ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 829/2022, 29/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 829/2022 Μεταξύ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγοντα -και-
- ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990)
- ΜΑΡΙΟΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 25/11/2019
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΑΡΗΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΛΛΑΓΙΩΤΗΣ
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΜΑΡΙΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
- ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
- ΑΔΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΔΗΣ
- ΣΤΕΛΙΑ ΚΑΔΗ
- ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΛΑΚΟΥΤΗΣ
- ΕΥΡΟΣ ΚΙΤΗΡΗΣ
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗΣ
- ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ
- ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΥΘΡΑΙΩΤΗΣ
- ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
- ΘΕΜΗΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ
- ΛΟΥΗΣ ΛΟΪΖΟΥ
- ΑΡΗΣ ΜΕΓΑΛΕΜΟΣ
- ΠΟΛΥΣ ΜΙΤΣΙΓΓΑΣ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΡΑΣ
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ
- ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ
- ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
- ΣΠΥΡΟΣ ΠΙΠΗΣ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ
- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΓΙΑΛΗΣ
- ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ
- ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- ΛΟΪΖΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΕΥΗ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 11.5.2022 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία και Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1, 4 και 22-Καθ΄ων η αίτηση: Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ου η αίτηση: Στέφανος Α. Σκορδής με κα Α. Ιωαννίδου για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 3, 5-18, 20-21, 23-26 και 28-43: Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 19 και 27-Καθ΄ ων η αίτηση: Απόστολος Ντορζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), ο ενάγοντας επιζητεί την έκδοση Αναγνωριστικών Αποφάσεων, με τις οποίες να κηρύσσονται ως «άκυρες και/ή παράνομες και/ή άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος», οι πωλήσεις και/ή μεταβιβάσεις στους εναγομένους, κατά ή περί την 17.2.2022, αριθμού συνήθων μετοχών (51.238) της εναγομένης 1 εταιρείας, ιδιοκτησίας του ενάγοντα, τις οποίες διενήργησε ο εναγόμενος 2, δυνάμει Διατάγματος Επιβάρυνσης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 25.11.2019, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης των μετοχών. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα, επιζητεί την επιδίκαση Γενικών και/ή Ειδικών Αποζημιώσεων καθώς και Αποζημιώσεων για απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντων κερδών. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και ταυτόχρονα με την αγωγή, ο ενάγοντας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους τους να επιτρέψουν και/ή εγκρίνουν και/ή άλλως πως αποδεχθούν την αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση και/ή άλλως πως διάθεση των 51.238 συνήθων μετοχών της εταιρείας ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990) για τις οποίες μέχρι 17/02/2022 ιδιοκτήτης ήταν ο Ενάγοντας/Αιτητής και οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκοντο στην κατοχή και/ή την προστασία και/ή την διαχείριση του Εναγόμενου/Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ως Παραλήπτη των 51.238 συνήθων μετοχών του Ενάγοντος/Αιτητή δυνάμει δικαστικού διατάγματος επιβάρυνσης ημερομηνίας 25/11/2019 και οι οποίες κατά ή περί την 17/02/2022 πωλήθηκαν και/ή μεταβιβάσθηκαν από τον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση 2 προς τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση 3 - 43 με την έγκριση και/ή αποδοχή των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση 1, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση 3 - 42 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους να αποξενώσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή άλλως πως διαθέσουν τις 1.261 συνήθεις μετοχές που έκαστος εξ αυτών κατέχουν στην εταιρεία ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990) και οι οποίες πωλήθηκαν και/ή μεταβιβάσθηκαν επ΄ονόματι εκάστου εξ΄ αυτών από τον Εναγόμενο/Καθ΄ου η Αίτηση 2 περί την 17/02/2022 με την έγκριση και/ή αποδοχή των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση 1 και οι οποίες μετοχές κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και πριν την προαναφερθείσα πώληση και/ή μεταβίβαση ημερομηνίας 17/02/2022, αποτελούσαν μέρος των 51.238 συνήθων μετοχών ιδιοκτησίας Ενάγοντα/Αιτητή στην εταιρεία ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990) και ευρίσκοντο στην κατοχή και/ή την προστασία και/ή την διαχείριση του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση 2 ως Παραλήπτη των μετοχών δυνάμει δικαστικού διατάγματος επιβάρυνσης ημερομηνίας 25/11/2019, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση 43 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του να αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει και/ή άλλως πως διαθέσει τις 798 συνήθεις μετοχές που κατέχει στην εταιρεία ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990) και οι οποίες πωλήθηκαν και/ή μεταβιβάσθηκαν επ΄ ονόματι του από τον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση 2 περί την 17/02/2022 με την έγκριση και/ή αποδοχή των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και οι οποίες μετοχές κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και πριν την προαναφερθείσα πώληση και/ή μεταβίβαση ημερομηνίας 17/02/2022, αποτελούσαν μέρος των 51.238 συνήθων μετοχών ιδιοκτησίας Ενάγοντα/Αιτητή στην εταιρεία ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 102990) και ευρίσκοντο στην κατοχή και/ή την προστασία και/ή την διαχείριση του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση 2 ως Παραλήπτη των μετοχών δυνάμει δικαστικού διατάγματος επιβάρυνσης ημερομηνίας 25/11/2019, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Οποιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Ε) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.». Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21, 29, 30, 31, 32, 41 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7, 8, 9, 10, 14, 19, 22, στον περί Εταιρειών Νόμο (ΚΕΦ. 113), στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (31(Ι)/1992), στον περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο του 2015 (64(Ι)/2015), στον περί του Ασυμβίβαστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους Νόμο του 2008 (7(Ι)/2008), και συναφείς κανονισμούς, στα άρθρα 1Α, 11, 12, 23, 25, 26, 30, 35, 172 και 179 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προάσπισης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) άρθρα 6, 11, 13 και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στον Χάρτη Θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρθρα 12, 17, 47, στη σχετική Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους γενικούς κανόνες και/ή γενικές αρχές της νομολογίας και/ή του κοινοδικαίου και/ή δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα, η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως εξής. Είναι ειδικός νευροχειρουργός με πείρα πέραν των 34 ετών. Είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ιατρών Κύπρου και μέλος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου. Συνεργάστηκε με διάφορα ιατρικά κέντρα, περιλαμβανομένης της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Από το 2006 μέχρι και το 2013, εργάστηκε ως νευροχειρουργός στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Η εναγομένη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτρια του Αρεταίειου Νοσοκομείου (στην συνέχεια το «Αρεταίειον»). Το Ονομαστικό Μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά την 29.4.2022 ήταν διαιρεμένο σε 3.199.000 συνήθεις μετοχές, συνολικής αξίας €5.470.290.00 (η αξία κάθε μετοχής ήταν €1.71) και το εκδοθέν Μετοχικό Κεφάλαιο ήταν διαιρεμένο σε 2.892.159 συνήθεις μετοχές, συνολικής αξίας €4.954.140.
- Μέχρι την 17.2.2022, ο ίδιος κατείχε 51.283 μετοχές στην εταιρεία. Μέτοχοι ήσαν επίσης, και εξακολουθούν να είναι οι εναγόμενοι 3-
- Το 2008 καταχωρήθηκε εναντίον του στο Ε.Δ. Λευκωσίας, η αγωγή με αριθμό 7502/2008, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 15.2.2016, απόφαση σε βάρος του. Η απόφαση εφεσιβλήθη με την υπ΄αριθμό 145/2016 Πολική Έφεση, η οποία ακόμη εκκρεμεί. Στις 15.6.2016, ο ίδιος καταχώρησε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης (εκκρεμούσης της Έφεσης), η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο στις 22.11.
- Στα πλαίσια της λήψης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, η ενάγουσα (στην συνέχεια η «Τσιοπουριάν») καταχώρησε την 9.6.2016, αίτηση στην βάση του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/
- Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Ε.Δ. Λευκωσίας με απόφαση του ημερομηνίας 30.1.2017, εξέδωσε Διάταγμα Επιβάρυνσης των 51.238 μετοχών του στην εταιρεία, καθώς επίσης και Διάταγμα εκποίησης (με δημόσιο πλειστηριασμό και/ή πώληση με ιδιωτική σύμβαση) των μετοχών και διάθεσης του προϊόντος της εκποίησης προς εξόφληση του εξ΄αποφάσεως χρέους. Το Δικαστήριο διέταξε επίσης όπως τυχόν ποσά που θα εισπράττοντο ως μέρισμα προ της εκποίησης των μετοχών, θα διατίθεντο επίσης, προς εξόφληση του εξ΄αποφάσεως χρέους. Η Τσιοπουριάν ενέγραψε επίσης επί της ακινήτου περιουσίας του, MEMO με αρ. Μ.3024/16 και Μ.1118/
- Το Δικαστήριο με Διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2017, διόρισε αρχικά ως Παραλήπτη των Μετοχών, τον Επίσημο Παραλήπτη. Στην συνέχεια, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 25.11.2019 (εκδόθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 8.3.2019), ως Παραλήπτης διορίστηκε ο εναγόμενος
- Ο τελευταίος, από τις 2.7.2021 διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην θέση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Ο εναγόμενος 2, πέραν μίας επιστολής ημερομηνίας 12.2.2020 με την οποία τον ενημέρωνε για τον διορισμό του, δεν τον πληροφόρησε κατά πόσον είχαν εισπραχθεί μερίσματα ή πληρώθηκαν οποιαδήποτε ποσά στην Τσιοπουριάν. Με επιστολή του ημερομηνίας 16.4.2021, την οποία απέστειλε μέσω των δικηγόρων του, ζήτησε από τον εναγόμενο 2, όπως τύχει πληροφόρησης για διάφορα θέματα, όπως σε ποιά τιμή καθορίστηκε η αξία των μετοχών του, βάσει ποιάς μεθόδου εκτίμησης, τι μερίσματα είχαν εισπραχθεί και σε ποιές ενέργειες είχε προβεί μέχρι τότε, προς ικανοποίηση της απόφασης. Ο εναγόμενος 2 απάντησε στις 27.4.
- Τον πληροφόρησε πως αποτάθηκε σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για διενέργεια εκτίμησης της αξίας των μετοχών. Η πρώτη Εκτίμηση ημερομηνίας 10.2.2021 (διενεργήθηκε από την Fiducitrust Services Ltd) ανέφερε ως «ενδεικτική» αξία του συνόλου των μετοχών του, τις €240.000=. Η δεύτερη Εκτίμηση ημερομηνίας 22.3.2021 (διενεργήθηκε από την Moore), ανέφερε ότι η αξία της κάθε μετοχής καθορίστηκε στο ποσό των €4.66 και η συνολική αξία των μετοχών στις €238.769.
- Κατά τον ίδιο, η κατάληξη ως προς την αξία των μετοχών είναι επισφαλής λόγω «απουσίας επαρκών δεδομένων». Μετά την πιο πάνω πληροφόρηση, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να «διαπραγματευθούν» με τους δικηγόρους της Τσιοπουριάν ώστε να αποπληρωθεί το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Με την σύμφωνο γνώμη του εναγομένου 2 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις. Τον Δεκέμβριο του 2021 κατέληξαν σε εξώδικη διευθέτηση. Ο ίδιος θα κατέβαλλε το ποσό των €220.000= και θα προχωρούσε σε απόσυρση της Έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η Τσιοπουριάν θα προχωρούσε σε απόσυρση των MEMO και οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης επί της περιουσίας του, καθώς και σε ενέργειες για ακύρωση του Επιβαρυντικού Διατάγματος. Στις 8.12.2021, η Τσιοπουριάν καταχώρησε αίτηση για ακύρωση του Επιβαρυντικού Διατάγματος, η οποία ορίστηκε στις 8.2.
- Στο μεσοδιάστημα είχαν καταβληθεί στην ενάγουσα πρόσθετα μερίσματα από τις μετοχές του, ύψους €17.000=. Έτσι το οφειλόμενο ποσό κατέληξε στις €203.300-. Όπως είχε συμφωνηθεί, το ποσό θα το κατέβαλλε με «Banker's Draft» στις 8.2.2022 που ήταν ορισμένη η αίτηση, ώστε να ακυρωθεί το Διάταγμα Επιβάρυνσης των μετοχών και να αποσυρθούν και τα MEMO. Λόγω «απρόβλεπτων γεγονότων» που επεσυνέβησαν στο μεσοδιάστημα (διαδικασία εκποίησης της κατοικίας του από τραπεζικό ίδρυμα) «αναγκάστηκε» να πληρώσει «μέρος» των €203.000= στο τραπεζικό ίδρυμα, με αποτέλεσμα να μην έχει διαθέσιμο το συμφωνηθέν ποσό στις 8.2.
- Παρόλο που ζήτησε «μικρή πίστωση χρόνου», τούτο δεν έγινε αποδεκτό, η Τσιοπουριάν απέσυρε την αίτηση της ημερομηνίας 8.12.2021 και η εξώδικη διευθέτηση δεν πραγματοποιήθηκε. Ο εναγόμενος 2, χωρίς να τον ενημερώσει, προχώρησε στις 17.2.2022 στην πώληση και μεταβίβαση των μετοχών του, στους εναγομένους 3-43 για το ποσό των €219.000=. Παρέλειψε όμως να καταβάλει το ποσό αυτό προς εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους του. Τον Φεβρουάριο του 2022, «διαπίστωσε» ότι ο εναγόμενος 2, από τον Ιούνιο του 2021 είχε προβεί σε δημοσιεύσεις στον τύπο (Εφημερίδα «Πολίτης» και «Φιλελεύθερος»), σε σχέση με την πώληση των μετοχών του. Σχετική ανακοίνωση εντόπισε και στο διαδίκτυο, σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα. Ειδικότερα ανακοινώνετο η εκποίηση με δημόσιο πλειστηριασμό των 51.238 μετοχών του στο Αρεταίειον Νοσοκομείο και καλούντο οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τις προσφορές τους, το αργότερο μέχρι τις 25.6.2021, χωρίς ωστόσο να καθορίζεται τιμή πώλησης για τις μετοχές. Κατά τον ίδιο χρόνο και ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε ότι οι μετοχές του είχαν ήδη πωληθεί και μεταβιβαστεί από τις 17.2.2022, περιήλθαν στην αντίληψη του δημοσιεύματα στον τύπο, σύμφωνα με τα οποία το Αρεταίειον επρόκειτο, μέχρι το καλοκαίρι του 2022, να εξαγοραστεί από το Αμερικανικό Επενδυτικό Ταμείο CVC Capital Partners έναντι του ποσού των 45-50 εκατομμυρίων Ευρώ. Οι εναγόμενοι 23, 27, 30 και 40, οι οποίοι συμμετείχαν σε Γενικές Συνελεύσεις της εναγομένης 1 εταιρείας, τον πληροφόρησαν πως αποφασίστηκε από τους μετόχους να προχωρήσουν σε αποδοχή της πρότασης. Μη γνωρίζοντας ότι οι μετοχές του είχαν ήδη πωληθεί, προσδοκούσε πως με την εξέλιξη αυτή, η τιμή των μετοχών του θα αυξανόταν «κατακόρυφα» και έτσι θα είχε την ευκαιρία να αποπληρώσει το εξ΄αποφάσεως χρέος του αλλά και «να λάβει το υπόλοιπο». Στις 29.4.2022, οι δικηγόροι του σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με τους δικηγόρους της Τσιοπουριάν πληροφορήθηκαν ότι οι μετοχές του είχαν πωληθεί έναντι του τιμήματος των €219.000=, ποσό το οποίο κατεβλήθη στην Τσιοπουριάν. Την ίδια ημέρα, οι δικηγόροι, κατόπιν εντολής του, διεξήγαγαν έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών. Διαπιστώθηκε ότι οι 51.238 συνήθεις μετοχές του μεταβιβάστηκαν στις 17.2.2022, από τον εναγόμενο 2 στους εναγομένους 3-43, με την έγκριση της εναγομένης 1 εταιρείας, ως ακολούθως. Στους εναγομένους 3-42 μεταβιβάστηκαν 1.261 μετοχές στον κάθε ένα (σύνολο 50.440 μετοχές) και στον εναγόμενο 43, οι υπόλοιπες 798 μετοχές. Διατείνεται πως ο εναγόμενος 2, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του ως Παραλήπτης, δεν διαφύλαξε τα συμφέροντα του, αφού οι μετοχές του πωλήθηκαν στην χαμηλή τιμή των €4.27 η κάθε μία, την στιγμή που είχε συμφωνηθεί η εξαγορά του Αρεταίειου από την CVC Capital Partners έναντι του ποσού των 45-50 εκατομμυρίων Ευρώ. Η συγκεκριμένη εξαγορά θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας της μετοχής του («η μετοχή μου θα μπορούσε να πωληθεί σε υπερδιπλάσιο ποσό»). Καταλογίζει επίσης στον εναγόμενο 2 πως ουδέποτε τον ενημέρωσε για την πώληση και την μεταβίβαση των μετοχών, ούτε για την τιμή στην οποία πωλήθηκαν, ούτε πως καθορίστηκε η αξία τους (στην βάση ποιάς εκτίμησης). Θεωρεί πως το ότι ο εναγόμενος 2 είναι «ταυτόχρονα» και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, «συνιστά» κώλυμα στο να ενεργεί και ως Παραλήπτης ή Σύμβουλος Αφερεγγυότητος και ως εκ τούτου οι ενέργειες του είναι εξ΄ υπαρχής άκυρες και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ. Καταληκτικά, οι ενέργειες του εναγομένου 2, προκάλεσαν στον ίδιο ζημιά. Κακή πίστη καταλογίζει και στην εναγομένη 1 εταιρεία, η οποία «ενέκρινε, επέτρεψε και αποδέχθηκε» την πώληση των μετοχών του σε «τόσο χαμηλή» τιμή, ενώ γνώριζε ότι «η πραγματική αξία των μετοχών του ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη ενόψει και της εξαγοράς του Αρεταίειου από την CVC Capital Partners». Υποστηρίζει πως την ίδια «κακόπιστη συμπεριφορά» επέδειξαν και οι εναγόμενοι 3-43, οι οποίοι «ως μέλη της Γενικής Συνέλευσης του Αρεταίειου», γνώριζαν ότι η αξία των μετοχών του «κατά την στιγμή» της αγοράς τους στις 17.2.2022, ήταν «εξευτελιστική» και ότι «ουσιαστικά πλούτιζαν εις βάρος του ενόψει και της εξαγοράς του Αρεταιείου και της κατακόρυφης αύξησης της τιμής και της αξίας των μετοχών τους». Αναφέρει επίσης πως η εξαγορά του Αρεταίειου βρίσκεται στο τελικό στάδιο και «ανά πάσα στιγμή μπορεί να προκύψει τελική συμφωνία». Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, προσθέτει, οι μετοχές του θα πωληθούν και μεταβιβαστούν σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία καλόπιστα θα τις αποκτήσουν, ενώ ο ίδιος θα απωλέσει την δυνατότητα να λάβει την πραγματική αξία των μετοχών του. Είναι τέλος η θέση του πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 και πως τα αιτούμενα Διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. Το Δικαστήριο έκρινε πως οι αιτούμενες θεραπείες δεν θα μπορούσαν να δοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης στην άλλη πλευρά. Όλοι οι εναγόμενοι, πλην του εναγομένου 23 για τον οποίον η αγωγή απεσύρθη ανεπιφύλακτα, ενίστανται στην Αίτηση. Προβάλλουν πως, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων και δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, πως η καταχώρηση της αγωγής και της Αίτησης χρησιμοποιείται εκδικητικά και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή για άσκηση πίεσης. Πως η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, αόριστη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Πως ο ενάγοντας-αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Πως οι ισχυρισμοί του που περιλαμβάνονται στην Ένορκη του Δήλωση είναι γενικοί και αόριστοι και δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Πως η ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων, αποτιμάται εύκολα σε χρήμα και η επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης αποτελεί επαρκή θεραπεία για αυτόν σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή του. Πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ των εναγομένων. Η Ένσταση των εναγομένων 1, 4 και 22 στηρίζεται σε Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Κολοκάση, υπευθύνου των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης 1 εταιρείας, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων απορρίπτει τις θέσεις του ενάγοντα, πλην των αναφορών του σε σχέση με την αγωγή 7502/2008 και των όσων επακολούθησαν της έκδοσης της απόφασης. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η εναγομένη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ιδιωτικού Νοσοκομείου με την επωνυμία «Αρεταίειον Νοσοκομείο» και οι σημερινοί μετόχοι της, εναγόμενοι 3-43, είναι ιατροί. Ο ενάγοντας ήταν επίσης μέτοχος της εναγομένης 1 και μέχρι την 17.2.2022 κατείχε 51.238 μετοχές, ονομαστικής αξίας €1.71 εκάστη. Με επιστολή ημερομηνίας 10.2.2020, η οποία εστάλη στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης 1, (η επιστολή κοινοποιήθηκε στην συνέχεια στους μετόχους), ο εναγόμενος 2 ενημέρωνε ότι διορίστηκε ως Παραλήπτης των μετοχών του ενάγοντα. Τον Ιούνιο του 2021, «εντόπισαν» δημοσίευση σε εφημερίδα καθημερινής κυκλοφορίας, με την οποία ο εναγόμενος 2 «προσκαλούσε» το κοινό για υποβολή προσφορών για αγορά των μετοχών, μέχρι και την 25.6.
- Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης 1 απέστειλε στις 14.6.2021 επιστολή στον εναγόμενο 2, με την οποία τον πληροφορούσε ότι οι μέτοχοι της εναγομένης 1, πλην του ενάγοντος φυσικά, είχαν πρόθεση να εξαγοράσουν τις μετοχές του τελευταίου στην τιμή των €4.29 ανά μετοχή. Εάν η προσφορά γινόταν αποδεκτή, ο κάθε μέτοχος θα λάμβανε αριθμό μετοχών ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Η τιμή (€4.29) καθορίστηκε μετά από συζητήσεις των μετόχων με τα στελέχη της εταιρείας που ασχολούνται με τα οικονομικά θέματα και αφού έλαβαν υπόψη μεταξύ άλλων παραγόντων και προηγούμενες πωλήσεις μετοχών της εναγομένης
- Στις 8.2.2022, ο εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή με την οποία ενημέρωνε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, ότι η προσφορά έγινε αποδεκτή. Το Διοικητικό Συμβούλιο στην συνέχεια, σε συνεδρία ημερομηνίας 15.2.2022 ενέκρινε την διανομή των 51.238 μετοχών του ενάγοντα στους υπόλοιπους μετόχους, οι οποίοι θα ελάμβαναν 1261 έκαστος, με εξαίρεση τον εναγόμενο 43 (Κυριάκο Αλεξάνδρου) ο οποίος θα λάμβανε 798 μετοχές. Στις 21.2.2022, η εναγόμενη 1 πλήρωσε προς τον εναγόμενο 2, μέσω της Ελληνικής Τράπεζας, το ποσό των €219.811 και ακολούθησε η μεταβίβαση των μετοχών στους μετόχους. Κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς από την εναγομένη 1 προς τον εναγόμενο 2, για εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα, δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόταση για εξαγορά του συνόλου των μετοχών της εναγομένης 1 από οποιοδήποτε τρίτο, και ούτε η CVC Capital Partners επέδειξε ενδιαφέρον. Τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας επί αυτού του θέματος είναι «εικασίες» και εκ των υστέρων σκέψεις. Είναι η θέση του τέλος, ότι όλοι (από πλευράς εναγομένων) ενήργησαν «καλόπιστα, ακολουθώντας τα Διατάγματα του Δικαστηρίου αλλά και τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας». Η Ένσταση του εναγομένου 2 υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ιδίου. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Διορίστηκε ως Παραλήπτης των μετοχών του ενάγοντα δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 25.11.
- Το Διάταγμα ούτε προσεβλήθη ούτε και εφεσιβλήθη. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ζήτησε την διενέργεια δύο Εκτιμήσεων για την αξία των μετοχών. Ετοιμάστηκαν από δύο ανεξάρτητες εταιρείες, την Moore Stylianou & Co Ltd τον Μάρτιο του 2021 και την Fiducitrust Services Ltd τον Φεβρουάριο του
- Στις 11.6.2021 προχώρησε στην δημοσίευση της πρόθεσης πώλησης των Μετοχών στον Τύπο (Εφημερίδες «Πολίτης» και «Φιλελεύθερος»). Η μοναδική προσφορά που έλαβε ήταν στις 14.6.2021 από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης 1, για την αγορά των Μετοχών στην τιμή €4.29 ανά μετοχή. Λόγω του ότι ο ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα όσον αφορά την εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους του, με την σύμφωνη γνώμη της Τσιοπουριάν, επικύρωσε με επιστολή του ημερομηνίας 8.2.2022, την προσφορά του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης
- Στις 21.2.2022 έλαβε το ποσό των €219.811= από την πώληση των μετοχών και στις 22.2.2022 κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την μεταβίβαση τους. Το εξ αποφάσεως χρέος του ενάγοντα, με βάση την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 7502/2008 ημερομηνίας 15.2.2016, ανερχόταν στις €150.000= ως Γενικές Αποζημιώσεις, πλέον €18.000= ως Ειδικές, πλέον τόκους, πλέον €13.235= δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον τόκους, πλέον €467= πραγματικά έξοδα. Από μερίσματα των μετοχών, εισπράχθηκε το συνολικό ποσό των €53.544.
- Ποσό ύψους €7.132.92 εισπράχθηκε απευθείας από την Τσιοπουριάν, προτού ο ίδιος διοριστεί ως Παραλήπτης. Επιπλέον μερίσματα ύψους €46.411.26 εισπράχθηκαν από τον ίδιο. Από το ποσό αυτό «καλύφθηκαν» τα έξοδα (περιλαμβανομένων και των εξόδων για την εκτίμηση των μετοχών) και η αμοιβή του ως Παραλήπτης, σύνολο €22.027.
- Το υπόλοιπο ποσό των €24.383.98 καταβλήθηκε από τον ίδιο στην κα Τσιοπουριάν στις 11.10.
- Αφαιρουμένων των εισπραχθέντων μερισμάτων, το εξ΄ αποφάσεως χρέος στις 31.3.2022 ανερχόταν στις €239.148.
- Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των μετοχών, ολόκληρο το ποσό των €219.811= κατεβλήθη στην Τσιοπουριάν. Στις 4.7.2022, με Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας, απηλλάγη των καθηκόντων του. Σχετική αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.5.2022 από πλευράς της Τσιοπουριάν. Το Διάταγμα εκδόθηκε και με την σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα. Απορρίπτει την θέση του ενάγοντα, ότι οι πράξεις του ως Παραλήπτης είναι άκυρες καθότι κατά τον συγκεκριμένο χρόνο είχε διοριστεί στην θέση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Διατείνεται πως οι ενέργειες ή ιδιότητες που θεωρούνται ασυμβίβαστες από αξιωματούχους βάσει του Νόμου του 2008 (Ο περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας, Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων, Νόμος) απαριθμούνται εξαντλητικά στον Νόμο, καμμιά δε από αυτές είναι σχετική με την προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, ο διορισμός ενός προσώπου ως Παραλήπτης περιουσιακών στοιχείων και η άσκηση εξουσιών υπό την ιδιότητα αυτή, δεν περιλαμβάνεται στις «απαγορευμένες» δραστηριότητες. Απορριπτέα από τον ομνύοντα, είναι επίσης η θέση του ενάγοντα ότι οι μετοχές πωλήθηκαν σε τιμή που δεν είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικής τους αξίας. Κατά τον ίδιο, οι επίδικες μετοχές αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1, συγκεκριμένα το 1.76%. Πρόκειται για ποσοστό που ούτε έλεγχο δίνει επί της εναγομένης 1, αλλά ούτε και αυξάνει ιδιαίτερα το ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη της. Τούτο δεν συγκρίνεται ή εξισώνεται με την αγορά ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου, η οποία θα φέρει στην ιδιοκτησία του αγοραστή ολόκληρο το ενεργητικό, την επιχείρηση και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, προσθέτει, ότι σύμφωνα με το Καταστατικό της εναγομένης 1, μόνο αδειούχοι ιατροί μπορούν να αποκτήσουν μετοχές, κάτι που μειώνει σημαντικά τον αριθμό των πιθανών ενδιαφερομένων. Η δική του θέση είναι πως το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά των μετοχών ήταν απόλυτα λογικό και δικαιολογημένο. Η Ένσταση των εναγομένων 19 και 27 στηρίζεται στην Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 19, Γεράσιμου Κυριακίδη. Ο ομνύων απορρίπτει τις θέσεις του ενάγοντα και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά, τους Λόγους Ένστασης. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Εν προκειμένω, τα προαναφερθέντα δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η Αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, ώστε να δοθούν οι θεραπείες που επιζητούνται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα εξής. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι το περιεχόμενο των εκατέρωθεν Ενόρκων Δηλώσεων είναι το υλικό επί του οποίου θα κριθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση όλων των Ενδιάμεσων αιτήσεων, περιλαμβανομένης και της υπό κρίση, διέπεται από την Δ.48 θ.4, η οποία προνοεί ότι δεν προσκομίζεται μαρτυρία αλλά η ακρόαση διεξάγεται βάσει του περιεχομένου των Ενόρκων Δηλώσεων. Αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω δηλώσεων, μπορεί να γίνει είτε με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου), είτε με καταχώρηση απαντητικών ενόρκων δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ, μέρος 1(Γ) σελ. 2118). Στην προκειμένη περίπτωση οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, θα κριθεί σε αυτό το πλαίσιο. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ μέρος 1(Γ) σελ. 1980, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σ΄ εκείνον που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Όπως έχει προαναφερθεί, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα. Εν προκειμένω, η Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρήθηκε με την καταχώρηση της αγωγής και έτσι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καθώς και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του ενάγοντα που υποστηρίζει την Αίτηση (συνιστά μαρτυρία που διέπεται από την Δ.39) αποτελεί το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Όπως η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1(Γ), 1802), στην ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) πληρείται. Αυτή φυσικά είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Νομολογικά έχει λεχθεί πως μόνο σε «κραυγαλέες» περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Εν προκειμένω αποκαλύπτεται με αναφορά σε ισχυρισμούς, αιτία αγωγής. Σε όλους τους εναγομένους αποδίδεται πως ενήργησαν κακόπιστα και παράνομα με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να υποστεί, συνεπεία των πράξεων τους, ζημιά. Συγκεκριμένα στον εναγόμενο 2 αποδίδεται πως εσκεμμένα και κατά παράβαση της υποχρέωσης του να ενεργεί προς όφελος του ενάγοντα, προχώρησε στην πώληση των μετοχών του σε τιμή που ήταν πιο κάτω από την αξία τους ώστε να επωφεληθούν οι εναγόμενοι 1 και 3-43 και να ζημιωθεί ο ενάγοντας. Στην εναγομένη 1, αποδίδεται πως κακόπιστα ενέκρινε, επέτρεψε και αποδέχθηκε τον καθορισμό την αξία της μετοχής «τόσο χαμηλά», ενώ γνώριζε ότι η πραγματική αξία των μετοχών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη και τούτο ώστε να επωφεληθούν οι εναγομένοι 3-43 και να ζημιωθεί ο ενάγοντας. Στους εναγομένους 3-43 αποδίδεται πως ενήργησαν με κακή πίστη, καθότι ως μέλη οι ίδιοι της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης 1, ενώ γνώριζαν την αξία των μετοχών, τις αγόρασαν σε «εξευτελιστική» τιμή, με πρόθεση να πλουτίσουν αδικαιολόγητα σε βάρος του ενάγοντα. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας) είναι σύμφωνα με την νομολογία «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας από τον αιτητή - υποχρέωση η οποία μετατίθεται για την μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης - αναμένεται, όμως, η παρουσίαση συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Εν προκειμένω κρίνω πως η εν λόγω προϋπόθεση για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν ικανοποιείται. Ο ενάγοντας δεν αμφισβητεί ούτε την έκδοση απόφασης εναντίον του στην αγωγή 7502/2008, ούτε και ότι το εξ΄ αποφάσεως χρέος του παρέμεινε μετά την έκδοση της απόφασης, απλήρωτο. Δεν αμφισβητεί επίσης τον διορισμό του εναγομένου 2 ως Παραλήπτη των μετοχών του. Εκείνο που ισχυρίζεται και σ΄ αυτό στηρίζει την υπόθεση του είναι πως οι μετοχές του πωλήθηκαν σε τιμή χαμηλότερη από την αξία τους, ενώ εάν ο εναγόμενος 2 δεν προχωρούσε στην πώληση των μετοχών και περίμενε μέχρι την εξαγορά του Αρεταίειου από το Αμερικανικό Επενδυτικό Ταμείο, οι μετοχές θα πωλούντο σε υψηλότερη τιμή και τούτο θα ήταν προς όφελος του αφού όχι μόνο το εξ΄ αποφάσεως χρέος του θα εξοφλείτο αλλά «θα του έμεναν και χρήματα». Ο ενάγοντας δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο, ενώ όφειλε να το πράξει, στοιχεία τόσο για την «επικείμενη», όπως ο ίδιος διατείνεται, πώληση του Αρεταίειου, όσο και για την τιμή στην οποία θα πωλούντο οι μετοχές. Στηρίζει την όλη υπόθεση του, σε δημοσιεύματα στον τύπο και σε δημοσιεύματα που ο ίδιος εντόπισε στο διαδίκτυο. Ουσιαστικά σε εικασίες. Η υπόθεση του, στην έλλειψη τέτοιων στοιχείων, παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του ότι οι μετοχές του πωλήθηκαν σε πολύ χαμηλή τιμή. Όφειλε να προσκομίσει στοιχεία, τα οποία να τεκμηρίωναν την συγκεκριμένη θέση, αφού σ΄ αυτήν βάσισε την όλη υπόθεση του. Η μη προσκόμιση στοιχείων, καθιστά την προβαλλόμενη θέση του να μην έχει προοπτική επιτυχίας. Οι γενικόλογες αναφορές του περί πώλησης του Αρεταίειου έναντι των 45-50 εκατομμυρίων Ευρώ, παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτες. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επικαλούμαι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ.
- Και τούτο γιατί είναι καλά γνωστό ότι και ο τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκαν τα εξής: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από την στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περισσεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα». Εκ του περισσού θα έλεγα πως ακόμη και εάν ικανοποιείτο η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ο ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσουν σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης του. Συνεπώς φρονώ πως δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Καταληκτικά, κρίνω πως η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση 1-22 και 24-43 και σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο