ICELINE (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 935/2021, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 935/2021 Μεταξύ:
- ICELINE (CYPRUS) LTD
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγόντων - και -
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΚΧΑΙΟΥ, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Ενάγουσας Αρ.
- Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 12.4.2021, για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Βορκάς μαζί με την κα Μ. Νικολαΐδου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Νικολαΐδου) Για Εναγομένη 1-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Π. Πανάγος μαζί με την κα Τ. Μαλτέζου για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κ. Πανάγος) Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση ο ίδιος) Ο Ενάγοντας 2 παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), η ενάγουσα 1 εταιρεία και ο ενάγοντας 2 (διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της) επιζητούν από τους εναγομένους 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες. Την ακύρωση του διορισμού του εναγομένου 2 από την θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας
- Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο διορισμός των εναγομένων 1 και 2 είναι παράνομος και/ή άκυρος, καθότι είναι αντίθετος με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
- Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους 1 και 2, μεταξύ άλλων, η αποξένωση και/ή η μείωση της αξίας οιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας
- Αποζημιώσεις για τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές και απώλειες που υπέστη η ενάγουσα 1 συνεπεία των δόλιων ενεργειών των εναγομένων 1 και 2 και/ή συνεπεία παράβασης των συμφωνιών των διαδίκων αναφορικά με την διαχείριση της ενάγουσας
- Διαφυγόντα κέρδη σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξαν και/ή απεκόμισαν οι εναγόμενοι 1 και 2 ως αποτέλεσμα της παράβασης εκ μέρους των, των καθηκόντων εμπιστοσύνης (breach of fiduciary duties). Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και ταυτόχρονα με την αγωγή, οι ενάγοντες-αιτητές επιζητούν: «(Α) Προσωρινό Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ο παραμερισμός του διορισμού και/ή η ακύρωση του διορισμού του Καθ΄ου η Αίτηση 2, ως Παραλήπτη και/ή Διαχειριστή της Αιτήτριας 1, μέχρι την ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των Αιτητών και των Καθ΄ων η Αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Δήλωση και/ή Προσωρινό Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς την επιβάρυνση και/ή δέσμευση και/ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας 1, μέχρι την ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου. (Γ) Προσωρινό Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει στην Αιτήτρια 1, να διαχειρίζεται και/ή εκμεταλλεύεται τα περιουσιακά στοιχεία της και/ή δραστηριοποιείται μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων αυτής μέχρι την ολοκλήρωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου. (Δ) Προσωρινό Διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται αμέσως στους Καθ΄ων η Αίτηση 1 και/ή 2, στους αντιπροσώπους και υπηρέτες αυτών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή επιτρέψουν την μείωση της αξίας οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων τους, τα οποία αυτοί κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή διατηρούν όφελος εις αυτά στην Κύπρο και/ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα κατά τρόπο που η κινητή και η ακίνητη περιουσία τους να καταστεί ολιγότερη των Ευρώ 6.000.000,00 και/ή το αντίστοιχο ποσό σε ξένο νόμισμα μέχρι την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου. (Ε) Προσωρινό Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να επιτρέπεται στους Αιτητές 1 και/ή 2 να διορίσουν ανεξάρτητο Ορκωτό Ελεγκτή με σκοπό τον έλεγχο των Λογιστικών Βιβλίων της Αιτήτριας 1 και/ή των Οικονομικών Καταστάσεων αυτής και/ή των αποθεμάτων της Αιτήτριας. (ΣΤ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία η οποία ήθελε θεωρηθεί δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Θ) Έξοδα της παρούσης αίτησης». Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς Προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 κα/ή 2, περιλαμβανομένων των αντιπροσώπων και υπηρετών τους, από του να «πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή επιτρέψουν την μείωση της αξίας», μόνο, της ακινήτου περιουσίας της ενάγουσας 1 εταιρείας, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 137.7 της Ένορκης Δήλωσης του ενάγοντα 2 που υποστηρίζει την Αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, δηλαδή του εργοστασίου αποθήκευσης και επεξεργασίας κατεψυγμένων τροφίμων. Ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους 1 και
- Η Αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16, Θ.9, Δ.20 Θ.1, Δ.5 Θ.2, Δ. Θ.6 και 10, Δ.48, ΘΘ.1-7, Δ.64, στο Άρθρο 6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμο 14/60, στα άρθρα 141-143, 148-155, 169ΣΤ, 170-196, 198
(2), 202, 209, 210, 211(ΣΤ), 213, 214, (1&2), 234
(5), 300, 334-344, 335
(1),
(2), 336, 337 και 383 του Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στα άρθρα 3-17 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο του 2015 (Ν.64(Ι)/2015, στα Companies (Winding Up) Rules 1949 της Αγγλίας, Καν. 26 και 27, στις Αρχές της Επιείκειας, το Κοινοδίκαιο και στους αντίστοιχους Αγγλικούς Θεσμούς, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει μία πολυσέλιδη (καλύπτει αχρείαστα 77 σελίδες) Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2 Γιώργου Αριστείδου, διευθυντού, γραμματέα και «μεγαλομετόχου», όπως ο ίδιος αναφέρει, της ενάγουσας 1 εταιρείας (στην συνέχεια «η εταιρεία»). Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η συνεργασία της εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου (εναγομένη 1) άρχισε τον Μάιο του 2008, όταν η πρώτη απεφάσισε την ανέγερση και λειτουργία εργοστασίου αποθήκευσης και επεξεργασίας κατεψυγμένων τροφίμων. Η τράπεζα παραχώρησε δάνειο στην εταιρεία ύψους €3.775.000.
- Για την εξασφάλιση του δανείου ενεγράφη υποθήκη επί του εργοστασίου και δόθηκαν προσωπικές εγγυήσεις από τον ίδιο και από την σύζυγο του. Τον Ιανουάριο του 2009, η εταιρεία ζήτησε από την τράπεζα περαιτέρω χρηματοδότηση (δάνειο) ύψους €300.
- Η «πρόταση» της τράπεζας, την οποία αποδέχτηκαν, ήταν να γίνει «προσωπικό» βραχυπρόθεσμο δάνειο στο όνομα του, με εγγραφή υποθήκης στην οικία του ιδίου και της συζύγου του. Η χρηματοδότηση θα δινόταν στην εταιρεία. Εν τέλει, η οικία τους «μπήκε» υποθήκη, «εν αγνοία τους και χωρίς την έγκριση τους», για €500.000= ως εξασφάλιση για το δάνειο της εταιρείας, παρόλο που δεν υπήρξε «κανένας επιπρόσθετος δανεισμός για την εταιρεία». Όταν το αντιλήφθηκαν προέβηκαν σε διαμαρτυρία πλην όμως η τράπεζα ουδέν έπραξε, σε σχέση με την εξάλειψη της υποθήκης. Το εργοστάσιο «ολοκληρώθηκε» τον Ιανουάριο του 2009 και άρχισε την λειτουργία του. Η εταιρεία, στα είκοσι
(20)σχεδόν χρόνια λειτουργίας της, εκτός από τις εισαγωγές και τις χοντρικές πωλήσεις, «μπήκε» και στον τομέα των λιανικών πωλήσεων κατεψυγμένων τροφίμων λειτουργώντας έξι
(6)καταστήματα, όλα στην επαρχία Λευκωσίας. Από το 2009 μέχρι και τον Μάρτιο του 2013, η συνεργασία της εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου συνεχιζόταν κανονικά («άψογα»). Το προσωπικό δάνειο για τις €300.000=, με υποθήκη την οικία τους στον Στρόβολο εξοφλήθηκε και το ποσό του δανείου προς την εταιρεία μειώθηκε. Παρόλα αυτά, η τράπεζα αρνείτο να «αποδεσμεύσει» την οικία, παρά τις συνεχείς απαιτήσεις τους. Μετά τα γεγονότα του Μαρτίου 2013, είχαν συνεχή επαφή (απέστειλαν και επιστολή ημερομηνίας 2.4.2013) με την τράπεζα για το δέον γενέσθαι. Ουδέποτε έλαβαν γραπτή απάντηση, παρά μόνον προφορικά τους έλεγαν «εμείς δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, πως μπορούμε να πάρουμε θέση». Από τότε σταμάτησαν την συνεργασία τους με την Τράπεζα Κύπρου και άρχισαν συνεργασία με την Ελληνική Τράπεζα. «Ταυτόχρονα» σταμάτησαν να πληρώνουν την δόση του δανείου λόγω σοβαρής ανάγκης διατήρησης της ρευστότητας της εταιρείας, αφού κάποιες από τις πιστώσεις που είχαν από προμηθευτές τόσο του εξωτερικού όσο και από την Κύπρο τερματίστηκαν και άλλες μειώθηκαν. Το δάνειο κατέστη με εξυπηρετούμενο. Παρόλα αυτά, συνέχισαν την «επικοινωνία» τους με την Τράπεζα Κύπρου με στόχο την αναδιάρθρωση του δανείου. Στις 25.6.2015, μετά από αρκετές συναντήσεις και συζητήσεις, κατέληξαν σε συμφωνία για αποπληρωμή του δανείου. Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πως η οικία τους θα αποδεσμευόταν με την καταβολή €600.000= έναντι του κεφαλαίου του δανείου και με αύξηση της μηνιαίας δόσης. Επίσης «επαναβεβαιώθηκε» το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης του
- Η συνεργασία της εταιρείας με την Ελληνική Τράπεζα συνεχίστηκε. Από τα τέλη του 2018, η εταιρεία άρχισε να ζητά από την Τράπεζα Κύπρου, μείωση του ύψους της δόσης. Τον Ιούλιο του 2019, ο όρος που αφορούσε την αποδέσμευση της οικίας τους εκπληρώθηκε και η οικία «αποδεσμεύθηκε» από την υποθήκη. Αμέσως μετά την αποδέσμευση της οικίας, η εταιρεία άρχισε να απαιτεί πιο έντονα την μείωση της δόσης, όπως άλλωστε προβλεπόταν και στην Συμφωνία της 25.6.
- Η τράπεζα ενδεχομένως, λόγω των συνεχών αλλαγών του προσωπικού τους που ήταν υπεύθυνοι για το δάνειο της εταιρείας, δεν προέβη σε κανένα διάβημα επανεξέτασης του ύψους της δόσης. Με πρόφαση «δήθεν» να μην καταστεί το δάνειο μη εξυπηρετούμενο, η τράπεζα άρχισε να εισηγείται και «να κάνει διάφορες μανούβρες και τεχνάσματα», οι οποίες όχι μόνο δεν βοήθησαν την εταιρεία στο να λειτουργεί και να μειώνει τις υποχρεώσεις της προς την τράπεζα, αλλά την «ενέπλεξαν» ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας της νέες υποχρεώσεις και περισσότερα έξοδα. Συγκεκριμένα, η τράπεζα «τραβούσε» χρήματα από τον προσωπικό του λογαριασμό, χωρίς να υπάρχει έγκριση παρατραβήγματος, τα οποία κατέθετε έναντι του δανείου ή «τραβούσε» χρήματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας και πάλι χωρίς έγκριση παρατραβήγματος και τα κατέθετε έναντι του δανείου, με αποτέλεσμα ο τρεχούμενος λογαριασμός του να παρουσιάζεται με μεγάλη και μη εγκεκριμένη υπέρβαση και να χρεώνεται με επιπρόσθετες χρεώσεις (αυτός ήταν ένας από τους λόγους που επικαλέστηκε η τράπεζα για να διορίσει Διαχειριστή της εταιρείας). Την περίοδο της πανδημίας, ενώ τέθηκε σε ισχύ το σχέδιο για αναστολή πληρωμής δόσεων, η τράπεζα αρνήθηκε να εντάξει την εταιρεία στο σχέδιο, προφασιζόμενη ότι υπήρχε καθυστέρηση πληρωμής δόσης, πέραν των τριάντα
(30)ημερών. Κατόπιν συζητήσεων που εγίνοντο με ανώτατα στελέχη της τράπεζας τον Ιούλιο του 2020, η τελευταία υπέβαλε πρόταση ώστε να προχωρήσει σε έγκριση επιπρόσθετου δανεισμού προς την εταιρεία ύψους €450.000=. Στις 14 Ιουλίου 2020, η εταιρεία ενημέρωνε με επιστολή της την τράπεζα πως αποδέχετο την πρόταση και πως θα καταβάλλετο η δόση του μήνα (έπρεπε να πληρωθεί μέχρι τις 28 Ιουλίου 2020), ώστε το δάνειο να μη καταστεί μη εξυπηρετούμενο. Η τράπεζα απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 15 Ιουλίου 2020, ότι θα μελετούσαν την πρόταση και θα απαντούσαν. Στις 22 Ιουλίου το απόγευμα και ενώ βρισκόταν σε διακοπές, έλαβε «απρόοπτο» ηλεκτρονικό μήνυμα από την τράπεζα με αρνητική απάντηση και με «ακατανόητο περιεχόμενο και προφάσεις χωρίς αιτία». Στις 23 Ιουλίου το πρωί, παρουσιάστηκε στα γραφεία της εταιρείας εκπρόσωπος της τράπεζας, με γραπτή απαίτηση για την άμεση και πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας, μέσα σε διάστημα τρεισήμισι ωρών (9.00πμ-12.30μμ). Την ίδια ημέρα (23 Ιουλίου) γύρω στις 12:30 το μεσημέρι, ο εκπρόσωπος της τράπεζας επανήλθε και του παρέδωσε έγγραφο διορισμού Διαχειριστή στην εταιρεία. Ως Διαχειριστής διορίστηκε ο Χρίστος Ζακχαίος (εναγόμενος 2), ο οποίος επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Από την συμπεριφορά του έδειχνε πως δεν είχε διαθέσιμο «ικανοποιητικό χρόνο» για την διαχείριση της εταιρείας. Ο Ζακχαίος δεν είχε καθόλου γνώση, εκπαίδευση και πείρα στον τομέα του εμπορίου κατεψυγμένων τροφίμων και της διαχείρισης και της υγιεινής των τροφίμων. Έχει άλλες ασχολίες (είναι δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Λακατάμιας). Η διαχείριση της εταιρείας γινόταν και συνεχίζει να γίνεται από το γραφείο Andry Karyda Restructuring Insolvency Practitioners Limited, στο οποίο εργάζεται ο Διαχειριστής. Η διαχείριση συντονίζεται από την ιδιοκτήτρια του γραφείου Άντρη Καρυδά, η οποία λαμβάνει όλες σχεδόν τις αποφάσεις και δίνει όλες σχεδόν τις οδηγίες. Το γραφείο χρεώνει αδικαιολόγητα την εταιρεία €15.000= μηνιαίως. Ο ομνύων αναφέρεται στην συνέχεια σε ενέργειες του Διαχειριστή, οι οποίες, κατά τον ίδιο, ήσαν επιβλαβείς για την εταιρεία. Μερικές εκ των οποίων είναι οι εξής. Με την ανάληψη της διαχείρισης, ο Διαχειριστής τερμάτισε πλήρως την εμπορική συνεργασία της εταιρείας με την Ελληνική Τράπεζα, με αποτέλεσμα η εταιρεία να απωλέσει τις διευκολύνσεις (€100.000= όριο παρατραβήγματος και €100.000= όριο προεξόφλησης επιταγών) που είχε, οι οποίες ήσαν σημαντικές για το πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζει. Όλες οι εμπορικές δοσοληψίες της εταιρείας γίνονται με την Τράπεζα Κύπρου, χωρίς η τελευταία να παραχωρήσει στην εταιρεία καμμιά διευκόλυνση. Στους πέντε
(5)μήνες διαχείρισης, από τις 23.7.2020 μέχρι και τις 31.12.2020, σημειώθηκε κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων, η οποία «μεγεθύνεται όσο περνά ο χρόνος». Η πτώση των πωλήσεων οφείλεται στις «συνεχείς» ελλείψεις «κύριων και βασικών» προϊόντων λόγω μιας λανθασμένης διαδικασίας που επέβαλε η πλευρά του Διαχειριστή για τις αγορές των προϊόντων. Με την ανάληψη της διαχείρισης της εταιρείας από τον Διαχειριστή, σταδιακά, όλα τα λειτουργικά έξοδα έχουν αυξηθεί υπερβολικά και ανεξέλεγκτα. Σημειώνεται επίσης «κακή διοίκηση, μη λήψη έγκαιρων και άμεσων αποφάσεων, χρονοβόρες και καθυστερημένες αποφάσεις, λανθασμένες λύσεις και κακές επιλογές», με αποτέλεσμα η εταιρεία να υποστεί και να συνεχίζει να υφίσταται σοβαρότατες ζημιές και απώλειες. Ο ομνύων αναφέρεται και σε σωρεία άλλων ενεργειών του Διαχειριστή οι οποίες, κατά την θέση του, έβλαψαν την εταιρεία και καταδεικνύουν την κακοδιαχείριση της. Κατά τον ομνύοντα «είναι εμφανές ότι η διαχείριση γίνεται όχι για το καλό της εταιρείας ή για το καλό των πιστωτών της, αλλά προς όφελος αποκλειστικά της καθ΄ ης η Αίτηση 1 ως η εντολέας του διαχειριστή και προς όφελος της εταιρείας στην οποία εργάζεται και από την οποία αμείβεται ο διαχειριστής». Η εταιρεία καταλήγει, «στην βάση του πλάνου του διαχειριστή» οδηγείται σε κλείσιμο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και στην οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Στις ξεχωριστές Ενστάσεις που καταχώρησαν προβάλλουν πως δεν ικανοποιούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Πως τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση έχουν εγερθεί και προωθούνται κακόπιστα, παράτυπα, παραπλανητικά, καταχρηστικά και λανθασμένα. Πως οι ενάγοντες-αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και πως παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Πως οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2, στην απουσία Έκθεσης Απαίτησης, είναι ατεκμηρίωτοι, γενικοί, ασαφείς, αόριστοι, παραπλανητικοί και δεν υποστηρίζουν σε οποιοδήποτε βαθμό τα αιτητικά του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Πως ο εναγόμενος 2 διορίστηκε καθόλα νόμιμα και έγκυρα από την εναγομένη 1 σύμφωνα με τους Όρους του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 20.5.2008, το οποίο παρέχει εξασφάλιση για απεριόριστο ποσό, πλέον τόκους, άλλα έξοδα και δαπάνες και το οποίο κατατέθηκε δεόντως στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Πως οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους αιτητές σε περίπτωση επιτυχούς διεκδίκησης αποζημιώσεων. Πως σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα εμποδιστεί η Τράπεζα από το να ασκήσει τα δικαιώματα της, βάσει των εξασφαλίσεων προς όφελος της και/ή θα εμποδιστεί ο Διαχειριστής από του να εκτελέσει τα καθήκοντα του στην βάση του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Πως οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση, καθότι (α) η ενάγουσα 1 βρίσκεται υπό διαχείριση και ο μοναδικός αντιπρόσωπος της είναι ο εναγόμενος 2 και (β) προ της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης δεν λήφθηκε άδεια από τον εναγόμενο 2, ο οποίος είναι το μοναδικό πρόσωπο που δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία της εταιρείας, περιλαμβανομένων και των αγώγιμων δικαιωμάτων της. Η Αίτηση αποσκοπεί ουσιαστικά στην ανατροπή ή/και καταστρατήγηση του Ομολόγου ή/και στην καθυστέρηση ή/και παρεμπόδιση στην εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Επιδίωξη των Αιτητών είναι ουσιαστικά η διατήρηση του ελέγχου της περιουσίας της υπό διαχείριση εταιρείας προς όφελος των και σε βάρος των πιστωτών, περιλαμβανομένης της εναγομένης
- Οι Ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζονται από Ένορκες Δηλώσεις του Μιχάλη Στυλιανού για την εναγομένη 1 και του ίδιου του εναγομένου
- Ο Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος της εναγομένης 1 τράπεζας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί, απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του ενάγοντα
- Σε απάντηση τούτων, αναφέρει συνοπτικά τα εξής. Η συνεργασία της ενάγουσας 1 εταιρείας με την εναγομένη 1 τράπεζα άρχισε τον Μάιο του
- Τότε η εταιρεία είχε την επωνυμία Amasa (Cyprus) Ltd. Μετονομάστηκε σε Iceline (Cyprus) Ltd αρχές του
- Μεταξύ των ετών 2008 μέχρι και το 2015, η εταιρεία και προσωπικά ο Γιώργος Αριστείδου (ενάγοντας 2) έλαβαν από την τράπεζα πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €4.000.000.00 περίπου. Οι διευκολύνσεις εξασφαλίζοντο από προσωπικές εγγυήσεις του ενάγοντα 2 και της συζύγου του (Στάλως Αριστείδου), υποθήκη επί του ακινήτου στο οποίο ανεγείροντο τότε αποθήκες και γραφεία, από Ομόλογο κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί της περιουσίας της εταιρείας και από εκχώρηση δικαιωμάτων από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής. Από την αρχή της συνεργασίας της με την τράπεζα, η εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας (εκ των υστέρων διεφάνη πως τούτο οφείλετο σε κακοδιαχείριση, διασπάθιση του δανεισμού και αποκόμιση προσωπικού οφέλους, στο οποίο ο ενάγοντας 2 και η οικογένεια του δεν εδικαιούντο), με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις. Το 2009 (τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου οι οφειλές της εταιρείας προς την τράπεζα ανήρχοντο στο ποσό των €3.369.480.00 πλέον τόκοι), η τράπεζα παραχώρησε στους ενάγοντες, στην βάση γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 15.1.2009, «επιπρόσθετο δανεισμό» πέραν του €1.000.000.00= (στην μεν εταιρεία δάνειο ύψους €408.000, χρηματοδότηση υπό μορφή ενοικιαγοράς ύψους €100.000=, όριο BOCA ύψους €250.000=, στον δε ενάγοντα 2 προσωπικό δάνειο ύψους €300.000=). Η υποθήκευση της οικίας του Γιώργου και Στάλως Αριστείδου ήταν «μονόδρομος» ώστε να δοθεί ο νέος δανεισμός. Παρόλα αυτά, η τράπεζα ήταν πάντοτε έτοιμη να απαλλάξει την οικία από την Υποθήκη, νοουμένου ότι προσφέροντο άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις και/ή δέσμευση μετρητών ως εγγύηση, υπό τον όρο, βέβαια, ότι οι υποχρεώσεις τόσο της εταιρείας όσο και του ενάγοντα 2, εξυπηρετούντο κανονικά. Κατά την περίοδο 2009-2013, οι λογαριασμοί τόσο της εταιρείας όσο και του ενάγοντα 2 παρουσίαζαν εκκρεμότητες, ενώ ουσιώδεις όροι των Συμφωνιών παραβιάζοντο. Μεταξύ των ετών 2010-2013, οι ενάγοντες συνέχιζαν να μην συμμορφώνονται με τους όρους των Συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και «έφερναν» την τράπεζα προ «τετελεσμένων γεγονότων», ώστε να εξασφαλίσουν περαιτέρω δανεισμό. Από τον Μάρτιο του 2013 μέχρι και τον Ιούνιο του 2015, οι ενάγοντες δεν κατέθεσαν «ούτε ένα σεντ» έναντι των υποχρεώσεων τους, ενώ διεκπεραίωναν τις τραπεζικές τους συναλλαγές μέσω άλλου πιστωτικού ιδρύματος (Ελληνική Τράπεζα). Τον Ιούλιο του 2015, η τράπεζα συμφώνησε να δώσει για ακόμη μία φορά, «σανίδα σωτηρίας» στην εταιρεία, παραχωρώντας της νέα δανειοδότηση. Στις 25.6.2015 υπεγράφησαν «διάφορες» Συμφωνίες δανειοδότησης. Με αυτές, όλα τα μέχρι τότε οφειλόμενα υπόλοιπα εξοφλήθηκαν. Οι νέες πιστωτικές διευκολύνσεις εξασφαλίστηκαν από εγγυήσεις, υποθήκες και το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, του
- Οι ενάγοντες για ακόμη μία φορά δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα. Η εταιρεία, χωρίς την συγκατάθεση της εναγομένης 1 τράπεζας διεκπεραίωνε τις εμπορικές της δραστηριότητες με άλλη τράπεζα, συγκεκριμένα την Ελληνική, ενώ η τράπεζα συγκατατέθηκε μόνο στην σύναψη δανεισμού ή/και διευκολύνσεων μόνο για κεφάλαιο κίνησης. Ενώ συμφωνήθηκε όπως τουλάχιστον το 50% των συναλλαγών της εταιρείας διοχετεύεται σε συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό όψεως, η εταιρεία δεν το έπραττε. Επίσης, ενώ η εταιρεία δεσμεύθηκε όπως το 80% των εισπράξεων της κατατίθεται στον λογαριασμό της με την τράπεζα, το 2019 διοχετεύθηκε μόνο το 4.3% των συναλλαγών της. Ο δε ενάγοντας 2, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, έλαβε το 2016, μέρισμα από την εταιρεία ύψους €212.389.
- Η συμφωνία με την τράπεζα προνοούσε ρητά ότι δεν επιτρέπεται η διανομή μερίσματος στους μετόχους, ούτως ώστε να μην αποδυναμωθεί η ρευστότητα της εταιρείας. Είναι η θέση του ομνύοντα πως σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας 2 στην Ένορκη του Δήλωση («η μόνη απαίτηση που είχαμε από την τράπεζα ήταν η μείωση του δανείου»), η εταιρεία είχε συνεχώς απαίτηση για παραχώρηση πρόσθετης δανειοδότησης και επιπρόσθετων πιστωτικών διευκολύνσεων. Στις αρχές του 2019, η τράπεζα σε μία ακόμη καλόπιστη προσπάθεια να βοηθήσει την εταιρεία, ενέκρινε την μείωση της δόσης του δανείου από €25.000= σε €20.000=. Εν τέλει, λόγω της παραβίασης εκ μέρους των εναγόντων των συμβατικών τους υποχρεώσεων, η τράπεζα τερμάτισε τον Απρίλιο του 2021, τις μεταξύ τους Συμφωνίες και στις 28.5.2021 καταχώρησε στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον της τελούσης υπό διαχείριση πλέον εταιρείας, του ενάγοντα 2 και της συζύγου του, την αγωγή με αριθμό 1295/
- Ως προς τον διορισμό του εναγομένου 2 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) της ενάγουσας 1 εταιρείας, ο ομνύων αναφέρει τα εξής. Λόγω της μη συμμόρφωσης της εταιρείας με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, των ανεπιτυχών, επαναλαμβανόμενων, καλόπιστων προσπαθειών της τράπεζας για περίοδο πέραν των πέντε
(5)ετών να βρεθεί λύση ως προς την «ομαλοποίηση» του δανεισμού της εταιρείας, του μεγέθους του «ανοίγματος» της τράπεζας προς την εταιρεία, των ενεργειών της οικογένειας Αριστείδου να «διοχετεύει» χρήματα για προσωπικό όφελος, κατά παράβαση των κανόνων ορθής εταιρικής διακυβέρνησης αλλά και ενάντια στα συμφέροντα της ίδιας της εταιρείας και των πιστωτών της (περιλαμβανομένης της τράπεζας) και μετά που εξαντλήθηκε κάθε περιθώριο εξεύρεσης λύσης, η τράπεζα απεφάσισε, καθόλα νόμιμα και εύλογα, να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του Ομολόγου και να διορίσει Παραλήπτη/Διαχειριστή επί ολοκλήρου της περιουσίας (κινητής και ακίνητης) περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της επιχείρησης της εταιρείας. Ο εναγόμενος 2 είναι άρτια καταρτισμένος, με πολλά χρόνια εμπειρίας, έχοντας διοριστεί ως Παραλήπτης/Διαχειριστής και έχοντας αναλάβει με επιτυχία μεγάλο αριθμό εμπορευομένων και άλλων εταιρειών. Είναι τέλος η θέση του πως οι ενάγοντες-αιτητές «παρέθεσαν ένα πλασματικό, εσφαλμένο και παραπλανητικό πραγματικό υπόβαθρο, επιχειρώντας να παρασύρουν το σεβαστό Δικαστήριο στο να πιστεύσει ότι οι Αιτητές ενεργούσαν πάντοτε καλόπιστα και προσπαθούν (i) να εξεύρουν λύση και (ii) να διασώσουν την Εταιρεία, την οποία οι ίδιοι με τις κακόπιστες πράξεις τους οδήγησαν σε αυτό το σημείο». Ο εναγόμενος 2 Χρίστος Ζακχαίος, στην Ένορκη του Δήλωση, επίσης απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Παραθέτω στην συνέχεια σύνοψη της μαρτυρίας του. Είναι αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητος με Αριθμό Μητρώου ΣΑ00188/ΥΑ/2015. Από το 2015 μέχρι και σήμερα, έχει «εμπλακεί» σε περισσότερες από σαράντα
(40)υποθέσεις διαχείρισης εταιρειών και έχει διοριστεί ως Παραλήπτης/Διαχειριστής σε περισσότερες από είκοσι
(20)εταιρείες. Είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Andry Karyda Restructuring Insolvency Practitioners Limited και κατέχει το 49% του μετοχικού της κεφαλαίου. Στις 23.7.2020 διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής ολόκληρης της περιουσίας της ενάγουσας 1 εταιρείας, βάσει των Όρων Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 20.5.2008. Ο ομνύων αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες του ενάγοντα 1, οι οποίες έγιναν προ του διορισμού του ιδίου ως Παραλήπτη και καταδεικνύουν σαφώς την κακοδιαχείριση της εταιρείας. Η κερδοφορία της, τα έτη 2015, 2016, 2017 και 2018 ήταν οριακή ενώ για το έτος 2019 είχε ζημιά ύψους €680.000= και για το 2020 γύρω στο €1.000.000=. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διεφάνη ότι η εταιρεία ήταν «εντελώς» αποδιοργανωμένη, υποστελεχωμένη, με προβληματικές εγκαταστάσεις, με μεγάλο δανεισμό και με προβλήματα ρευστότητας. Αναφέρεται επίσης στις δικές του ενέργειες, αφότου ανέλαβε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, όλες οι πλευρές υπεραμύνθηκαν των θέσεων τους με αναφορά σε νομολογία. Η κα Μ. Νικολαΐδου εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών υπεστήριξε πως ό,τι ετέθη από πλευράς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογεί την πεποίθηση τους ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση «για συνωμοτικά παράνομη ενεργοποίηση του κυμαινόμενου ομολόγου επιβάρυνσης καθώς και για κακοδιαχείριση της Αιτήτριας εταιρείας και/ή συνωμοσία από τα πρόσωπα που ελέγχουν την διαχείριση της εταιρείας και προσωπικό της Τράπεζας και/ή με την ανοχή της τελευταίας .». Στον αντίποδα ο κ. Π. Πανάγος και η κα Τ. Μαλτέζου εκ μέρους της εναγομένης 1 τράπεζας-καθ΄ης η αίτηση, στηλίτευσαν κατ΄ αρχήν το γεγονός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν μέχρι και την ακρόαση της Αίτησης να καταχωρήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους αν και διέρρευσαν είκοσι
(20)και πλέον μήνες από την καταχώρηση στις 12.4.2021 του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Επικαλέστηκαν τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων υποθέσεων και στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 («Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά την δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης») για να εισηγηθούν ότι η Αίτηση υπόκειται σε άμεση απόρριψη χωρίς την ανάγκη να εξεταστεί η ουσία της. Ως προς την ουσία της Αίτησης, εισηγήθηκαν ότι καμμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ικανοποιείται και ως εκ τούτου, η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Με τις θέσεις και τις εισηγήσεις των συνηγόρων της εναγομένης 1-καθ΄ ης η αίτηση, συντάχθηκε και ο Λ. Παπαχαραλάμπους εκ μέρους του εναγομένου 2-καθ΄ου η αίτηση. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
- Παρόλο που το στοιχείο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά, στην προκειμένη περίπτωση θα προχωρήσω πρώτα στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου
- Κρίνω πως με αυτό τον τρόπο θα δοθεί απάντηση και στο συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, ώστε αφενός μεν το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί, και αφετέρου να δοθούν οι υπόλοιπες θεραπείες που επιζητούνται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα εξής. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι το περιεχόμενο των εκατέρωθεν Ενόρκων Δηλώσεων είναι το υλικό επί του οποίου θα κριθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση όλων των Ενδιάμεσων αιτήσεων, περιλαμβανομένης και της υπό κρίση, διέπεται από την Δ.48 θ.4, η οποία προνοεί ότι δεν προσκομίζεται μαρτυρία αλλά η ακρόαση διεξάγεται βάσει του περιεχομένου των Ενόρκων Δηλώσεων. Αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω δηλώσεων, μπορεί να γίνει είτε με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου), είτε με καταχώρηση απαντητικών ενόρκων δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ, μέρος 1(Γ) σελ. 2118). Στην προκειμένη περίπτωση οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν. ΄Ετσι η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, θα κριθεί σε αυτό το πλαίσιο. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ μέρος 1(Γ) σελ. 1980, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σ' εκείνον που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Όπως έχει προαναφερθεί, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση), ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα. Εν προκειμένω, η Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρήθηκε με την καταχώρηση της αγωγής και έτσι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καθώς και το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων (συνιστούν μαρτυρία που διέπεται από την Δ.39) αποτελεί το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Όπως η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1(Γ), 1802, στην ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) πληρείται. Αυτή φυσικά είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Νομολογικά έχει λεχθεί πως μόνο σε «κραυγαλέες» περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Εν προκειμένω αποκαλύπτονται με αναφορά σε ισχυρισμούς, αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής. Στους εναγομένους 1 και 2 αποδίδεται πως συνωμότησαν μεταξύ τους και από κοινού ενήργησαν με πρόθεση να προκαλέσουν βλάβη στην ενάγουσα 1 εταιρεία και/ή ότι συνεπεία των ενεργειών τους, η εταιρεία όχι μόνο έχει υποστεί ζημιά, αλλά υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης της. Στον εναγόμενο 2 αποδίδονται ενέργειες και επιλήψιμες πράξεις, οι οποίες στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των δικών του προσωπικών συμφερόντων αλλά και των συμφερόντων της τράπεζας και όχι της ενάγουσας 1 εταιρείας. Γι΄ αυτό και ζητείται ο παραμερισμός του διορισμού του. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας) είναι σύμφωνα με την νομολογία «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας από τον αιτητή - υποχρέωση η οποία μετατίθεται για την μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης - αναμένεται, όμως, η παρουσίαση συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Εν προκειμένω κρίνω πως η εν λόγω προϋπόθεση για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν ικανοποιείται. Με τα στοιχεία που προσκόμισαν οι καθ΄ ων η αίτηση (ενδεικτικά εκτίθενται κατωτέρω, κάποια από αυτά) δημιούργησαν ρήγματα στην υπόθεση των αιτητών. Θέση των αιτητών, όπως έχει προαναφερθεί, είναι πως η ενάγουσα 1 εταιρεία, προ του διορισμού του εναγομένου 2 ως Διαχειριστή, ήταν μία δρώσα επιχείρηση, με κερδοφορία και σε άριστη οικονομική κατάσταση. Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Ομολόγου για διορισμό Διαχειριστή. Περαιτέρω διατείνονται πως μετά τον διορισμό του τελευταίου, η κατάρρευση της είναι προ των πυλών, λόγω των ενεργειών του. Εν πρώτοις θα πρέπει να λεχθεί πως το χρέος της εταιρείας προς την εναγομένη 1 τράπεζα δεν αμφισβητείται. Όπως δεν αμφισβητούνται οι Συμφωνίες του 2015 με τις οποίες δόθηκε νέα δανειοδότηση στην εταιρεία και εξοφλήθηκαν οι παλαιές οφειλές. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι το Ομόλογο του 2008 εξακολουθούσε να ισχύει ως εξασφάλιση της νέας δανειοδότησης με τις Συμφωνίες του 2015. Σε απάντηση της πιο πάνω θέσης των εναγόντων, οι καθ΄ων η αίτηση αντιπαραθέτουν τις Οικονομικές Εκθέσεις της εταιρείας και τις ίδιες τις επιστολές του ενάγοντα 2 προς την τράπεζα (Τεκμήριο 24 στην Ένορκη Δήλωση Γιώργου Αριστείδου), οι οποίες, κατά τους ίδιους, καταδεικνύουν ότι η εταιρεία από την αρχή της λειτουργίας της είχε προβλήματα ρευστότητας εξ΄ου και το αίτημα της περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2011 για τετράμηνη αναστολή πληρωμής δόσεων. Διατείνονται επίσης πως μετά τις Συμφωνίες του 2015, όπου η δανειοδότηση της εταιρείας ετέθη σε νέα βάση, τα δάνεια της εταιρείας δεν εξυπηρετούντο αφού οι λογαριασμοί κατά την 29ην Φεβρουαρίου 2020 παρουσίαζαν καθυστερήσεις πέραν των 30 ημερών. Οι καθ΄ων η αίτηση υποδεικνύουν ακόμη πως και από τα Τεκμήρια 17 και 18 που επισυνάπτει στην Ένορκη του Δήλωση ο ενάγοντας 2 Γιώργος Αριστείδου, διαφαίνεται ότι η τράπεζα επανειλημμένως καλούσε την εταιρεία να προχωρήσει σε κάλυψη της υπέρβασης στον τρεχούμενο λογαριασμό της, καθώς και σε επίλυση των εκκρεμοτήτων που παρουσίαζαν οι υπόλοιποι λογαριασμοί της. Τα προαναφερθέντα δεν συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων, αφού στο παρόν στάδιο δεν αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές. Τούτο θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Είναι απλά τα στοιχεία που έθεσαν οι καθ΄ων η αίτηση, τα οποία διαβρώνουν την θέση των αιτητών για «συνωμοτικά παράνομη ενεργοποίηση του κυμαινόμενου ομολόγου επιβάρυνσης», όπως χαρακτηριστικά ετέθη από τον συνήγορο τους στην Γραπτή του Αγόρευση. Καταληκτικά, επαναλαμβάνω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, αφού και οι τρεις
(3)προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, κρίνω πως δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο
- Η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως έχει προαναφερθεί, εάν στο τέλος της ημέρας η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Εν προκειμένω είναι αδιαμφισβήτητο ότι η καθ΄ης η αίτηση 1 είναι τράπεζα. Η φερεγγυότητα της δεν αμφισβητείται από πλευράς των αιτητών. Ουσιαστικά δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της τράπεζας. Τα πυρά των αιτητών στρέφονται εναντίον του εναγομένου 2, ο οποίος, όπως διατείνονται, «δεν θα δύναται να αποζημιώσει την εταιρεία και τον Αιτητή σε κατοπινό στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Πέραν του πιο πάνω ισχυρισμού, κανένα άλλο στοιχείο τίθεται. Θεωρώ πως η εν λόγω αναφορά είναι γενική και αόριστη. Οι γενικόλογες και ασύνδετες από πλευράς γεγονότων αναφορές δεν βοηθούν. Σε κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξηγείται, στην βάση ποιών γεγονότων, υπαρκτών, επαπειλούμενων ή τουλάχιστον πιθανών, κινδυνεύει η ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης κατά την κανονική ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς φρονώ πως δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στην βάση των προαναφερθέντων, δεν χρειάζεται να εξεταστεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος της διαφοράς. Όσον αφορά την παράλειψη των εναγόντων για είκοσι
(20)και πλέον μήνες (μέχρι και την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης) να καταχωρήσουν την Έκθεση Απαίτησης, δεν έχω να πω πολλά. Συμφωνώ επί τούτω με την θέση των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση. Η νομολογία (Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1572, Χάρης Σταυράκης κ.α v. Δήμος Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Ε68/2013 ημερομηνίας 24.3.2015) καταδεικνύει, ότι αίτηση για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων υπόκειται σε απόρριψη χωρίς καν να εξεταστεί η ουσία της, καθ΄ ότι η μη προώθηση της αγωγής για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αφήνει να νοηθεί ότι η επιδιωκόμενη έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων αποτελεί αυτοσκοπό για τους αιτητές. Συνεπώς η Αίτηση και γι΄αυτόν τον λόγο θα πρέπει να απορριφθεί. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο