ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Laoura Estates Limited, διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας αυτής, Άλκη Χριστοδουλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7042/2015, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7042/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Εναγόντων και
- Laoura Estates Limited, διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας αυτής, Άλκη Χριστοδουλίδη
- Astarti Development PLC, διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας αυτής, Άλκη Χριστοδουλίδη
- Cyprotel-Rodos S.A.
- GEMA Hotel Management Ltd Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.6.2019 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Εναγόντων και
- Laoura Estates Limited, διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας αυτής, Άλκη Χριστοδουλίδη
- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Astarti Development PLC
- Cyprotel-Rodos S.A.
- GEMA Hotel Management Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 19.10.2022 για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κα Μιχαέλα Αριστοτέλους για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ξένια Κόκκινου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες, τραπεζικός Οργανισμός, διεξάγων τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, αξιώνουν από τους εναγομένους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσό των €7.357.788,23 πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 16.12.2009, το οποίο παραχωρήθηκε στους ενάγοντες
- Περαιτέρω αξιώνουν την εκποίηση ενυπόθηκου κτήματος ιδιοκτησίας των εναγομένων 1, καθώς και την πώληση ενεχυριασθέντων μετοχών ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
- Οι εναγόμενοι 1 ενάγονται ως οι πρωτοφειλέτες και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως οι εγγυητές των. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν ισχυρίζονται πως οι Συμφωνίες Δανείου και Εγγύησης είναι άκυρες και/ή παράνομες καθότι αντίκεινται στις πρόνοιες του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 (Ν.106
(1)/2010). Ειδικότερα πως οι όροι των είναι καταπιεστικοί και/ή καταχρηστικοί και/ή υπέρμετρα ετεροβαρείς, ασαφείς και/ή αόριστοι. Διατείνονται επίσης πως τα αξιούμενα ποσά είναι διογκωμένα, περιέχουν παράνομους ανατοκισμούς και/ή παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή μη συμφωνημένες χρεώσεις. Οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Αποδέχονται την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης στους εναγομένους 1 (στην βάση Συμφωνίας ημερομηνίας 16.12.2009), «υπό την εγγύηση» των εναγομένων 3 και 4, πλην όμως ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, πως οι Συμφωνίες Δανείου και Εγγύησης υπογράφτηκαν «καταχρηστικά και/ή επιβεβλημένα και/ή κάτω από περιστάσεις δόλου και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης, των εναγόντων ψευδώς και/ή δολίως και/ή αμελώς και/ή κακόπιστα παρουσιαζόντων και/ή προωθούντων την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών ως την μόνη προσφερόμενη και/ή κατάλληλη και/ή αξιολογημένα βιώσιμη λύση εξασφάλισης και/ή αναδιάρθρωσης, προγενέστερων δανείων». Τούτο, κατά τους εναγόμενους 3 και 4 καθιστά τις Συμφωνίες άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Παραθέτουν στο δικόγραφο τους, Λεπτομέρειες «οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης», «αμέλειας» και «δόλου». Στα πλαίσια της Ανταπαίτησης τους, ισχυρίζονται πως οι ενάγοντες «αμελώς και/ή δολίως και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος καλής πίστης, δεν εξέτασαν και/ή δεν εξέτασαν ορθά και/ή καλόπιστα και/ή παραγνώρισαν τα αιτήματα αναδιάρθρωσης των εναγομένων 1». Ανταπαιτητικώς αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την έκδοση Αναγνωριστικής Απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι Συμφωνίες Δανείου και Εγγύησης είναι άκυρες, απαλλάσσοντας έτσι τους εναγόμενους από «περαιτέρω εκπλήρωση» των Συμφωνιών και επιδικάζοντας υπέρ τους αποζημιώσεις. Η εναγομένη 3 στις 9.2.2022 καταχώρησε Αίτηση (στην συνέχεια «η Κυρίως Αίτηση»), με την οποία ζητεί όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει περαιτερω Υπεράσπιση», σε σχέση με ζητήματα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης της. Όπως καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Δράκου, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 3, μετά την καταχώρηση στις 10.5.2016 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης 3, επεσυνέβησαν γεγονότα που «άπτονται άμεσα των επιδίκων στην αγωγή θεμάτων, δημιουργούν νέες ουσιαστικές βάσεις υπεράσπισης προς όφελος της εναγομένης 3» και ως εκ τούτου θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε μία «Περαιτέρω Υπεράσπιση». Καταγράφει δε στην Ένορκη του Δήλωση τα «Νέα Γεγονότα». Πρόκειται ουσιαστικά για ένα, κατ΄ ισχυρισμόν, «γενικό πλαίσιο συμβιβασμού», το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της εναγομένης 3 (είναι ιδιοκτήτρια ενός Ομίλου Εταιρειών). Το πλαίσιο του συμβιβασμού αφορούσε εξόφληση δανείων του Ομίλου, περιλαμβανομένης και της επίδικης αξίωσης. Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού, ο Δράκος προβάλλει πως στέλεχος (Μαρία Δημάδη) της Τράπεζας Κύπρου, όταν της εζητήθη περί τον Δεκέμβριο του 2019, από τον Οικονομικό Διευθυντή των Εταιρειών του Ομίλου να τους κοινοποίησει το «Πιστοποιητικό Υπολοίπων και Υποχρεώσεων/Εγγυήσεων» που ετοίμασε και απέστειλε η Τράπεζα Κύπρου στους εξωτερικούς ορκωτούς ελεγκτές της εναγομένης 3 στην Ελλάδα, με ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερομηνίας 17.12.2019, η Δημάδη τους κοινοποίησε το «ζητηθέν έγγραφο», με το οποίο επιβεβαιώθηκε «για ακόμη μία φορά ότι η εταιρική εγγύηση ύψους €6.000.000.00 (και οποιαδήποτε άλλη εγγύηση) της εναγομένης 3 είχε ακυρωθεί». Συγκεκριμένα, προσθέτει ο ομνύων, στην σελίδα 3 στο σημείο 3.1 του εγγράφου, δίπλα από τον τίτλο «Εγγυήσεις/ομόλογα/αποζημιώσεις που εκδόθηκαν από την τράπεζα σε δικαιούχο για λογαριασμό του πελάτη» αναγράφεται «Δεν υπάρχουν λογαριασμοί». Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα της Μαρίας Δημάδη, με επισυνημμένο το Πιστοποιητικό της Τράπεζας, επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση, ως Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, πως ο μοναδικός λόγος που καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση είναι για να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, πως οι «νέοι ισχυρισμοί» είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα, είναι παντελώς παραπλανητικοί και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Αδαμίδη, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Οι ενάγοντες διαφωνούν με τα όσα αναφέρει ο Ανδρέας Δράκος στην Δήλωση του και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης
- Διατείνονται πως οι ισχυρισμοί περί πλαισίου συμβιβασμού τίθενται παραπλανητικά, αφού δεν αναφέρεται στην Δήλωση «πότε έλαβεν χώραν» ο συμβιβασμός και εάν αυτός έγινε μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Διερωτούνται τι είναι αυτό που οδήγησε την εναγομένη 3 να καταχωρήσει την Κυρίως Αίτηση με καθυστέρηση τόσων χρόνων. Διαφωνούν με την ερμηνεία που η εναγομένη 3 απέδωσε στην φράση «δεν υπάρχουν λογαριασμοί» στο Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 13, στην δήλωση Ανδρέα Δράκου) και στην θέση ότι η «Μαρία Δημάδη επιβεβαίωσε ότι η εταιρική εγγύηση των εναγομένων 3 είχε ακυρωθεί». Σε καμμιά περίπτωση, τονίζει ο ομνύων, η φράση «δεν υπάρχουν λογαριασμοί» μπορεί να σημαίνει «η εγγύηση έχει ακυρωθεί». Οι ενάγοντες εμμένουν στην θέση ότι η εγγύηση της εναγομένης 3 δεν ακυρώθηκε και σε καμμιά περίπτωση, αυτή απαλλάχθηκε των υποχρεώσεων της. Με την υπό κρίση Αίτηση, η εναγομένη 3 αιτείται όπως της δοθεί άδεια να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ώστε να «αντικρούσει» τους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι οποίοι, προβάλλονται δια μέσου της Ένορκης Δήλωσης του Κωνσταντίνου Αδαμίδη. Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.39 θθ1-2, Δ.48 θθ1-9, Δ.64 θθ1-3, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις «γενικές, εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου». Την υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση και πάλι του Ανδρέα Δράκου, ο οποίος διατείνεται πως έχει καλή και προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει. Ο ομνύων επαναλαμβάνει και πάλι τους περιεχομένους στην Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 9.2.2022, ισχυρισμούς. Εμμένει στη θέση πως με το «Πιστοποιητικό Ελεγκτών» (Auditors Report), Τεκμήριο 13 στην προαναφερόμενη Ένορκη του Δήλωση, η Τράπεζα Κύπρου «διαβεβαιώνει» τους Ορκωτούς Ελεγκτές της εναγομένης 3 ότι «δεν υφίστανται λογαριασμοί, τους οποίους να εξακολουθεί να εγγυάται η εναγομένη 3». Με την προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (προσχέδιο επισυνάπτεται), επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή των Ορκωτών Λογιστών της εναγομένης 3 προς την Τράπεζα Κύπρου ημερομηνίας 9.12.2019, σε απάντηση της οποίας εστάλη η επιστολή της Τράπεζας, ημερομηνίας 17.12.2019, μέσω της Μαρίας Δημάδη. Στην επιστολή τους (υπό σημείο 7), οι Ορκωτοί Λογιστές ζητούν να πληροφορηθούν, μεταξύ άλλων, και για «εγγυήσεις προς τρίτους». Η εν λόγω επιστολή καθορίζει «ρητά» ποιό ήταν το ζητούμενο, στο οποίο η τράπεζα θα έπρεπε να απαντήσει. Κατά τον ομνύοντα, το «σκάρφισμα» των εναγόντων πως το Πιστοποιητικό αναφέρεται μόνο σε «άμεσες» και όχι «έμμεσες» υποχρεώσεις, «ενέχει τεράστιο κίνδυνο παραπλάνησης του Δικαστηρίου αν μείνει μετέωρο και αναπάντητο». Οι ενάγοντες ενίστανται στην καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Προβάλλουν πως η εναγομένη 3 δεν απεκάλυψε επαρκείς λόγους και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της καταχώρησης της. Πως ό,τι επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι μαρτυρία προκύπτουσα από γεγονότα τα οποία ήσαν γνωστά σ΄ αυτήν προ της καταχώρησης της Κυρίως Αίτησης. Πως δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί, υπό τις περιστάσεις, η αιτουμένη άδεια. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. Ορκίζεται ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού, ο οποίος επαναλαμβάνει τις θέσεις των εναγόντων και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης. Νομική βάση της Αίτησης, είναι η Δ.48 θ4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Η αναφορά στον Θεσμό σε Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις δεν υπαγορεύει την μορφή και δεν περιορίζει την θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η Ένορκη Δήλωση που για «καλό λόγο» μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη Ένορκη Δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου», διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την Ένορκη Δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643). Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει «καλός λόγος». Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο, ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, με το οποίο η διαπίστωση του «καλού λόγου» συναρτάται. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στην εναγομένη 3 να καταχωρήσει την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη «καλού λόγου». Οι συνήγοροι της εναγομένης 3 στην Γραπτή τους Αγόρευση αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Με την αίτησή μας, δεν επιδιώκουμε ούτε τροποποίηση ούτε αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αρχική μας αίτηση ούτε συμπλήρωση ηθελημένου κενού. Αυτό που επιδιώκουμε, Εντιμοτάτη, είναι η αντίκρουση ισχυρισμού που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την σύνταξη της κυρίως αίτησης και ο οποίος χρήζει απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία. Σχετικά είναι τα όσα ανέφερε η κα Έφη Παπαδοπούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην απόφαση της στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα v. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α, ημερ. 5.11.2002: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει». Πράγματι η νομολογία υποδεικνύει πως είναι επιτρεπτή η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για διευκρίνιση ισχυρισμών της άλλης πλευράς, τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει (βλ. A. Messios and Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα, ανωτέρω). Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί των εναγόντων ήταν προβλέψιμοι, αφού είναι η ίδια η εναγομένη 3 που αναφέρθηκε στην επιστολή του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου Εταιρειών της προς την Τράπεζα Κύπρου. Στην παράγραφο 29 της υποστηρίζουσας την Κυρίως Αίτηση, Ένορκης Δήλωσης του Ανδρέα Δράκου, γίνεται αναφορά στο αίτημα του Οικονομικού Διευθυντή, το οποίο υπεβλήθη τον Δεκέμβριο του 2019 προς την Τράπεζα Κύπρου. Είναι σε απάντηση αυτού του αιτήματος, που εστάλη το επίδικο Πιστοποιητικό. Η εναγομένη 3 ενώ προσκόμισε το Πιστοποιητικό, δεν προσκόμισε και την επιστολή, με την οποία αυτό εζητήθη. Η αποστολή και η λήψη της επιστολής ημερομηνίας 9.12.2019 δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Η διαφωνία των μερών έγκειται στην «ερμηνεία» της φράσης «Δεν υπάρχουν λογαριασμοί». Ακόμη και να κατατεθεί η εν λόγω επιστολή, δεν θεωρώ πως θα συμβάλει στην ερμηνεία της επίμαχης φράσης. Ούτε και θα βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης, αφού δεν θα εξεταστεί ούτε και θα αποφασιστεί κατ΄ εκείνο το στάδιο, εάν η εναγομένη 3 έχει ή όχι αποδεσμευθεί από τις υποχρεώσεις της, άμεσες (δικές της δηλαδή υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες) ή έμμεσες (εγγυήσεις προς τρίτα πρόσωπα), όπως η ίδια τις έχει διαχωρίσει. Το ζήτημα δεν άπτεται της εξέτασης πραγματικών γεγονότων. Είναι νομικό. Το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν για νομικούς λόγους θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση «Περαιτέρω Υπεράσπισης». Δεν θα αξιολογήσει πραγματικά γεγονότα. Συνακόλουθα θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη 3-αιτήτρια ζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, όπως η ίδια τον έχει εξειδικεύσει, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο» αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της Αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος της εναγομένης 3-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο