← Κύπρος

PAVEL SHISHKIN ν. Ο1 GROUP LIMITED (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών) μέσω του Εκκαθαριστή αυτής κου Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3180/20

PAVEL SHISHKIN ν. Ο1 GROUP LIMITED (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών) μέσω του Εκκαθαριστή αυτής κου Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3180/2018, 22/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3180/2018 Μεταξύ: PAVEL SHISHKIN Ενάγοντα -και- 1. Ο1 GROUP LIMITED 2. GISORAL HOLDINGS LIMITED 3. AGDALIA HOLDINGS LIMITED 4. Boris Mints 5. Dmitry Mints 6. Έλενα Ατάμοβιτς Χατζηκωνσταντή 7. Καρίνα Στολμπόβσκιχ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/10/2020: Μεταξύ: PAVEL SHISHKIN Ενάγοντα -και- 1. Ο1 GROUP LIMITED (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών) μέσω του Εκκαθαριστή αυτής κου Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη 2. GISORAL HOLDINGS LIMITED 3. AGDALIA HOLDINGS LIMITED (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών) μέσω του Εκκαθαριστή αυτής κου Νίκου Νικολάου 4. Boris Mints 5. Dmitry Mints 6. Έλενα Ατάμοβιτς Χατζηκωνσταντή 7. Καρίνα Στολμπόβσκιχ Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 25.9.2020 καταχωρηθείσα από τον ενάγοντα με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος τύπου «unless» (unless order) Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κουάλης για A. G. EROTOCRITOU LLC Για Εναγομένους 4 και 5 - Καθ΄ων η αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 6 - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ο ενάγοντας αξιοί από τους εναγομένους 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις ύψους USD 5.000.000= και/ή το ισόποσο σε Ευρώ, ως ποσό οφειλόμενο και/ή πληρωτέο λόγω παράβασης Συμφωνιών Δανείου και Σύμβασης Εγγύησης. Εναντίον των εναγομένων 1-7, αξιοί την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι αυτοί συνωμότησαν μεταξύ τους, με σκοπό την εξαπάτηση και/ή την καταδολίευση του και ότι προξένησαν σ΄ αυτόν οικονομική ζημιά. Εναντίον των εναγομένων 1-7, αξιοί την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι αυτοί χωρίς επαρκή δικαιολογία και/ή απερίσκεπτα προκάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2 να παραβιάσουν τις Συμβάσεις Δανείου και την Σύμβαση Εγγύησης που συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 και 2, αντίστοιχα. Εναντίον των εναγομένων 1-7, τέλος, αξιοί, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή την καταδολίευση και/ή την εξαπάτηση του. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγοντας παραχώρησε δάνεια σε εταιρείες του ομίλου εταιρειών Ο1 (εναγομένη 1), ο οποίος κατείχε περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας. Στην πορεία, κατόπιν παροτρύνσεων και παραστάσεων από τον τελικό δικαιούχο του ομίλου, ήτοι τον εναγόμενο 4, ο ενάγοντας συμφώνησε στην μεταφορά των υποχρεώσεων αποπληρωμής των δανείων, στην εναγομένη 2 (μία εκ των εταιρειών του ομίλου), η οποία δεν είχε εργασίες ή περιουσιακά στοιχεία που να διασφαλίζουν την εξόφληση των δανείων. Ως εκ τούτου, τον Αύγουστο του 2016 η εναγομένη 1 με γραπτή συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκε την αποπληρωμή των δανείων. Τον συγκεκριμένο χρόνο, η εναγομένη 1 ήταν η μητρική εταιρεία του ομίλου Ο1, η οποία μέσω θυγατρικών της εταιρειών και στην συνέχεια μέσω της εναγομένης 3, κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της κυπριακής εταιρείας Ο1 Properties Ltd. Η τελευταία κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου Ο1. Είναι θέση του ενάγοντα πως στην συνέχεια και προτού εξοφληθούν τα δάνεια, οι εναγόμενοι τροχοδρόμησαν την αποξένωση όλων ή των κύριων περιουσιακών στοιχείων του ομίλου Ο1, με αποτέλεσμα η εναγομένη 1 να μην είναι σε θέση να αποπληρώσει τα δάνεια. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας αιτήθηκε (η αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως) την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι ήγειραν ένσταση και το Δικαστήριο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας έκδωσε Διάταγμα Παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1-7, μέχρι του ποσού των USD $5.000.000=, καθώς και Υποβοηθητικά Διατάγματα Αποκάλυψης (Ancillary Discovery Orders) για σκοπούς «αστυνόμευσης» ως προς την συμμόρφωση των εναγομένων στο Διάταγμα Παγοποίησης. Σε σχέση με τα Διατάγματα Αποκάλυψης, το Δικαστήριο διέταξε όπως οι Καθ΄ων η αίτηση συμμορφωθούν εντός 45 ημερών από της ημερομηνίας επίδοσης και/ή λήψης γνώσης των Διαταγμάτων. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο ενάγοντας αιτείται τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση 3, 4, 5 και 6 από του να υπερασπιστούν την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή να ακουστούν στη διαδικασία και/ή να προωθούν και/ή να προωθήσουν οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και/ή διάβημα στην υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο μέχρις ότου αυτοί συμμορφωθούν πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/03/2020 και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και/ή πρέπον να εκδώσει. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40, Δ.42Α θθ. 1-13, Δ.48 θθ. 1-4, 7-9, 11-13, Δ.51, Δ.58 και Δ.64, στα άρθρα 4-5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 2, 29, 30, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας, στις εγγενείς εξουσίες, την πρακτική και την νομολογία των Δικαστηρίων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Ιωάννας Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα αναφέρεται στην έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 24.3.2020, πιστόν αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει (Τεκμήριο 1). Το Διάταγμα, προσθέτει, μεταξύ άλλων, διέταζε τους καθ΄ων η αίτηση όπως αποκαλύψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση για την ύπαρξη του Διατάγματος. Είναι η θέση της πως το Διάταγμα ημερομηνίας 24.3.2020 περιήλθε στην γνώση των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και κοινοποιήθηκε σ΄ αυτούς. Τούτο, όπως αναφέρει στην παράγραφο 8 της Ένορκης της Δήλωσης, προκύπτει και από τα εξής: «8.1. Το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020 εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στην παρουσία των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. 8.2. Η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020 απαγγέλθηκε («handing down of judgment») στις 24/03/2020 στην παρουσία δικηγόρων των Καθ΄ων η Αίτηση (στο εξής η «Απόφαση»). 8.3. Στις 07/04/2020 οι Καθ΄ων η Αίτηση 4, 5, 6 και 7 καταχώρησαν έφεση εναντίον της απόφασης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2. 8.4. Το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020 επιδόθηκε στην Καθ΄ης η Αίτηση 3 μέσω ιδιώτη επιδότη στις 09/04/2020. Η σχετική ένορκη δήλωση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. 8.5. Το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020 επιδόθηκε στον εκκαθαριστή της Καθ΄ης η Αίτηση 3, κ. Νίκο Νικολάου, μέσω ιδιώτη επιδότη στις 06/07/2020. Η σχετική ένορκη δήλωση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. 8.6. Το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020 επιδόθηκε στις εταιρείες που απαριθμούνται στις παραγράφους 3(
  2. i)μέχρι 3(
  3. ix)του Παραρτήματος Α του Διατάγματος ημερομηνίας 24/03/2020 μέσω ιδιώτη επιδότη στις 06/07/2020. Η σχετική ένορκη δήλωση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ευρήματα στην Απόφαση, οι εν λόγω εταιρείες ελέγχονται από τους Καθ΄ων η Αίτηση 4 και 5». Μέχρι σήμερα, καταλήγει η ομνύουσα, «οι καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με το Διάταγμα ημερομηνίας 24/03/2020, αφού δεν έχουν καταχωρήσει την ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών τους στοιχείων (ως προνοείτο από την παράγραφο Γ του Διατάγματος ημερομηνίας 24/03/2020), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεχθεί η συμμόρφωση τους με το διάταγμα παγοποίησης (παράγραφος Α του Διατάγματος ημερομηνίας 24/03/2020)». Είναι η θέση της πως δεδομένου του ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 24.3.2020 εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία («στην παρουσία των καθ΄ων η αίτηση»), η συμπεριφορά των καθ΄ων η αίτηση καταδεικνύει «σοβαρή καταφρόνηση της κυπριακής δικαστικής διαδικασίας». Οι εναγόμενοι 4 και 5 - καθ΄ων η αίτηση ενίστανται στην Αίτηση, προβάλλοντας τους εξής Λόγους: «1. Η παρούσα Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 2. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και αντίθετη με την βάση που την υποστηρίζει. 3. Ο Αιτητής δεν έχει ακολουθήσει τα απαραίτητα διαβήματα μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 24.3.2020. 4. Η Αίτηση είναι παραπλανητική. 5. Ο Αιτητής προσπαθεί να επιτύχει επίδοση χωρίς να λάβει τα απαραίτητα διαβήματα». Η Ένσταση των εναγομένων 4 και 5 υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Νάταλη Πελαβά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που τους εκπροσωπεί. Η Πελαβά υποστηρίζει τα εξής: Το Δικαστήριο στις 24.3.2020 ενέκρινε την αίτηση του ενάγοντα ημερομηνίας 20.12.2018 και εξέδωσε τα Προσωρινά Διατάγματα υπό τον όρο ότι ο ενάγοντας «θα κατέβαλλε» το ποσό των €150.000= ως εγγύηση για την κάλυψη τυχόν ζημιάς που πιθανόν να προέκυπτε λόγω της έκδοσης των Διαταγμάτων. Η καταβολή της Εγγύησης, συνιστούσε «προαπαιτούμενο όρο για την σύνταξη και τη θέση σε ισχύ των διαταγμάτων». Οι εναγόμενοι στις 24.3.2020 έλαβαν γνώση της έκδοσης της Ενδιάμεσης Απόφασης αλλά ποτέ δεν ενημερώθηκαν για την ικανοποίηση του όρου της Εγγύησης. Το συνταχθέν Διάταγμα ποτέ δεν τους επιδόθηκε. Η Έφεση που καταχωρήθηκε «αμφισβητεί» την Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2020 και σε καμμιά περίπτωση καταδεικνύει «ύπαρξη γνώσης της σύνταξης του Διατάγματος και επομένως της θέσης του σε ισχύ». Η επίδοση του Διατάγματος στην εναγομένη 3 είναι «άσχετη με τους εδώ εναγομένους», οι οποίοι δεν έχουν σχέση ούτε και με τις εταιρείες που αναφέρονται στο παράρτημα «Α» του Διατάγματος. Ακόμη και εάν το Διάταγμα επεδόθη στις εν λόγω εταιρείες, προσθέτει η ομνύουσα, οι εναγόμενοι 4 και 5 είναι ξεχωριστά πρόσωπα και θα έπρεπε να τους επιδοθεί προσωπικά το Διάταγμα. Είναι, τέλος, η θέση της Πελαβά πως ενώ ο ενάγοντας δεν έχει πάρει οποιαδήποτε μέτρα επίδοσης του Διατάγματος στους εναγομένους 4 και 5, «την ίδια ώρα απαιτεί να τους επιβληθεί περιορισμός στα συνταγματικά τους δικαιώματα». Και η εναγομένη 6 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας τους ίδιους Λόγους που προέβαλαν και οι εναγόμενοι 4 και 5. Η Ένσταση της εναγομένης 6 υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της. Είναι θέση και της ίδιας πως «η καταβολή» της Εγγύησης των €150.000= συνιστούσε προαπαιτούμενο όρο για την σύνταξη και την θέση σε ισχύ των διαταγμάτων. Δηλώνει πως έλαβε γνώση της έκδοσης της Ενδιάμεσης Απόφασης στις 24.3.2020, αλλά «ποτέ» δεν ενημερώθηκε για την ικανοποίηση του όρου της Εγγύησης και «ποτέ» δεν ενημερώθηκε «μέσω επίδοσης», όπως προνοείται, για την σύνταξη στις 31.3.2020 του Διατάγματος. Μέχρι σήμερα δεν της επιδόθηκε το Διάταγμα παρά του ότι είναι κάτοικος Κύπρου και ούτε γνωρίζει εάν έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια επίδοσης του προς την ίδια. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Πελαβά σε σχέση με την καταχώρηση Έφεσης κατά της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.3.2020, καθώς επίσης και με την επίδοση του Διατάγματος στην εναγομένη 3. Δηλώνει πως δεν έχει καμμιά σχέση με τις εταιρείες που καταγράφονται στο Παράτημα «Α» του Διατάγματος. Διατείνεται, τέλος, πως ενώ ο ενάγοντας δεν έχει λάβει οποιαδήποτε μέτρα επίδοσης του Διατάγματος στην ίδια, «την ίδια ώρα» απαιτεί να της επιβληθεί περιορισμός στα συνταγματικά της δικαιώματα. Η Αίτηση απεσύρθη εναντίον της εναγομένης 3, αφού αυτή συμμορφώθηκε με το Διάταγμα, μεταγενέστερα της καταχώρησης της Αίτησης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Κουάλης εκ μέρους του ενάγοντα αναφέρθηκε εκτενώς στο Διάταγμα που εκδόθηκε στις 24.3.2020 κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Παρόλο που έχουν περάσει δύο

(2)χρόνια από την έκδοση του Διατάγματος, τόνισε, οι καθ΄ων η αίτηση 4, 5 και 6 δεν έχουν, μέχρι σήμερα, συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης, το οποίο είναι αναγκαίο για την επιτήρηση του διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων όλων των εναγομένων. Ο κ. Κουάλης διασκέδασε τον ισχυρισμό των καθ΄ων η αίτηση «ότι δεν γνωρίζουν αν ο ενάγοντας κατέθεσε το ποσό των €150.000= που ετέθη ως όρος για την σύνταξη του Διατάγματος». Τα χρήματα κατατέθηκαν, ανέφερε, εξ΄ ου και το Διάταγμα συνετάχθη. Οι εναγόμενοι έλαβαν μέρος στην διαδικασία, αφού η αίτηση για την έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων καταχωρήθηκε δια κλήσεως και οι συνήγοροι τους ήσαν παρόντες κατά την απαγγελία της Ενδιάμεσης Απόφασης. Η διαδικασία που προωθείται σήμερα, πρόσθεσε, είναι μία ιδιαίτερη διαδικασία από την άποψη ότι δεν είναι παρακοή κάτω από τους Θεσμούς και τον Περί Δικαστηρίων Νόμο όπου χρειάζεται επίδοση και οπισθογράφηση του Διατάγματος. Ανάγεται στην συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Ο κ. Κουάλης αναφέρθηκε σε νομολογία και εισηγήθηκε ότι η Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ο κ. Χαβιαράς εκ μέρους των καθ΄ων - η αίτηση 4, 5 και 6 επέμενε στη θέση πως το Διάταγμα θα έπρεπε να επιδοθεί στους τελευταίους, ώστε ο αιτητής να είναι σε θέση να προχωρήσει εναντίον τους με διαδικασία παρακοής. Ο ενάγοντας, τόνισε, αφού άφησε «αδρανή» την υπόθεση για δύο χρόνια, επέλεξε την «εύκολη λύση» να μην λάβει οποιαδήποτε μέτρα επίδοσης του διατάγματος, αλλά να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση και να επιζητεί θεραπεία στην βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, οι οποίες «χρησιμοποιούνται» σε σπάνιες περιπτώσεις. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται προς τις πρόνοιες του, αφού η υπακοή σε διατάγματα Δικαστηρίου συνιστά μία σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας V. Φωτεινής Ντούμα και άλλου
(2002)1 ΑΑΔ 133). Η παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αυτόματα και την στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του, ν΄ ακουστεί σ΄ άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσον κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης (Louis Vuitton Vs. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Με την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας δεν επιζητεί την τιμωρία των καθ΄ων η αίτηση στην βάση του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, αλλά την έκδοση συγκεκριμένου διατάγματος (unless order), για τους λόγους που προβάλει στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Τα της έκδοσης διατάγματος τύπου «unless» (unless order) εξετάστηκαν από την Μ. Παπαδοπούλου Π.Ε.Δ., στην αγωγή αρ. 2548/20 Ε.Δ. Λεμεσού, Agrawal Commercial Corp. V. 1. Metarus Holdings Limited κ.α. Σε Ενδιάμεση Απόφαση που εκδόθηκε στις 22 Ιουλίου 2021, στα πλαίσια Αίτησης ημερ. 23.4.2021, η Πρόεδρος Παπαδοπούλου ανέφερε τα εξής: «Μελετώντας την Νομολογία, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων, προκύπτει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει 'unless orders' αποτελεί σύμφυτη εξουσία η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει αποτελεσματικά διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί[1], εμπίπτει δε και στην ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του διαδικασίες και να εμποδίζει την κατάχρηση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hadkinson v Hadkinson
(1952)2 All ER 567: «It is the plain and unqualified obligation of every person against, or in respect of, whom an order is made by a court of competent jurisdiction to obey it unless and until that order is discharged. The uncompromising nature of this obligation is shown by the fact that it extends even to cases where the person affected by an order believes it to be irregular or even void». Πρέπει να τονιστεί ότι η δικαιοδοσία αυτή του Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στην τιμωρία του μη συμμορφούμενου διαδίκου αλλά στην διασφάλιση της δίκαιης δίκης. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Derby & Co Ltd v Weldon (Nos 3 and 4)
(1990)Ch 65 όπου λέχθηκαν τα εξής: «The fundamental principle underlying this jurisdiction is that, within the limits of its powers, no court should permit a defendant to take action designed to ensure that subsequent orders of the court are rendered less effective than would otherwise be the case. What changes is not the power or the principles but the circumstances, both special and general, in which courts are asked to exercise this jurisdiction. This can and does call for changes in the practice of the courts. We live in a time of rapidly growing commercial and financial sophistication and it behoves the court to adapt their practices to meet the current wiles of those defendants who are prepared to devote as much energy to making themselves immune to the courts' orders as to resisting the making of such orders on the merits of their case». Όπως προκύπτει από την Νομολογία, ιδιαίτερα την Αγγλική, το συμφέρον της Δικαιοσύνης επιβάλλει όπως το Δικαστήριο έχει αποτελεσματική εξουσία και αποτελεσματικές κυρώσεις στην διάθεση του, αφού χωρίς τέτοιες θα είναι δυνατό για διάδικο να αγνοεί τις διαταγές του, οι οποίες διαταγές είναι το μέσο δια του οποίου το Δικαστήριο τηρεί την ίση και δίκαιη μεταχείριση των διαδίκων (βλ. JSC BTA Bank v Ablyazov (No.8) Civ
(2012)EWCA 1411[2]). Η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για περιστολή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί θέμα ύψιστου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο, όπως λέχθηκε στην Re Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1438, επικρατεί του ατομικού δικαιώματος που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Στην απόφαση Constantinides v Ekdotiki Εteria Vima Ltd a.o.
(1983)1 C.L.R. 348 λέχθηκαν τα εξής: «The power of the Court to control judicial proceedings and restrain abuse of process, is an attribute of the autonomy of the Judiciary and a necessary tool for the efficacy of the judicial process. The decisions in Mavrommatis and Mouzouris, supra though bearing on a different subject, are nonetheless illustrative of the need to stop a party to a proceeding from undermining the authority of the Court and making nonsense of the judicial process». Εν πρώτοις τονίζω ότι η παρακοή διατάγματος δεν συνεπάγεται αυτόματα και την στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου. Η απόφαση επί τούτου παραμένει ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Louis Vuitton v Δέρμοσακ
(1992)1 Α.Α.Δ.1453, Mouzouris v Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R.287, J(HD) v J(AM)
(1980)1 All ER 156, Re Chr. Karaolis Developments Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ.1004). Το Δικαστήριο αποδίδει βαρύνουσα σημασία στο ότι η αποστέρηση από διάδικο του δικαιώματος να ακουστεί αποτελεί δρακόντειο μέτρο, το οποίο το Δικαστήριο θα λάβει μόνο όπου η περιφρόνηση αφ' εαυτής εμποδίζει την πορεία της δικαιοσύνης και δεν υπάρχει άλλος αποτελεσματικός τρόπος να διασφαλιστεί η υπακοή του (βλ. Hadkinson v Hadkinson (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης με το να επιτραπεί στον περιφρονούντα διάδικο να ακουστεί ή με το να αρνηθεί να του το επιτρέψει, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ύψιστη σημασία που το Δικαστήριο πρέπει να δίδει στην άμεση και αδιαμφισβήτητη συμμόρφωση με τα Δικαστικά Διατάγματα (βλ. Motorola Credit Corporation v Uzan (No.2)
(2004)1 W.L.R.113). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γρηγορίου ν Σταύρου (Αρ.1)
(1992)1(Α) Α.Α.Α.237: «Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατακυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Το δικαίωμα τούτο όμως μπορεί να ρυθμιστεί. (Βλ. Ιrr. Division "Katzilos" v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1068.) Η γενική αρχή είναι ότι κάθε ένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του». (βλ. επίσης Ανδρέας Νέου ν Ανδριανής Παναγιώτου
(2008)2 Α.Α.Δ.675). Όπως φαίνεται από τις αποφάσεις Mubarak v Mubarak
(2004)2 FLR 932 και Laing v Laing
(2007)2 FLR 199 το Δικαστήριο θα πρέπει αρχικά να ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος βρίσκεται σε παρακοή και ότι προκαλείται εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης εξ αυτής, προτού προβληματιστεί ως προς την άσκηση ή μη της διακριτικής του ευχέρειας να απαγορεύσει στον εν λόγω διάδικο να ακουστεί». Υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω τα όσα η Πρόεδρος Παπαδοπούλου ανέφερε στην προαναφερθείσα Ενδιάμεση Απόφαση της. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στο υπό κρίση αίτημα. Το ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με το επίμαχο Διάταγμα ημερομηνίας 24.3.2020 δεν αμφισβητείται από την πλευρά τους. Προβάλλουν ως λόγο για την μη συμμόρφωση τους, το ότι «ποτέ δεν ενημερώθηκαν» για την ικανοποίηση του όρου της Εγγύησης και ποτέ δεν τους επιδόθηκε το «συνταγμένο» Διάταγμα. Η καταχώρηση Έφεσης, υποστηρίζουν, «δεν καταδεικνύει ύπαρξη γνώσης της σύνταξης του Διατάγματος». Και οι δύο θέσεις που προβάλλουν οι καθ΄ ων η αίτηση δεν με βρίσκουν σύμφωνη και απορρίπτονται. Από τον έλεγχο του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι το ποσό της Εγγύησης των €150.000= κατατέθηκε ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, εξ΄ου και το Διάταγμα συντάχθηκε στις 31.3.
  1. Η γνώση των καθ΄ων η αίτηση για την έκδοση του Διατάγματος τεκμαίρεται τόσο από το γεγονός ότι οι συνήγοροι των εμφανίστηκαν στις 24.3.2020 κατά την απαγγελία της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου όσο και από το γεγονός ότι έλαβαν μέρος στην διαδικασία αφού η αίτηση για την έκδοση των Διαταγμάτων καταχωρήθηκε δια κλήσεως και οι καθ΄ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην έκδοση των. Πέραν των δύο αυτών αιτιάσεων, οι καθ΄ ων η αίτηση 4, 5 και 6, δεν έχουν προβάλει οτιδήποτε άλλο που να συνηγορεί υπέρ της θέσης τους. Το ότι το Διάταγμα της 24.3.2020 δεν τους έχει επιδοθεί δεν έχει βαρύνουσα σημασία, αφού στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν εξετάζεται ζήτημα βάσει του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Θεωρώ ότι η στάση των καθ΄ ων η αίτηση 4, 5 και 6 καταδεικνύει ότι πρόθεση τους είναι να μην συμμορφωθούν με το εκδοθέν Διάταγμα της 24.3.
  2. Οι ίδιοι είχαν την ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους κατά την ακρόαση της αίτησης με την οποία ζητείτο η έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων και το Δικαστήριο τις εξέτασε και τις απέρριψε. Κρίνω πως η συμπεριφορά των καθ΄ων η αίτηση 4, 5 και 6 δεν αφήνει στο Δικαστήριο άλλη επιλογή από το να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Θεωρώ πως δεν υπάρχει άλλος αποτελεσματικός τρόπος να διασφαλιστεί η υπακοή τους στο Διάταγμα της 24.3.
  3. Συνεπώς, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α, μόνο όσον αφορά τους εναγομένους 4, 5 και
  4. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο ώστε να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κατ΄ ακολουθία, τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-αιτητή και σε βάρος των εναγομένων 4, 5, 6-καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] ".the court has inherent jurisdiction to issue ancillary orders designed to make effective orders which it has previously issued" JSC BTA Bank v Ablyazov (No.8) Civ
(2012)EWCA 1411 [2] "188 The authorities demonstrate that it is vital for the court, in the interests of justice, to have effective powers, and effective sanctions. Without these, it would be possible for a defendant (or, in a different [2013] 1 WLR 1331 at 1396 situation, a claimant) to flout the orders of the court, which are the court's considered means by which to keep the scales of justice for the parties even. If once it became known that the court was unable or unwilling to maintain the effectiveness of its orders, then it would lose all control over litigation of this kind, with terrible consequences for the administration of justice. Those wrongly accused of fraud would be relieved of a certain amount of inconvenience, but fraudsters would rejoice and hitch a free ride to interminable litigation on the back of ill-gotten gains". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.