← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Ι. SOTERIOU DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1561/2022, 19/7/2023

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Ι. SOTERIOU DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1561/2022, 19/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1561/2022 (i-justice) Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED, HE 378128, από την Λευκωσία Ενάγουσας -και-

  1. Ι. SOTERIOU DEVELOPERS LTD, HE 94515, από την Λευκωσία
  2. YSG CONSTRUCTIONS LTD, HE 346639, από την Λευκωσία
  3. CHRISTOS M. CHARALAMBOUS CONSTRUCTIONS LIMITED HE 167794, από την Λευκωσία
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από την Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 27.7.2022 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Στυλιανού μαζί με κ. Νικολάου για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους-Καθ΄ων η αίτηση: κα Άννα Ιακώβου για Μ. ΙΑΚΩΒΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), η ενάγουσα αξιοί από τους εναγομένους διάφορες θεραπείες. Μεταξύ αυτών, Αναγνωριστική Απόφαση ότι (α) η ίδια είναι η «μόνη ή/και αποκλειστική» ιδιοκτήτρια και νόμιμη δικαιούχος των ευρισκομένων στην ενορία Χρυσελεούσης στον Δήμο Στροβόλου ακινήτων, με αριθμούς εγγραφής 2/515, 2/516 και 2/527 (τεμάχια 412, 413 και 422 αντίστοιχα) και (β) δικαιούται σε κενή και ελεύθερη κατοχή και χρήση των ακινήτων. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 ή/και 2 ή/και 3 ή/και οι αξιωματούχοι ή/και οι υπαλλήλοι ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό τους, όπως εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή των ακινήτων στην ενάγουσα, εντός επτά

(7)ημερών από την επίδοση σ΄ αυτούς του Διατάγματος. Αποζημιώσεις ίσες με την ενοικιαστική αξία των ακινήτων, από την ημερομηνία που η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια των ακινήτων μέχρι και την παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής των ή/και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Γενικές ή/και Ειδικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις, για τις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα, μεταξύ άλλων λόγων και συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή σειράς δόλιων και/ή απατηλών ενεργειών που διεπράχθησαν από τους εναγομένους με σκοπό την καταδολίευση ή/και την εξαπάτηση της. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς, η ενάγουσα-αιτήτρια επιζητεί: «Α. Ενδιάμεσο Συντηρητικό ή/και Απαγορευτικό ή/και Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και άλλως πως των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό των Εναγομένων, από το να διαθέσουν ή/και ενοικιάσουν ή/και να μισθώσουν ή/και να επιβαρύνουν ή/και με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευτούν το σύνολο ή/και μέρος των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 2/515, 2/516 και 2/527, Φ./Σχ. 21/1012V04, Τμήμα 2, Τεμάχια 412, 413 και 422 αντιστοίχως, συνολικής έκτασης 2.312 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενα στην ενορία Χρυσελεούσας, στον Δήμο Στροβόλου, στην επαρχία Λευκωσίας (εφεξής «τα Ακίνητα»), μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο Συντηρητικό ή/και Απαγορευτικό ή/και Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και άλλως πως των Εναγομένων 2, 3 και 4 ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό τους, από το να προχωρήσουν στην καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου ή/και τιμήματος ή/και ανταλλάγματος αφορά ή/και σχετίζεται ή/και συνδέεται με τα Ακίνητα ή/και μέρος τους, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό ή/και Απαγορευτικό ή/και Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει την Εναγόμενη 1, ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους της ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό της, από το να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό το οποίο αφορά ή/και σχετίζεται ή/και συνδέεται με τα Ακίνητα ή/και μέρος τους και/ή οποιοδήποτε ποσό προέρχεται από την κατ΄ ισχυρισμό ενοικίαση ή/και εκμετάλλευση τους από οποιοδήποτε πρόσωπο, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής το Σεβαστού Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό ή/και Απαγορευτικό ή/και Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και άλλως πως των Εναγομένων 2, 3 και 4 ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό τους, από το να χρησιμοποιούν ή/και εισέρχονται ή/και επεμβαίνουν ή/και με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλεύονται τα Ακίνητα ή/και μέρος τους, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ε. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διατάττον τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και άλλως πως των Εναγομένων ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό τους, να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή των Ακινήτων, εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση σε αυτούς του αιτούμενου διατάγματος. ΣΤ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό ή/και Απαγορευτικό ή/και Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ή/και τους διευθυντές ή/και τους αξιωματούχους ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους υπηρέτες ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους ή/και άλλως πως των Εναγομένων 2, 3 και 4 ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους ή/και κατ΄ εντολή ή/και για λογαριασμό τους, από το να προχωρήσουν στην κατάθεση των συμφωνιών ενοικίασης ημερομηνίας 17.09.2015 και 01.12.2015 οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ Εναγομένης 1 και των Εναγόμενων 2 και 3, στο Κτηματολογικό Γραφείο, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ζ. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εφαρμογής των όρων ή/και των προνοιών των ισχυριζόμενων συμφωνιών ενοικίασης ημερομηνίας 17.09.20215 και 01.12.2015 μεταξύ της Εναγομένης 1 και των Εναγομένων 2 και 3, οι οποίες έχουν συναφθεί παράνομα ή/και δόλια ή/και απατηλά ή/και με ψευδείς παραστάσεις τις οποίες μετήλθαν οι Εναγόμενοι ή/και κατά παράβαση των εγγράφων υποθήκης με αριθμό Υ.10962/2008, Υ.12080/2010 και Υ.3645/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και/ή χωρίς την γραπτή έγκριση της Ενάγουσας ως Ενυπόθηκου Δανειστή, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η. Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει υπό τις περιστάσεις δίκαιη και εύλογη. Θ. Νόμιμο Τόκο. Ι. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς Προσωρινά Διατάγματα ως οι παραγράφοι Α, Β, Γ και ΣΤ της Αίτησης, ενώ διέταξε την επίδοση της, όσο αφορά το αιτητικό της παραγράφου Δ. Τα αιτητικά των παραγράφων Ε και Ζ της Αίτησης απεσύρθησαν από την ενάγουσα, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 29-32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 34, 36 και 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 17
(1), 18, 23, 73-75, 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 280, 281, 300, 302, 303 και 303Α, στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί, στα άρθρα 3 και 20 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, θ.1-3, 8 και 9, 11 και 12 και Δ.64, στα Άρθρα 23 και 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και των κανόνων του κοινοδικαίου, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή/και άλλων Δικαστηρίων, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μάκη Αδάμου, υπαλλήλου της ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία έχει αδειοδοτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, βάσει των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.168(Ι)/2015). Η εναγομένη 1, επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ήταν μέχρι πρότινος η ιδιοκτήτρια των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 2/515, 2/516 και 2/527, Φ/Σχ. 21/1012 VΟ4 Τμήμα 2, Τεμάχια 412, 413 και 422 αντίστοιχα, στην ενορία Χρυσελεούσας στον Δήμο Στροβόλου, στην επαρχία Λευκωσίας. Κατά το παρελθόν, η εναγομένη 1 έλαβε τραπεζικές και πιστωτικές διευκολύνσεις τόσο από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ όσο και από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, παραχωρώντας και στις δύο, σειρά εξασφαλίσεων. Μεταξύ άλλων, η εναγομένη 1 προέβη σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, στην εγγραφή στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας των Υποθηκών Υ10962/2008 ημερομηνίας 27.7.2008 (επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/527) προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για ποσό €423.000=, Υ12080/2010 ημερομηνίας 12.8.2010 (επί των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 2/515 και 2/516) προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd για ποσό €500.000= και Υ3645/2012 (Β΄ Υποθήκη επί των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 2/515 και 2/516) προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για ποσό €415.000=. Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και στη συνέχεια σε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Με βάση το Διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Ο περί Πωλήσεως Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013) ημερομηνίας 29.3.2013, περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Στην συνέχεια δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 23.5.2019, η ενάγουσα διαδέχθηκε εξ΄ ολοκλήρου την Τράπεζα Κύπρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από συγκεκριμένες τραπεζικές και πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν απαριθμηθεί στο Σχέδιο Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε από το εν λόγω Διάταγμα. Μεταξύ των εν λόγω δικαιωμάτων είναι και αυτά που απορρέουν από τις προαναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εναγομένη 1. Η εναγομένη 1 και άλλα πρόσωπα που παρείχαν εξασφαλίσεις στις δανειοδοτήσεις της (Ιωάννης Σωτηρίου, Χριστίνα Σωτηρίου και Ι. Soteriou Constructions Ltd) παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και η Τράπεζα Κύπρου έλαβε εναντίον τους δικαστικά μέτρα. Καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αγωγή με αριθμό 1584/2015 εναντίον της εναγομένης 1, της υπό εκκαθάριση εταιρείας I. Soteriou Constructions Ltd και του Ιωάννη Σωτηρίου, και την αγωγή με αριθμό 2309/2015 εναντίον της εναγομένης 1, του Ιωάννη Σωτηρίου, της Χριστίνας Σωτηρίου και της υπό εκκαθάριση εταιρείας I. Soteriou Constructions Ltd. Και οι δύο αγωγές είναι ακόμη εκκρεμούσες. Και η εναγομένη 1 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή με αριθμό 2302/2021 εναντίον της ενάγουσας, στα πλαίσια της οποίας ζήτησε την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος αναστολής του πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων (είχε οριστεί για τις 24.11.2021), αίτημα το οποίο απερρίφθη. Η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου εφεσιβλήθη και η Έφεση εκκρεμεί. Η ενάγουσα ενεργοποίησε στην συνέχεια τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965 για την εκποίηση των Υποθηκών και την πώληση των ακινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό. Ο πρώτος πλειστηριασμός διεξήχθη στις 8.6.2021 πλην όμως τα ακίνητα δεν πωλήθηκαν. Ορίστηκε εκ νέου (θα διεξαγόταν ηλεκτρονικά αυτή την φορά) στις 24.11.2021. Ουδείς επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά των ακινήτων και τον Ιανουάριο του 2022, έξι
(6)μήνες μετά την διεξαγωγή του πρώτου πλειστηριασμού, η ενάγουσα επέλεξε, ως είχε το δικαίωμα βάσει του άρθρου 441Α του Μέρους VIA του Ν.9/1963, να αγοράσει τα ακίνητα και να τα εγγράψει επ΄ ονόματι της. Το τίμημα πώλησης-αγοράς των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 2/515 και 2/516, ανήλθε σωρευτικά στο ποσό των €726.000=, ενώ το αντίστοιχο τίμημα πώλησης-αγοράς του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/527 ανήλθε στο ποσό των €329.000=. Τα ποσά αυτά «συνάδουν ή πλησιάζουν» σε μεγάλο βαθμό την αγοραία αξία των ακινήτων, σύμφωνα με εκτιμήσεις που είχαν διενεργηθεί για λογαριασμό της ενάγουσας από δύο ανεξάρτητους εκτιμητές γης, τον Μάιο-Ιούνιο του
  1. Αφού πληρώθηκαν διάφοροι φόροι (εισοδήματος, ακίνητης ιδιοκτησίας κλπ) κατανεμήθηκαν στην ενάγουσα τα ποσά των €696.535.15 και €313.804.54 αντίστοιχα. Τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 1 στις 26.1.
  2. Παρά την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ακινήτων, η εναγομένη 1 δεν παρέδωσε, ως όφειλε, ελεύθερη και κενή την κατοχή των, αν και ειδοποιήθηκε δεόντως για την εγγραφή των ακινήτων επ΄ ονόματι της ενάγουσας. Από έρευνα που διεξήχθη επί τόπου περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2022, από εξουσιοδοτημένα από την ενάγουσα πρόσωπα (εταιρεία DELFI PARTNERS), διαπιστώθηκε ότι τα ακίνητα χρησιμοποιούνται ως γραφεία από τρία πρόσωπα, ενώ πέραν της ισογείου κατοικίας που είναι κτισμένη σε μέρος των δύο εκ των τριών ακινήτων, εντός αυτών ήσαν τοποθετημένες, παράνομα και παράτυπα, λυόμενες εγκαταστάσεις και υλικά οικοδομής. Η ταυτότητα των τριών αυτών προσώπων ήταν ευδιάκριτη από «ταπέλλες» και σημάνσεις που τα εν λόγω πρόσωπα είχαν αναρτήσει εντός των ακινήτων. Επρόκειτο για τις εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες, καθώς και για «ένα πρόσωπο» με την ονομασία CMC Constructions Ltd (μέχρι την 27.7.2022 ημερομηνία που ορκίστηκε ο ομνύων, το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε εγγραφεί ως εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 113), για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο εναγόμενος 4 (ο ίδιος δηλώνει ότι είναι ο διευθυντής της εταιρείας CMC Constructions Ltd). Οι αντιπρόσωποι της ενάγουσας συνομίλησαν με ένα εκ των εκπροσώπων των εναγομένων 2 και 3 και του «ανύπαρκτου» εν τέλει προσώπου CMC Constructions Ltd, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι τα εν λόγω πρόσωπα ενοικιάζουν «χώρο» μέσα στα ακίνητα, στην βάση Συμφωνιών Ενοικίασης. Παρά το ότι οι Συμφωνίες Ενοικίασης είχαν ζητηθεί, εντούτοις δεν προσκομίστηκαν. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 15.2.2022 πληροφόρησε τα εν λόγω «τρία» πρόσωπα ότι είχε καταστεί ιδιοκτήτρια των ακινήτων από τις 26.1.2022 και ζητούσε από αυτά όπως τα εκκενώσουν αμέσως και όπως της παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή τους. Η ενάγουσα «επιχείρησε» να επιδώσει σχετική επιστολή και στην εναγομένη 1 χωρίς όμως τούτο να γίνει κατορθωτό. Επιστολή, μέσω των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 11.5.2022, επιδόθηκε και στα προαναφερόμενα πρόσωπα. Με την εν λόγω επιστολή επληροφορούντο (α) ότι η ενάγουσα ήταν από τις 26.1.2022 η ιδιοκτήτρια των ακινήτων και είχε το αναφαίρετο δικαίωμα για κατοχή, απόλαυση και διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας της και (β) ότι η παραμονή των ιδίων στα ακίνητα παραβίαζε τις Συμβάσεις Υποθήκης που συνομολογήθηκαν με την εναγομένη
  3. Στις 30.5.2022, οι εναγόμενες 2 και 3 απάντησαν, μέσω των δικηγόρων τους, ότι ενοικίασαν τα ακίνητα από την εναγομένη 1, χωρίς όμως και πάλι να «αποκαλύπτουν» οποιαδήποτε Ενοικιαστήρια Συμβόλαια. Παράλληλα προέβαλαν αβάσιμους, αστήριχτους και ανυπόστατους ισχυρισμούς σε σχέση με την κατοχή από τις ίδιες των ακινήτων, ενώ «επιχείρησαν» να αμφισβητήσουν και τις διαδικασίες που προηγήθηκαν σε σχέση με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Τούτο, κατά τον ομνύοντα, καταδεικνύει την συμπαιγνία, την συνωμοσία και την συνδρομή των εναγομένων 2 και 3 και του εναγομένου 4 (μέχρι πρότινος ήταν συνέταιρος της εναγομένης 1 μέσω εταιρείας δικών του συμφερόντων) στις παράνομες, παράτυπες, αντισυμβατικές και δόλιες ενέργειες της εναγομένης 1, με σκοπό την εξαπάτηση, την καταδολίευση και παρεμπόδιση της ενάγουσας από του να απολαύσει την περιουσία της. Μετά από αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των δικηγόρων της ενάγουσας και των εναγομένων 2 και 3, εν τέλει στις 7.7.2022, οι τελευταίες παρέδωσαν δύο Ενοικιαστήρια Συμβόλαια που κατ΄ ισχυρισμόν είχαν συνάψει με την εναγομένη 1, ημερομηνίας 17.9.2015 και 1.12.2025, αντίστοιχα. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι «οι όροι και οι πρόνοιες των ενοικιαστηρίων συμβολαίων είναι το επιστέγασμα μιας καλοσχεδιασμένης παράνομης, αντισυμβατικής, δόλιας και απατηλής συμπεριφοράς από μέρους της εναγομένης 1 με την συνέργεια και την συνδρομή των εναγομένων 2-4, ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η από μέρους της εναγομένης 1, παράνομη κατοχή των ακινήτων και η παράνομη είσπραξη ποσών από την εκμίσθωση και την ενοικίαση των ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα .». Καταληκτικά υποστηρίζει πως θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, καθότι οι εναγόμενοι από τις 26.1.2022, ημέρα κατά την οποία η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια των ακινήτων μέχρι και σήμερα, «διαπράττουν» το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  4. Με άδεια του Δικαστηρίου, η ενάγουσα καταχώρησε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ορκίστηκε και πάλι ο Μάκης Αδάμου. Κατέθεσε πως από πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους του, επίκειται άμεσα η λήψη νομικών μέτρων από τον Δήμο Στροβόλου σε βάρος της ενάγουσας ως η ιδιοκτήτρια των ακινήτων, σε σχέση με τις λυόμενες εγκαταστάσεις και τις άλλες αυθαίρετες κατασκευές που τοποθετήθηκαν εντός αυτών. Ως Τεκμήριο 1 επισύναψε επιστολή του Δήμου Στροβόλου προς την ενάγουσα, ημερομηνίας 4.8.
  5. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και στην οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων. Στην Ένσταση που καταχώρησαν προβάλλουν πως η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να επιζητεί οποιαδήποτε θεραπεία που αφορά και/ή σχετίζεται με τα επίδικα ακίνητα, καθότι κατέστη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχος των ακινήτων, κατά παράβαση του Νόμου 169(Ι)/
  6. Πως με τις θεραπείες που «επιδιώκονται με την αίτηση» αποφασίζεται η ουσία της υπόθεσης, γεγονός ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο και πως καλείται το Δικαστήριο να καταλήξει σε οριστικά ευρήματα, επίσης ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο. Πως δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. Πως το ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί προς όφελος των καθ΄ων η αίτηση. Γενικά, πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ιδιαίτερα δε η τρίτη προϋπόθεση. Η Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ιωάννη Σωτηρίου, μετόχου και διευθυντού της εναγομένης 1 εταιρείας, δεόντως εξουσιοδοτημένου, όπως ο ίδιος αναφέρει και από τους εναγομένους-καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και
  7. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η εναγομένη 1 εταιρεία, προ των γεγονότων του 2013 ήταν μία από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες της Κύπρου. Χωρίς κανένα οικονομικό πρόβλημα και με ακίνητη περιουσία πολλαπλάσιας αξίας από τις υποχρεώσεις της. Χρηματοδοτείτο παραχωρώντας υποθήκες επί της ακινήτου περιουσίας της (η αξία των ακινήτων εξασφάλιζε την Τράπεζα στο πολλαπλάσιο των χορηγήσεων της) κυρίως από την Λαϊκή Τράπεζα και σε μικρότερο βαθμό από την Τράπεζα Κύπρου. Μέχρι τον Μάρτιο του 2013 ήταν σε εξέλιξη η κατασκευή εννέα
(9)πολυκατοικιών σε διάφορες περιοχές της Λευκωσίας. Η εταιρεία έλαβε χρηματοδότηση από την Λαϊκή Τράπεζα και σε αντιστάθμισμα υποθήκευσε και τις εννέα
(9)πολυκατοικίες. Η Τράπεζα ζήτησε ακόμη και την υποθήκευση «προσωπικής» περιουσίας. Υποθήκευσε την κατοικία του (έχει ανεγερθεί το 2009) αξίας €300.000= καθώς και τις κατοικίες των δύο θυγατέρων του, αξίας «τουλάχιστον» €700.000=. Τα υποθηκευμένα ακίνητα (διαμερίσματα και κατοικίες) υπερέβαιναν σε αξία τα €4.000.000=. Τον Μάρτιο του 2013 που τερματίστηκαν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας, οι οφειλές της εναγομένης 1 εταιρείας και προς τις δύο Τράπεζες (Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή) ανέρχονταν στα €2.600.000= περίπου. Όταν τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας τις ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου, η τελευταία «αυτόματα» τερμάτισε την χρηματοδότηση της εναγομένης 1. Τότε η εταιρεία οδηγήθηκε στην καταστροφή. Αδυνατούσε να «συντηρήσει» το προσωπικό της, να πωλήσει διαμερίσματα κα να εισπράξει οφειλόμενα χρήματα από τα ήδη πωληθέντα. Η Τράπεζα Κύπρου, η οποία επέβαλε παράνομους τόκους και χρεώσεις στους Λογαριασμούς της εναγομένης 1, ξεκίνησε την διαδικασία εκποίησης, δύο πολυκατοικιών με συνολικά δεκαοκτώ
(18)διαμερίσματα, καθώς και των κατοικιών των δύο θυγατέρων του. Μέσω των δικηγόρων της, η εναγομένη 1 ζήτησε συνάντηση με την Τράπεζα. Ο ίδιος με τους δικηγόρους του συναντήθηκαν με δύο λειτουργούς, στις οποίες υπέβαλαν τις προτάσεις τους. Εισηγήθηκαν να μεταβιβαστούν στην τράπεζα συγκεκριμένα ακίνητα, η αξία των οποίων κάλυπτε στο ακέραιο τις απαιτήσεις της (τον Μάρτιο του 2013, η εναγομένη 1 όφειλε συνολικό ποσό €2.600.000= και στις δύο Τράπεζες). Οι προτάσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές. Είναι η θέση του ότι η Τράπεζα δεν ετήρησε ορθά τις διαδικασίες που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965. Κατάφερε εν τέλει να αγοράσει και τα τρία
(3)ακίνητα τους στο ποσό του €1.000.000=, ενώ η αξία τους τότε υπερέβαινε τα €2.640.000=. Σήμερα δε, η αξία τους είναι ακόμη μεγαλύτερη. Καταληκτικά, επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές υπεραμύνθηκαν των θέσεων τους με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v.
  1. Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο τότε πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Εν προκειμένω ως προς το στοιχείο του κατεπείγοντος, κρίνω πως με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο από πλευράς της ενάγουσας, έχει ικανοποιηθεί το εν λόγω κριτήριο ειδικά σε σχέση με τις παραγράφους Α, Β, Γ και ΣΤ της Αίτησης όπου οι αιτούμενες θεραπείες δόθησαν μονομερώς. Από την μαρτυρία του Μάκη Αδάμου έχει διαφανεί πως οι εναγόμενοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού οι ενάγοντες εξασφαλιστούν με τα εκδοθέντα διατάγματα. Έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος επιβάρυνσης των ακινήτων με την εγγραφή των Συμβάσεων Ενοικίασης στο Κτηματολόγιο (τούτο επιτρέπεται σύμφωνα με τον όρο 10.3 των Ενοικιαστηρίων), καθώς και η ευκολία με την οποία οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να δράσουν προς υλοποίηση του πιο πάνω στόχου. Ως προς τον χρόνο, η ενάγουσα έδρασε χωρίς χρονοτριβή στην καταχώρησης της αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης. Έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος λήψης δικαστικών μέτρων από τον Δήμο Στροβόλου εναντίον της ενάγουσας, σε σχέση με τις λυόμενες εγκαταστάσεις, αποθήκες, εμπορευματοκιβώτια, μηχανήματα και άλλα αντικείμενα που βρίσκονται παράνομα εντός των ακινήτων. (η επιστολή του Δήμου Στροβόλου ημερομηνίας 4.8.2022 είναι σχετική). Από πλευράς εναγομένων δεν ετέθη οτιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση του επ΄ αυτού του σημείου. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) πληρείται. Αυτή φυσικά είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Νομολογικά έχει λεχθεί πως μόνο σε «κραυγαλέες» περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επέμβασης, ο ορισμός της οποίας δίδεται από το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. Αναφέρεται πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Ως προς το ποιος μπορεί να ενάξει, νομολογιακά έχει καθιερωθεί ότι ενάγων πρέπει να είναι ο κάτοχος (Λάμπρου κ.α. v. Κεφάλα κ.α. Πολιτική Έφεση 1997, ημερομηνίας 25.9.2020). Όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα, νομιμοποιείται ο ιδιόκτητης να εγείρει αγωγή. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας) είναι σύμφωνα με την νομολογία «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας από τον αιτητή - υποχρέωση η οποία μετατίθεται για την μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης - αναμένεται, όμως, η παρουσίαση συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση, την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει, μαζί με τα επισυνημμένα σ΄ αυτή Τεκμήρια, καθώς και την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μίας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως η παραβίαση του δικαιώματος της ενάγουσας να κατέχει και να απολαμβάνει την περιουσία της, λόγω της παράνομης επέμβασης των εναγομένων στα ακίνητα, όπως και η παραβίαση ουσιωδών όρων των Συμβάσεων Υποθήκης που συνομολογήθηκαν μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και της εναγομένης 1. Οι εναγόμενοι προέβαλαν κάποιους ισχυρισμούς στοχεύοντας να αποδείξουν ότι νόμιμα κατέχουν τα ακίνητα και δεν επεμβαίνουν σ΄ αυτά παρανόμως. Οι εκατέρωθεν όμως προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο (κατά την ακρόαση της υπόθεσης) και όχι τώρα. Τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας) είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ., 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του Εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως ικανοποιείται και το εν λόγω κριτήριο. Η ενάγουσα έχει καταδείξει στο Δικαστήριο πως οι εναγόμενοι δεν είναι οικονομικά φερέγγυοι και πως θα πρέπει να διατηρηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση, σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί υπέρ της. Σε σχέση με την εναγομένη 1 ειδικότερα, έχει καταδειχθεί ότι δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας Κύπρου αρχικά και της ενάγουσας στην συνέχεια, με αποτέλεσμα την λήψη νομικών μέτρων εναντίον της. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα, το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της ενάγουσας-αιτήτριας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, είναι η κατάληξη μου πως τα μονομερώς εκδοθέντα Διατάγματα θα πρέπει να οριστικοποιηθούν και πως η Αίτηση ως προς το αιτητικό της παραγράφου Δ, θα πρέπει να εγκριθεί. Δια ταύτα: (α) Τα μονομερώς εκδοθέντα Διατάγματα ημερομηνίας 10.8.2022 οριστικοποιούνται. (β) Εκδίδεται Διάταγμα ως το παρακλητικό Δ της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος των εναγομένων 1-4. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.