Nesterenko Roman Borisovich ν. VITALWORLD LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 28/2021, 6/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 28/2021 Μεταξύ: Nesterenko Roman Borisovich Ενάγοντα -και- 1. VITALWORLD LTD 2. Zaremba Sergey Basilyevich 3. Ryazanov Alexander Nikolayevich Εναγομένων Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 15.4.2022 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Α. Ερωτοκρίτου για A. G. EROTOCRITOU LLC Για Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Καρή για ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΝΑΒΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 2 και 3: κ. Σ. Πίττας για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 2-3 είναι μέτοχοι στην εναγομένη 1 εταιρεία, η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία, έχουσα το εγγεγραμμένο της γραφείο στην Λευκωσία. Ο ενάγοντας κατέχει 92 μετοχές Τάξης Γ, οι εναγόμενοι 2 και 3 από 908 μετοχές Τάξης Β και η Γερμανική εταιρεία Akrin Holding Gmbh (ελέγχεται από τον εναγόμενο 3), 92 μετοχές Τάξης Δ΄. (β) η εναγομένη 1 κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της Open Joint Stock Company Khlebprom (στην συνέχεια «η Khlebprom»), Ρωσικής εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παρασκευής αρτοσκευασμάτων (κέικ, παξιμάδια και ντόνατς) στην Ρωσία. Η εναγομένη 1 κατέχει την Khlebprom μέσω της Limited Liability Company Rusinvest (στην συνέχεια «η Rusinvest»), Ρωσικής εταιρείας, και της International LLC Raycroft Limited (στην συνέχεια «η Raycroft»), επίσης Ρωσικής εταιρείας. Συγκεκριμένα, η εναγομένη 1 κατέχει το 70.57% του μετοχικού κεφαλαίου της Raycroft, η οποία με την σειρά της κατέχει το 99% του μετοχικού κεφαλαίου της Rusinvest. Το υπόλοιπο 1% του μετοχικού κεφαλαίου της Rusinvest κατέχεται από την Khlebprom, η οποία είναι εξ΄ ολοκλήρου θυγατρική της Risinvest. Το υπόλοιπο 29.43% του μετοχικού κεφαλαίου της Raycroft κατέχεται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (European Bank of Reconstruction & Development) η οποία στην συνέχεια θα αναφέρεται ως «η EBRD». Θυγατρική εταιρεία της Khlebprom (εξολοκλήρου) είναι και η επίσης Ρωσική εταιρεία Limited Liability Company Melas (στην συνέχεια «η Melas»), η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των εισαγωγών και εξαγωγών την προϊόντων της Khlebprom. (γ) η εναγομένη 1, η Raycroft, η Rusinvest, η Khlebprom και η Melas (στην συνέχεια «ο Όμιλος Εταιρειών») ιδρύθηκαν από τον εναγόμενο 2, ο οποίος είχε την διαχείριση των εργασιών του Ομίλου μέχρι και το 2007. Ο εναγόμενος 3 ήταν συνέταιρος του εναγομένου 2 από το 2004. Από το 2007, ο ενάγοντας ανέλαβε την διαχείριση της επιχείρησης του Ομίλου. Το 2010, οι ενάγοντας έγινε συνέταιρος στον Όμιλο αποκτώντας ένα μειοψηφικό πακέτο μετοχών, ήτοι 92 μετοχές Τάξης Γ΄ στην εναγομένη 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Μερικά χρόνια αργότερα, ο ενάγοντας, ο οποίος συνέχισε να διαχειρίζεται την επιχείρηση του Ομίλου απέκτησε περισσότερα δικαιώματα, περιλαμβανομένων δικαιωμάτων ψήφου στην εναγομένη 1 και κατ΄ επέκταση στον Όμιλο. (δ) στις 4.6.2019 υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1, 2 και 3 συμφωνία (στην συνέχεια «η Συμφωνία Μετόχων»), σε σχέση με την εταιρική διακυβέρνηση της εναγομένης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών στην Ρωσία. Η Συμφωνία παρέχει στον ενάγοντα εκτεταμένα δικαιώματα (δικαίωμα αρνησικυρίας και πληροφόρησης σε σχέση με οικονομικά και άλλα ζητήματα), όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης της εναγομένης 1 και συνακόλουθα των θυγατρικών της. (ε) με την υπογραφή της Συμφωνίας Μετόχων τροποποιήθηκε και το Καταστατικό της εναγομένης 1 ώστε να αντικατοπτρίζει τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Ο ενάγοντας θεωρώντας πως οι εναγόμενοι «προσπάθησαν» παράνομα να τον αποκλείσουν από την εταιρική διακυβέρνηση της εναγομένης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών, προχώρησε στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους, καταχωρώντας την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και στην συνέχεια την υπό κρίση Αίτηση. Με την αγωγή (καταχωρήθηκε σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα) επιζητεί την έκδοση Αναγνωριστικής Απόφασης, με την οποία να κηρύσσεται ότι η Συμφωνία Μετόχων ημερομηνίας 4.6.2019 είναι έγκυρη και/ή πλήρως δεσμευτική για τα μέρη, καθώς επίσης και άλλες Αναγνωριστικές Δηλώσεις, μεταξύ αυτών, πως η εναγομένη 1 και/ή ο εναγόμενος 2 και/ή ο εναγόμενος 3 έχουν παραβιάσει την Συμφωνία Μετόχων και ειδικότερα τους Όρους 7, 10, 14, 17 και 18. Επιζητεί επίσης Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ειδική Εκτέλεση της Συμφωνίας Μετόχων. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αξιώνει Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις σε κλίμακα άνω των €2.000.000.00 για ζημιές και/ή απώλειες που κατ΄ ισχυρισμόν υπέστη και/ή συνεχίζει να υπόκειται «ένεκα των παράνομων και/ή αντισυμβατικών ενεργειών του εναγομένου 2 και/ή του εναγόμενου 3 και/ή της εναγόμενης 1, μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων αυτής». Με την υπό κρίση Αίτηση (καταχωρήθηκε δια κλήσεως και όχι μονομερώς, μερικούς μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής) ο ενάγοντας επιζητεί τα ακόλουθα: «(α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του παρόντος διατάγματος, από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) και/ή να δίδουν Οδηγίες για τη λήψη και/ή την εκτέλεση και/ή υλοποίηση οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας από την Εναγόμενη 1 και/ή τη Raycroft Limited καιiή τη Limited Liability company "Rusinvest" και/ή τη Open joint stock company "Κhlebprom" και/ή οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση θυγατρική της Εναγόμενης 1 σε σχέση με Θέμα που εμπίπτει στη δεύτερη παράγραφο του Παραρτήματος 1 της Συμφωνίας Μετόχων και/ή στο Άρθρο 117C του Καταστατικού της Εναγόμενης 1 χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση του Ενάγοντα, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του παρόντος διατάγματος, από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) και/ή να δίδουν οδηγίες για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας για την τροποποίηση και/ή επαναδιατύπωση των εγγράφων σύστασης και/ή των καταστατικών και/ή άλλων αντίστοιχων εγγράφων της Εναγόμενης 1 και/ή της Raycroft Limited και/ή της Limited Liability company "Rusinvest" και/ή της Open joint stock company "Khlebprom" και/ή οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης Θυγατρικής της Εναγόμενης 1, χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση του Ενάγοντα, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τους Εναγόμενους 2 και 3 από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) και/ή να δίδουν οδηγίες για τη λήψη και/ή την εκτέλεση και/ή την υλοποίηση οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας από την Εναγόμενη 1 και/ή το διοικητικό συμβούλιο αυτής και/ή τους εκάστοτε διευθυντές της για τη διαχείριση και/ή την επιχείρηση της Εναγόμενης 1 και/ή ως άμεσος και/ή έμμεσος μέτοχος των Θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης 1 κατά πλειοψηφία και/ή χωρίς τη συγκατάθεση και/ή συμμετοχή του διευθυντή Γ της Εναγόμενης 1, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι το παρόν διάταγμα δεν απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τους Εναγόμενους 2 και 3 από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) και/ή να δίδουν οδηγίες για τη λήψη και/ή την εκτέλεση και/ή την υλοποίηση οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας από την Εναγόμενη 1, μέσω των διευθυντών Α και B χωρίς τη συγκατάθεση και/ή συμμετοχή του διευθυντή Γ, για την έγερση και/ή υπεράσπιση και/ή προώθηση ή μη (pursuing or not) και/ή διαπραγμάτευση και/ή διευθέτηση οποιασδήποτε απαίτησης και/ή αξίωσης και/ή δικαστικής διαδικασίας από και/ή εναντίον του Ενάγοντα και/ή προσώπων συνδεδεμένων με τον Ενάγοντα. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπα λάβει γνώση του παρόντος διατάγματος, από του να ισχυρίζονται ότι και/ή να ενεργούν ως σαν η συμφωνία μετόχων ημερομηνίας 04/06/2019 μεταξύ του Ενάγοντα, των Εναγομένων και της εταιρείας Akrin Holding GmbH έχει τερματιστεί και/ή άλλως πως δεν τυγχάνει εφαρμογής, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (ε) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) την τροποποίηση της συμφωνίας μετόχων ημερομηνίας 04/06/2019 μεταξύ του Ενάγοντα, των Εναγομένων και της εταιρείας Akrin Holding GmbH, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση και/ή έγκριση το Ενάγοντα, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (στ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του παρόντος διατάγματος, από του, άμεσα ή έμμεσα, να προβαίνουν και/ή να προκαλούν (procure) και/ή να δίδουν οδηγίες για τη λήψη και/ή την εκτέλεση και/ή υλοποίηση οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας κατά παράβαση των προνοιών της συμφωνίας μετόχων ημερομηνίας 04/06/2019 μεταξύ ταυ Ενάγοντα, των Εναγομένων και της εταιρείας Akrin Holding GmbH και/ή των προνοιών του Καταστατικού της Εναγόμενης 1, χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση του Ενάγοντα, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 και/ή τους Εναγόμενους 2 και 3 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του παρόντος διατάγματος από του, άμεσα ή έμμεσα, να εφαρμόσουν και/ή εκτελέσουν και/ή υλοποιήσουν και/ή άλλως πως χρησιμοποιήσουν και/ή κοινοποιήσουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε έμμεσης ή άμεσης θυγατρικής εταιρείας της Εναγόμενης 1, οποιαδήποτε απόφαση που λήφθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας των διευθυντών της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 16/02/2022 κατά πλειοψηφία και/ή χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση και/ή θετική ψήφο του διευθυντή Γ της Εναγόμενης 1, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (η) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την Εναγόμενη 1 και/ή οποιονδήποτε διευθυντή και/ή αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 όπως, εντός 10 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, αποκαλύψουν και/ή πληροφορήσουν γραπτώς τους δικηγόρους του Ενάγοντα, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν και πιστεύουν, για: (
- i)το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων, φυσικών και/ή νομικών, περιλαμβανομένων τυχόν Θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης 1, που έχουν πληροφορηθεί και/ή άλλως πως λάβει γνώση και/ή κοινοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που λήφθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας των διευθυντών της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 16/02/2022 κατά πλειοψηφία και/ή χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση και/ή Θετική ψήφο του διευθυντή Γ της Εναγόμενης 1, και (
- ii)οποιαδήποτε ενέργεια που έχει ληφθεί από την Εναγόμενη 1 και/ή οποιονδήποτε διευθυντή και/ή αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 και/ή οποιοδήποτε τρίτο, περιλαμβανομένης τυχόν Θυγατρικής εταιρείας της Εναγόμενης 1, δυνάμει και/ή ως αποτέλεσμα και/ή προς συμμόρφωση με οποιαδήποτε απόφαση που κ λήφθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας των διευθυντών της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 16/02/2022 κατά πλειοψηφία και/ή χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση και/ή θετική ψήφο του διευθυντή Γ της Εναγόμενης 1. (θ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και πρέπον υπό τις περιστάσεις. (ι) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Νομική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 κ.1, 2, 3, 4
(1), 4
(2), 5, 6, 7, Δ.64, ο περί Εταιρειών Νόμος και ειδικά τα άρθρα 8, 9, 12, 21, 24, 70 και 384, το κοινοδίκαιο και οι αρχές της επιείκειας και η συμφυής εξουσία, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου Η Αίτηση υποστηρίζεται από μία πολυσέλιδη (καλύπτει 48 σελίδες) Ένορκη Δήλωση της Ελευθερίας Φούττη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Όπως αναφέρει, η Αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό να προστατευθεί ο ενάγοντας από τις παράνομες προσπάθειες των εναγομένων να τον αποκλείσουν από την εταιρική διακυβέρνηση της εναγομένης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία της συνοψίζεται ως εξής. Από το 2007 που ο ενάγοντας ανέλαβε την διαχείριση του Ομίλου εταιρειών, ο Όμιλος απέκτησε σημαντική κερδοφορία και τεράστια αξία, ενώ έλαβε και «επένδυση» από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης. Οι εναγόμενοι 2 και 3, ιδιοκτήτες του Ομίλου, αναγνωρίζοντας το έργο του ενάγοντα απεφάσισαν όπως αυτός αποκτήσει μετοχές στον Όμιλο και έτσι το 2010, ο ενάγοντας απέκτησε ένα μειοψηφικό πακέτο μετοχών ήτοι 92 μετοχές τάξης Γ (η αξία τους κατά τις 30.9.2021 υπολογίστηκε από το Ρωσικό γραφείο του διεθνούς οίκου KPMG, σε 876.793.621 Ρωσικά Ρούβλια, περίπου €10.330.350.00) στην εναγομένη
- Για να προστατευθούν τα δικαιώματα του ενάγοντα ως μετόχου μειοψηφίας, στις 4.6.2019 υπογράφτηκε μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1, 2 και 3 η Συμφωνία Μετόχων, η οποία παρέχει στον ενάγοντα δικαιώματα (συνίστανται σε δικαίωμα αρνησικυρίας σε σχέση με αποφάσεις επί συγκεκριμένων θεμάτων) σε σχέση με την εταιρική διακυβέρνηση της εναγομένης 1 και του Ομίλου γενικότερα. Ταυτόχρονα, τροποποιήθηκε και το Καταστατικό της εναγομένης 1 ώστε να αντικατοπτρίζει τις πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων. Τόσο η Συμφωνία Μετόχων όσο και το Καταστατικό προβλέπουν πως σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των μετόχων και της εναγομένης 1 σε σχέση με θέμα για το οποίο ο ενάγοντας έχει δικαίωμα αρνησικυρίας, τότε, μεταξύ άλλων, οι υπόλοιποι μέτοχοι υποχρεούνται να εξαγοράσουν τις μετοχές του ενάγοντα σε τιμή που θα καθοριστεί από συγκεκριμένο ανεξάρτητο λογιστικό οίκο, ο οποίο κατονομάζεται στην Συμφωνία Μετόχων. Η διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 2 και 3 «ξέσπασε» στις αρχές του 2021, όταν ο ενάγοντας απεφάσισε να παραιτηθεί από την θέση του στην διαχείριση της επιχείρησης του Ομίλου εταιρειών, δηλαδή από την θέση του συμβούλου (advisor) του ανώτερου εκτελεστικού διευθυντή (CEO) της Khlebprom. Παρέμεινε όμως στο Διοικητικό Συμβούλιο της Khlebprom και στην Συμβουλευτική Επιτροπή της Raycroft. Οι εναγόμενοι 2 και 3, «μόλις» οι ενάγοντας παραιτήθηκε από την θέση του στην διαχείριση της επιχείρησης του Ομίλου εταιρειών και συγκεκριμένα από τον Μάιο του 2021, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προσπάθησαν να τον παραγκωνίσουν από την διοίκηση της εναγομένης 1, ωσάν ο ενάγοντας να μην ήταν μέτοχος του Ομίλου και να μην «υπήρχε» η Συμφωνία Μετόχων και οι πρόνοιες του Καταστατικού. Περί τις 29 Μαΐου του 2021, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Khlebprom, περιλαμβανομένου του ενάγοντα, αντικαταστάθηκαν χωρίς την προηγούμενη γνώση ή συγκατάθεση του τελευταίου, κατά παράβαση του Όρου 7 της Συμφωνίας Μετόχων και των άρθρων 117Α και 117C του Καταστατικού, δεδομένου του ότι η έγκριση ψηφίσματος των μετόχων της Khlebprom για αντικατάσταση των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου εμπίπτει στα θέματα που «χρειάζονται» την συγκατάθεση του ενάγοντα. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι 2 και 3 (μέτοχοι πλειοψηφίας) και η εναγομένη 1 αρνήθηκαν να παράσχουν στον ενάγοντα πληροφορίες σε σχέση με την αντικατάσταση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Khlebprom, κατά παράβαση του Όρου 10 της Συμφωνίας Μετόχων και των άρθρων 237 και 239 του Καταστατικού. Αρνήθηκαν επίσης να δώσουν πληροφορίες σε σχέση με την παροχή εγγυήσεων, εξασφαλίσεων και επιβαρύνσεων επί των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου για την αναχρηματοδότηση της πιστωτικής διευκόλυνσης της Khlebprom από την τράπεζα Unicreditbank, κατά παράβαση του Όρου 10 της Συμφωνίας Μετόχων και των άρθρων 237 και 239 του Καταστατικού. Με τους χειρισμούς τους, οι εναγόμενοι 2 και 3 διασφάλισαν ότι μεγάλο μέρος των κερδών του Ομίλου θα αποδίδετο μόνο στους ίδιους, ενώ η αξία των μετοχών του ενάγοντα ουσιαστικά εκμηδενίστηκε. Ο ενάγοντας για να προστατεύσει τα δικαιώματα του, αμφισβήτησε πράξεις και αποφάσεις που λήφθηκαν κατά παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού και απαίτησε όπως ακολουθηθούν όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται από την Συμφωνία Μετόχων και το Καταστατικό. Παράλληλα, ενεργοποίησε την διαδικασία εξαγοράς των μετοχών του στην εναγομένη
- Μεγάλο ζήτημα προστριβής του ενάγοντα και των εναγομένων 2 και 3 απετέλεσε η διοχέτευση μερισμάτων από τις θυγατρικές εταιρείες προς την εναγομένη 1 και στην συνέχεια προς τον εναγόμενο 3 για την «δήθεν» αποπληρωμή τόκων δανείου που παρείχε ο τελευταίος στην εναγομένη
- Συγκεκριμένα, λίγο μετά που αποδόθηκαν μερίσματα προς την εναγομένη 1 μέσω των θυγατρικών της και προτού τεθεί θέμα για την περαιτέρω απόδοση μερισμάτων προς τους μετόχους της εναγομένης 1, ο εναγόμενος 3 με επιστολή του ημερομηνίας 25.1.2022 κατέστησε πληρωτέο, εντός δέκα
(10)ημερών, δάνειο ύψους €20.000.000.00 περίπου, «απειλώντας» ότι θα προχωρούσε με δικαστικές διαδικασίες εναντίον της εναγομένης 1, σε περίπτωση μη αποπληρωμής του. Στα πλαίσια συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 που έλαβε χώρα στις 16.2.2022, οι εναγόμενοι προώθησαν πρόταση για την πληρωμή τόκων ύψους €2.169.780.61 προς τον εναγόμενο 3, ώστε ο τελευταίος να ανακαλέσει την απαίτηση του για αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού του δανείου. Ο ενάγοντας διαφώνησε με την συγκεκριμένη πρόταση, αφού δεν καθορίζεται με σαφήνεια η περίοδος σε σχέση με την οποία πληρώνονται τόκοι, ούτε και καθορίζεται χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου, το οποίο μπορεί να καταστεί πληρωτέο «ανά πάσα στιγμή», μετά από σχετική απαίτηση του εναγομένου
- Με αυτόν τον τρόπο, μεγάλο μέρος της κερδοφορίας του Ομίλου, μπορεί να καταβάλλεται στον εναγόμενο 3 επ΄ άπειρον ως αποπληρωμή «τόκων» με εντελώς αδιαφανείς διαδικασίες. Ο ενάγοντας διαφωνεί επίσης με την καταβολή μερισμάτων προς τους μετόχους (από τα χρήματα που θα απομείνουν μετά την καταβολή των «τόκων» προς τον εναγόμενο 3), αφού δεν είναι προς το συμφέρον της εναγομένης 1 η απόδοση κερδών στους μετόχους ενώ «χρωστά δάνειο». Οι αποφάσεις της συνεδρίασης των Διευθυντών της εναγομένης 1, της 16.2.2022 λήφθηκαν κατά πλειοψηφία, αφού ο Διευθυντής Γ που διόρισε ο ενάγοντας, διαφώνησε. Η λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία συνιστούσε παραβίαση της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού, αφού αμφότερα προβλέπουν πως όλες οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1, πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα. Για να το πετύχουν τούτο, οι εναγόμενοι 2 και 3 και οι Διευθυντές που διορίστηκαν από αυτούς (Διευθυντές Α και Β), ισχυρίστηκαν πως ο ενάγοντας ενεργούσε καταχρηστικά, κακόπιστα και εκβιαστικά με σκοπό να εξαναγκάσει τους εναγόμενους 2 και 3 να αγοράσουν τις μετοχές του σε «υψηλή» τιμή και πως η συμπεριφορά του ενάγοντα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την Συμφωνία Μετόχων και το Καταστατικό και την λήψη απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης 1 κατά πλειοψηφία (κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 173 του Καταστατικού και του όρου 30 της Συμφωνίας Μετόχων) χωρίς την συγκατάθεση του Διευθυντή Γ. Κατά τον ενάγοντα, το άρθρο 173 του Καταστατικού προβλέπει ότι διαδικαστικά θέματα των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 μπορούν να αποφασίζονται κατά πλειοψηφία, πλην όμως το άρθρο 174 του Καταστατικού προβλέπει ότι οι αποφάσεις των Διευθυντών της εναγομένης 1 πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα. Επίσης, το άρθρο 30 της Συμφωνίας Μετόχων αφορά αποκλειστικά την λήψη απόφασης για την έγερση ή υπεράσπιση δικαστικών διαδικασιών και σε καμμιά περίπτωση δεν έχει εφαρμογή σε αποφάσεις για την απόδοση μερισμάτων ή την αναδιάρθρωση δανείου της εναγομένης
- Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 «ενορχήστρωσαν» την λήψη απόφασης κατά πλειοψηφία, ώστε να διοχετευθούν χρήματα προς τους ίδιους, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και σε αντίθεση με τα συμφέροντα της εναγομένης
- Διατείνεται πως η δική του θέση για την πλήρη αποπληρωμή του δανείου προς τον εναγόμενο 3, η οποία θα έθετε την εναγομένη 1 σε καλύτερη θέση και θα διασφάλιζε την μακροπρόθεσμη κατανομή των κερδών σε όλους τους μετόχους, αγνοήθηκε. Μετά την συνεδρίαση της 16.2.2022, ακολούθησε αλληλογραφία μέσω δικηγόρων. Ο ενάγοντας, κάλεσε τους εναγομένους να μην υλοποιήσουν τα αποφασισθέντα. Οι εναγόμενοι 2 και 3 με επιστολή τους ημερομηνίας 25.3.2022 τερμάτισαν την Συμφωνία Μετόχων ένεκα της «δήθεν παραβίασης της» από τον ενάγοντα. Είναι για αυτόν τον λόγο που ο ενάγοντας χρειάζεται πλέον «άμεσα» την προστασία του Δικαστηρίου ώστε να διασφαλιστεί η διατήρηση της παρούσας κατάσταση πραγμάτων (status quo) και η τήρηση των προνοιών της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού, μέχρις ότου τα επίδικα ζητήματα αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Με την επιστολή τερματισμού, οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας έχει παραβεί το καθήκον του, τύπου «Braganza» (κατ΄ εφαρμογή της Αγγλικής υπόθεσης Braganza v. BP shipping Ltd and another 2015 UKSC 17) καθότι δεν ασκεί τα δικαιώματα που έχει βάσει των προνοιών της Συμφωνίας Μετόχων, με καλή πίστη. Ο ενάγοντας απορρίπτει την συγκεκριμένη θέση των εναγομένων 2 και 3, την οποία θεωρεί, κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε, παντελώς ανυπόστατη. Κατά τον ίδιο, το καθήκον τύπου Braganza υφίσταται αναφορικά με συμφωνίες που προσδίδουν στο ένα μέρος διακριτική ευχέρεια ως προς τον χειρισμό συγκεκριμένων ζητημάτων, ειδικά σε περιπτώσεις που η διαπραγματευτική δύναμη του εν λόγω μέρους είναι μεγαλύτερη από αυτή του άλλου μέρους. Εν προκειμένω, είναι θέση του ενάγοντα, ότι δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας, αφού η Συμφωνία Μετόχων παρέχει ρητώς σ΄ αυτόν δικαίωμα «αρνησικυρίας» για συγκεκριμένα θέματα, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας προβλέπει ως μηχανισμό επίλυσης της διαφωνίας, την εξαγορά των μετοχών του. Είναι εν τέλει η θέση του ενάγοντα πως θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να διασφαλιστεί η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) και η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού. Όλοι οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν Ένσταση, την οποία υιοθετεί και η εναγόμενη
- Στην Ένσταση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 2 και 3 προβάλλουν πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν πληρείται καμία προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το δε ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης επειδή η ζημιά που θα υποστούν οι ίδιοι και/ή η εναγομένη 1 καθώς και οι Ρωσικές θυγατρικές εταιρείες της σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την «οποιαδήποτε ζημιά» θα υποστεί ο ενάγοντας (οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά) στην αντίθετη περίπτωση. Πως δεν πληρούνται επίσης οι «ειδικές προϋποθέσεις» για την έκδοση των «προληπτικών διαταγμάτων (quia timet injunctions)», τα οποία είναι πολύ δραστικά και συνιστούν αθέμιτη παρέμβαση (improper interference) στις εσωτερικές εταιρικές υποθέσεις (internal corporate affairs) της εναγομένης 1 εταιρείας και των Ρωσικών θυγατρικών της ή/και στην λειτουργία και διαχείριση αυτών. Πως δεν έχει «αποδειχθεί» από τον ενάγοντα ότι υπάρχει άμεσος και ορατός απειλούμενος κίνδυνος (immediate and visible threatened risk) πρόκλησης οποιασδήποτε αναπόφευκτης ζημιάς σ΄ αυτόν, η οποία θα είναι σημαντική και αναπόφευκτη και που δεν θα αποζημιώνεται με μετρητά. Πως δεν έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε εξ΄ αυτών «απείλησε και σκόπευε ή σκοπεύει να ενεργήσει με τρόπο που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή εάν τα προληπτικά διατάγματα (Quia Timet Injunctions) δεν εκδοθούν». Πως ο χρόνος που μεσολάβησε από τις κατ΄ ισχυρισμόν πράξεις των εναγομένων που κατά τον ενάγοντα συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του, μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης είναι «μεγάλος» και ο ενάγοντας δεν αιτιολόγησε την καθυστέρηση στην λήψη των δικαστικών μέτρων. Πως μέσω της λήψης των αιτούμενων Προληπτικών Διαταγμάτων, ο ενάγοντας επιδιώκει καταχρηστικά, εκδικητικά και καταπιεστικά να εκβιάσει τους εναγόμενους να αποδεχθούν το παράλογο αίτημα του για αγορά των μετοχών του έναντι υψηλής αξίας. Πως η καταχώρηση και η προώθηση της αγωγής και των επίμαχων διαδικασιών συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή επιπόλαια, ενοχλητικά και καταπιεστικά διαβήματα (abuse of court process or frivolous, vexatious and oppressive proceedings), επειδή ο ενάγοντας τα χρησιμοποιεί και θα τα χρησιμοποιήσει (καθώς και οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα που πιθανόν να εκδοθεί) ως όχημα ή μέσο εκβιασμού ή άσκησης πίεσης στους εναγομένους 2 και 3 για να αποδεχθούν την αδικαιολόγητη απαίτηση του, για εξαγορά των μετοχών του στην εναγομένη 1 σε αδικαιολόγητη υψηλή τιμή. Πως ο ενάγοντας ασκεί τα δικαιώματα του και την ευρεία διακριτική του ευχέρεια (wide discretionary power) που του παραχωρήθηκαν με την Συμφωνία Μετόχων, κατά παράβαση του εξυπακουόμενου καθήκοντος του (implied duty) να ενεργεί με ειλικρίνεια και καλή πίστη και όχι με καταχρηστικό, ετσιθελικό και παράλογο τρόπο («το καθήκον Braganza») με απώτερο σκοπό να εξαναγκάσει τους εναγόμενους 2 και 3 να αγοράσουν τις μετοχές του σε υψηλή τιμή. Πως ο ενάγοντας «έρχεται» ενώπιον του Δικαστηρίου Επιείκειας (Court of Equity) με «ακάθαρτα χέρια (unclean hands)». Η Ένσταση των εναγομένων 2 και 3,οι οποίοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του ενάγοντα, υποστηρίζεται από μία επίσης πολυσέλιδη (καλύπτει 64 σελίδες) Ένορκη Δήλωση του Αλέξανδρου Μαυρομμάτη δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 2 και 3 δεόντως εξουσιοδοτημένου. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Μετά την αιφνίδια αποχώρηση του κ. Gubkin, Γενικού Διευθυντού της Khlebprom, από τον Όμιλο Εταιρειών και τον τερματισμό των υπηρεσιών του που προκλήθηκε, μεταξύ άλλων, λόγω της σύγκρουσης του με τον ενάγοντα, ο τελευταίος βάσει «παράλληλης» προφορικής συμφωνίας με τους εναγόμενους 2 και 3 και κατόπιν παραστάσεων και υποσχέσεων (promises) ότι θα συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος (advisor) στην Khlebprom και θα αφιέρωνε τον χρόνο και την προσοχή του για την προώθηση της επιχείρησης της Khlebprom, «έπεισε» τους εναγόμενους 2 και 3 να «δεχτούν» να υπογράψουν την Συμφωνία Μετόχων (συντάχθηκε από τους δικηγόρους του) της 4.6.2019, η οποία του παρείχε «δρακόντειες» εξουσίες αρνησικυρίας (veto) και εκτεταμένη διακριτική ευχέρεια, μετατρέποντας το 4.6% των μετοχών του χωρίς δικαίωμα ψήφου στην εναγομένη 1, σε μετοχές Τάξης Γ΄ με δικαιώματα ψήφου και με δικαίωμα αρνησικυρίας. Οι περισσότερες από τις διατάξεις της Συμφωνίας Μετόχων ενσωματώθηκαν στο Καταστατικό της εναγομένης
- Από τον Μάρτιο του 2021, ο ενάγοντας «εμπλέκεται» σε μια «ενορχηστρωμένη στρατηγική» για να εκβιάσει και να εξαναγκάσει τους εναγομένους 2 και 3 να αγοράσουν τις μετοχές του, δημιουργώντας «τεχνικά αδιέξοδα» στην εναγομένη 1 και στις Ρωσικές θυγατρικές της, μέσω της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων που του παραχωρήθηκαν με την Συμφωνία Μετόχων και του Καταστατικού της εναγομένης
- Η Συμφωνία Μετόχων είναι μια Συμφωνία Σχέσεων (relational contract) που περιλαμβάνει μία μακροχρόνια σχέση με σημαντικό όγκο επικοινωνίας, συνεργασίας και προβλέψιμης απόδοσης/διεκπεραίωσης (predictable performance). Οι εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και τα δικαιώματα του ενάγοντα βάσει της Συμφωνίας Μετόχων και του Καταστατικού της εναγομένης 1 είναι εκτεταμένα. Ο ενάγοντας έχει όμως, βάσει και της υπόθεσης BRAGANZA v. BP SHIPPING LTD
(2015)UKSC 17, σιωπηρό καθήκον (το λεγόμενο «Braganza Duty») να ασκεί τα δικαιώματα και τις εξουσίες του με ειλικρίνεια και καλή πίστη (good faith) και όχι με αυθαίρετο, ετσιθελικό ή παράλογο τρόπο (arbitrary, capricious or irrational way). Είναι η θέση των εναγομένων πως με την σιωπηρή ύπαρξη (by implying) εντός τέτοιου καθήκοντος στις Συμφωνίες Σχέσεων όπου υπάρχει η πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων, τα Δικαστήρια μπορούν να περιορίσουν το εύρος των σχετικών ρητρών, οι οποίες παραχωρούν σε οποιοδήποτε μέρος τόσον ευρείες εξουσίες, δικαιώματα και διακριτικές ευχέρειες και επομένως να εμποδίσουν το συγκεκριμένο μέρος από την κατάχρηση των εξουσιών του στην λήψη αποφάσεων. Οι εναγόμενοι καταλογίζουν στον ενάγοντα πως ενήργησε καταχρηστικά στις ακόλουθες περιπτώσεις: · «μπλόκαρε» όλες τις προσπάθειες που έγιναν από τις 24.3.2021 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2021, για να διανεμηθούν μερίσματα από την Khlebprom στους μετόχους της χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση ή αιτιολόγηση και παρά το ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πως μια τέτοια ενέργεια θα έθετε την εναγομένη 1 σε θέση παραβίασης των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ΕΒRD. Στις 24.3.2021 όλοι οι μέτοχοι της εναγομένης 1 υιοθέτησαν ψήφισμα για διανομή μερισμάτων από την Khlebprom (Ρωσική θυγατρική εταιρεία της εναγομένης 1, η οποία κατέχεται μέσω της Raycroft και της Rusinvest). Η Khlebprom κατέβαλε μέρισμα 350.000.000 Ρωσικά ρούβλια στην Rusinvest, με «απώτερο και συμφωνημένο σκοπό», το μέρισμα να διανεμηθεί στην Rusinvest και στην συνέχεια στην Raycroft και στους μετόχους της, ήτοι την EBRD και την εναγομένη
- Στην συνέχεια μέρος του μερίσματος θα χρησιμοποιείτο από την εναγομένη 1, ώστε να καλύψει όλα τα λειτουργικά της έξοδα και να «διακανονίσει» τις συμφωνημένες δόσεις δανείων που οφείλονται από αυτήν, το δε υπόλοιπο μέρος θα το διένειμε ως μέρισμα σε όλους τους μετόχους της. · έστειλε πολυάριθμες ειδοποιήσεις στους μετόχους πλειοψηφίας (εναγόμενους 2 και 3) «απαιτώντας» από αυτούς να συμφωνήσουν με την πρόταση του για παραχώρηση σε αυτόν από την εναγομένη 1, του δικαιώματος αγοράς (cell option) 5000 μετοχών Τάξης Α και Β και μετοχών Τάξης Γ. Με την συγκεκριμένη ενέργεια του, προκάλεσε σκόπιμα αδιέξοδο (deadlock) μεταξύ των μετόχων της εναγομένης
- Στην συνέχεια, ισχυριζόμενος ότι είχε δημιουργηθεί αδιέξοδο σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συμφωνίας Μετόχων, έστειλε ειδοποιήσεις στους μετόχους πλειοψηφίας, αξιώνοντας την αγορά των μετοχών του σε δίκαιη αξία (fair value). · «μπλόκαρε» και απέρριψε, χωρίς καμία αιτιολόγηση, πρόταση που υποβλήθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης 1, προς υιοθέτηση από τους μετόχους ψηφίσματος για μείωση από 5% σε 3% των επιτοκίων σε δάνεια που οφείλει η εναγομένη 1 στον εναγόμενο
- · καταψήφισε (against) και «μπλόκαρε», χωρίς καμμιά αιτιολόγηση, την διανομή μερίσματος στους μετόχους της εναγομένης
- · καταψήφισε, χωρίς καμία αιτιολόγηση, την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της εναγομένης 1 για το έτος 2022 και εμπόδισε τις πληρωμές οποιωνδήποτε χρεών ή λειτουργικών εξόδων της εναγομένης 1, θέτοντας την έτσι σε κίνδυνο αφερεγγυότητας (insolvency) ή εκκαθάρισης (liquidation). · καταψήφισε, χωρίς καμμιά αιτιολόγηση, την «πρόταση», η εναγομένη 1 να «στείλει αίτημα» στον εναγόμενο 3 για αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας, που περιελάμβανε παράταση των ημερομηνιών αποπληρωμής του δανείου καθώς και «παραίτηση» του τελευταίου από τα δικαιώματα του για είσπραξη προστίμου λόγω της καθυστέρησης αποπληρωμής του δανείου. · προκάλεσε ή ανάγκασε τον Διευθυντή Γ της εναγομένης 1, που διόρισε ο ίδιος, να μην δώσει τα έγγραφα που αφορούν την πολιτική «γνώρισε τον πελάτη του» (KYC Documents) και πληροφορίες, με αποτέλεσμα όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της εναγομένης 1 να «μπλοκαριστούν» αφήνοντας έτσι την εταιρεία χωρίς λειτουργικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ώστε να εισπράξει τα μερίσματα της από την Raycroft και να πληρώσει τα χρέη και τα λειτουργικά της έξοδα. · καταχώρησε στην Ρωσία δύο δικαστικές διαδικασίες με αποκλειστικό σκοπό να εμποδίσει την Rusinvest από το να διανείμει τα μερίσματα στην Raycroft, ώστε να εμποδιστεί η διανομή μερισμάτων στην EBRD και στην εναγομένη 1, ισχυριζόμενος ότι η διανομή μερισμάτων θα βλάψει «κατά κάποιο τρόπο», τα δικαιώματα της εναγομένης 1 και των μετόχων της, περιλαμβανομένου του ιδίου. Όλες οι απαιτήσεις του ενάγοντα απορρίφθηκαν από τα πρωτόδικα Ρωσικά Δικαστήρια, υπάρχουν όμως σε εκκρεμότητα εφέσεις τις οποίες καταχώρησε. Όσον αφορά τα παγοποιητικά διατάγματα (Freezing Injunctions) που έλαβε ο ενάγοντας και εμποδίζουν την διανομή μερισμάτων από την Raycroft προς την EBRD και την εναγομένη 1 (η διανομή των μερισμάτων διεκπεραιώθηκε με επιτυχία πριν την έκδοση των παγοποιητικών διαταγμάτων), αυτά έχουν ακυρωθεί από το πρωτόδικο Ρωσικό Δικαστήριο. Εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης που καταχώρησε ο ενάγοντας. · καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 και των εναγομένων 2 και 3 απαιτώντας αβάσιμες αξιώσεις, περιλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, Διατάγματος εξαναγκασμού των τελευταίων ως μέτοχοι πλειοψηφίας να αγοράσουν τις μετοχές του (κατ΄ εφαρμογή του Όρου 15 της Συμφωνίας Μετόχων) ισχυριζόμενος ότι έχει προκύψει αδιέξοδο (deadlock), όπως ορίζεται στον Όρο 14 της ίδιας Συμφωνίας. Λόγω της συμπεριφοράς και των ενεργειών του ενάγοντα, οι εναγόμενοι 2 και 3 προχώρησαν στον τερματισμό της Συμφωνίας Μετόχων της 4.6.2029, με την Ειδοποίηση Τερματισμού ημερομηνίας 25.3.
- Είναι η θέση των εναγομένων 2 και 3 πως η Συμφωνία Μετόχων ανεξαρτήτως του ότι έχει τερματιστεί από τους ίδιους, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, μεταξύ άλλων λόγων, ένεκα του ότι η υπογραφή της ήταν το «άμεσο» αποτέλεσμα των «δόλιων και ψευδών παραστάσεων» του ενάγοντα. Μετά την «έξοδο» του Gubkin από τον Όμιλο Εταιρειών και τον τερματισμό της υπηρεσίας του ως Γενικός Διευθυντής της Khlebprom, ο ενάγοντας διατείνετο (ενώ γνώριζε πως τούτο δεν ήταν αληθές) ότι θα συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Khlebprom, θα αφιέρωνε τον χρόνο και την προσοχή του για την επιχείρηση της και ότι θα ενεργούσε πάντοτε με καλή πίστη κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του ως μέτοχος της εναγομένης
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι σ΄ αυτές τις παραστάσεις που βασίστηκαν και υπέγραψαν την Συμφωνία Μετόχων. Ο ενάγοντας «οργάνωσε» δόλια την όλη κατάσταση, προκειμένου να τους πείσει να υπογράψουν την Συμφωνία Μετόχων, ώστε στην συνέχεια να τους εκβιάσει. Είναι επίσης θέση των εναγομένων 2 και 3 πως από της υπογραφής της Συμφωνίας Μετόχων, η εναγομένη 1 διοικείται και λειτουργεί ως οιονεί συνεταιρισμός (quasi partnership) και κοινοπραξία (joint venture) μεταξύ των ιδίων και του ενάγοντα. Και τούτο, μεταξύ άλλων, καθότι από της υπογραφής της Συμφωνίας, η διαχείριση και λειτουργία (management and operation) της εναγομένης 1, βασίστηκε στην προϋπάρχουσα στενή συνεργασία, φιλική και διαπροσωπική σχέση των εναγομένων 2 και 3 με τον ενάγοντα. Ο κάθε οιονεί συνεταίρος ή εταίρος στην κοινοπραξία (quasi partner or joint venturer) όφειλε να ενεργεί πάντοτε με καλή πίστη για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης 1 ως σύνολο και να μην ενεργεί καταχρηστικά, κακόπιστα, αυθαίρετα ή ετσιθελικά στοχεύοντας στην προώθηση των προσωπικών του συμφερόντων και ενάντια στα συμφέροντα των συνεταίρων ή εταίρων του στην κοινοπραξία, καθώς επίσης και ενάντια στα συμφέροντα της ίδιας της κοινοπραξίας ή του οιονεί συνεταιρισμού ως σύνολο. Είναι για αυτούς τους λόγους που η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων όχι μόνο θα βλάψει «δραστικά» τα δικαιώματα των εναγομένων 2 και 3 αλλά και της εναγομένης 1, η λειτουργία και η διαχείριση της οποίας έχει παραλύσει λόγω των ενεργειών και της συμπεριφοράς του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 με την συγκατάθεση του ενάγοντα (χωρίς ο ίδιος να αποδέχεται την αλήθεια ή την ακρίβεια του περιεχομένου της) καταχώρησαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ορκίστηκε η Ελεάνα Δημητρίου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 2 και
- Σκοπός της καταχώρησης της, όπως η ίδια η ομνύουσα αναφέρει, είναι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου «νέα ουσιώδη γεγονότα», τα οποία επεσυνέβησαν μετά την καταχώρηση της Ένστασης των εναγομένων 2 και 3 και τα οποία είναι απαραίτητο να παρουσιασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Η ομνύουσα αναφέρεται σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία, κατά τους εναγομένους, ήταν απόρροια των ενεργειών και της συμπεριφοράς του ενάγοντα και τα οποία επέδρασαν αρνητικά στην λειτουργία της εναγομένης 1 και των θυγατρικών της. Όπως η «παρεμπόδιση» στην έγκριση της Ετήσιας Έκθεσης (Annual Report) της Raycroft καθώς και των Ετήσιων Οικονομικών της Καταστάσεων για το έτος 2021, η «παρεμπόδιση» στην έγκριση και εκτέλεση των Ετήσιων Οικονομικών Καταστάσεων της εναγομένης 1 για το έτος 2020, η «παρεμπόδιση» στην έγκριση και διορισμό λογιστή της Raycroft και των άλλων εταιρειών του Ομίλου για το έτος 2022, η «παρεμπόδιση» της εναγομένης 1 από το να εξοφλήσει τα ποσά που οφείλει στον παροχέα υπηρεσιών της (Abacus Limited). Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Η συνήγορος των εναγομένων 1 υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην αγόρευση του ο συνήγορος των εναγομένων 2 και
- Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται ώστε να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα εξής. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι το περιεχόμενο των εκατέρωθεν Ενόρκων Δηλώσεων είναι το υλικό επί του οποίου θα κριθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση όλων των Ενδιάμεσων Αιτήσεων, περιλαμβανομένης και της υπό κρίση, διέπεται από την Δ.48 θ.4, η οποία προνοεί ότι δεν προσκομίζεται μαρτυρία αλλά η ακρόαση διεξάγεται βάσει του περιεχομένου των Ενόρκων Δηλώσεων. Αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω δηλώσεων, μπορεί να γίνει είτε με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου), είτε με καταχώρηση απαντητικών ενόρκων δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ, μέρος 1(Γ) σελ. 2118). Στην προκειμένη περίπτωση οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, θα κριθεί σε αυτό το πλαίσιο. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ μέρος 1(Γ) σελ. 1980, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σ' εκείνον που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από την νομολογία προϋποθέσεις. Όπως έχει προαναφερθεί, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση), ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα. Εν προκειμένω, η Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρήθηκε με την καταχώρηση της αγωγής και έτσι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καθώς και το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων (συνιστούν μαρτυρία που διέπεται από την Δ.39) αποτελεί το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Όπως η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1(Γ), 1802, στην ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) πληρείται. Αυτή φυσικά είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Νομολογικά έχει λεχθεί πως μόνο σε «κραυγαλέες» περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Με την αγωγή του, ο ενάγοντας επιζητεί την Ειδική Εκτέλεση της Συμφωνίας Μετόχων. Η Ειδική Εκτέλεση μιας Συμφωνίας διατάσσεται από το Δικαστήριο νοουμένου ότι ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου είναι σχετικό. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του, μία Συμφωνία είναι δεκτική Ειδικής Εκτέλεσης νοουμένου (α) ότι δεν είναι άκυρη δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, (β) είναι γραπτή, (γ) είναι δεόντως υπογεγραμμένη από τους συμβαλλομένους και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, στην βάση όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει κατά πόσον ικανοποιούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις. Αρκεί για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσον πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε αναγνωρισμένη αιτία αγωγής. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας) είναι σύμφωνα με την νομολογία «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας από τον αιτητή - υποχρέωση η οποία μετατίθεται για την μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης - αναμένεται, όμως, η παρουσίαση συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Εν προκειμένω κρίνω πως η εν λόγω προϋπόθεση για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν ικανοποιείται. Είναι η θέση του ενάγοντα πως με τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου «απέδειξε» την παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων από πλευράς εναγομένων. Συνεπώς, κατά τον ίδιο, ικανοποίησε το κριτήριο της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την υπογραφή της Συμφωνίας Μετόχων, πλην όμως ισχυρίζονται πως αυτή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, αφού η υπογραφή της ήταν το αποτέλεσμα δόλιων και ψευδών παραστάσεων από πλευράς ενάγοντα. Πέραν τούτου ισχυρίζονται ότι την τερμάτισαν νόμιμα. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές για να καταλήξει σε ευρήματα επί των γεγονότων της υπόθεσης. Τούτο θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Τα όσα όμως επικαλούνται οι εναγόμενοι και με ό,τι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω, διαβρώνουν την εκδοχή του ενάγοντα, ο οποίος έχει το βάρος να αποδείξει ότι η υπόθεση του έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Είναι γι΄ αυτό που θεωρώ πως η εν λόγω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, αφού και οι τρεις
(3)προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, κρίνω πως δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο
- Η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως έχει προαναφερθεί, εάν στο τέλος της ημέρας η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Εν προκειμένω από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται πως στο τέλος της ημέρας είναι δυνατή η αποτίμηση σε χρήμα της όποιας ζημιάς του ενάγοντα. Εξάλλου η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι μία από τις αιτούμενες θεραπείες έστω και εάν αυτή τίθεται διαζευκτικά. Συνεπώς δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στην βάση των προαναφερθέντων, δεν χρειάζεται να εξεταστεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος της διαφοράς. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο