αποδέχθηκε τους όρους για την παραχώρηση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Η τράπεζα στις 09/07/2013 προχώρησε στην αναδιάρθρωση του δανείου και έδωσε νέο αριθμό του δανείου με αριθμό ΧΧΧ
- Στις 16/01/2014 η τράπεζα απέστειλε νέα επιστολή στην Εναγόμενη 1 διότι παρέλειπε και αδυνατούσε να πληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές της. Μέχρι τότε το υπόλοιπο του δανείου ήταν €108.209 και ληξιπρόθεσμο λογαριασμό ποσό €9.791,
- Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενες προειδοποιήσεις, κατέστη μη συνεργάσιμος δανειολήπτης. Δεν συμμορφώθηκε με εκείνην την επιστολή η Εναγόμενη 1 και η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 10/03/
- Κατά την ημέρα του τερματισμού, οι οφειλές της Εναγόμενης 1 επιβαρύνονταν με αυξημένο επιτόκιο συνολικού ύψους 11% και κεφαλαιοποιημένο δύο φορές τον χρόνο. Το υπόλοιπο ήταν €102.713,
- Η επιστολή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3 και πληροφορήθηκαν ότι ήταν υπόχρεοι να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι της πιο πάνω οφειλής. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν τα οφειλόμενα και οι Εναγόμενοι οφείλουν στην τράπεζα μέχρι σήμερα το ποσό των €102.713,44 πλέον τόκο 11% από 10/03/2014 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Οι Εναγόμενοι παραδέχτηκαν την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών. Ήγειραν μεταξύ άλλων την Υπεράσπιση, ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τον λογαριασμό και ότι οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν με κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Ενάγουσας χωρίς να υπάρχει ελεύθερη θέληση των Εναγομένων στη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών. Επίσης ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικες συμφωνίες υπογράφτηκαν καθ' υπέρβαση των εξουσιών των Εναγόμενων 2 και 3, ως αυτές αναγράφονται στα ιδρυτικά τους έγγραφα. Επίσης οι Ενάγοντες σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του νόμου 197/
(1)/2003 και δεν ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους. Ισχυρίστηκαν ότι οι συμφωνίες υποθηκών δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Υποθηκών Νομοθεσίας 9
(1)/.65, διότι οι όροι των εγγράφων δεν ήταν σύμφωνοι με τους όρους του επίδικου δανείου και ότι ο τόκος δεν καθορίζεται και ούτε υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Επίσης οι Ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν μονομερώς τα επιτόκια. Ισχυρίστηκαν ότι το υπόλοιπο είναι το αποτέλεσμα παράνομων αντισυμβατικών και καταχρηστικών χρεώσεων. Η ανταπαίτηση αφορά δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις ως ακολούθως: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, είναι άκυρες ή και ότι απαλλάχθηκαν, για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση Υπεράσπισης τους ανωτέρω, από την εξ' εγγυήσεως ευθύνη ή και Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου είναι άκυρες ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες και/ή ανεφάρμοστες Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες υποθήκες που είναι άκυρες ή και δέον όπως ακυρωθούν από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην Υπεράσπιση Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και απάντηση και απέρριψαν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις υποπαραγράφους 4.3-4.7 της έκθεσης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Οι εν λόγω όροι της επίδικης συμφωνίας δανείου ήταν έγκυροι και/ή νόμιμοι και/ή δίκαιοι και/ή σε ουδεμία περίπτωση καταπιεστικοί και/ή καταχρηστικοί. Η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν τους εν λόγω όρους και/ή αντιτείνει ότι οι εν λόγω όροι ήταν το αποτέλεσμα καλόπιστων διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών και/ή σε κάθε περίπτωση ουδείς εξανάγκασε τους Εναγόμενους να εξασφαλίσουν το επίδικο δάνειο από και/ή να συνάψουν την επίδικη συμφωνία δανείου με την Ενάγουσα. Αναφορικά με τον όρο που περιγράφεται στην υποπαράγραφο 4.7 της έκθεσης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τα πιο πάνω και προσθέτει ότι: Α) είχε το δικαίωμα να επιβάλει τόκο υπερημερία ή και τόκου επαυξημένου από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού, και Β) ο εν λόγω τόκος υπερημερίας και/ή επαυξημένος τόκος αποτελούσε γνήσια εκτίμηση της ζημιάς που θα προκαλούσε οποιανδήποτε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του δανείου και/ή σε ουδεμία περίπτωση αποτελούσε ποινική ρήτρα. Η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οι επίδικες συμφωνίες υπογράφησαν καθ' υπέρβαση των εξουσιών των Εναγομένων 1 και 3 ως αυτές αναγράφονται στα ιδρυτικά τους έγγραφα. Είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 είχαν την αναγκαία εξουσία, πραγματική και/ή φαινομενική και/ή άλλως πώς να υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες και/ή ότι οι επίδικες συμφωνίες ενέπιπταν στους σκοπούς που ρητά ορίζονται στα ιδρυτικά έγγραφα των Εναγομένων 1 και 3 και/ή στους παρεμπίπτοντες και/ή αναγκαίους σκοπούς για την πρόσδοση λειτουργικής αυτοτέλειας στις εν λόγω εταιρείες και/ή ότι οι επίδικες συμφωνίες σε κάθε περίπτωση είναι νόμιμες και έγκυρες. Διαζευκτικά, ακόμη και αν οι επίδικες συμφωνίες συνάφθηκαν καθ' υπέρβαση των εξουσιών των Εναγομένων 1 και 3 ως αυτές αναγράφονται στα ιδρυτικά τους έγγραφα αυτές πάλι υπό τις περιστάσεις δεσμεύονται από τις εν λόγω συμφωνίες έναντι της Ενάγουσας η οποία συμβλήθηκε μαζί τους καλόπιστα και μη γνωρίζοντας για την έλλειψη σχετικής εξουσίας από πλευράς των Εναγομένων 1 και 3 και/ή κατά πόσο οι κανόνες εσωτερικής διοίκησης των εν λόγω εταιρειών είχαν ακολουθηθεί κανονικά. Η εν λόγω σύμβαση εγγύησης είναι έγκυρη και εκτελεστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου 197(Ι)/2003 και/ή άλλως πως. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι: Ι. παρέδωσε στους Εναγόμενους 2 και 3 επιστολή ημερομηνίας 03/06/2009 στην οποίαν αποκαλύπτονταν όλα τα στοιχεία αναφορικά με τα επίδικα δάνεια τα οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 θα εγγυούνταν ως προνοείται από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του
- ΙΙ. Συμμορφώθηκε πλήρως με τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ενημέρωσης εγγυητών των Εναγομένων 2 και 3 που προνοούνται από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του
- ΙΙΙ. Εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της έναντι των Εναγομένων 2 και 3 που προνοούνται από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003.. IV. Σε κάθε περίπτωση ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με φυσικά πρόσωπα και ως εκ τούτου δεν καλύπτει την Εναγόμενη
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο πρώτος μάρτυρας της Ενάγουσας Κ. Κ. ΜΕ1, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ανέφερε ότι είναι συνεργάτης στην Altamira Asset Management Ltd στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Η Altamira δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης, ενήργησε για λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας. Στις αναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, περιλαμβάνεται και η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση. Ήταν εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20/12/2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 βάσει των άρθρων 198-200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21/12/2018 εξ' αποφάσεως χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Λτδ, περιλαμβανομένου και των πιστωτικών διευκολύνσεων της πιο πάνω Εναγόμενης εταιρείας 1 έχει μεταβιβαστεί/μεταφερθεί από την εταιρεία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ στην εταιρεία CAC Coral Limited. Η Ενάγουσα έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Ltd στην αγωγή. Από το 1983 μέχρι τον Δεκέμβρη του 2018, ήταν εργοδοτούμενος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Λτδ. Από τον Ιανουάριο του 2019 μέχρι τον Ιούλιο του 2022, ήταν συνεργάτης των Εναγόντων και παρείχε υπηρεσίες χειρισμού των δικαστηριακών υποθέσεων που είχε ως αντικείμενο οφειλές προς τους Ενάγοντες, δηλαδή πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάστηκαν στους Ενάγοντες. Επιβεβαίωσε τα όσα δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με την ιδιότητα των Εναγομένων, το ότι παραχωρήθηκαν οι δικογραφημένες πιστωτικές διευκολύνσεις και τους όρους του δανείου. Ειδικά εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου στους συγκεκριμένους όρους της βασικής συμφωνίας. Ήταν μεταξύ άλλων ουσιώδεις και/ή εξυπακουόμενοι όροι της βασικής συμφωνίας ότι: Α. το ποσό, το είδος του νομίσματος και ο τύπος των δανείων και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων που θα χορηγηθούν από την τράπεζα προς την Εναγόμενη 1 θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Β. το εν λόγω δάνειο και/ή τραπεζική διευκόλυνση θα χρεώνονται ετησίως με τις ακόλουθες επιβαρύνσεις των οποίων το ποσοστό, το ύψος, ο χρόνος και ο τρόπος υπολογισμού τους θα καθορίζεται κατά καιρούς από την τράπεζα μετά από ενημέρωση που θα τύγχανε η Εναγόμενη 1:
- με τόκο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της τράπεζας και καταλογιζόμενο στην Εναγόμενη 1 ή καταβαλλόμενο από αυτήν την 30/06 και 31/12 κάθε χρόνου εκτός αν άλλως γνωστοποιηθεί από την τράπεζα.
- με προμήθεια
- με τραπεζικά δικαιώματα
- με οποιαδήποτε άλλα έξοδα, δικαιώματα, φόρους και επιβαρύνσεις. Γ. η τράπεζα θα δικαιούτο να προβεί σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούτο κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον Ημερήσιο Τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού επιτοκίου. Δ. η τράπεζα θα είχε δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στην Εναγόμενη 1, να δημιουργεί και θέτει σε εφαρμογή οποιονδήποτε νέο ή νέους λογαριασμούς και να μεταφέρει σε αυτούς οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ή να τους καταργεί ή τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή θα παραχωρηθούν στην Εναγόμενη 1 και να ζητήσει από την Εναγόμενη 1 πληρωμή και εξόφληση κάθε ποσού που η Εναγόμενη 1 θα οφείλει στην τράπεζα, περιλαμβανομένου του κεφαλαίου, των τόκων, των προμηθειών, των τραπεζικών δικαιωμάτων και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Ε. μόλις τα εν λόγω δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, η Εναγόμενη 1 θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που θα οφείλει προς την τράπεζα περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και παράλειψη της Εναγόμενης 1 να το πράξει αμέσως θα έχει ως συνέπεια τη χρέωση των λογαριασμών της με τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις. Η τράπεζα θα έχει επίσης το δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο την πληρωμή κάθε οφειλής της Εναγόμενης 1 πλέον των δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση. Στ. σε περίπτωση καθυστέρησης στην πληρωμή από την Εναγόμενη 1 οποιουδήποτε ποσού δόσης ή κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών, δαπανών κάθε φύσεως ή εξόδων οποιασδήποτε χορήγησης θα χρεώνεται κατά την κρίση της τράπεζας με επιβάρυνση καθυστέρησης. Σε περίπτωση υπερβάσεως του ορίου οποιουδήποτε λογαριασμού, η Εναγόμενη 1 θα χρεώνεται με επιβάρυνση υπέρβασης επί του ποσού κάθε υπέρβασης. Η Εναγόμενη 1 ενέκρινε τις διευκολύνσεις. Η Εναγόμενη 3 επίσης απέστειλε στην τράπεζα ως γραμματέας της Εναγόμενης 1, επιστολή ενημέρωσης ημερομηνίας 03/06/2009 αναφορικά με τη μετοχική σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλα στοιχεία της Εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη 3 εξουσιοδότησε την τράπεζα από την 01/11/2009 να μεταφέρει το ποσό των €4.000 από τον λογαριασμό της ΧΧΧ526 προς πίστωση του λογαριασμού του δανείου της Εναγόμενης 1 ΧΧΧ
- Επίσης υπογράφτηκε έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 03/06/2009 μεταξύ της τράπεζας και των Εναγομένων 2 και
- Επίσης ο μάρτυρας επιβεβαίωσε και επαλήθευσε τους όρους των εγγυήσεων και υποθηκών που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Στις 03/03/2011 η τράπεζα απέστειλε επιστολή ενημέρωσης στην Εναγόμενη 1 και της γνωστοποιούσε την αύξηση του επιτοκίου. Στις 09/03/2011, απέστειλε επιστολή και της γνωστοποίησε το εκ παραδρομής λάθος στην προηγούμενη επιστολή. Στις 22/05/2013 η Εναγόμενη απέστειλε αίτημα τροποποίησης του δανείου της και οι όροι του δανείου τροποποιήθηκαν με την αναστολή καταβολής μηνιαίων δόσεων του ποσού των €4.000 μέχρι 31/12/2013 και με την ταυτόχρονη μετατροπή του δανείου σε ενήμερο. Επίσης ο εκτοκισμός του δανείου θα γινόταν πλέον με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, δηλαδή 6.25% μειωμένο κατά 0.25% ετησίως με αναδρομική ισχύ από 01/04/
- Η τράπεζα αποδέχτηκε τους όρους και παραχώρησε αυτήν την πιστωτική διευκόλυνση που υπέγραψε και αποδέχτηκε η Εναγόμενη 1 στις 03/07/
- Στις 06/06/2013 το δάνειο παρουσίαζε υπόλοιπο €100.207,
- Με την υπογραφή και αποδοχή της επιστολής παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη 1 απέστειλε στην τράπεζα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού της Συμβουλίου ημερομηνίας 03/07/2013, σύμφωνα με τα οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε τους πιο πάνω όρους της τράπεζας για την παραχώρηση σε αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, την 03/07/2013 η Εναγόμενη 1 απέστειλε επιστολή εξουσιοδότησης με την οποίαν η Εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε την τράπεζα όπως από την 01/01/2014 και κάθε μήνα μεταφέρει το ποσό των €6.225,04 από τον λογαριασμό της με αριθμό 10000019ΧΧΧΧΧ προς πίστωση του λογαριασμού δανείου της Εναγόμενης 1 με αριθμό LD13067XXXXX μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης του. Με την υπογραφή και αποδοχή της επιστολής παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 03/07/2013 η τράπεζα προχώρησε στις 09/07/2013 στην αναδιάρθρωση του δανείου με αρ. LD130667XXXXX, δηλαδή τη μετατροπή του δανείου σε ενήμερο δίδοντας του νέο αριθμό LD131910XXXXX. Στις 16/01/2014 η τράπεζα απέστειλε νέα προειδοποιητική επιστολή στην Εναγόμενη 1 λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να τακτοποιήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της σε σχέση με το δάνειο της με αριθμό LD131900XXXXX. Με την εν λόγω επιστολή, η τράπεζα πληροφορούσε και ενημέρωνε την Εναγόμενη 1 μεταξύ άλλων ότι: Α. το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των €108.209,51 και ότι το ληξιπρόθεσμο ποσό ανερχόταν στο ποσό των €9.791,
- Β. λόγω του ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τις προηγούμενες προειδοποιήσεις της τράπεζας η Εναγόμενη 1 ταξινομήθηκε ως ''μη συνεργάσιμος'' δανειολήπτης. Γ. τυχόν θετική ανταπόκριση της Εναγόμενης 1 εντός 7 ημερών θα την επαναταξινομούσε σε ''συνεργάσιμο'' δανειολήπτη. Δ. σε περίπτωση που η πιο πάνω προθεσμία περνούσε άπρακτη, η τράπεζα θα κατάγγελλε τις σχετικές συμβάσεις και θα τερμάτιζε τον δανειακό λογαριασμό μεταφέροντας τον στην οριστική καθυστέρηση λαμβάνοντας κάθε πρόσφορο νομικό μέσο. Η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τέταρτη επιστολή προειδοποίησης ημερομηνίας 16/01/2014 και δεν τακτοποίησε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της και η τράπεζα αναγκάστηκε να αποστείλει επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 10/03/2014 που αφορούσε τον λογαριασμό δανείου και από εκείνην την ημέρα, οι οφειλές θα επιβαρύνονταν με αυξημένο επιτόκιο ύψους 11%. Η επιστολή τερματισμού κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3 και τους καλούσε να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και παραλείπουν να πληρώσουν μέχρι σήμερα οποιοδήποτε από το οφειλόμενο ποσό. Λόγω των καθηκόντων του ΜΕ1, γνωρίζει ότι η τράπεζα καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή, τηρούσε και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούν να είναι μέχρι σήμερα τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της τράπεζας. Όλες οι καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της τράπεζας, οι οποίοι βρίσκονται στις κτηριακές εγκαταστάσεις της τράπεζας και υπό τον έλεγχο της τράπεζας, φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου και τοθ επίδικου λογαριασμού. Στα πλαίσια της θέσης και των καθηκόντων του ΜΕ1, βεβαιώνει ότι παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό με αριθμό 525/33ΧΧΧΧ-0 με νέο αριθμό στις οριστικές καθυστερήσεις PDPD140690XXXXX μέχρι την 10/03/
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, καθώς και το πιστοποιητικό της Ενάγουσας CAC Coral Ltd δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Όπως προκύπτει και από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, οι Εναγόμενοι οφείλουν σήμερα προς την τράπεζα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €102.713,44 πλέον τόκο προς 11% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Ως εκ των ανωτέρω, ο ΜΕ1 ζητεί από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων ως ακολούθως: (Α) Εναντίον της Εναγόμενης 1 1) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ15ΧΧ/03 ημερομηνίας 19/02/
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής C110, Φ/Σχ. ΧΧΧ/55.Ε.2 τεμάχιο 114, τμήμα C, έκταση 3 δεκάρια και 559 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. 2) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ57ΧΧ/09 ημερομηνίας 03/06/
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής D5ΧΧ, Φ/Σχ. 30/ΧΧΕ2, τεμάχιο 412, έκταση 1 δεκάριο και 134 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας και Χωράφι με αριθμό εγγραφής 4/18, Φ/Σχ 30/ΧΧΕ2, τεμάχιο 19, έκταση 567 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. (Β) Εναντίον της Εναγόμενης 3 Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ3ΧΧ/08 ημερομηνίας 17/01/
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ2-220-ΧΧΧ τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας. 2) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ82ΧΧ/05 ημερομηνίας 29/07/2005 για το ποσό των €854.300,72 πλέον τόκο 7.25% από 29/07/2005 πλέον τόκο 11% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες. Τεμάχιο με αριθμό εγγραφής Μ6ΧΧ, Φ/Σχ.ΧΧΧ.32W2, τεμάχιο 7ΧΧ, τμήμα Μ, έκταση 2 εκτάρια, 2 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Δάλι Λευκωσίας. 3) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ165ΧΧ/08 ημερομηνίας 25/11/
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ2-220-ΧΧΧ, τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας. 4) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ55ΧΧ/11 ημερομηνίας 02/05/
- Χωράφι με αριθμό εγγραφής 12/6ΧΧ, Φ/Σχ. 30/32W2, τεμάχιο 752, τμήμα 12, έκταση 22 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Χειλιόβουνος του Δήμου Ιδαλίου Λευκωσίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι τα καθήκοντα του στην Altamira, είναι να παρευρίσκεται και να δίδει μαρτυρία σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις της Λευκωσίας. Τα δάνεια αυτά μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα από τις 21/12/2018 βάσει διατάγματος Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια των δανείων. Η εταιρεία Bain είναι αμερικάνικη εταιρεία και έχει αγοράσει τα δάνεια από τη CAC Coral Ltd με την Ενάγουσα και η Altamira διαχειρίζεται αυτά τα δάνεια. Ιδιοκτήτρια των δανείων, είναι η Bain. Η Bain έχει πωλήσει και έχει αγοράσει τα δάνεια από τη CAC Coral Ltd που είναι η Ενάγουσα. Δεν ξέρει για ποιο ποσό πωλήθηκαν τα δάνεια από τη CAC Coral στη Bain. Η Coral είναι θυγατρική εταιρεία της Εθνικής Τράπεζας με κύριο μέτοχο την Εθνική Τράπεζα AΕ που είναι έδρα της στην Αθήνα. Η συνεργασία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Κύπρου Ltd με την εταιρεία Antique Estates Ltd που είναι η Εναγόμενη 1, άρχισε από το
- Όμως το συγκεκριμένο δάνειο της αγωγής εκταμιεύτηκε τον Ιούνιο του
- Όταν είχε συναφθεί το εν λόγω δάνειο Τεκμήριο 10, είχε αρχίσει η συνεργασία των δύο εταιρειών, δηλαδή της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 3 ήταν τριτεγγυήτρια της Εναγόμενης 1 που ήταν και αυτή άλλη εταιρεία του Εναγόμενου
- Το Τεκμήριο 9 είναι οι γενικοί όροι της συμφωνίας και το Τεκμήριο 10 αναφέρεται αναλυτικά στα ποσά, το επιτόκιο και τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Το Τεκμήριο 9 το είχε υπογράψει κανονικότατα ο διευθυντής της εταιρείας. Τα Τεκμήρια 6 και 7 αναφέρονται στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία και αναφέρει ότι διευθυντής της, είναι ο Εναγόμενος
- Η συνεργασία της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 3, ήταν γνώστες στην τράπεζα και ξεκίνησε από το
- Το συμβόλαιο της εταιρείας Εναγόμενης 3, απαρτίζεται μόνο από τον Εναγόμενο 2 και η απόφαση για να μεταφέρονται οι €4.000 από τον λογαριασμό της τριτεγγυήτριας προς εξόφληση του δανείου, λήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 που ήταν μόνος στο Διοικητικό Συμβούλιο και διευθυντής της εταιρείας. Αναφορικά με το Τεκμήριο 12, υπογράφεται από τον Εναγόμενο 2 ως γραμματέα που είναι η Εναγόμενη 1 και διευθυντής της είναι ο Εναγόμενος
- Ο Εναγόμενος 2 είναι μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 18 που είναι η δήλωση της υποθήκης, ετοιμάστηκε το έντυπο αυτό για να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Συμπληρώθηκε την 03/06/2009, έχει υπογραφή και μονογραφή του διευθυντή της εταιρείας και κατατέθηκε η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως του ακινήτου την 03/06/2009 και υπογράφηκε αυτή η σύμβαση για να μπορέσει να δοθεί το συγκεκριμένο δάνειο. Δεν ήταν παρών στην υπογραφή της υποθήκης. Υπήρχαν υπάλληλοι της τράπεζας που πήγαιναν στο Κτηματολόγιο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 20, που είναι και αυτή η υποθήκη αριθμός ΥΧΧΧ34/2003, είναι γραμμένο το όνομα του Εναγόμενου 2 με την υπογραφή του και αναγράφεται το όνομα της εταιρείας για την οποίαν υπογράφει και ο αριθμός ταυτότητας του. Διαφώνησε με την υποβολή ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει εκ μέρους της Εναγόμενης
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 24, η υποθήκη αυτή παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη 3 την τριτεγγυήτρια σε προγενέστερη ημερομηνία με υπογραφή του Εναγόμενου
- Πρόκειται για ένα από τα ακίνητα, διότι μετά σε αυτό είχαν ανεγερθεί και πάλι ακίνητα και έτσι η υποθήκη αφορά το σύνολο του ακινήτου που έχει υποθηκευτεί. Από τις 6 υποθήκες, οι 4 είναι της Εναγόμενης 3 και οι 2 της Εναγόμενης
- Απέρριψε την υποβολή ότι έχει απαλλαχθεί το κτήριο. Μία υποθήκη εγγράφεται επί το σύνολο του ακινήτου όταν είναι ένα χωράφι και μετά όταν ανεγερθεί κάτι, μέσα από την ίδια υποθήκη πρέπει για να γίνει διαχωρισμός να γίνει απαλλαγή του συγκεκριμένου ακινήτου. Δεν αληθεύει ότι διεκδικούν μόνο το χωράφι, διεκδικούν το σύνολο ό,τι έχει απομείνει στο χωράφι, αυτό που υπολείπεται και απομένει υποθηκευμένο. Έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι και αυτός είναι ο λόγος που έφυγε το ακίνητο για να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος. Το Τεκμήριο 33 αφορούσε τη μετατροπή του επιτοκίου. Η αναδομημένη κατάσταση και το Τεκμήριο 52, ετοιμάστηκε με επιτόκιο 6% από την ημερομηνία υπογραφής των συμβάσεων 03/06/2009, μέχρι την ημέρα που έδωσε μαρτυρία ο μάρτυρας. Αναφορικά με τις επιστολές που ταχυδρομούνταν στον πελάτη με απλό ταχυδρομείο, δεν έχει επιστραφεί καμιά επιστολή πίσω στην τράπεζα. Αναφορικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου, είπε ότι αυτό λογίζεται επί του εκάστοτε υπολοίπου. Για παράδειγμα, επί του Τεκμηρίου 53 υπάρχει χρέωση τόκου ύψους €4.958,88 την 01/01/
- Πρόκειται για τόκους που αφορούν το εξάμηνο. Οι τόκοι του εξαμήνου αρχίζουν από την 01/07/2010 μέχρι 31/12/
- Από την 01/01/2011 αρχίζει πάλι ο ανατοκισμός και το υπόλοιπο επί του οποίου υπολογίζεται, για την περίοδο 30/06/2010 ήταν €174.
- Ως αποτέλεσμα της κεφαλαιοποίησης την 01/07/2010, ημερομηνία που αρχίζει το εξάμηνο με επιτόκιο 6%, ο τόκος λογίζεται επί του ποσού των €174.974,18 και €4.
- Οι συμφωνίες προνοούσαν ανατοκισμό 2 φορές τον χρόνο, 30/06 και 01/01 εκάστου έτους στη βάση του υπολοίπου εκείνης της ημέρας. Την 01/07 αυτός ο τόκος είχε ενσωματωθεί και αρχίζει ο ανατοκισμός από 01/07 μέχρι 31/
- Αναφορικά με το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, μεταφέρθηκε στη CAC Coral Ltd αυτούσιο. Η αναδομημένη κατάσταση είχε δημιουργηθεί βάσει των καταστάσεων λογαριασμού που έχουν εκτυπωθεί και ταχυδρομηθεί από το ηλεκτρονικό βιβλίο της τράπεζας. Απλά αφαίρεσαν όλες τις χρεώσεις που αφορούν έξοδα και τους ανατοκισμούς. Απέρριψε την εισήγηση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού περιέχουν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Αναφορικά με το επιτόκιο κάθε 30/06, προστίθεται ο τόκος του εξαμήνου που είχε περάσει και μετά αρχίζει ο τόκος από την πρώτη ημέρα του επόμενου εξαμήνου, όχι από τις 31/12 και 30/06, αλλά από την επόμενη ημέρα. Η δεύτερη μάρτυρας, ΜΕ2, είναι η Μ. Κ. εργοδοτούμενη στην Altamira στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα και από την Altamira να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 βάσει των άρθρων 198-200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21/12/2018, πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Λτδ, καθώς και οι οιασδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων της επίδικης πίστωσης έχουν μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα CAC Coral Ltd. Τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εθνικής Τράπεζας έχουν τοιουτοτρόπως μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα CAC Coral Ltd η οποία έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Εθνική Τράπεζα ως Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της και ζήτησε να κατατεθεί ως Τεκμήριο τα αποτελέσματα ηλεκτρονικής έρευνας στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Στο έγγραφο αυτό, φαίνεται ότι η εταιρεία Bain Capital Credit Global ACAN είναι σήμερα η μοναδική μέτοχος της Ενάγουσας CAC Coral Ltd. H Bain απέκτησε το 100% των μετοχών της Ενάγουσας CAC Coral Ltd από την προηγούμενη μέτοχο, ήτοι την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε. Η Bain είναι ιδιοκτήτρια της Ενάγουσας και όχι των επίδικων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που παραμένουν στην απόλυτη ιδιοκτησία της Ενάγουσας, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 947/18 ημερομηνίας 20/12/
- Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα είναι η ορθή Ενάγουσα στην αγωγή και ιδιοκτήτρια των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Η μάρτυρας κατέθεσε το διάταγμα του Δικαστηρίου με αριθμό 947/18 που επικύρωσε το σχέδιο διακανονισμού. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι η Bain είναι η μοναδική μέτοχος της Ενάγουσας. Η μοναδική ενασχόληση της Ενάγουσας είναι η εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων. Ιδιοκτήτρια των δανείων είναι η Ενάγουσα. Η Bain ανέλαβε τις μετοχές της Ενάγουσας μετά τον Ιούλιο
- Όταν έγινε η ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος, ιδιοκτήτης και κύριος μέτοχος της Ενάγουσας ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. Τη διαχείριση των πιστωτικών διευκολύνσεων ανέλαβε η Altamira. Η Bain αγόρασε την Ενάγουσα μετά τις 15/07/2022 Τρίτη και τελευταία μάρτυρας, ήταν η ΜΕ3, Γ. Ι. λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών η οποία έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τη μετοχική σύνθεση της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι αρχικός μέτοχος της εταιρείας στις 30/07/2018, ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ, κάτοχος 130.000 μετοχών ονομαστικής αξίας €1 η κάθε μία. Στις 21/12/2018 στα πλαίσια αναδιοργάνωσης της εταιρείας με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου και των μετόχων της, προχώρησε στην παραχώρηση €70.000 στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος AΕ η οποία έγινε κάτοχος 200.000 μετόχων. Κατόπιν μείωσης του κεφαλαίου της εταιρείας, ακυρώθηκαν 70.000 μετοχές στις 13/02/2019 και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος AΕ παρέμεινε και πάλι με 130.000 μετοχές. Τις μεταβίβασε στις 15/07/2022 στη Bain Capital Global ACAN. Η Bain έχει την έδρα της στην Ιρλανδία και παραμένει μέχρι σήμερα μοναδικός μέτοχος της εταιρείας. Λήφθηκε ψήφισμα από την εταιρεία στις 14/12/2018 για αναδιοργάνωση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Κύπρου και γινόταν διάσπαση της διαχείρισης της Εθνικής Ελλάδος Κύπρου μεταβιβάζοντας χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις στην Ενάγουσα. Αυτές οι χρηματικές χορηγήσεις, μεταβιβάστηκαν και είναι παράρτημα στο σχέδιο αναδιοργάνωσης στην κατοχή της μάρτυρος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Ενάγουσα έχει άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. Αναφορικά με το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών και το αρχείο τους είναι μηχανογραφικό. Έχει πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης μέσω του μηχανογραφικού συστήματος και ως αρμόδιος λειτουργός, είναι εξουσιοδοτημένη να δώσει τις πληροφορίες στο Δικαστήριο. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων, δεν διατυπώθηκαν με την απαιτούμενη ευκρίνεια. Διατυπώνονται γενικότητες χωρίς να γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που εκφράζουν τις θέσεις των Εναγομένων. Η συνομολόγηση των συμφωνιών γίνεται παραδεκτή και εκφράζεται γενικά ότι η συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 3 ήταν ultra vires. Διατυπώνεται γενικά, ότι οι συμφωνίες δεν είχαν συναφθεί με την ελεύθερη θέληση των μερών και ότι ενσωματώνονται στους όρους της συμφωνίας απεχθείς όροι. Προβάλλεται γενικός ισχυρισμός, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 του νόμου 197
(1)/2003 σε σχέση με τους εγγυητές χωρίς να δικογραφούνται γεγονότα που να επεξηγούν με σαφήνεια το γιατί. Περαιτέρω, εκφράζεται με γενικό και ασαφή τρόπο, ότι το διαμορφωνόμενο υπόλοιπο είναι το αποτέλεσμα παράνομων αντισυμβατικών και αυθαίρετων χρεώσεων. Δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία για να προωθηθούν οι πιο πάνω γενικές θέσεις, ώστε αυτή η μαρτυρία να έρθει σε αντιπαραβολή με τη συγκεκριμένη και θετική μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες για να αποδείξουν κάθε πτυχή της απαίτησής τους. Παρά τον ακαθόριστο τρόπο που οι Εναγόμενοι έχουν επιλέξει να προωθήσουν την υπόθεσή τους, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική, συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη μαρτυρία για να προωθήσουν την κάθε πτυχή της υπόθεσής τους. Βασίστηκαν στη μαρτυρία λειτουργού της τράπεζας που είχε στην κατοχή του τον φάκελο με όλα τα σημαντικά έγγραφα της υπόθεσης και είναι γνώστης των δεδομένων που τηρούνται στα τραπεζικά βιβλία, ώστε να πείσει ότι όλα έγιναν με την απαιτούμενη προσοχή και λεπτομέρεια. Εξήγησε επί παραδείγματι, ότι το εν λόγω δάνειο είναι συμφωνία για την αγορά τεμαχίων γης με την εκταμίευση του ποσού των €195.000 σε αριθμό λογαριασμού με εγγύηση του Εναγόμενου 2 και την τριτεγγύηση της Εναγόμενης
- Οι εγγυητές εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την Εναγόμενη 1 για ποσό που να μην ξεπερνά το ποσό των €195.000 αυξανόμενο μόνο σε σχέση με πιστωτή σε τρεχούμενο λογαριασμό και υποκείμενο σε τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, φόρους, επιβαρύνσεις και έξοδα. Στις 22/05/2013 η Εναγόμενη με αίτημα που απέστειλε στην τράπεζα, ζήτησε όπως οι όροι αποπληρωμής του δανείου τροποποιηθούν και συμφωνήθηκε αναστολή καταβολής δόσεων μέχρι τις 31/12/2013 με ταυτόχρονη μετατροπή του δανείου σε ενήμερο. Επίσης συμφωνήθηκε ο εκτοκισμός του δανείου να λογίζεται σύμφωνα με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο τράπεζας, δηλαδή 6.25% μειωμένο κατά 0.25% ετησίως με αναδρομική ισχύ από 01/04/
- Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών, καθυστερούσαν και παρέλειψαν να πληρώνουν τις οφειλόμενες δόσεις και έτσι ο λογαριασμός ΧΧΧΧΧΧΧ054 δεν λειτουργούσε κανονικά. Τους απέστειλαν οι Ενάγοντες τις επιστολές 16/01/2014 ότι όφειλαν καθυστερημένες δόσεις και με την επιστολή τους ημερομηνίας 10/03/2014, τερμάτισαν τον εν λόγω λογαριασμό και απαίτησαν την πλήρη και τελεία εξόφληση όλου του χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και παραμένει οφειλόμενο και πληρωτέο το ποσό των €102.713,44 πλέον τόκους που παρουσιάζεται στην έκθεση απαιτήσεως. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις εξασφαλίσεις και παρέπεμψε στις σχετικές συμφωνίες υποθήκης που το περιεχόμενο των συμφωνιών μιλά από μόνο του, ως προς τους όρους των συμφωνιών υποθήκης και τις υποχρεώσεις που κάλυπταν οι εγγυήσεις. Σε σχέση με τις δύο υποθήκες που δόθηκαν από την πρωτοφειλέτη Εναγόμενη 1, πρόκειται για εξασφαλίσεις που καλύπτουν συνεχόμενη οφειλή της Εναγόμενης 1 μέχρι το ποσό των €214.000 και ΛΚ130.000 αντίστοιχα μαζί με τους τόκους με αντάλλαγμα να παρέχει στην πρωτοφειλέτη αλλά και σε τρίτο πρόσωπο, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις οποιουδήποτε είδους. Σε σχέση με τις υποθήκες που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης 3, επρόκειτο για υφιστάμενες συνεχόμενες εξασφαλίσεις μέχρι του ποσού των €803.043, €2.341.000, ΛΚ500.000 και €22.210,00 σε σχέση με παραχωρήσεις προς την Εναγόμενη 3, αλλά και σε τρίτο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, η σύμβαση και δήλωση της υποθήκης, έχει ως αναπόσπαστο μέρος έγγραφο υποθήκης που καθορίζει ρητώς ότι η υποθήκη αφορά εξασφάλιση που παραχωρείται επειδή η τράπεζα παρέχει και/ή συνεχίζει να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρίτο πρόσωπο. Αυτές οι συμφωνίες έφεραν την υπογραφή του μοναδικού διευθυντή των εταιρειών και συνοδεύονταν με ψήφισμα που λήφθηκε την 03/06/2009 σε συνεδρία των συμβούλων της εταιρείας, ότι η Εναγόμενη 3 'εγγυάται άπασας και πάσης φύσεως οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Λευκωσίας δυνάμει οιωνδήποτε υφιστάμενων ή συνομολογηθησομένων συμβάσεων πιστώσεων ή άλλων συμβάσεων συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων υποθηκών, δανείων, ενοικιαγορών ή διευθετήσεων ή υποχρεώσεων είτε άλλως πως και ή εξ' οιουδήποτε άλλου λόγου ή αιτίας'. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο πρακτικά συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 3 ότι ενέκρινε τη χορήγηση στην Εναγόμενη 1 από την τράπεζα δάνειο ύψους €195.000 για την κάλυψη του κόστους αγοράς 2 τεμαχίων γης στη Βιομηχανική Περιοχή Νήσου που ήταν εξοφλητέο με μηνιαίες δόσεις των €4.
- Τα πιο πάνω έγγραφα, επισημαίνουν την πρόθεση των μερών η συγκεκριμένη οφειλή να καλύπτεται από τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις που είχε παραχωρήσει η Εναγόμενη 3 προς την τράπεζα, ώστε αυτή να συνεχίζει να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 μέχρι συγκεκριμένου ποσού χρημάτων που καταγράφεται ρητώς σε κάθε αντίστοιχο έγγραφο υποθήκης και συμφωνία και δήλωση υποθήκης. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η σύναψη των συγκεκριμένων συμφωνιών που είχε συνάψει η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 3, ήταν το αποτέλεσμα υπέρβασης εξουσίας (ultra vires) ένεκα του γεγονότος ότι όλες οι συμφωνίες φέρουν την υπογραφή του Εναγόμενου
- Εκ μέρους των εταιρειών, ως μοναδικός διοικητικός σύμβουλος των εταιρειών, οι Εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία να αποδείξουν κάτι τέτοιο. Αντίθετα, προσκομίστηκε θετική μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2 είναι μοναδικός διευθυντής της εταιρείας και ότι υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες κατόπιν εξουσιοδότησης των εταιρειών που λήφθηκε σε συνεδρία των αντίστοιχων διοικητικών συμβουλίων των Εναγομένων 1 και
- Ο διευθυντής της εταιρείας, είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας και ως τέτοιος, η εταιρεία του εναποθέτει την εξουσία να διαχειρίζεται τη λειτουργία της εταιρείας υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που του επιβάλλει ο νόμος και το καταστατικό της εταιρείας. (βλ. Halsbury Laws of England /Companies Volume 14
(2016)575 Powers of directors to manage the business). Εκείνο που επεξήγησε το Δικαστήριο στην αγγλική υπόθεση H.L. Bolton Engineering Co. Ltd. v Graham & Sons Ltd. [1957] 1 Q.B. 159, είναι ότι η πρόθεση της εταιρείας σε σχέση με τη λειτουργία της, διαπερνά από τις ενέργειες των διευθυντών της. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ήταν έγκυρη η συνομολόγηση συμφωνίας ενοικίασης υποστατικού της εταιρείας από τον διευθυντή της, παρά την απουσία απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου που να εξουσιοδοτούσε τέτοιαν απόφαση. So here, the intention of the company can be derived from the intention of its officers and agents. Whether their intention is the company's intention depends on the nature of the matter under consideration, the relative position of the officer or agent and the other relevant facts and circumstances of the case. Approaching the matter in that way, I think that, although there was no board meeting, nevertheless, having regard to the standing of these directors in control of the business of the company, having regard to the other facts and circumstances which we know, whereby plans had been prepared and much work done, the judge was entitled to infer that the intention of the company was to occupy the holding for their own purposes. I am of opinion, therefore, that the judge's decision on this point was right. Ενώπιον μου τέθηκαν τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τη διοίκηση των εταιρειών. Ως δημόσια έγγραφα που τηρούνται σε αρχείο, το περιεχόμενο των εγγράφων λαμβάνεται υπόψη για την αλήθεια του περιεχομένου τους συμφώνως του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Οι εν λόγω εταιρείες είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και μοναδικός τους διευθυντής, ήταν ο Εναγόμενος
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου καταστατικό με πρόνοιες που να απαγορεύουν τη δανειοδότηση της εταιρείας. Η συνεργασία της τράπεζας με τις εν λόγω εταιρείες, είναι διάρκειας δεκαετιών. Τα χρήματα του δανείου λήφθηκαν για την αγορά τεμαχίων γης και τα επωφελήθηκε η Εναγόμενη. Η αποπληρωμή του δανείου μέχρι το 2012 γινόταν από την Εναγόμενη 3 χωρίς να σημειωθεί κάποιο πρόβλημα. Συνεπώς, στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας που να θέτει εν αμφιβόλου τις γενικές εξουσίες του διευθυντή της να προβεί σε δανειοδότηση για τις ανάγκες των εταιρειών που σχετίζονται μαζί του και μεταξύ τους, η διενέργεια της συνομολόγησης των συμφωνιών δεσμεύει τις εταιρείες. Στην αγγλική υπόθεση Mercantile Bank of India v Chartered Bank of India [1937] 1 ALL ER 231, αναγνωρίζεται η γενική εξουσία της εταιρείας να δανείζεται χρήματα και στην απουσία ρητής απαγόρευσης τέτοιας εξουσίας, θα πρέπει να θεωρείται ότι αυτή η εξουσία υλοποιείται μέσω των διευθυντών της ως αντιπρόσωποι της εταιρείας. Οι διευθυντές των εταιρειών είναι οι φυσιολογικοί αντιπρόσωποι των εταιρειών και τις δεσμεύουν. Δόθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα στην τράπεζα που προϋποθέτει ότι ο Εναγόμενος 2 ως μοναδικός διευθυντής της εταιρείας, ήταν εξουσιοδοτημένος από τις εταιρείες. Η συνεργασία της τράπεζας με τους Εναγόμενους υπήρξε μακρόχρονη και ουδέποτε εγέρθηκε πρόβλημα εξουσιοδότησης. Τα χρήματα τα επωφελήθηκαν και δεν αμφισβητήθηκε με αντίθετη μαρτυρία το περιεχόμενο των εγγράφων που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε προς όφελος των εταιρειών. Η γενική αρχή είναι ότι η εξουσία του διευθυντή ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, περιορίζεται μόνο από το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας και το καταστατικό της εταιρείας. Στην απουσία απαγορευτικής πρόνοιας 'a person dealing with the company is entitled to accept apparent authority of anyone of whom he deals who has apparent authority given by the company .if apart from the memorandum and articles the person with whom he is dealing has apparent authority he would be entitled to act upon it.'. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια η συνομολόγηση όλων των σχετικών συμφωνιών από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3, πρέπει να θεωρείται έγκυρη πράξη και η τράπεζα είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι ήταν εξουσιοδοτημένη πράξη από τις εταιρείες. Πρόκειται εν τέλει, για έγκυρες συμφωνίες στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας. Ο ME1 προσκόμισε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν και συνθέτουν το συμφωνητικό και το νομοθετικό πλαίσιο της αξίωσης των Εναγόντων και δεν εντόπισα να υπάρχει κάποιο κενό μεταξύ των προφορικών ισχυρισμών του μάρτυρα και τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης που προσκόμισε για να υποστηρίξει τις προφορικές του θέσεις. Οι αναλυτικές καταστάσεις ξεκινούν με το υπόλοιπο, ως αυτό ξεκίνησε με τη χορήγηση του αρχικού κεφαλαίου του δανείου και καταγράφουν πώς αυτό το ποσό διαμορφώθηκε μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Το πώς διαμορφώνεται το τελικό υπόλοιπο του δανείου, προκύπτει με μαθηματικό τρόπο και το πιο πάνω συμπέρασμα αναδεικνύεται στις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού. Εξήγησε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς από την ημερομηνία που ανοίχτηκαν μέχρι και την 15/12/
- Εξήγησε ότι σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις, έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που η Ενάγουσα δεν προωθεί με την αξίωση. Το συνολικό επιτόκιο των Εναγόντων, συνίσταται από το συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά το συμφωνηθέν περιθώριο. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο που προστίθεται σε ξεχωριστή στήλη στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Επεξεργάζεται με αυτόν τον τρόπο, την κίνηση του λογαριασμού και υπολογίζει τον τόκο σε ξεχωριστή στήλη και βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή τα αντίστοιχα υπόλοιπα του λογαριασμού της Εναγόμενης
- Εξήγησε ότι αυτές οι χρεώσεις, αφαιρέθηκαν από τις αναδομημένες καταστάσεις όχι επειδή ήταν παράνομες, καθότι παρέπεμψε για κάθε χρέωση στους όρους των συμφωνιών, αλλά αφαιρέθηκαν ως ένδειξη καλής θέλησης ώστε οι Εναγόμενοι να έχουν κίνητρο να τακτοποιήσουν το υπόλοιπο τους για να μειωθεί η απώλεια της τράπεζας από την αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων. Ο ΜΕ1 είναι λειτουργός της τράπεζας και αναφέρθηκε σε ζητήματα που γνωρίζει επειδή έχει εξετάσει τα τραπεζικά βιβλία που αφορούν τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Εναγομένων. Έχει προβεί στην εξέταση αυτής της υπόθεσης, στα πλαίσια των καθηκόντων της ως λειτουργός της τράπεζας. Εντυπωσιάστηκα με τον επαγγελματισμό του και θεωρώ ότι ήταν πλήρως καταρτισμένος ώστε να εξηγήσει τα έγγραφα που έχει εξετάσει ώστε να ενημερωθεί για την υπόθεση του Εναγόμενου. Το μοναδικό του σφάλμα, είναι η θεώρηση του ότι η εταιρεία Bain ήταν ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, αντί αποκλειστικός μέτοχος της Ενάγουσας που έχει κάνει εξαγορά το συγκεκριμένο δάνειο από την τράπεζα. Το σφάλμα αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ως μάρτυρας γεγονότων και μη γνώστης νομικών θεμάτων. Εύκολα γίνεται κατανοητό γιατί κάποιος μη νομικός θα μπορούσε να θεωρήσει μέτοχο εταιρείας ταυτόσημο με ιδιοκτήτη της εταιρείας. Κατά τα άλλα, είμαι πεπεισμένη ότι αμερόληπτα και αντικειμενικά ενημέρωσε το Δικαστήριο για όλες τις διεργασίες που αφορούσαν τις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές και τον αποδέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Το σύνολο της μαρτυρίας του, είναι το θεμέλιο βάσει του οποίου θα κριθεί η απαίτηση των Εναγόντων. Η ΜΕ3 είναι λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών. Αναφέρθηκε σε αρχείο του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο γίνεται επεξεργασία προς τον σκοπό να καταγράφονται συγκεκριμένες πληροφορίες που να αφορούν εγγεγραμμένες εταιρείες στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Ως δημόσιο αρχείο που τηρείται και που γίνεται επεξεργασία το περιεχόμενο των εγγράφων που περιέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες, διέπεται από το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και το περιεχόμενο των πληροφοριών γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχόμενου των εγγράφων. Η εταιρεία Bain Capital Credit Global Ican, είναι μέτοχος της Ενάγουσας. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι απαγορεύεται σε μέτοχο με διεύθυνση στην Ιρλανδία να κατέχει 100% του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Αντίθετα κάτι τέτοιο, απαγορεύεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Δυνάμει του άρθρου 2 της προσαρτημένης στη Συνθήκη Προσχώρησης Πράξης και των όρων προσάρτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις των συνθηκών περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επίσης και τις πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμμορφούμενη στις πιο πάνω υποχρεώσεις, επήλθε τροποποίηση του Συντάγματος ως ακολούθως: «Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία». Δυνάμει του άρθρου 249 της συνθήκης ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δίδεται εξουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μαζί με το Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς που θα έχουν γενική, άμεση και καθολική εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη της κοινότητας. Ο Κανονισμός που εκδίδεται με αυτόν τον τρόπο, ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του και άρα η Δημοκρατία δεν χρειάζεται, ούτε επιτρέπεται να αντιγράψει τον Κανονισμό σε κυπριακό νομοθέτημα. Υποχρεούται όμως να λάβει μέτρα, είτε με διοικητικές πράξεις, είτε με τη θέσπιση νομοθεσίας, προς επίτευξη της αποτελεσματικής εφαρμογής του Κανονισμού. Κάθε νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σε συμμόρφωση με το εταιρικό δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης, συνιστά νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 54 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως τέτοια οντότητα, έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει τις τέσσερεις ελευθερίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς διακρίσεις. (βλ. Eqiom C-6/16). Απαγορεύεται κάθε διάκριση εναντίον της εταιρείας Bain επειδή είναι εταιρεία ιρλανδικών συμφερόντων. Κατά συνέπεια, η εταιρεία ως επενδυτής από άλλο κράτος μέλος έχει δικαίωμα να κατέχει το μετοχικό κεφάλαιο κυπριακής εταιρείας ως επενδυτής στην εν λόγω κυπριακή εταιρεία. Η ΜΕ2 η οποία κατέθεσε όλα τα έγγραφα για να αποδείξει τη νομιμότητα της μεταφοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης από την τράπεζα στην Ενάγουσα, πρόκειται για νομικό δεόντως εξουσιοδοτημένο και αρμόδιο πρόσωπο εκ μέρους της Ενάγουσας να αναφέρει ζητήματα που γνωρίζει και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της. Κρίνεται αξιόπιστη. Η ουσία της μαρτυρίας της που συνιστά βάση για την εξαγωγή πραγματικών ευρημάτων, είναι ότι η Ενάγουσα είναι το πρόσωπο που έχει αποκτήσει το αγώγιμο δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν της από τους Εναγόμενους, αφού προγενέστερα έχει αγοράσει το περιουσιακό στοιχείο της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τις εγγυήσεις και τις εξασφαλίσεις της από την τράπεζα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού που έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο. To περιεχόμενο του διατάγματος ημερομηνίας 20/12/2018 στα πλαίσια της Αίτησης 947/2018, μιλά από μόνο του. Η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις εξασφαλίσεις της, συγκαταλέγονται στα περιουσιακά στοιχεία που πωλήθηκαν στην Ενάγουσα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και της Ενάγουσας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Αποστάλθηκαν επιστολές σε όλους τους Εναγόμενους σχετικά με τη μεταφορά και πληροφορήθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 26/10/
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου κατ' εφαρμογή του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169
(1)/2015 και δυνάμει του σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου 07/12/2022 στα πλαίσια της Αίτησης 947/2018, η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση έχει αγοραστεί και τα δικαιώματα που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση, έχουν εκχωρηθεί στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, και του δικαιώματος να διεκδικήσει με αγωγή το οφειλόμενο ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Το σχέδιο διακανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος. Το σχέδιο προβλέπει για τη μεταβίβαση/υποκατάσταση δικαιωμάτων και εξασφαλίσεων, στο πρόσωπο της Ενάγουσας και των οποίων υποκαταστάσεων/προσθηκών κλπ που προβλέπονται σε αυτό. Το διάταγμα προβλέπει ότι η εν λόγω αντικατάσταση της εταιρείας CAC Coral Ltd, συντελείται με σχετική ειδοποίηση σε σχέση με την αντικατάσταση του πρωτοκολλητή του κάθε Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση, περιλαμβάνεται στις πιστωτικές διευκολύνσεις που αγοράστηκαν και μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το σχέδιο διακανονισμού που έχει επικυρωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου. Το 'Σχέδιο' είχε το αποτέλεσμα της μεταβίβασης κάποιων εργασιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (Κύπρου) στη CAC Coral Ltd, ήτοι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της αναδιοργάνωσης, καταχωρήθηκε η Αίτηση 947/2018 προς επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης από το Δικαστήριο με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Παραθέτω πιο κάτω για εύκολη αναφορά, τα άρθρα 198 και 200 που είναι σχετικά: Διακανονισμοί και Αναδιοργανώσεις Εξουσία για συμβιβασμό με πιστωτές και μέλη 198.-
(1)Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική Αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, με τέτοιον τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(2)Αν πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή σε αριθμό ψήφων μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση, αποδέχονται οποιονδήποτε διακανονισμό ή συμβιβασμό, ο συμβιβασμός ή διακανονισμός, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας.
(3)Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο
(2)δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου αντίγραφο του διατάγματος παραδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή και αντίγραφο κάθε τέτοιου διατάγματος, θα επισυνάπτεται σε κάθε αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου που εκδίδεται μετά την έκδοση του διατάγματος ή σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει ιδρυτικό έγγραφο, σε κάθε αντίγραφο που εκδίδεται με τον τρόπο αυτόν του εγγράφου που ιδρύει ή ορίζει την ίδρυση της εταιρείας.
(4)Αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο
(3), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε αντίγραφο αναφορικά με το οποίο γίνεται παράλειψη.
(5)Στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 199, η έκφραση "εταιρεία" σημαίνει οποιανδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με τον νόμο αυτόν και η έκφραση "διακανονισμός" περιλαμβάνει αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την ενοποίηση μετοχών διαφορετικής τάξης ή με τη διαίρεση μετοχών σε μετοχές διαφορετικών τάξεων ή και με τις δύο αυτές μεθόδους. Το διάταγμα εκδόθηκε επομένως, ως προνοεί το άρθρο 198 πιο πάνω. Αυτό ήταν δεσμευτικό για την υπό διακανονισμό εταιρεία σε σχέση με εκείνες τις εργασίες που καθορίζονται στο σχέδιο ως διευκολύνσεις, ήτοι και για τους πιστωτές της εταιρείας. Το αποτέλεσμα του διατάγματος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 20/12/2018, προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 200 του Κεφ.113 πιο κάτω: Διατάξεις για διευκόλυνση της αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης εταιρειών 200.-
(1)Όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο Αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 198 για την επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού μεταξύ εταιρείας και οποιωνδήποτε τέτοιων προσώπων όπως αναφέρονται στο άρθρο εκείνο και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο συμβιβασμός ή διακανονισμός προτάθηκε για τους σκοπούς ή αναφορικά με σχέδιο για την αναδιοργάνωση οποιασδήποτε εταιρείας ή εταιρειών ή για τη συγχώνευση οποιωνδήποτε δύο ή περισσότερων εταιρειών και ότι σύμφωνα με το σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας που επηρεάζεται από το σχέδιο (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η μεταβιβάζουσα εταιρεία") πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλην εταιρεία (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η εταιρεία προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση"), το Δικαστήριο δύναται, είτε με το διάταγμα που επικυρώνει τον συμβιβασμό ή διακανονισμό ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να προνοεί για όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω θέματα- (α) τη μεταβίβαση στην εταιρεία προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση, ολόκληρου ή μέρους της επιχείρησης και της ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (β) την παραχώρηση ή καταμερισμό από την εταιρεία στην οποίαν γίνεται η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεωστικών ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή άλλων παρόμοιων συμφερόντων στην εταιρεία εκείνην που θα παραχωρηθούν ή καταμεριστούν με βάση τον συμβιβασμό ή διακανονισμό από την εταιρεία εκείνην ή για οποιοδήποτε πρόσωπο· (γ) τη συνέχιση από ή εναντίον της εταιρείας στην οποίαν γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει· (δ) τη διάλυση, χωρίς εκκαθάριση, οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (ε) την πρόνοια που πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία μέσα σε τέτοιον χρόνο και με τέτοιον τρόπο που το Δικαστήριο διατάσσει, διαφωνούν με τον συμβιβασμό ή διακανονισμό· (στ) τέτοια συναφή, επακόλουθα και συμπληρωματικά θέματα που είναι αναγκαία για εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής διεξαγωγής της αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης.
(2)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτόν, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.
(3)Όταν εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, κάθε εταιρεία σχετικά με την οποίαν εκδίδεται το διάταγμα, μεριμνά όπως αντίγραφο του παραδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή μέσα σε επτά ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, και αν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για την παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης.
(4)Στο άρθρο αυτό, ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 198, η έκφραση "εταιρεία" στο άρθρο αυτό, δεν περιλαμβάνει άλλην εταιρεία εκτός από εταιρεία με την έννοια του νόμου αυτού. Βάσει των πιο πάνω άρθρων λοιπόν, εγκρίθηκε το 'Σχέδιο' από το Δικαστήριο και η CAC Coral απέκτησε την ιδιοκτησία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις (Τεκμήριο 4) που καταγράφονται στο 'Σχέδιο'. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' δεν είχε το αποτέλεσμα επίλυσης κάποιου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων που να είχαν επικαλεστεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς επίλυση μίας διαφοράς. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' αφορούσε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Καθόριζε τον σκοπό και το πλαίσιο της άσκησης αυτής της δικαιοδοσίας, που είχε το αποτέλεσμα να δεσμεύσει την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με τις πρόνοιες του 'Σχεδίου Διακανονισμού'. Το 'Σχέδιο' αυτό είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με υποχρεώσεις της εταιρείας που να συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις. Μαζί με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταβιβάστηκαν και μεταβιβαζόμενες σχετικές εξασφαλίσεις που ορίζονται στο σχέδιο. Η πιο πάνω ρύθμιση ως ρύθμιση που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτική. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι το παρόν Δικαστήριο με την παρούσα του σύνθεση, δεν έχει τη δικαιοδοσία να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της πιο πάνω ρύθμισης που έχει επικυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου από ισόβαθμο Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Κεφ.113. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακυρώσει ή αλλοιώσει τις συνέπειες εκείνου του διατάγματος, είναι σαν να ενεργεί το Δικαστήριο ως Εφετείο κατά της προηγούμενης διαταγής του ιδίου Δικαστηρίου. Εκείνο που λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αναφορικά με την Αίτηση Σιακόλα Πολιτική Αίτηση αρ. 208/2019 ημερομηνίας 23/12/2001, είναι ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας είναι προαπαιτούμενο στοιχείο που εξετάζεται για κάθε έγκυρη δικαστική απόφαση που εξυπακούει την κρίση του Δικαστηρίου. Η εκ των υστέρων προσβολή της απόφασης για την εξάλειψη του αποτελέσματός της, είναι θεραπεία που μπορεί να επιτευχθεί με το ένδικο μέσο της Έφεσης, αλλά δεν μπορεί να γίνει από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και εάν η σύνθεση αυτού είναι διαφορετική. Στην υπόθεση Νικόλα Σιδέρη 1 ΑΑΔ 286
(2010), σημειώθηκε ότι η αναίρεση προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο Δικαστήριο, συνιστά έλλειψη δικαιοδοσίας, πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Το διάταγμα που εκδόθηκε στις 20/12/2018 είχε ως αποτέλεσμα την επικύρωση του 'Σχεδίου' το οποίο είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές της, ως προνοεί το άρθρο 198 του Κεφ.113 και που είχε ως συνέπεια όλες οι νομικές διαδικασίες που να αφορούν την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, να εκπληρώνονται με τους όρους του 'Σχεδίου'. Επομένως, αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει στα πλαίσια της διαδικασίας ωσάν να μην είχε μεταβιβαστεί η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση και συναφείς εξασφαλίσεις με αυτήν, ως τις είχε αναλάβει αρχικά η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ως προνοεί το σχέδιο στη CAC Coral Ltd. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του με την ακύρωση και αλλοίωση του διατάγματος. 'Δανειολήπτης' είναι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται πιστωτική διευκόλυνση. Πιστωτική διευκόλυνση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Ν169
(1)/2015 είναι ως ακολούθως: (α) οποιαδήποτε σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δάνειο και όριο πιστωτικής κάρτας, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η σχετική σύμβαση έχει τερματιστεί ή όχι και/ή έχει λήξει ή όχι και/ή σε σχέση με αυτήν εκκρεμούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή όχι, νοουμένου ότι από τη σύμβαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του πιστωτή αυτού, (β) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως πιστωτή έναντι του εξ' αποφάσεως οφειλέτη που ενσωματώνονται σε ή/και προκύπτουν από δικαστική απόφαση η οποία δεν είναι ποινικής ή διοικητικής φύσης ή από διαιτητική απόφαση και αφορά σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης στην οποίαν ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης, ήταν συμβαλλόμενο μέρος ως πρωτοφειλέτης, νοουμένου ότι από την απόφαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως οφειλέτη έναντι του εξ' αποφάσεως πιστωτή: Νοείται ότι οποιαδήποτε υποχρέωση του εξ' αποφάσεως πιστωτή προς τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη η οποία είναι χρηματική και υπερβαίνει την οφειλή του εξ' αποφάσεως οφειλέτη προς τον εξ' αποφάσεως πιστωτή, δεν περιλαμβάνεται στον όρο «πιστωτική διευκόλυνση» και δεν μεταφέρεται στον αγοραστή∙ Το άρθρο 3 του νόμου προνοεί για το πεδίο εφαρμογής του νόμου ως ακολούθως: 3.-
(1)Ο παρών νόμος εφαρμόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτήν ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ' αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.
(3)Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες- (α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή (β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή (γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή (δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας. Αναφορικά με τον τρόπο που διενεργείται η μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων, σχετικό είναι το άρθρο 18 του νόμου 169
(1)/15 που παρατίθεται πιο κάτω. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, η Ενάγουσα έλαβε την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 18
(1)του Νόμου 169
(1)/2015 σε σχέση με την παροχή ειδοποίησης για την πρόθεση της Alpha Bank για διάθεση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 18
(1), η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων επιτυγχάνεται διά της εκχώρησης όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εκχωρητή εκ μέρους του αγοραστή. Δεύτερον, η εκχώρηση αυτή ισχύει σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εκχωρητή αναφορικά με τις εξασφαλίσεις και στον βαθμό που υπάρχουν έγγραφα που συνοδεύουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που αναφέρονται στον εκχωρητή, αυτές οι αναφορές στο έγγραφο θα πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται ωσάν να αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις του αγοραστή. Τα σχετικά αποσπάσματα του άρθρου καταγράφονται για εύκολη αναφορά πιο κάτω: 1. Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.
- Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων, έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.
- Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε στον βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά τον χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά. To λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων, είναι τόσο γενικό και περιεκτικό, που θα μπορούσε να καλύψει κάθε περίπτωση μεταφοράς στον αγοραστή δικαιωμάτων και υποχρεώσεις του εκχωρητή που πηγάζει από τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση που μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Όμως σε κάθε περίπτωση, το διάταγμα ημερομηνίας 20/12/2018 κάνει αναπόσπαστο μέρος το σχέδιο που αφορά τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή και έτσι είτε αυτό είναι ορθό ή λάθος, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να το ελέγξει, εφόσον πρόκειται για fait accompli, δηλαδή το δεσμευτικό αποτέλεσμα που προκύπτει από δικαστικό διάταγμα που παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς το περιεχόμενο του έναντι των Εναγομένων. Επί της ουσίας, η χρηματική αποζημίωση του εκχωρητή ως συνέπεια εκχώρησης περιουσιακών στοιχείων στον αγοραστή, δεν είναι προσωπική υπόθεση και έτσι δεν βλέπω τον λόγο γιατί η Ενάγουσα δεν μπορεί διά της εφαρμογής του νόμου 169
(1)/2015 να αντικαταστήσει την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ως διάδικο στην αγωγή, νοουμένου ότι είναι φερέγγυα. Η εκχώρηση δικαιώματος σε αγοραστή να διεκδικήσει χρηματική αποζημίωση στα πλαίσια της αγωγής ως προκύπτει από τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης, διενεργείται αυτόματα. Όταν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος, δεν έχει λόγο ο οφειλέτης της πιστωτικής διευκόλυνσης. Εκείνο που επεξηγείται στο σύγγραμμα Guest on The Law of Assignment AG Guest Sweet and Maxwell Chapter 1 The Nature of Assignment paragraph 1-01 definition, είναι ότι η εκχώρηση αφορά τη μεταφορά υφιστάμενο δικαίωμα ή συμφέρον στον αγοραστή σε ακαθόριστη περιουσία του οφειλέτη που ανήκει προ της εκχώρησης στον εκχωρητή. 'An assignment is effective whether or not the debtor or obligor the benefit of whose debt or obligation has been assigned consented to the transfer.The transfer may be voluntary or involuntary'. H σημασία της εκχώρησης, εκφράζεται καλύτερα από τον Macleod στο σύγγραμμα Principles of Economical Philosοphy ως εξής: Who made the discovery which has most deeply affected the fortunes of the human race ..The man who first discovered that a debt is a saleable commodity. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ως ο αγοραστής που έχει αποκτήσει όλα τα δικαιώματα επί της πιστωτικής διευκόλυνσης και που έχει συμμορφωθεί με τη νομοθετική υποχρέωση ειδοποίησης του πρωτοκολλητή για την εκχώρηση δικαιωμάτων, είναι ο μοναδικός που έχει συμφέρον στο αντικείμενο δικαιώματος της εκχώρησης. (βλ. Guest equitable Assignments of an equitable chose of action par. 3-06). Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα είναι ορθός διάδικος στην αγωγή εξαιτίας του γεγονότος ότι η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, δεν έχει πλέον κανένα συμφέρον στην αγωγή διά της διενέργειας της εκχώρησης του συγκεκριμένου δικαιώματος. Αναφορικά με τις συμβάσεις υποθήκης, κρίνω ότι το άρθρο 32 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, δεν έχει εφαρμογή διότι η υποθήκη εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ενυπόθηκου δανειστή. Σχετικό είναι το λεκτικό του εδαφίου
(1)του άρθρου 32 πιο κάτω: «Μεταβίβασις υποθήκης 32.-
(1)Ο ενυπόθηκος δανειστής οιουδήποτε ακινήτου δύναται, εκτός εάν η περί υποθήκης σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου να μεταβιβάσει συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος άρθρου την υπέρ αυτού συσταθείσαν υποθήκην εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον (τηρουμένων δε των εν τοις εφεξής διατάξεων, αι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 θα εφαρμόζωνται, τηρουμένων των αναλογιών, επί μεταβιβάσεως υποθήκης καθ' ον τρόπον και επί μεταβιβάσεως ακινήτων: Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής εφ' οιασδήποτε υποθήκης δηλωθείσης προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, μέχρις ου προσαχθή η διά τη σκοπουμένην μεταβίβασιν έγγραφος συγκατάθεσις του ενυποθήκου οφειλέτου και παντός εγγυητού τούτου, υπογραφείσα ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού ή τυχούσα πιστοποιήσεως παρά τίνος αρμοδίας αρχής ως καθορίζεται εν εδαφίω
(3)του άρθρου 10.» Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι υποθήκες εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένες στον ενυπόθηκο δανειστή του οφειλέτη που τυγχάνει να είναι η Ενάγουσα. Εκείνο το οποίο έχει επέλθει με την έκδοση του δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 20/12/2018, είναι η ανάθεση και/ή εκχώρηση και/ή μεταβίβαση χρεών, λογαριασμών, πιστωτικών διευκολύνσεων και τις εξασφαλίσεις αυτών περιλαμβανομένου και του επίδικου δανείου που αφορά τους Εναγόμενους από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) στην Ενάγουσα χωρίς οποιανδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου και/ή άλλως πως. Το διάταγμα καλύπτει και την εκχώρηση όλων των εξασφαλίσεων που είναι προς όφελος της Ενάγουσας χωρίς τη συγκατάθεση άλλων προσώπων. Το διάταγμα καθιστά την Ενάγουσα ενυπόθηκο δανειστή ως αποκτών πρόσωπο της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης. Η Ενάγουσα εξακολουθεί να είναι ο ενυπόθηκος δανειστής και επομένως, οι συγκεκριμένες εξασφαλίσεις έχουν εκχωρηθεί αυτόματα με βάση το δικαστικό διάταγμα στην Ενάγουσα που έχει διαδεχτεί την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στη θέση του ενυπόθηκου δανειστή. Δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 32 και ειδοποίηση δύναται να έχει αποσταλεί στο Κτηματολόγιο ως οι πρόνοιες του διατάγματος σε σχέση με αντικαταστάσεις, υποκαταστάσεις, συνεχίσεις και προσθήκες δυνάμει του σχεδίου. Οι συμφωνίες υποθήκης διέπονται από συγκεκριμένους όρους, ήτοι ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα ήταν εξασφάλιση για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 σε πρώτη ζήτηση σε σχέση και μέχρι του ποσού που αναγράφεται σε κάθε αντίστοιχη σύμβαση υποθήκης με συγκεκριμένο επιτόκιο, προμήθειες, φόροι και έξοδα. Συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα μπορούσε να τροποποιηθεί με ειδοποίηση ή με ανακοίνωση στον Τύπο. Οι εν λόγω συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης με τα σχετικά έγγραφα υποθήκης που τα συνοδεύουν, συνάδουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 21(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 ως ακολούθως: 21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυπόθηκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (γ) εις την περίπτωσιν του ενυπόθηκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινά ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Το ποσό που καλύπτουν οι υποθήκες, προσδιορίζεται διότι παραπέμπει σε κυμαινόμενο τόκο που καθορίζεται στη συμφωνία και μπορεί να προσδιοριστεί στην περίπτωση μεταβολής του τόκου με αναφορά του τρόπου υπολογισμού του τόκου σε ειδοποίηση ή σε ανακοίνωση της τράπεζας. Περαιτέρω, ο νόμος προβλέπει ότι η υποθήκη δύναται να καλύπτει και το ποσό εξόδων για ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού. Με τις υποθήκες η Ενάγουσα δεν διεκδικεί να εισπράξει μεγαλύτερο ποσό του ποσού που προβλέπεται ρητώς στη βάση της δήλωσης υποθήκης μαζί με τους τόκους και έξοδα για ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού, ως ποσά που προσδιορίζονται και είναι εις γνώση των Εναγομένων. Δεν εγέρθηκε συγκεκριμένο ζήτημα ότι ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του καταναλωτή έχει υποστεί άδικες συνέπειες από την εφαρμογή των διάφορων συμφωνιών. Οι όροι της σύμβασης είναι διαφανείς και ήταν το προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης, καθότι η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε τροποποίηση των όρων των συμφωνιών και πέτυχε την τροποποίηση των όρων αυτής με αναστολή των δόσεων και τροποποίησης του επιτοκίου, ώστε η δανειακή σύμβαση να καταστεί ενήμερη. Οι εγγυητές ενημερώθηκαν και συμφώνησαν με τους νέους όρους της συμφωνίας. Πρόκειται για εταιρείες που σχετίζονται μεταξύ τους επειδή ο συνδετικός τους κρίκος είναι ο ιδιοκτήτης τους ο Εναγόμενος 2 που προχώρησε στη σύναψη των συμφωνιών επειδή ήταν προς το συμφέρον της Εναγόμενης 3 να εγγυηθεί και να παρέχει εξασφαλίσεις στην Εναγόμενη 1 που είναι ιδίου συμφέροντος και τις εταιρείες τις διαχειρίζεται και τις δύο ο Εναγόμενος 2. Επωφελήθηκε η Εναγόμενη 1 τις πιστωτικές διευκολύνσεις και αθέτησε τη συμβατική της υποχρέωση να αποπληρώσει το ποσό που δανείστηκε με τον τόκο που συμφωνήθηκε. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν υποδείξει όρο που στην έννοια του και εφαρμογή του προκάλεσε κατάφορη αδικία στους Εναγόμενους υπό την ιδιότητα των καταναλωτών. Η Εναγόμενη 1 ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώσει το δάνειο με συγκεκριμένες δόσεις και επιτόκιο που συμφωνήθηκε εξ' αρχής και έτσι η συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης επί ίσοις όροις, δεν προκύπτει στην όψη της συμφωνίας ανισορροπία μεταξύ των μερών. Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England Equitable Jurisdiction Volume 47
(2021)par 30 Unconscionable bargains taking advantage of weakness or necessity, επεξηγείται ότι στις περιπτώσεις όπου διακρίνεται η ύπαρξη άδικης συμφωνίας ως αποτέλεσμα της διαπραγματευτικής ανισορροπίας μεταξύ των μερών, δικαιολογείται η μη εφαρμογή της συμφωνίας σε σχέση με τον άδικο και καταχρηστικό όρο. "By reason of the fact that the terms of the contract are more unfavorable to one party than to the other (contractual imbalance) contractual imbalance or inadequacy of consideration is not however in itself a ground for relief in equity, but it may be an element in establishing such fraud as will avoid the transaction of the transaction may be so unconscionable as to afford in itself evidence of fraud". "A bargain cannot be unfair and unconscionable however unless one of the parties to it has imposed the objectionable terms in a morally reprehensible manner, that is to say in a way which affects his conscience as by taking advantage of the weakness or necessity of the other. In order that relief may be given it must be possible for the parties to be restored to their former position and hence a marriage settlement cannot be set aside". Δύο πράγματα χρειάζεται για να αποδειχθούν ώστε να θεωρηθεί ότι ένας όρος δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί. Το πρώτο, είναι ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας είναι άδικες για ένα από τα μέρη και παράλληλα, ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποκτήσει άδικο πλεονέκτημα από την εφαρμογή του κατ' ισχυρισμόν καταχρηστικού όρου της συμφωνίας. Το δεύτερο που πρέπει να καταδειχθεί, είναι ότι οι συγκεκριμένοι όροι που το άλλο μέρος καταγγέλλει ότι είναι καταχρηστικοί, με κάποιον τρόπο έχουν επιβληθεί στο αδύνατο μέρος της συμφωνίας. Ειδικά σε σχέση με υποθήκες, η εφαρμογή όρου που επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να ανακτήσει το ακίνητο του που εμπεδώνεται στις αρχές της επιείκειας, (equitable right of redemption) δυνατόν να εμπίπτει σε όρο που δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί εάν η εφαρμογή του όρου οδηγεί αντικειμενικά σε αδικία, παρέχει στον τραπεζίτη άδικο πλεονέκτημα και διαφαίνεται ότι ο όρος δεν ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης. Αυτή η αρχή που βασίζεται στις αρχές της επιείκειας, διατυπώνεται συνοπτικά ως ακολούθως στην αγγλική υπόθεση Kragline
(1914)AC 25: "Prima facie the relationship between borrower and lender gives rise to the hypothesis that a mortgagor and mortgagee are not contracting on equal terms. That hypothesis can of course be displaced if the court is satisfied that the parties were really on equal terms. If the hypothesis is not displaced the court takes pains to see that terms of the bargain are not unreasonable, unfair and unconscionable. If the terms are not reasonable there is jurisdiction to remould the transaction so as to enable the borrower to redeem on payment to the lender the original principal, reasonable interest and proper costs and no more". Επειδή αναγνωρίζεται δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη σε θεραπεία στην περίπτωση αδικίας ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η δίκαια ανάκτηση του ακινήτου του, νοουμένου ότι ο ενυπόθηκος δανειστής πληρώσει το κεφάλαιο του δανείου και λογικό επιτόκιο, εκείνο το οποίο εξετάζει το Δικαστήριο ώστε να διαγνώσει τυχόν ζήτημα κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Multiservice Bookbinding Ltd and Others n. Marden (1976 M. No. 1502) 1976 Ch. 84, είναι τα ακόλουθα: "Moreover, equity may give relief against contractual terms in a mortgage transaction if they are oppressive or unconscionable, and in deciding whether or not a particular transaction falls within this category the length of time for which the contractual right to redeem is postponed may well be an important consideration. In the present case no question of this kind was or could have been raised. But equity does not reform mortgage transactions because they are unreasonable. It is concerned to see two things - one that the essential requirements of a mortgage transaction are observed, and the other that oppressive or unconscionable terms are not enforced. Subject to this, it does not, in our opinion, interfere." In commenting on the use of the word "reasonable" by Romer J. in Biggs v. Hoddinott [1898] 2 Ch. 307, Sir Wilfrid Greene M.R. said at p. 459: [1979] Ch. 84 Page 109 "We do not think that the word 'unreasonable' should be interpreted as meaning that the court is to disregard the bargain made by the parties merely because it comes to the conclusion that it is an unreasonable one. A postponement of the right of redemption may be the badge of oppression, or it may be unreasonable in the sense that it renders the right of redemption illusory. We doubt whether Romer J. meant more than this." Οι όροι της σύμβασης, εγγύησης και υποθήκης είναι καθαροί στην όψη τους. Ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου, κατανοητός και καθαρός. Το κόστος του δανεισμού καθαρό στην όψη του δανείου. Εκείνο που προκύπτει στη βάση των αναλυτικών καταστάσεων, είναι ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο διογκώθηκε επειδή η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει τις καθορισμένες δόσεις. Το δικαίωμα ανάκτησης της κατοχής του ακινήτου, ουδέποτε υπήρξε απατηλή προσδοκία του ενυπόθηκου οφειλέτη. Αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα ο ενυπόθηκος δανειστής να αναζητήσει την εκποίηση των εξασφαλίσεων προς ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού. Αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο, υπό του Ευρωπαϊκού Δικαίου, που προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία 93/13/ΕΟΚ καταχρηστικό όρο. Εκείνο που επεξήγησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεσηC‑143/13‑Matei είναι ότι το Δικαστήριο εξετάζει την καταχρηστικότητα του συγκεκριμένου όρου που καταγγέλλεται όταν αυτός είναι αδιαφανής και μη κατανοητός. Στην παρούσα περίπτωση, ο τόκος που χρέωνε ο ενυπόθηκος δανειστής προσδιορίζεται με σαφή και κατανοητό τρόπο στη συμφωνία. Η Εναγόμενη 1 συμφώνησε επακριβώς ποιες θα ήταν οι υποχρεώσεις του να πληρώνει το δάνειο, το κεφάλαιο μαζί με τους τόκους του. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υποδείξει ακριβώς ποια ήταν η επίπτωση της εφαρμογής συγκεκριμένης ρήτρας που θεωρούν ότι είναι καταχρηστική, άδικη και όχι το προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή της, πόσο μάλλον για να δικαιολογείται η μη εφαρμογή όλης της συμφωνίας που έχει επωφελήσει την Εναγόμενη 1 που έχει δανειστεί χρήματα που ουδέποτε τα έχει αποπληρώσει. Άλλο πράγμα για το οποίο παραπονούνται οι Εναγόμενοι, είναι ότι δεν ενημερώθηκαν ή ότι δεν ενημερώθηκαν επαρκώς ότι το δάνειο τους ήταν ανάμεσα στις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα αναλάμβανε η Ενάγουσα. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι υπήρχε παρατυπία στη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να είχε εκδοθεί το διάταγμα για τη μεταφορά στην Ενάγουσα της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, το παρόν Δικαστήριο με την παρούσα του σύνθεση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, δεν έχει την εξουσία να παραμερίσει το διάταγμα το οποίο είναι δεσμευτικό ως προς τα δικαιώματα του Εναγόμενου. Παρά την πιο πάνω θέση, θεωρώ ότι επί της ουσίας το επιχείρημα των Εναγομένων ότι δεν ενημερώθηκαν ή ότι δεν ενημερώθηκαν επαρκώς, δεν ευσταθεί. Με συστημένες επιστολές στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων ημερομηνίας 26/10/2018 αντίστοιχα, όλοι οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι η τράπεζα είχε την πρόθεση να πωλήσει τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση, καθώς και τα εγγυητήρια και εξασφαλίσεις που εγγυούνται και/ή εξασφαλίζουν την πιστωτική διευκόλυνση. Με πίνακα που ενσωματώνεται στην επιστολή, ενημερώθηκαν για τους αριθμούς λογαριασμού που αφορούσαν την Εναγόμενη 1 που είχε πωλήσει η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ μαζί με τις εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις τους δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.169
(1)/15 και ότι η μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που τα συνόδευαν, είχε ολοκληρωθεί και ότι συνέχιζαν να ισχύουν μεταξύ των σχετικών πρωτοφειλετών και των παροχών των εξασφαλίσεων και της Ενάγουσας από την άλλην. Ανεξάρτητα από το ζήτημα της ενημέρωσης, δεν επηρεάζεται η δεσμευτικότητα του 'Σχεδίου' που επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου. Ένα 'Σχέδιο Διακανονισμού' έχει τον σκοπό να αναδιαρθρώσει μίαν κατάσταση πραγμάτων στην επηρεαζόμενη εταιρεία που είναι είτε μη διαχειρίσιμη ή μη βιώσιμη για την εταιρεία. Ψηφίζεται και επικυρώνεται το ΄Σχέδιο' από το Δικαστήριο διότι δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση στις πρόνοιες του σχεδίου που έχει στόχο την κατασκευή νέου θεμελίου για την καλύτερη λειτουργία της επηρεαζόμενης εταιρείας. (βλ.Re La Seda De Barcelona [2011] 1 BCLC 555). Αυτός είναι και λόγος που η επικύρωση του 'Σχεδίου' συχνά περιλαμβάνει ένα στοιχείο αυθαιρεσίας 'Rough Justice' αναφορικά με τα δικαιώματα των πιστωτών. Αυτό που επεξηγήθηκε στην αγγλική υπόθεση Johnson and another v Davies [1999] Ch. 117 per curiam, σχέση με σχέδιο διακανονισμού που εγκρίθηκε δυνάμει του Νόμου Αφερεγγυότητας «Insolvency Act 1986» είναι ότι ο νόμος δεν έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή του σχεδίου στον πιστωτή ο οποίος έχει διαφωνήσει ως προς τους όρους του σχεδίου, αλλά την έγκριση του σχεδίου ανεξάρτητα από τις θέσεις του πιστωτή και τη δέσμευση του με τις πρόνοιες αυτού 'as the result of a statutory hypothesis that requires him to be treated as if he had consented to the arrangement'. Αυτός είναι και ο λόγος που το σχέδιο είναι δεσμευτικό σε σχέση με πιστωτές που επηρεάζονται από το σχέδιο, συμπεριλαμβανομένου και των πιστωτών που δεν έλαβαν ειδοποίηση για την ψήφιση του σχεδίου ή άγνωστοι πιστωτές που επηρεάζονται από το σχέδιο διότι οι χρηματικές τους απαιτήσεις πιθανόν να προκύψουν στο μέλλον σε σχέση με γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί και θεμελιώνουν το αγώγιμο τους δικαίωμα. (Βλ. Re T. & N. Ltd. [2007] 1 ALL ER 851 πιο πάνω) Επομένως είτε οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ή όχι, αυτό δεν αλλοιώνει τις νομικές συνέπειες του 'Σχεδίου'. Με την καταχώρηση της ειδοποίησης έχει επέλθει η αλλαγή του ονόματος του Ενάγοντα στην αγωγή. Η δικαστική διαδικασία συνεχίζει ως προνοεί ο νόμος και δεν επηρεάζει τη συνέχιση της διαδικασίας η επικύρωση της συνέχειας της αγωγής με δικαστικό διάταγμα, διότι η συνέχεια της αγωγής γίνεται αυτόματα διά νομοθετικής διάταξης, ήτοι διά του άρθρου 18
(4)του Ν.169
(1)/2015. Ακόμη και στην περίπτωση που Αίτηση να ήταν απαραίτητη προκειμένου να επέλθει επίσημα η αλλαγή στον φάκελο της υπόθεσης, αυτή θα μπορούσε να γίνει με ex parte Αίτηση διότι η αλλαγή και αντικατάσταση του ονόματος της τράπεζας με την Ενάγουσα, πρόκειται για τυπική υποχρέωση εφόσον η μεταφορά έχει γίνει νομότυπα και είναι δεσμευτική σε σχέση με τους Εναγόμενους. Αυτήν τη θεώρηση πραγμάτων, είχε και το Εφετείο στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου ν. Χρίστου Χαρίδη 1 ΑΑΔ 825
(2011)στην περίπτωση της συγχώνευσης μίας εταιρείας στην άλλην διά 'σχεδίου διακανονισμού' που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών των άρθρων 198 και 200 του Κεφ.113 και της απορρόφησης της μίας εταιρείας στην άλλην χωρίς εκκαθάριση. Συμφωνήθηκαν ως ορθές επισημάνσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές ως νόμιμοι διάδοχοι των Εναγόντων δυνάμει διατάγματος θα μπορούσαν να επιτύχουν να υποκαταστήσουν τους Ενάγοντες με Αίτηση με νομική βάση τη Δ.12 και ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις παρουσιάζονται ως πράγματι τυπικές. Οι συγκεκριμένες συμβάσεις είναι δεσμευτικές ως προς τους όρους των συμβάσεων εγγυήσεως, καθότι δεν έχει προβληθεί Υπεράσπιση σε σχέση με την εγκυρότητα των συμβάσεων. Δεν έχει αναδειχθεί κάποια παράβαση σε σχέση με συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας, ώστε να έχει εφαρμογή η οδηγία 87/102/ΕΟΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως ή ο νόμος περί Προστασίας Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003. Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 927
(2002), επεξηγήθηκε ότι το κριτήριο για την ερμηνεία μίας σύμβασης, είναι η έννοια την οποίαν μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίδικες συμβάσεις περιέχουν συγκεκριμένους ρητούς όρους με λεκτικό που δεν προκαλεί ασάφεια ως προς το νόημα των συγκεκριμένων όρων. Οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία σε σχέση με τα συμφωνηθέντα και σε σχέση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα. Περαιτέρω, έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού με βάση τις συμφωνίες. Έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι ο Εναγόμενοι 2 και 3, υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 03/06/2009 να καλύψουν υποχρέωση της Εναγόμενης 1 ως απορρέει στη βάση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 03/06/2009. Σε απόφαση του Εφετείου (βλ. Χρηστάκης Πίττας ν. Τράπεζα Κύπρου κ.α. 1 ΑΑΔ 110
(2007), λέχθηκε ότι αφού διαπιστωθεί ότι ο εγγυητής έχει όντως υπογράψει την εγγύηση, δεσμεύεται από την υπογραφή του εκτός εάν αποδείξει ότι ισχύει η Υπεράσπιση της non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη. Στην περίπτωση της Υπεράσπισης της απάτης και της non est factum, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η τράπεζα προέβη σε δόλιες ενέργειες ή ότι προέβη σε αναληθείς παραστάσεις προς τον Εναγόμενο για να πετύχουν την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου. Στην απουσία δόλου και σκόπιμων ενεργειών της τράπεζας που θα αποσκοπούσαν στο να αποκρύψουν την πραγματική ταυτότητα του εγγράφου, δεν μπορεί να πετύχει Υπεράσπιση που να βασίζεται στις πιο πάνω αρχές. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts Non-disclosure par. 42-020, η τράπεζα δεν έχει καθήκον να επεξηγήσει τις συνέπειες υπογραφής συμφωνίας εγγύησης στον εγγυητή, αλλά εκεί όπου προβαίνει σε κάποιες παραστάσεις κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, αυτή η μερική αποκάλυψη των γεγονότων μπορεί να θεωρηθεί ως παραπληροφόρηση του εγγυητή. Επί παραδείγματι, στην αγγλική υπόθεση Cornish v. Midland Bank [1985] 3 All ER 513,522-523, αποφασίστηκε από αγγλικό Δικαστήριο, ότι η τράπεζα είχε την υποχρέωση να είναι προσεκτική όταν προβεί σε παραστάσεις προς τους εγγυητές, διότι εάν οι συγκεκριμένες παραστάσεις έχουν το αποτέλεσμα να παραπληροφορήσουν τον εγγυητή σε σχέση με τη φύση της συναλλαγής που θα συνάψουν ή τον κίνδυνο εγγύησης του συγκεκριμένου πρωτοφειλέτη, τότε εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί την Υπεράσπιση της παραπληροφόρησης. Όμως στην περίπτωση που δεν έχουν γίνει τέτοιες παραστάσεις εκ μέρους της τράπεζας, τότε η σύναψη της συμφωνίας θεωρείται κανονική και η τράπεζα δεν έχει οιονδήποτε καθήκον να ενημερώσει τον εγγυητή για τις συνέπειες της εγγύησής του. Συνεπώς, δεν τίθεται κανένα ζήτημα εγκυρότητας της σύμβασης εγγύησης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεσμεύονται σε σχέση με την εγγύηση που παραχώρησαν προκειμένου να εξασφαλίσει τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1. Στρέφομαι τώρα στη θέση, ότι πρέπει οι εγγυητές να απαλλαγούν επειδή δεν τους δόθηκαν επαρκείς πληροφορίες ώστε να αποδεχτούν τους όρους των συμφωνηθέντων και να είναι ενήμεροι όλων των ουσιωδών πληροφοριών κατά παράβαση του νόμου. Κατά τον χρόνο που υπέγραψαν τις συμφωνίες, αποδέχτηκαν τις υποχρεώσεις τους και τους δόθηκαν όλες οι πληροφορίες που περιέχονται στις σχετικές συμβάσεις δανείου και εγγύησης. Η συμφωνία εγγύησης παραπέμπει ρητώς στους όρους και στις υποχρεώσεις των Εναγομένων 2 και 3 σε σχέση με τη συγκεκριμένη συμφωνία δανείου. Αναφορικά με το θέμα του τόκου, προκύπτει ότι ο συμβατικός τόκος που προβλεπόταν στη συμφωνία ως τροποποιήθηκε την 22/05/2013 ο εκτοκισμός του δανείου να γίνεται σύμφωνα με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, δηλαδή 6.25% εκείνην την ημέρα μειωμένο κατά 0.25% ετησίως με αναδρομική ισχύ από 01/04/2013 και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως. Περαιτέρω, ενημερώθηκαν ότι στην περίπτωση που ήθελε καθυστερήσουν στην πληρωμή των οφειλόμενων ως είχε συμφωνηθεί, η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να χρεώσει τόκους υπερημερίας. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι ο τόκος λογίζεται επί του εκάστοτε ημερήσιου υπολοίπου και στις 30/06 και 31/12 ο συσσωρευμένος τόκος ενσωματώνεται στο κεφάλαιο και κεφαλαιοποιείται. Την 01/07 και 01/01 κάθε έτους, ο τόκος λογίζεται επί του νέου διαμορφωμένου κεφαλαίου ενόψει της κεφαλαιοποίησης του τόκου. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Ενάγοντες ενεργώντας με σύνεση ανασκεύασαν το οφειλόμενο ποσό. Το τελικό υπόλοιπο διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως ακολούθως: Όπως προκύπτει και από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, οι Εναγόμενοι οφείλουν σήμερα προς την τράπεζα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €102.713,44 πλέον τόκο προς 11% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 1858
(2001), το Εφετείο επεξήγησε ότι υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό του χρέους, δεν μπορεί να αποδειχθεί με απλή δήλωση του χρέους η οποία ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα. Δήλωση που περιέχεται σε ηλεκτρονική κατάσταση κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, είναι αποδεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο οποιουδήποτε γεγονότος που εκτίθεται στην ηλεκτρονική κατάσταση. Όμως το κριτήριο για τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί σε τέτοια δήλωση, είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχει ικανοποιήσει ότι η εκδοχή του για το υπόλοιπο είναι ορθή. Στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd 1 ΑΑΔ 194
(2009), το Εφετείο απέρριψε το επιχείρημα του Εφεσείοντα ότι δεν αποδείχτηκε το τελικό οφειλόμενο ποσό με θετική μαρτυρία και επεξήγησε ότι η υπόθεση αυτή ως προς τα γεγονότα, διακρίνεται από το αποτέλεσμα στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Κύπρου Λτδ. Ν Coral Foods Ltd 1 ΑΑΔ 956
(2008)για τους ακόλουθους λόγους: «(α) διότι σ' εκείνην την υπόθεση, οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν συγκεκριμένες χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το Άρθρο 5Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ούτως ώστε η βαρύτητά τους, δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνην είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν. 2/77 ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα υπόθεση, ενώ ο μάρτυρας των Εφεσίβλητων αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε». Στην πιο πάνω υπόθεση, επεξηγήθηκε ότι κατάσταση λογαριασμού που παράγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή ως μέρος τραπεζικού βιβλίου, είναι ένα αποδεικτικό στοιχειό της αξίας του οποίου αξιολογείται η βαρύτητα του και είναι αποδεικτικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται ανάλογα με τις περιστάσεις και με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Επειδή σε εκείνην την υπόθεση, το υπόλοιπο αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν δοθεί σε τρεχούμενο λογαριασμό και η εξαγωγή του υπολοίπου ήταν εύκολη προϋπόθεση, με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ακριβώς το υπόλοιπο, δεν ήταν ανάγκη να επεξηγηθεί αναλυτικά κάθε διακίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ως προς το έγγραφο υλικό που έθεσε ενώπιον μου o ΜΕ1 ο οποίος επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχομένου των τραπεζικών εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου ως μαρτυρία, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Δόθηκε μαρτυρία από υπάλληλο της τράπεζας που έλεγξε την ορθότητα των εγγράφων και ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι τα έγγραφα αυτά ήταν μέρος των συνήθων βιβλίων που τηρούσε η τράπεζα και ότι οι καταχωρήσεις αυτές, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας και ότι τα έγγραφα αυτά, βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και αποδεικνύουν την υπογραφή και σύναψη των πιστωτικών διευκολύνσεων, τις παραβάσεις των όρων της σύμβασης και τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. O μάρτυρας παρουσίασε λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού και το έπραξε με την κατάθεση σχετικών Τεκμηρίων στο οποίο επισυνάφθηκαν οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν καταχωρήσεις σε τραπεζικό βιβλίο στην έννοια του άρθρου 22 του εν λόγω νόμου. Στη συνέχεια, υπολόγισε την αξίωση της Ενάγουσας και κατέθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις και αναδομημένες καταστάσεις και επεξήγησε πλήρως πώς προκύπτει η διαφορά σε σχέση με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό σε κάθε περίπτωση. Δεν υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση των συναλλαγών που κατατέθηκαν στα Τεκμήρια 47 και 53 και δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ως προς τον υπολογισμό των τόκων ή των όποιων δικαιωμάτων που προέκυπταν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολιτική έφεση 75/2013 ημερομηνίας 28/03/2019). Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν Παναγιώτου Πολιτική Έφεση 398/2011 ημερομηνίας 12/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A71, το Εφετείο ανέτρεψε πρωτόδικη κρίση βάσει της οποίας είχε απορριφθεί η απαίτηση της Εφεσείουσας για τον λόγο ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για το τι ακριβώς περιλάμβανε η ανάληψη και μεταφορά εργασιών από την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ στην Ενάγουσα. Ο Εφεσίβλητος έθεσε τη θέση, ότι εάν ακόμη ήθελε διαφανεί ότι μεταξύ της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και του Εφεσίβλητου υπήρξε συμφωνία, με ποια στοιχεία οι Ενάγοντες θα νομιμοποιούνταν να εγείρουν την αγωγή εναντίον του και να αξιώνουν το οφειλόμενο προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ, μιας και δεν είχε αποδειχτεί ότι ο Εφεσίβλητος με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προσωπικά είτε μέσω του Κ.Χ., έδωσε οδηγίες στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ για αγορά μετοχών. Το Εφετείο επεξήγησε ότι εφόσον το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως Τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού ως αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου, αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει και στην αντιμετώπιση την οποίαν ο ίδιος ο Νόμος περί τούτου προβλέπει. Ο περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ. 9, Άρθρο 22 προβλέπει: «Τραπεζικά βιβλία 22.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία, γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό». Τέτοια μαρτυρία αποδεικνύει την υπόθεση της Ενάγουσας, εκτός και εάν ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων. Ομοίως στη δική μας την περίπτωση, εφόσον ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, η οποία εξεταζόμενη υπό το Τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 22 του Κεφ. 9 (άνω) και των υπόλοιπων Τεκμηρίων, είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο. Τα Τεκμήρια 47 και 53 πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Η ανασκευή του υπολοίπου με τη χρήση μειωμένου επιτοκίου, δεν δημιουργεί κενό στo Τεκμήριο 53 καθότι ενώπιον μου έχει τεθεί ο λογαριασμός από την αρχή μέχρι το τέλος και οι καταχωρήσεις είναι οι ίδιες αναφορικά με χρεώσεις και πιστώσεις. Σχετικό είναι και το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ο ΜΕ1 ως λειτουργός της Ενάγουσας και στη συνέχεια της Ενάγουσας, επιβεβαίωσε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο αφορούν τον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται από τους Ενάγοντες. Κατά συνέπεια πρόκειται για έγγραφα που είναι μέρος αρχείου επιχείρησης που δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 έχει προβεί στην ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών, στις οποίες απαλείφονται ορισμένες από τις χρεώσεις που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Επίσης, οι χρεώσεις τόκου γίνονται με επιτόκια στη βάση του συμβατικού επιτοκίου, ως ίσχυε κάθε φορά, πλέον περιθώριο όπως διαμορφώθηκε με τις επιστολές της τράπεζας και ανακοινώσεις στον Ημερήσιο Τύπο. Στα πλαίσια της θέσης και των καθηκόντων του, βεβαιώνει ότι παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό με αριθμό 525/ΧΧΧ74-0 με νέο αριθμό στις οριστικές καθυστερήσεις PDPD140690XXXXX μέχρι την 10/03/
- Παρουσίασε την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, καθώς και το πιστοποιητικό της Ενάγουσας CAC Coral Ltd δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Κατά συνέπεια, κάθε γεγονός που σχετίζεται με τη συνομολόγηση των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων, τις εγγυήσεις και τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις που σχετίζονται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις, έχουν αποδειχθεί θετικά και δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου που να θέτει σε αμφισβήτηση το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι σωστό να διεκδικηθεί το ποσό πιο πάνω, επειδή οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν τόκους υπερημερίας ούτως ή άλλως. Συνεπώς, ο τόκος της υπερημερίας ήταν νόμιμος και όχι παράνομος τόκος, παρά του ότι ήταν αυξημένος σε σχέση με τον συμβατικό τόκο. Οι λογαριασμοί ήταν καθυστερημένοι και έτσι υπήρχε συμβατικό δικαίωμα σε τόκο υπερημερίας. Συνεπώς, με βάση τη σύμβαση και τον Νόμο περί Φιλελευθεροποίησης των Επιτοκίων, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν και τόκους υπερημερίας. Εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα εν τέλει περιόρισε την απαίτηση της και διεκδικεί την είσπραξη τόκου υπερημερίας μετά τον τερματισμό μέχρι 0% και με διαιρέτη 365/366 με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις και απαιτεί μόνο τα ποσά ως νόμιμα οφειλόμενα που προκύπτουν από τα συμφωνηθέντα. Ως προς τον ισχυρισμό ότι το υπόλοιπο συνίσταται και είναι ως αποτέλεσμα παράνομου τοκισμού ή ανατοκισμού με αποτέλεσμα υπέρογκου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με το κεφάλαιο που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους, παραπέμπω στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ 1 ΑΑΔ 479
(2009)στην οποίαν επισημάνθηκε ότι το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (N.14/60), επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Το άρθρο 33
(1)του Νόμου 14/60 έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160(Ι)/99), το άρθρο 3 (δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Με βάση τη θετική μαρτυρία που οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο τα υπόλοιπα ως έχουν διαμορφωθεί, δεν έχουν υπερβεί τα πιο πάνω. Κανένα άλλο ζήτημα ουσίας δεν έχει εγερθεί στη βάση της δικογραφίας προς επίλυση. Από τα πραγματικά ευρήματα τα οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει όπως δανείσουν τα χρήματα στην Εναγόμενη 1 με τους συγκεκριμένους όρους. Οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία, ότι οι Ενάγοντες δάνεισαν τα συγκεκριμένα ποσά στην Εναγόμενη 1. Οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν όπως επιστρέψουν τα χρήματα που δανείστηκαν με συγκεκριμένους όρους. Υπήρχε σε ισχύ έγκυρη συμφωνία σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι είχαν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα και καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες με ειδοποίηση τερματισμού, η οποία αποστάλθηκε σε κάθε έναν από τους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τη συγκεκριμένη υποχρέωση της Εναγόμενης. Περαιτέρω η Εναγόμενη, παραχώρησε εξασφαλίσεις για την υπόσχεση της τράπεζας να της παραχωρήσει το συγκεκριμένο δάνειο και η Εναγόμενη 3 παραχώρησε με την σειρά της εξασφαλίσεις για την υπόσχεση της τράπεζας να παρέχει στην Εναγόμενη 1 τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση. Στο αγγλικό σύγγραμμα Chitty on Contracts A.C. Guest, Chitty on Contracts, Sweet & Maxwell, 23 edition 1968 Vol 2 par. 1101, επεξηγείται ότι ακόμη ένα άτοκο δάνειο δεν παύει να είναι συμφωνία νοούμενου ότι ο οφειλέτης δώσει υπόσχεση ότι θα επιστρέψει τα χρήματα που του έχουν δοθεί. ''A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend money to another in consideration of a promise express or implied to repay the loan with or without interest" Με βάση τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στους Ενάγοντες αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του δανείου και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως ακολούθως:
(1)ποσό €102.713,44 δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 όπως λεπτομερώς έχει αναφερθεί πιο πάνω και/ή στη βάση της αποκατάστασης και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος της Ενάγουσας και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.
(2)τόκο προς 6% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 κάθε έτους Επίσης εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (Α) Εναντίον της Εναγόμενης 1 1) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ15ΧΧ/03 ημερομηνίας 19/02/2003 ημερομηνίας 19/02/2003 για το ποσό των €222.118,19 πλέον τόκο 8% από 19/02/2003 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες. Χωράφι με αριθμό εγγραφής C110, Φ/Σχ. ΧΧΧ/55.Ε.2 τεμάχιο 114, τμήμα C, έκταση 3 δεκάρια και 559 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. 2) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ57ΧΧ/09 ημερομηνίας 03/06/2009 για το ποσό των €214.000,00 πλέον τόκο 8.25% από 03/06/2009 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες: Χωράφι με αριθμό εγγραφής D5ΧΧ, Φ/Σχ. 30/ΧΧΕ2, τεμάχιο 412, έκταση 1 δεκάριο και 134 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας και Χωράφι με αριθμό εγγραφής 4/18, Φ/Σχ. 30/ΧΧΕ2, τεμάχιο 19, έκταση 567 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας. (Β) Εναντίον της Εναγόμενης 3 1) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ3ΧΧ/08 ημερομηνίας 17/01/2008 για το ποσό των €2.221.000,00 πλέον τόκο 5.75% από 17/01/2008 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες: Χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ2-220-ΧΧΧ τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας. 2) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ82ΧΧ/05 ημερομηνίας 29/07/2005 για το ποσό των €854.300,72 πλέον τόκο 7.25% από 29/07/2005 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες. Τεμάχιο με αριθμό εγγραφής Μ6ΧΧ, Φ/Σχ.ΧΧΧ.32W2, τεμάχιο 7ΧΧ, τμήμα Μ, έκταση 2 εκτάρια, 2 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Δάλι Λευκωσίας. 3) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ165ΧΧ/08 ημερομηνίας 25/11/2008 για το ποσό των €2.341.000,00 πλέον τόκο 8.25% από 25/11/2008 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες: Χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/312ΧΧ, Φ/Σχ2-220-ΧΧΧ, τεμάχιο 46, τμήμα 19, έκταση 12 δεκάρια και 469 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Καυκάλλα του Παλαιομετόχου Λευκωσίας. 4) Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ55ΧΧ/11 ημερομηνίας 02/05/2011 για το ποσό των €803.043,00 πλέον τόκο 9% από 02/05/2011 πλέον τόκο 6% από 10/03/2014 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως περιγράφεται κατωτέρω και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους των Εναγομένων προς την Ενάγουσα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες: Χωράφι με αριθμό εγγραφής 12/6ΧΧ, Φ/Σχ. 30/32W2, τεμάχιο 752, τμήμα 12, έκταση 22 δεκάρια και 232 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Χειλιόβουνος του Δήμου Ιδαλίου Λευκωσίας Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο