ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αγωγή αρ. 1195/2023, 1/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1195/2023 I-JUSTICE ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγων ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 31.10.2023 για ενδιάμεση θεραπεία Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Μ. Πιερή (κα) Α Π Ο Φ Α Σ Η (δίδεται αυθημερόν)
- Ο Ενάγων, την 31.10.2023, καταχώρισε Έντυπο Απαίτησης, σύμφωνα με τον Κ.7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), χωρίς προδικαστηριακή διαδικασία, και χωρίς έκθεση απαίτησης, ως επείγουσα διαδικασία. Η απαίτησή του αφορά, όπως αναφέρει, σε «επαπειλούμενη παράνομη επέμβαση» σε ακίνητο που ενοικιάζει. Αφορμή της ήταν ειδοποίησης που έλαβε από τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 20.10.2023, δια της οποίας ο Εναγόμενος ενημέρωσε πως διαπίστωσε επείγουσας φύσης οχληρία, που εάν δεν αρθεί, θα επέμβει στο ακίνητο που κατέχει ο Ενάγων, για την άρση της. Πρόκειται για ξύλινα παλέτα με καυσόξυλα, που τοποθέτησε ο Ενάγων σε τεμάχιο παρακείμενο της οικίας του, το οποίο ενοικίασε για τον σκοπό αυτό. Με την αγωγή του, ζητά απαγορευτικά διατάγματα, αναγνωριστική απόφαση και αποζημιώσεις.
- Στο πλαίσιο της απαίτησης αυτής, ο Ενάγων καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, μεταξύ άλλων, με βάση τους Κ.23, Κ.25 ΚΠΔ, τα άρθρα 4, 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, χωρίς ειδοποίηση. Ζητά την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δια των οποίων να απαγορευτεί στον Εναγόμενο από το να μετακινήσει, απομακρύνει ή μεταφέρει τα παλέτα και τα καυσόξυλα από το τεμάχιο τα στοιχεία του οποίου αναφέρει και από το να επεμβαίνει σε αυτό, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Ζητά και δήλωση του Δικαστηρίου ότι τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται.
- Η αίτηση υποστηρίζεται από μαρτυρία, στην οποία ο Ενάγων εκθέτει πως είναι ο νόμιμος ενοικιαστής του τεμαχίου στο οποίο τοποθέτησε τα παλέτα και τα καυσόξυλα και είναι συμβεβλημένος με εταιρεία δια της οποίας γίνονται τακτικοί ψεκασμοί του ακινήτου για αποτελεσματική προστασία από τρωκτικά, έχουν τοποθετηθεί πυροσβεστήρες και έχουν δημιουργηθεί ζώνες πυρασφάλειας και λαμβάνονται γενικότερα όλα τα μέτρα για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και ασφάλειας του χώρου. Προσκομίζει συμφωνίες και φωτογραφικό υλικό, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Επίσης, έχει εξασφαλίσει δηλώσεις από περίοικους ότι δεν υφίστανται οχληρία. Παρά ταύτα, την 13.09.2023, ενόσω ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό, υπάλληλος του Εναγόμενου επισκέφθηκε τη σύζυγό του και του ανέφερε πως, εάν δεν μετακινήσει αμέσως τα παλέτα με τα καυσόξυλα, επειδή υπάρχει οχληρία, θα το πράξουν οι ίδιοι. Επίσης, είχαν ενημερώσει ότι το θέμα θα συζητείτο στην επόμενη συνεδρία του δημοτικού συμβουλίου, την 14.09.
- Ο Ενάγων αποτάθηκε αμέσως σε δικηγόρο, που, με επιστολή ημερομηνίας 13.09.2023, επισήμανε πως λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα για την ασφάλεια και την υγεία, προσκομίζοντας στοιχεία και δείχνοντας προθυμία να συζητηθεί το θέμα, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω διαδικασίες. Δεν λήφθηκε οποιαδήποτε ενημέρωση για τη συνεδρίαση ημερομηνίας 14.09.
- Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες, στάλθηκαν επιστολές υπενθύμισης την 22.09.2023 και την 02.10.
- Την 26.10.2023, ενώ ο Ενάγων και η σύζυγός του απουσίαζαν, επιδόθηκε σε συγγενικό πρόσωπό του, που διαμένει στην κατοικία του, ειδοποίηση ημερομηνίας 20.10.2023, για να απομακρύνουν τα παλέτα και τα καυσόξυλα, εντός 7 ημερών, ειδάλλως, ο Εναγόμενος θα εισέλθει για να τα απομακρύνει, προς άρση παρανομίας. Ο Ενάγων θεωρεί πως δεν υφίσταται παρανομία και πως το διάβημα που προανήγγειλε ο Εναγόμενος είναι παράνομο και προκαλεί στον ίδιο και την οικογένειά του άγχος και αγωνία, ως προς τη δυνατότητά τους να απολαμβάνουν απρόσκοπτα την ιδιωτικής τους ζωή. Γι' αυτό, ζητά την επέμβαση του Δικαστηρίου. Λόγω του επείγοντος της ειδοποίησης, και αισθανόμενος άμεσο κίνδυνο, αιτήθηκε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο. Επιχειρηματολογεί υπέρ της συνδρομής των προϋποθέσεων για την έκδοση της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας. Ως προς τα γεγονότα, η αξία των αντικειμένων είναι €2.000,00, όπως αναφέρει, και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για το ενεργειακό τζάκι, κι αν απομακρυνθούν θα υποστεί ζημιά που δεν θα μπορέσει να αποζημιωθεί.
- Η αίτηση προωθήθηκε μονομερώς, η δικηγόρος του Ενάγοντος αγόρευσε. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά του εδώ.
- Είναι πάγια αρχή πως κάθε δικαστική διαδικασία διεξάγεται στην παρουσία όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να επιτραπεί απόκλιση από τον κανόνα αυτό. Το κατεπείγον για την παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας ή η ιδιαιτερότητα της περίστασης συνιστούν δικαιοδοτικό όρο και μόνον εάν υπάρχει κατάλληλη στοιχειοθέτηση μπορεί να συγχωρεθεί η απόκλιση από τον κανόνα πως «ουδείς δικάζεται ανήκουστος»[1]. Η στοιχειοθέτηση, αφορώσα σε μια εξαιρετική εφαρμογή, θα πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα, απτά στοιχεία, που εύλογα και άμεσα να μπορούν να οδηγήσουν κάποιον παρατηρητή των γεγονότων στο συμπέρασμα ότι θα ήταν αδύνατον να δοθεί κανονική ή και ανεπίσημη ειδοποίηση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Οι λόγοι δεν θα πρέπει να απαντούν μόνον στην εξαιρετικά επείγουσα φύση της αιτούμενης θεραπείας, αλλά, όπου υπάρχει κάποιο χρονικό περιθώριο, και στη συναρτώμενη με την απουσία οποιασδήποτε (έστω ανεπίσημης) ειδοποίησης ανάγκη να τηρηθεί μυστικότητα στο γεγονός της υποβολής της αίτησης και στην ακρόασή της.
- Ο Ενάγων έλαβε, την 26.10.2023, γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 27.10.2023, για άρση ενέργειας που ο Εναγόμενος θεωρεί οχληρία, με συγκεκριμένη χρονική προθεσμία 7 ημερών, που εκπνέει. Βάσει αυτής, και σε συνάρτηση με το περιεχόμενό της, είναι άμεσος ο κίνδυνος επέμβασης του Εναγόμενου για την άρση της. Το Δικαστήριο μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να επιληφθεί της αίτησης, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο.
- Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[2]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[3]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[4]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[6]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[7]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[8]. Υπό το άρθρο 32 Ν.14/1960 εξετάζεται και το άρθρο 4 Κεφ.6, όπου εφαρμόζεται.
- Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Οι θεραπείες τύπου quia timet βρίσκουν τις ρίζες τους στο παλαιό κοινοδίκαιο, όπου χρησιμοποιούνταν έξι διαφορετικά writs, τα λεγόμενα Brevia Anticipantia, που είχαν καθιερώσει ένα είδος «προληπτικής δικαιοσύνης». Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[9]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[10]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[11]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[12] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[13]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[14]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[15]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[16]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[17].
- Έχοντας υπόψη όσα ανέφερε ο Ενάγων, και έχοντας κατά νου το νομικό πλαίσιο, δεν μπορεί να λεχθεί, σε αυτό το στάδιο, πως ο Ενάγων δεν εισάγει ένα δικάσιμο θέμα, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ένα θέμα ως προς το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο και να αποφασίσει ανάλογα. Αξιώνει και με την αγωγή του κυρίως θεραπείες πρόληψης, αλλά και αποζημιώσεις για την κατάσταση στην οποία ήδη περιήλθε ή ενδέχεται να περιέλθει περαιτέρω με την προσπάθεια του Εναγόμενου να παρέμβει στο ακίνητο για να μετακινήσει τα αντικείμενα που υπάρχουν σε αυτό. Πρόκειται για μια αξίωση βασισμένη σε συγκεκριμένα στοιχεία, που πλαισιώνει συγκεκριμένη πραγματική και νομική θέση του Ενάγοντος.
- Ακόμα, όμως, κι αν το Δικαστήριο υπερβεί την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60, δεν έχει πειστεί για την εκ πρώτης όψεως παρανομία του σκοπούμενου διαβήματος του Εναγόμενου, για ενδεχόμενη αδικοπραγία από τον Εναγόμενο, κατ' επέκταση και για τις πιθανότητες επιτυχίας του Ενάγοντος, και ως προς τον τρόπο που η προϋπόθεση αυτή (εν μέρει) συμπλέκεται με το είδος των διαταγμάτων quia timet. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ο Εναγόμενος, με βάση το άρθρο 92 του περί Δήμων Νόμου 111/1985, έχει την εξουσία να παρεμβαίνει προς άρση οχληρίας, η δε απόφαση εάν μια ενέργεια συνιστά οχληρία, με βάση τον Ν.111/1985, ανήκει στον Εναγόμενο, κατά την άσκηση των σχετικών εξουσιών ή καθηκόντων του, και μπορεί να προσβληθεί ως προς τη νομιμότητά της. Έδωσε κάποια ειδοποίηση ο Εναγόμενος, εκφράζοντας την πρόθεσή του. Προφανώς, η διαφωνία του Εναγόμενου είναι επί της ουσίας της απόφασης αυτής, εφόσον ο ίδιος, όπως αναφέρει, λαμβάνει όλα τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία και έχει διαβεβαιώσεις περιοίκων ότι δεν ενοχλούνται. Δεν θεωρώ πως το Δικαστήριο έχει επαρκείς ενδείξεις επικείμενης παρανομίας από τον Εναγόμενο, υπό τις περιστάσεις, για να παρέμβει. Τέτοια παρέμβαση θα σήμαινε ξεκάθαρα παρέμβαση του Δικαστηρίου στον τρόπο άσκησης των εξουσιών του Εναγόμενου με βάση τον νόμο. Η υπόθεση διαφοροποιείται προφανώς από σειρά άλλων υποθέσεων στις οποίες το Δικαστήριο είχε παρέμβει για να ανακόψει αρξάμενες επεμβάσεις της δημοτικής αρχής επί σκιαδίων στο παραλιακό μέτωπο βασισμένες σε «συγκατάθεση» ή σε συμφωνία, χωρίς όμως γνωστή διαδικασία, και υπό τις περιστάσεις εκείνων των υποθέσεων, που το δικαιολογούσαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος, με βάση τα λεγόμενα του Ενάγοντος, φαίνεται να εφαρμόζει συγκεκριμένη διαδικασία, ενεργώντας ως η αρμόδια δημοτική αρχή.
- Έπειτα, ακόμα κι αν το Δικαστήριο υπερβεί και αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60 ή αντίστοιχα την προϋπόθεση της εκ πρώτης όψεως επαπειλούμενης παρανομίας, δεν έχει πειστεί ούτε για τη συνδρομή της προϋπόθεσης να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν ο Εναγόμενος δεν ανακοπεί τώρα από του να πράξει αυτό που επιχειρεί να ανακόψει ο Ενάγων. Εάν διαφανεί, μέσα από οποιαδήποτε διαδικασία, ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούνταν να αποστείλει την ειδοποίηση για άρση οχληρίας ή και να παρέμβει στο ακίνητο του Ενάγοντος προς άρση οχληρίας (εάν τελικά παρέμβει) και τέτοια παρέμβαση διαγνωστεί ότι δεν ήταν νόμιμη, για τους λόγους που εκθέτει ο Ενάγων, εάν δηλαδή ο Ενάγων επιτύχει στην αγωγή του, μπορεί απλώς να αποζημιωθεί από τον Εναγόμενο, για οποιαδήποτε ζημιά του, περιλαμβανομένης της αξίας των αντικειμένων, εάν εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί. Δεν προκύπτει οτιδήποτε που να παρεμποδίζει τη χρηματική ικανοποίηση του Ενάγοντος, έχοντας υπόψη τη φύση και τη χρήση των αντικειμένων και τον χώρο στον οποίο βρίσκονται. Εξάλλου, ο Ενάγων μπορεί απλώς να απομακρύνει τα παλέτα με τα καυσόξυλα, μέχρι να καθοριστούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, στην έκταση φυσικά που κινούνται σε ιδιωτικό δίκαιο. Δεν αναφέρει οτιδήποτε που να δημιουργεί υπέρμετρη δυσκολία απομάκρυνσής τους.
- Μη έχοντας πειστεί για τα προαναφερόμενα, η εξέταση τελειώνει εδώ, χωρίς περαιτέρω διαδικασία.
- Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται.
- Η απόρριψη της αίτησης δεν εμποδίζει τον Ενάγοντα να αιτηθεί δια κλήσεως του Εναγόμενου, αλλά την αίτηση αυτή υπέβαλε και προώθησε μονομερώς και το Δικαστήριο την εξέτασε σε αυτή τη βάση. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. πρόσφατη σύνοψη στη Βγενόπουλος ν. Marfin Investment Group Holdings S.A., Πολιτική Έφεση Ε141/2014 κ.α., ημερομηνίας 13.09.
- [2] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [3] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [4] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [5] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [6] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [7] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [8] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [9] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [10] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [11] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [12] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [13] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [14] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [15] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [16] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [17] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο