Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ηλίας Παπαγεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1370/17, 24/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1370/17 Μεταξύ: Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Ενάγουσα - και - Ηλίας Παπαγεωργίου Εναγόμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Α. Χαραλάμπους με κα Π. Δανιήλ Για εναγόμενο: κ. Χ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης ζητά οφειλόμενο ποσό δυνάμει δανείου και εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η αξίωση περιορίστηκε στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό καθότι η υποθήκη εκποιήθηκε στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας. Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας δανείου. Ισχυρίζεται όμως ότι εμπεριέχονται σ' αυτή καταχρηστικοί όροι. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η ενάγουσα μαζί με «φιλικό του πρόσωπο» τον έπεισαν να υπογράψει τη συμφωνία δανείου μετά από ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη. Ανταπαιτεί την ακύρωση της συμφωνίας. Προς απόδειξη της απαίτησης κατέθεσε ο ΜΕ. Προς απόδειξη της ανταπαίτησης κατέθεσε ο εναγόμενος. Η μαρτυρία λήφθηκε υπόψη στην ολότητά της, έστω κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο ΜΕ συμφώνησε με τη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α). Ο εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία δανείου, ημερ. 19.12.11, ύψους €75.000 με συνολικό επιτόκιο 7,5%, δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως και 1% τόκο υπερημερίας (Τεκμήριο 1). Προς εξασφάλιση του δανείου, υπέγραψε συμφωνία υποθήκης, ημερ. 12.1.12, για δύο ακίνητα (Τεκμήριο 2). Τα ακίνητα εκτιμήθηκαν για λογαριασμό της ενάγουσας το 2009 (Τεκμήριο 11). Ο εναγόμενος δεν πλήρωνε τις δόσεις του. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα ζήτησε την εξόφληση του δανείου. Ο εναγόμενος συμφώνησε με τη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Β). Τον Δεκέμβριο 2009 «φιλικό του πρόσωπο» τον παρακάλεσε να κάνει δάνειο «για λογαριασμό του». Το εν λόγω πρόσωπο τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν εξασφαλισμένος αφού θα μεταβιβάζονταν στο όνομά του δύο ακίνητα τα οποία υπερκάλυπταν το δάνειο. Προς τούτο, του παρέδωσε μια εκτίμηση, η οποία έγινε το 2009 κατ' εντολή της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία η αξία καταναγκαστικής πώλησης εκτιμήθηκε στο ποσό των €112.
- Με βάση την εκτίμηση αποδέχτηκε να κάνει δάνειο «λόγω εκτίμησης και μακροχρόνιας φιλίας» προς «το φιλικό του πρόσωπο». Έτσι, στις 28.12.09 υπέγραψε με την ενάγουσα σύμβαση δανείου για το ποσό των €70.
- Η ενάγουσα γνώριζε ότι ο ίδιος δεν θα επωφελείτο και ότι αποδέχτηκε να βοηθήσει «το φιλικό του πρόσωπο». Η ενάγουσα τον διαβεβαίωσε ότι η εκτίμηση ήταν αληθής και ότι σε περίπτωση που θα παρουσιάζονταν καθυστερήσεις στις δόσεις θα προχωρούσαν άμεσα με την εκποίηση των ακίνητων χωρίς να τον ενοχλήσουν. Με βάση αυτές τις διαβεβαιώσεις υπέγραψε τη σύμβαση δανείου. Τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στο όνομά του στις 28.12.09, τα οποία στη συνέχεια υποθήκευσε προς όφελος της ενάγουσας. Επειδή δεν πλήρωνε τις δόσεις, η ενάγουσα τον κάλεσε να συνάψει νέο δάνειο. Υπέγραψε το επίδικο δάνειο στις 19.12.11 ώστε να εξοφληθεί το πρώτο δάνειο και να δώσουν την ευκαιρία στο «τρίτο πρόσωπο» να προχωρήσει στην πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και να προβεί στην άμεση εξόφληση του δανείου. Είναι η θέση του ότι η ενάγουσα μαζί με «το φιλικό του πρόσωπο» με ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη τον έπεισαν να υπογράψει τη συμφωνία δανείου. Οι ψευδείς παραστάσεις, ο δόλος και η απάτη συνίστανται στη σύνταξη της εκτίμησης (Τεκμήριο 11) με «ψευδή και/ή ανακριβή στοιχεία παραφουσκώνοντας την αξία των ακινήτων, αξία η οποία δεν είχε καμία σχέση με την πραγματική αξία των ακινήτων, αξία που αν ήταν σε γνώση μου δεν θα υπέγραφα και δεν θα αποδεχόμουν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας». Οι δύο πλευρές αγόρευσαν γραπτώς. Έλαβα υπόψη όλα όσα λέχθηκαν. Παρακολούθησα τους μάρτυρες έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολ. Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20, Πατάτσου ν. Χιλμί κ.ά., Πολ. Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις και τα τεκμήρια (Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 369/14, ημερ. 25.5.22). Ο ΜΕ μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις με πληρότητα. Προσκόμισε σχετικά τεκμήρια. Επεξήγησε με σαφήνεια τους όρους των συμφωνιών και τις καταστάσεις λογαριασμού. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Παρά την (επίμονη σε ορισμένα σημεία) αντεξέταση, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Ουδεμία τάση υπεκφυγής ή καταφυγής στο ψεύδος διαπιστώθηκε. Η πλευρά του εναγόμενου αμφισβήτησε κατά πόσον ο μάρτυρας δικαιούται να «μιλά εκ μέρους της ενάγουσας», εισηγούμενη ότι «παρόλο που ο μάρτυρας λέει ότι είναι εξουσιοδοτημένος διερωτάται κάποιος ποία η αξία τέτοιας μαρτυρίας». Με κάθε σεβασμό, ο μάρτυρας αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α, παρ. 1-4) ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα, ότι έχει προσωπική γνώση και ότι κατέχει έγγραφα, τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια (Ρώσσου v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/12, ημερ. 17.12.18). Τα έγγραφα αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Η μαρτυρία του εναγόμενου παρουσιάζει αδυναμίες. Θέση του ήταν ότι υπέγραψε τη συμφωνία «κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή με δόλιο τρόπο και/ή απάτη» της ενάγουσας «μαζί με το φιλικό του πρόσωπο» (Έγγραφο Β, παρ. 4.11). Αντεξεταζόμενος όμως, ερωτηθείς αν θέση του είναι ότι εξαπατήθηκε από το φιλικό του πρόσωπο, απάντησε: «Και από τον ίδιο σχετικά. Βέβαια δεν ήξερε και εκείνος ότι θα συμβεί τούτο. Απλώς ήθελε να βοηθήσει και εκείνος κάποιο φίλο του». Ερωτηθείς αν κινήθηκε νομικά εναντίον του φιλικού του προσώπου, το οποίο νιώθει ότι τον εξαπάτησε, διερωτήθηκε γιατί να το πράξει. Η διαφοροποίηση στις θέσεις του ως προς το ρόλο του εν λόγω προσώπου στην κατ' ισχυρισμό εξαπάτησή του μαζί με την ενάγουσα είναι εμφανής. Παρουσιάζεται ακόμα μια αδυναμία σε σχέση με τον ρόλο του φιλικού του προσώπου και την κατ' ισχυρισμό σχέση του με την ενάγουσα. Στην κυρίως εξέταση ήταν η θέση του ότι υπέγραψε το δάνειο «ώστε να εξοφληθεί το πρώτο δάνειο για να μην παρουσιάζεται ως προβληματικό και να δώσουν έτσι και την ευκαιρία στο τρίτο πρόσωπο να προχωρήσει σε πώληση ακίνητής του ιδιοκτησίας και να προβεί στην άμεση εξόφληση του δανείου». Αντεξεταζόμενος όμως, για ποιο λόγο υπέγραψε το επίδικο δάνειο ανέφερε: «[η ενάγουσα] με έβαλε να κάνω το δάνειο τούτο, τις €75.000, για να καλύψει τη διαφορά που δεν πλήρωνα». Ερωτηθείς στη συνέχεια τι όφελος θα είχε η ενάγουσα, απάντησε: «Δεν ξέρω». Στη συνέχεια επανέλαβε: «Δεν ξέρω γιατί μου ζήτησαν να το κάνω». Πέραν τούτων, η αοριστία και γενικότητα των απαντήσεών του είναι εμφανείς. Ερωτηθείς σε ποιο φιλικό πρόσωπό του αναφέρεται, απάντησε «σε κάποιον κουμπάρο μου». Στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι πρόκειται για «φιλικό του πρόσωπο» με αισθήματα εκτίμησης και μακροχρόνιας φιλίας. Παρενθετικά σημειώνω ότι για πρώτη φορά στην αγόρευση της πλευράς του εναγόμενου αναφέρεται ότι το εν λόγω πρόσωπο «δεν βρίσκεται σήμερα στη ζωή». Με κάθε σεβασμό, η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω αγορεύσεων δεν είναι επιτρεπτή (Νεοκλέους v. Αλλαγιώτη
(2007)1 Α.Α.Δ. 561). Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του εναγόμενου -σε ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του- δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Τα όσα καταγράφονται στην παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Το βάρος απόδειξης της απαίτησης είναι στην ενάγουσα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Κωνσταντάς v. Διέτης κ.ά., Πολιτική Έφεση 289/13, ημερ. 6.11.20). Αν ικανοποιήσει ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, δικαιούται απόφαση (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287). Το (ίδιο) βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης είναι στον εναγόμενο. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τη θέση ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να είναι διάδικος. Ενάγουσα είναι η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (και όχι η εταιρεία Dovalue Ltd ως αναγράφεται στον τίτλο της αγόρευσης του εναγόμενου). Στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν οι γνωστοποιήσεις για μετονομασία της ενάγουσας οι οποίες κατατέθηκαν στο Πρωτοκολλητείο. Πέραν τούτου, ο ΜΕ αναφέρθηκε εκτενώς στο καθεστώς της ενάγουσας (Έγγραφο Α, παρ. 6-10). Ήταν περαιτέρω θέση του εναγόμενου ότι θα έπρεπε να προσκομιστεί η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της Dovalue Cyprus Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση του επίδικου δανείου. Με κάθε σεβασμό, τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει. Η όποια συμφωνία μεταξύ των δύο δεν επηρεάζει τη συμβατική σχέση μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου, ούτε υπήρχε δικονομική υποχρέωση δικογράφησής της (M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. v. Barclays Bank Plc
(2001)1 Α.Α.Δ. 1038). Σε σχέση με την ουσία της αγωγής, αναφέρω τα εξής: Η υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) δεν αμφισβητήθηκε, ούτε το περιεχόμενό της. Η υπογραφή της είναι παραδεκτή (Υπεράσπιση, παρ. 3.3 και 3.11). Ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Η συμφωνία δανείου προνοούσε ότι, μόλις το δάνειο ζητηθεί από την ενάγουσα, το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο πληρωτέο (Τεκμήριο 1, παρ. 5). Ο εναγόμενος δεν πλήρωνε τις συμφωνηθείσες δόσεις. Η ενάγουσα τον Μάρτιο 2013 απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήριο 3). Δύο μήνες μετά, απέστειλε νέα προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 3). Ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε. Στις 16.7.13 η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία δανείου, ζητώντας την εξόφλησή του (Τεκμήριο 4). Οι επιστολές στάλθηκαν με ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου (Τεκμήριο 1, παρ. 12). Δεν επιστράφηκαν. Επιστολές που δεν επιστρέφονται στον αποστολέα θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (Χριστοδούλου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 294/12, ημερ. 18.6.19). Η ενάγουσα προσκόμισε αναδομημένες καταστάσεις, ως η συνήθης πρακτική (Καραγιάννη v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 70/14, ημερ. 17.11.21). Χρεώθηκε τόκος 7.5%, ως η συμφωνία. Μειώθηκε σε 6.5.% από την 1.11.16. Εφαρμόστηκε κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ως η συμφωνία. Τόκος υπερημερίας, αν και προνοείται στη συμφωνία, δεν χρεώθηκε. Αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα και οι χρεώσεις. Εφαρμόστηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Παρενθετικά σημειώνω ότι η συμφωνία δανείου προνοεί ότι θα εφαρμόζεται ο διαιρέτης των 360 ημερών (Τεκμήριο 1, παρ. 3(α)). Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, ο όρος αυτός δεν ήταν καταχρηστικός αφού δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί το άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(Ι)/96) (ημερ. δημοσίευσης 22.4.16) και ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος (Ν.112(Ι)/21). Η ενάγουσα στις αναδομημένες καταστάσεις εφάρμοσε το διαιρέτη των 365 ημερών -όχι μόνο από την έναρξη ισχύος του Νόμου- αλλά εξ αρχής. Οι λογαριασμοί συνοδεύονται από «Πιστοποιητικό» δυνάμει του άρθρου 35, Κεφ. 9, με το οποίο βεβαιώνεται ότι οι καταστάσεις είναι ορθή αναπαραγωγή του ηλεκτρονικού αρχείου της ενάγουσας. Ουδεμία χρέωση αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του ΜΕ (Γεωργιάδη v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση 376/14, ημερ. 16.3.23). Εν ολίγοις, το οφειλόμενο ποσό αποδείχθηκε. Στις 30.6.23 ήταν €143.031,27. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών δεν προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία. Τόσο στον Ν.112(Ι)/21, ο οποίος εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνήφθησαν ή τερματίστηκαν πριν τις 12.5.21, όσο και στον Ν.93(Ι)/96, τον οποίο καταργεί, καταχρηστικός όρος ερμηνεύεται ως ο όρος που «παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Για να αποδειχθεί ότι ένας όρος είναι καταχρηστικός είναι απαραίτητο να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της ενάγουσας (Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2016)1Β Α.Α.Δ. 1487). Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να δεικνύει κακοπιστία εκ μέρους της ενάγουσας, ούτε ότι η ενάγουσα δεν συναλλάχθηκε με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον εναγόμενο. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει που να την υποστηρίζει. Θέση του εναγόμενου ήταν ότι η αξία αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων (€112.000) στην εκτίμηση του 2009 δεν ήταν αληθής (Τεκμήριο 11). Μαρτυρία ως προς το ποια ήταν η -κατά τον εναγόμενο- πραγματική αξία των ακινήτων δεν προσκομίστηκε. Ο εναγόμενος εισηγήθηκε ότι η πώληση των ακινήτων το 2022 για το ποσό των €17.000 δεικνύει ότι η εκτίμηση ήταν ψευδής. Με κάθε σεβασμό, αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η εκτίμηση ήταν ψευδής ή έστω εσφαλμένη. Η εκτίμηση έγινε το
- Η πώληση έγινε το
- Η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως επεξήγησε ο ΜΕ, μεταβάλλεται συνεχώς. Η ενάγουσα απέδειξε την απαίτησή της στον αναγκαίο βαθμό. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €143.031,27, με τόκο 6.5% από 30.6.23 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Η ενάγουσα ζητά τόκο υπερημερίας 1% από σήμερα. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση αμφισβητεί τη νομιμότητά του. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι)/99) προνοεί ότι «η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία . δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά» (άρθρο 3(1β)). Εφαρμόζεται και σε συμβάσεις πριν την τροποποίησή του το 2015 με το Ν.66(Ι)/
- Η ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας, δεν μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπερημερίας. Τα έξοδα, αφού δεν εντοπίζεται λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο