Μάρκου Χατζημάρκου κ.α. ν. Bank of Cyprus Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1577/2016, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A228 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1577/2016 Μεταξύ:
- Μάρκου Χατζημάρκου
- Βασούλλας Χατζημάρκου Εναγόντων -και-
- Bank of Cyprus Co Ltd
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικού Εισαγγελέα
- Ντίνου Χριστοφίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Χατζηϊωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Σία. Για Εναγόμενη 1: κα Κλ. Πολυβίου με κ. Σ. Κόκκινο για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενες 2 και 3: κα Θ. Ραφτοπούλου με κα Ν. Θεοδώρου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 4: κα Θ. Χατζηζαχαρία για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η απομείωση των καταθέσεων που διατηρούσαν οι Ενάγοντες, στην Εναγόμενη
- Η απομείωση έγινε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013 και της Κ.Δ.Π. 103/
- Οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων και την καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές που υπέστησαν από την εφαρμογή του πιο πάνω διατάγματος. Προβάλλουν τη θέση ότι υπήρξε παράβαση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των ιδίων και της Εναγομένης 1, αποδίδουν αμέλεια και ή βαριά αμέλεια και ή δόλο σε όλους τους Εναγομένους και ισχυρίζονται ότι υπήρξε εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα μέτρα εξυγίανσης εκδόθηκαν από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, αντί από την Αρχή Εξυγίανσης και η Κ.Δ.Π. 103/2013 εκδόθηκε από την Αρχή Εξυγίανσης, ενώ αυτή δεν ήταν νομίμως συγκροτημένη, καθ' υπέρβαση εξουσιών. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Κ.Δ.Π. 103/2013 παραβιάζει τα συνταγματικά τους δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα και συγκεκριμένα από τα άρθρα 23, 24, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 5 αποσύρθηκε την 11.09.
- Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλονται και διάφορες άλλες θέσεις, οι οποίες δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση και ως εκ τούτου κρίνω αχρείαστο να τις παραθέσω. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση, ο καθένας ξεχωριστά, εκτός από τις Εναγόμενες 2 και 3 που καταχώρισαν Υπεράσπιση από κοινού. Αναγνωρίζουν ότι εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα με το οποίο απομειώθηκαν οι καταθέσεις των Εναγόντων στην Εναγομένη 1, πέραν των €100.000, απορρίπτουν όμως τη θέση ότι το διάταγμα παραβιάζει τις πρόνοιες του Συντάγματος, όπως επίσης και τις υπόλοιπες θέσεις επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση των Εναγόντων. Η Εναγομένη 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί αμέλεια και ή δόλου και ή παράβασης καθήκοντος και ισχυρίζεται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσε σύμφωνα με τη νομοθεσία και τα διατάγματα που εκδόθηκαν. Εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της καθότι σύμφωνα με τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του Ν.17(Ι)/2013, τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να προωθούν διαδικασία για πληρωμή χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα, ούτε και να απαιτήσουν οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπήρξε ματαίωση της σύμβασης (frustration) καθότι αυτή είχε υποχρέωση να προβεί σε απομείωση των λογαριασμών με βάση τις πρόνοιες του διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/2013, που εκδόθηκε με βάση το Ν.17(Ι)/
- - Σε περίπτωση που κριθεί ότι οι πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβιάζουν άρθρα του Συντάγματος, οι πρόνοιες αυτές δεν είναι παράνομες λόγω του δικαίου της ανάγκης, καθότι υιοθετήθηκαν για αντιμετώπιση έκτακτης κατάστασης. Οι Εναγόμενες 2 και 3 εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: α. Δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον τους. β. Ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος. γ. Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωσης γιατί έχουν ήδη αποζημιωθεί, τους έχει παραχωρηθεί αριθμός μετοχών ίσης αξίας με το ποσό των καταθέσεων τους που έχει απομειωθεί. δ. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
- Αρμόδιο δικαστήριο είναι το διοικητικό δικαστήριο. ε. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(16)του Ν.17(Ι)/2013, τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν την πληρωμή αποζημιώσεων για τις ζημιές που έχουν υποστεί λόγω της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα, ούτε και να απαιτήσουν οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές. Παρενθετικά αναφέρω ότι η προδικαστική ένσταση της παραγράφου β δεν έχει προωθηθεί και θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Οι Εναγόμενες 2 και 3 παραθέτουν στα δικόγραφα τους, με λεπτομέρεια, τα γεγονότα που προηγήθηκαν της έκδοσης του διατάγματος απομείωσης με βάση τη Κ.Δ.Π 103/
- Ο Εναγόμενος 4 στην Υπεράσπισή του απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που αποδίδουν ευθύνη στην Κυπριακή Δημοκρατία για την απομείωση των καταθέσεων και καταγράφει με λεπτομέρεια τα γεγονότα που οδήγησαν στη λήψη των επίδικων μέτρων εξυγίανσης. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τα πρωτόγνωρα γεγονότα που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων των δύο μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας μας, της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγόμενης
- Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα γεγονότα που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα, όπως επίσης και αυτά που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, κατά την ακροαματική διαδικασία, στο στάδιο αυτό, για να γίνει πιο εύκολα κατανοητή η υπόλοιπη μαρτυρία και οι θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Οι Ενάγοντες διατηρούσαν κοινό λογαριασμό προθεσμίας έξι μηνών, στην Εναγομένη 1, ο οποίος, το Μάρτιο του 2013, παρουσίαζε υπόλοιπο € 2.097.725,
- Το 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνούς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Το ίδιο έτος και συγκεκριμένα τη 26.10.2011, επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των αρχηγών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για λήψη εκτάκτων μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα που είχε κλονιστεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να απαιτηθεί από τις ευρωπαϊκές τράπεζες η επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%. Συμφωνήθηκε επίσης η μείωση της αξίας των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου κατά 50%. Η μείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου με βάση την πιο πάνω συμφωνία και η σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της παγκόσμιας κρίσης που επέφερε την επιδείνωση και της οικονομικής κατάστασης της Κύπρου, επηρέασαν αρνητικά την κερδοφορία της Εναγομένης 1 και κατ΄ επέκταση την κεφαλαιακή της επάρκεια. Κατά τον πιο πάνω χρόνο παρουσίαζε έλλειμμα κεφαλαίου, €1.56 δις, το οποίο έπρεπε να καλύψει μέχρι το τέλος Ιουνίου
- Η Εναγομένη 1 κατέβαλε προσπάθειες για ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης, οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Την 29.06.2012, αναγκάσθηκε να αποταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ζητώντας κρατική στήριξη, ύψους €500 εκατομμυρίων, με σκοπό την επίτευξη του δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%, ως ήταν η απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Λόγω της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές για την κεφαλαιακή στήριξη τόσο της Εναγομένης 1 όσο και της Λαϊκής Τράπεζας και ενεργώντας στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας των Αρχηγών Κρατών για χρηματοδότηση της οικονομικής στήριξης από τις εθνικές κυβερνήσεις προς τις τράπεζες, η Κυπριακή Δημοκρατία αποτάθηκε στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) καθώς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη. Τη 2.07.2012, εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) (όλοι μαζί στο εξής «η Τρόϊκα») άρχισαν συνομιλίες με τις Κυπριακές αρχές για τη συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλάμβανε την παροχή οικονομικής βοήθειας για αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα. Συμφωνήθηκε ο διορισμός ανεξάρτητου εξωτερικού συμβούλου για εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του τραπεζικού τομέα και επιλέγηκε η PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως «PIMCO». Τη 14.11.2012 η Εναγομένη 1 αιτήθηκε από την Εναγομένη 2 και της παραχωρήθηκε, έκτακτη ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ύψους €2 δις, η οποία χρησιμοποιήθηκε μαζί με άλλα ρευστά διαθέσιμα της Εναγομένης 1, για την αποπληρωμή χρηματοδότησης, ύψους €3,85 δις, την οποία είχε λάβει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων όπως απαιτούνταν από την Οδηγία προς τις τράπεζες για υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006, Κ.Δ.Π. 463/2006 έως (Αρ. 2) του 2011, η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 παρουσίαζε έλλειμμα κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων, €1,463 δις και έλλειμμα συνολικών κεφαλαίων, €1,628 δις. Τη 23.11.2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα, στο οποίο περιλαμβανόταν πρόνοια για παροχή χρηματοδότησης μέχρι €10 δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγόμενης
- Κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2013, η ρευστότητα της Εναγόμενης 1 επιδεινώθηκε σημαντικά, λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Συγκεκριμένα, το σύνολο των καταθέσεων της σε Κύπρο και Ελλάδα, που ήταν οι κύριες αγορές που δραστηριοποιείτο το συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου, ήταν €24,024 δις, τη 15.03.2013, μειωμένες κατά €2,058 δις σε σχέση με τη 31.12.
- Ως αποτέλεσμα των αυξημένων εκροών καταθέσεων, η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε τη 19.02.2013 την παροχή έκτακτης ρευστότητας, ELA, από την Κεντρική Τράπεζα, ύψους €1 δις. Επιπλέον, τη 19.03.2013, η τράπεζα αιτήθηκε και της παραχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα επιπλέον έκτακτη ρευστότητα ELA ύψους €900 εκ. Την 1.02.2013 υποβλήθηκε στη Συντονιστική Επιτροπή, η έκθεση που εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO, με βάση τις οδηγίες της Τρόϊκας. Η PIMCO εκτίμησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε συμμετέχοντος τραπεζικού ιδρύματος, κατά την 30.06.2012, με ελάχιστο δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το 9%, για το βασικό κεφάλαιο και 6% για το ακραίο κεφάλαιο. Με βάση την πιο πάνω έκθεση, Τεκμήριο 15, τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της. Το έλλειμμα των κεφαλαίων της υπολογίστηκε σε €2.834 δισεκατομμύρια, με βάση το βασικό σενάριο και σε €3.960 δισεκατομμύρια με βάση το ακραίο σενάριο. Τη 16/03/2013 επιτεύχθηκε στο Εurogroup πολιτική συμφωνία με τις Κυπριακές Αρχές για την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των Κυπριακών Αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, αντλώντας εσωτερικά πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της χρηματοδότησης από την Τρόικα. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς σταθεροποίησης (upfront one-off stability levy), που θα επιβαλλόταν στους καταθέτες σε όλο το τραπεζικό σύστημα καθώς και τη λήψη μέτρων για την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στη βάση της πιο πάνω πολιτικής συμφωνίας, κατατέθηκε νομοσχέδιο από το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο προέβλεπε για εφάπαξ εισφορά (τέλος) επί των καταθέσεων σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα. Τη 19.03.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το πιο πάνω νομοσχέδιο. Την 21.03.2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα, προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, στα μέχρι τότε επίπεδα, μέχρι την 25.03.
- Στη συνέχεια, η παροχή έκτακτης ρευστότητας (ELA) θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα ετίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Διεθνούς Nομισματικού Ταμείου, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Σε περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν πρόγραμμα οικονομικής στήριξης μέχρι τη 25.03.2013, η παροχή του ELA δεν θα ανανεωνόταν και το ποσό που είχαν αντλήσει η Εναγόμενη 1 και η Λαϊκή Τράπεζα θα καθίστατο άμεσα απαιτητό. Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω ELA και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων που είχε η κάθε τράπεζα τη 22.03.2013, προέκυπτε ότι και οι δύο τράπεζες δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν άμεσα τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας (ELA) και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Εναγομένης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες των τραπεζών, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων. Παρενθετικά αναφέρω ότι οι ασφαλισμένες καταθέσεις ανέρχονται στο ποσό των €100.000, ανά πελάτη. Τη 22.03.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων που αφορούσαν την Κυπριακή οικονομία, περιλαμβανομένου του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου17(Ι)/
- Τη 25.03.2013 επιτεύχθηκε νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Εurogroup για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε 'καλή' και 'κακή' τράπεζα, και την απορρόφηση της 'καλής τράπεζας' από την Εναγομένη 1 και τη σταδιακή διάλυση της 'κακής τράπεζας' (run down over time). Με την «καλή» τράπεζα θα μεταφέρονταν €9 δις έκτακτης ρευστότητας (ELA) στην Εναγομένη 1 και οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
- Σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης, που συμφωνήθηκε τη 23.11.2012 και της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, που έγινε τη 26.10.2011, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγομένης 1 και ότι η ανακεφαλαιοποίηση της τελευταίας θα γινόταν με την μετατροπή καταθέσεων σε μετοχές και την πλήρη απομείωση των μετόχων και των κατόχων αξιογράφων/ομολόγων. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις Κυπριακές Αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
- Τη 25.03.2013 λήφθηκε η από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη
- Στη συνέχεια, η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, εξέδωσε διατάγματα αναφορικά με τα μέτρα εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1, περιλαμβανομένου του Διατάγματος Κ.Δ.Π.103/
- Το Μάρτιο του 2013 η Εναγόμενη 1 τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης. Τα μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Εναγόμενης 1, δεν απαιτούσαν οποιαδήποτε χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους λόγω αδυναμίας εξεύρεσης πόρων χρηματοδότησης. Η λήψη του μέτρου εξυγίανσης της διάσωσης με ίδια μέσα (bail in) έγινε με σκοπό την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσει εργασίες ως δρώσα οικονομική μονάδα και συνεπώς, να προστατευτούν πλήρως οι ασφαλισμένοι καταθέτες, οι κρίσιμες λειτουργίες της τράπεζας για την οικονομία και η χρηματοοικονομική σταθερότητα. Για επίτευξη αυτού του σκοπού, ακολουθήθηκε η σειρά απομείωσης που προβλέπεται από το άρθρο 12
(8)του Νόμου 17(Ι)/2013. Απομειώθηκε πρώτα το μετοχικό κεφάλαιο και τα δικαιώματα απόκτησης μετοχών, στη συνέχεια η αξία των αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και έπειτα οι χρεωστικοί τίτλοι και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων. Η συνολική μείωση των πιο πάνω στοιχείων δεν επαρκούσε για την απορρόφηση όλων των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας, και με βάση την προκαταρκτική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 κατά το άρθρο 22
(1)του Νόμου 17(Ι)/2013 και τη έκθεση τελικής αποτίμησης από τον ανεξάρτητο οίκο KPMG LLP UΚ των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της τράπεζας, η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποφάσισε την μετατροπή 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχικό κεφάλαιο. Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω διαταγμάτων, οι καταθέσεις των Εναγόντων στην Εναγομένη 1 απομειώθηκαν και για το ποσό της απομείωσης έλαβαν ως αντάλλαγμα το αντίστοιχο ποσό σε μετοχές της Εναγομένης
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν ο Ενάγοντας 1 και η δικηγόρος Νίτσα Χ"Ιωάννου, Μ.Ε.2, εκ μέρους της Ενάγουσας, η Ελίζα Λειβαδιώτου, Μ.Υ.1, εκ μέρους της Εναγομένης 1 και ο Μ. Στυλιανού, Μ.Υ.2, εκ μέρους των Εναγομένων 2 και
- Η Κυπριακή Δημοκρατία, Εναγομένη 4, δεν κάλεσε μάρτυρες. Συνοψίζω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό που αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση. Στη γραπτή δήλωση του γίνεται αναφορά στον επίδικο λογαριασμό που διατηρούσε μαζί με τη μητέρα του, Ενάγουσα 2, στην Εναγομένη 1 και προβάλλεται η θέση ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας που είχαν με την τελευταία, ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι μηνών η Εναγομένη 1 θα τους κατέβαλλε το ποσό της κατάθεσης σε μετρητά, πράγμα που δεν έπραξε. Τον Αύγουστο του 2013 τούς απέστειλε επιστολές με τις οποίες τούς πληροφόρησε ότι το ποσό των €460.324 της κατάθεσης τους μετατράπηκε σε μετοχές στο όνομα του και ένα δεύτερο ποσό, €461.489 της κατάθεσης τους μετατράπηκε σε μετοχές στο όνομα της μητέρας του, Ενάγουσας
- Έκτοτε η τράπεζα έθεσε στη διάθεση τους το υπόλοιπο των καταθέσεων τους, αρνείται όμως να τους επιστρέψει τα πιο πάνω ποσά, σύνολο €921.813, που μετέτρεψε σε μετοχές χωρίς την εξουσιοδότηση τους. Ο Ενάγοντας κατέθεσε και για τα μέτρα εξυγίανσης, τα διατάγματα που εκδόθηκαν, τις επιστολές του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, τις ανακοινώσεις του Eurogroup και τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1, για το πρώτο εξάμηνο του
- Ήταν ειλικρινής, εξ αρχής, ότι για τα πιο πάνω θέματα δεν είχε προσωπική γνώση. Τα κατέθεσε κατόπιν 'συμβουλών και ή πληροφοριών' του δικηγόρου του. Αντεξετάσθηκε για τα θέματα που καταγράφονται στην γραπτή δήλωση του, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει οποιαδήποτε θετική απάντηση καθότι δεν ήταν γνώστης του θέματος. Η δικηγόρος Νίτσα Χ'Ιωάννου, Μ.Ε.2, κατέθεσε ότι τον Ιούνιο του 2013 απηύθυναν επιστολή εκ μέρους των Εναγόντων, προς την Εναγομένη 1 και τον ειδικό διαχειριστή της, Ντίνο Χριστοφίδη, με την οποίαν τούς ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να λάβουν μέτρα για ακύρωση των διαταγμάτων εξυγίανσης. Τα αιτήματα τους δεν ικανοποιήθηκαν και δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση. Η Ελίζα Λειβαδιώτη, Μ.Υ.1, είναι οικονομική διευθύντρια της Εναγομένης 1, υπεύθυνη για την οικονομική διαχείριση της τράπεζας. Είναι απόφοιτος του πανεπιστημίου Cambridge, στα Οικονομικά και εγγεγραμμένη λογίστρια (chartered accountant). Κατέθεσε για τα προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας που αντιμετώπιζε η Εναγομένη 1, το Μάρτιο του 2013, λίγο χρόνο πριν ληφθούν τα μέτρα εξυγίανσης. Τα προβλήματα προήλθαν από το 'κούρεμα' των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Το κεφαλαιακό έλλειμμα της τράπεζας, με βάση την έκθεση της PIMCO, ήταν τέσσερα
(4)δισεκατομμύρια ευρώ. Αντεξετάσθηκε για το κούρεμα των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου την έκθεση της PIMCO και τη ζημιά που υπέστη η Εναγομένη 1 από την πώληση των υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα. Ρωτήθηκε τί θα γινόταν εάν η Εναγομένη 1 δεν τίθετο σε εξυγίανση και έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Η Τράπεζα Κύπρου με βάση την τότε θέση της Τρόϊκα η οποία επίσης βασίστηκε σε ανεξάρτητες μελέτες από την PIMCO εκείνην την εποχή είχε έλλειμμα κεφαλαιακό τον Μάρτιο του 2013, υπολογισμένο ανεξάρτητα της τάξης των 4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος αυτό το έλλειμμα να καλυφθεί χωρίς να πάθουν σημαντικότερες ζημιές οι πιστωτές, περιλαμβανομένου των καταθετών. Η δική μου, αν θέλετε, εμπειρία αργότερα στις πωλήσεις κάποιων περιουσιακών στοιχείων που έμειναν στην Τράπεζα Κύπρου, όπως για παράδειγμα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που ακόμα έχουμε στον ισολογισμό και συνεχίζουμε να πουλούμε, είναι ότι οι ζημιές από εκείνες τις πωλήσεις είναι πολύ μεγαλύτερες από το τι τότε πρόβλεψε αυτή η ανεξάρτητη μελέτη, πόσο μάλλον να γίνονταν αυτές οι πωλήσεις σε ένα περιβάλλον όπως ονομάζεται fire sale. Δηλαδή σε μία κατάσταση εκκαθάρισης ή βιαστικής πώλησης όπου οι ζημιές που θα υποστεί εκείνος που πουλά εκ των πραγμάτων είναι τεράστιες και φάνηκε μετά σε άλλες περιπτώσεις. Είναι ξεκάθαρο ότι τα fire sales είναι πάντα χειρότερα σε αποτέλεσμα από την οργανωμένη πώληση.» Ο Μιχάλης Στυλιανού, Μ.Υ.2, κατέχει τη θέση Διευθυντή στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Το Μάρτιο του 2013 μετατέθηκε στη Μονάδα Εξυγίανσης, που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Τμήμα Εξυγίανσης, του οποίου προΐσταται. Είναι κάτοχος του επαγγελματικού τίτλου στη λογιστική ελεγκτική του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστό ως «The Association of Chartered Certified Accountants (ACCA)». Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων για την εξυγίανση της Εναγόμενης
- Κατέθεσε για το σκοπό αυτό μεγάλο αριθμό τεκμηρίων. Η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν έχει αμφισβητηθεί και την έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω, ως μέρος των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Αντεξετάστηκε για τα διατάγματα εξυγίανσης και δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι τα υπόγραψε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης. Αντεξετάστηκε και για την πώληση των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1 στην Ελλάδα και ανέφερε ότι κατά την πώληση τους λήφθηκε υπόψη η εκτίμηση της αξίας τους που συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση της PIMCO. Τόνισε επίσης ότι η πώληση των πιο πάνω υποκαταστημάτων είχε τεθεί ως όρος από την Τρόϊκα, έπρεπε να προηγηθεί η πώληση των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα και μετά να γίνει η λήψη των μέτρων εξυγίανσης στην Κύπρο. Περιγράφοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν το πιο πάνω θέμα κατέθεσε τα πιο κάτω: «Η διαπραγμάτευση καταρχήν είχε, η πώληση των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα είχε τεθεί ως όρος από την Τρόικα. Και υπάρχει ρητή αναφορά στην απόφαση του Eurogroup 16/03/13 και υπήρχαν και διαβουλεύσεις σε επίπεδο Eurogroup και Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία διαπραγμάτευση ξεκίνησε στις 24/03/13 με τη συμμετοχή των κύριων τραπεζών, συμμετείχε και η Τράπεζα Κύπρου. 24/03/13 στις 25/3/13 όταν ήταν η Τράπεζα Κύπρου υπό εξυγίανση, η διαπραγμάτευση ολοκληρώθηκε από την Αρχή Εξυγίανσης, αλλά με τη συμμετοχή της Τράπεζας Πειραιώς και επίσης γίνονταν επαφές και σε ψηλό πολιτικό και κυβερνητικό επίπεδο. Μεταξύ Υπουργού Οικονομικών της Κύπρου και της Ελλάδος υπήρχαν κάποιες επαφές, διότι είχε τεθεί ως όρος για να ολοκληρωθεί το μνημόνιο.» Με βάση την έκθεση της PIMCO, οι ζημιές των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1 στην Ελλάδα, σε βάθος τριών ετών, υπολογίσθηκαν σε €1.9 δισεκατομμύρια, τελικά όμως οι ζημιές ήταν πολύ μεγαλύτερες και αυτό διαφάνηκε από τις ζημιές που υπέστη η Τράπεζα Πειραιώς, που εξαγόρασε τα υποκαταστήματα, σε βάθος 3 - 4 ετών. Η Τράπεζα Πειραιώς αναγκάσθηκε να ζητήσει επιπρόσθετη κεφαλαιακή στήριξη από το ελληνικό δημόσιο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η πώληση των υποκαταστημάτων προκάλεσε στην Εναγόμενη 1 μεγάλες ζημιές. Αυτός απόρριψε την πιο πάνω θέση και δήλωσε ότι δεν ήταν η πώληση των υποκαταστημάτων που προκάλεσε τη ζημιά αλλά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που είχαν τα συγκεκριμένα υποκαταστήματα. Παραθέτω την απάντηση του αυτούσια: «Δεν είναι η πώληση που προκάλεσε τις ζημιές, οι ζημιές υπήρχαν, ήταν εκεί, ήταν εκεί οι ζημιές, οι ζημιές εκείνες έπρεπε να αναγνωριστούν από την Τράπεζα Κύπρου και αν αναγνωρίζονταν θα καταλήγαμε στα τεράστια κεφαλαιακά ελλείματα, δεν είναι η πώληση. Η Τράπεζα Κύπρου παρουσίαζε στην Ελλάδα τεράστιο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, η Ελλάδα ήταν σε οικονομική ύφεση, μεγάλα προβλήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, οι Ελληνικές Αρχές αρνούνταν να παράσχουν οποιαδήποτε στήριξη στην Τράπεζα Κύπρου είτε σε ρευστότητα, είτε σε κεφάλαια. Είτε γινόταν η πώληση, είτε δεν γινόταν οι ζημιές ήταν εκεί και παραπάνω, δεν είναι η πώληση που προκάλεσε τις ζημιές, το γεγονός ότι οι δανειολήπτες δεν πλήρωναν τα δάνειά τους με αποτέλεσμα να υπάρχουν ζημιές. Ήταν εκεί, δεν το προκάλεσε η πώληση.» Κατέθεσε και για την επιστολή που απέστειλε η Εναγόμενη 2 προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, Τεκμήριο 11, με την οποία απέκλειε το ενδεχόμενο «κουρέματος» των καταθέσεων καθότι τέτοια ενέργεια θα ήταν αντισυνταγματική. Η επιστολή στάλθηκε κατόπιν νομικής συμβουλής και απευθυνόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα μέτρα εξυγίανσης ήταν η μόνη, υπό τις περιστάσεις, λύση για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που είχαν η Εναγόμενη 1 και η Λαϊκή Τράπεζα. Δεν υπήρχε χρηματοδότηση ούτε κεφάλαια, για να στηριχθούν οι δύο τράπεζες και το κράτος στερείτο τους πόρους για να παραχωρήσει σε αυτές κρατική στήριξη. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Ενάγοντας 1, που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει εκ μέρους των Εναγόντων, δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων, που οδήγησαν στη λήψη μέτρων εξυγίανσης της Εναγομένης. Οι αναφορές που περιλαμβάνονται στη γραπτή δήλωση του, επί του συγκεκριμένου θέματος, στηρίζονται στην ενημέρωση που έλαβε από τους δικηγόρους του. Κατά την αντεξέταση του, ως ήδη προανάφερα, διαφάνηκε ότι δεν είχε καμιά γνώση επί του θέματος και δεν ήταν σε θέση να εκφράσει οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη άποψη. Το μόνο θέμα για το οποίο είχε προσωπική γνώση ήταν ότι η μητέρα του και ο ίδιος διατηρούσαν καταθετικό λογαριασμό στην Εναγομένη 1, ο οποίος υπέστη απομείωση μετά την επιβολή των μέτρων εξυγίανσης, το Μάρτιο του
- Το πιο πάνω γεγονός είναι παραδεκτό και από την Υπεράσπιση. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 ήταν εντελώς τυπική και δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Γίνεται δεκτή από το δικαστήριο. Η μαρτυρία της Ε. Λειβαδιώτου, Μ.Υ.1, ήταν θετική και εμπεριστατωμένη. Αντεξετάσθηκε για σωρεία θεμάτων, η μαρτυρία της όμως δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Η μαρτυρία της γίνεται δεκτή από το δικαστήριο. Θετική ήταν και η εικόνα που αποκόμισα από τον Μ. Στυλιανού, Μ.Υ.2 ο οποίος ήταν και ο πιο ουσιαστικός μάρτυρας στη διαδικασία. Ήταν γνώστης των γεγονότων που οδήγησαν στην κεφαλαιακή ανεπάρκεια της Εναγομένης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας και την ανάγκη λήψης μέτρων για διάσωση των καταθέσεων ή μέρος αυτών. Αντεξετάσθηκε επιστάμενα δεν περιέπεσε όμως σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και σταθερότητα. Η μαρτυρία τόσο της Μ.Υ.1 όσο και του Μ.Υ.2, η οποία έχει στην ουσία παραμείνει αναντίλεκτη, γίνεται δεκτή και αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
- Υπενθυμίζω την εισήγηση των Εναγόντων, ότι τα μέτρα εξυγίανσης και συγκεκριμένα η Κ.Δ.Π. 103/2013, εκδόθηκαν από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, αντί από την Αρχή Εξυγίανσης. Η Αρχή Εξυγίανσης απαρτίζεται, με βάση την εισήγηση, από τον Διοικητή και το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. Η Υπεράσπιση προβάλλει τη θέση ότι αρμόδιο δικαστήριο για να εκδικάσει το συγκεκριμένο θέμα είναι το διοικητικό και όχι το πολιτικό δικαστήριο. Οι κανονιστικές πράξεις εκδίδονται στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, η έκδοση τους προϋποθέτει την ύπαρξη νομοθετικής πράξης. Ελέγχονται μόνο ως προς την τήρηση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δεν μπορούν να προσβληθούν απευθείας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε περίπτωση όμως προσβολής μιας ατομικής πράξης, που εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογή κανονιστικής πράξης, μπορεί να ελεγχθεί και η νομιμότητα της τελευταίας. (Βλ. George Papaphilippou v. The Republic,1 R.S.C.C. 62 και Police v. Hondrou, 3 R.S.C.C. 82). Εάν η κανονιστική πράξη εκφεύγει από τα όρια της εξουσιοδότησης που έθεσε ο Νόμος, τότε είναι άκυρη (ultra vires) και κηρύσσεται ως τέτοια από το Δικαστήριο. Βασική προϋπόθεση για την εγκυρότητα μιας κανονιστικής πράξης είναι η έκδοση της από το όργανο που ορίζει ο Νόμος. Σε περίπτωση που το πρόσωπο που εκδίδει την κανονιστική πράξη δεν είναι αυτό που ορίζεται από το Νόμο, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι λειτουργεί κατά νόσφιση εξουσίας ή καθ΄ υπέρβαση καθηκόντων και οι πράξεις του είναι ανυπόστατες και ουσιαστικά ανύπαρκτες. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα του Θ. Τσάτσου «Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας», 3η έκδοση, 1971, σελ. 338: «Ανύπαρκτος είναι πρώτον η πράξις ή εξ αντικειμένου η εξ υποκειμένου όχι μόνον αναρμοδίως εκδοθείσα, αλλ' ουδέ συναφής προς την αρμοδιότητα της εκδούσης ταύτην αρχής, και ως εκ τούτου μηδέ την επίφασιν του κύρους έχουσα, και δεύτερον η πράξις η άνευ τηρήσεως συστατικού τύπου εκδοθείσα.» Σε περίπτωση νόσφισης εξουσίας, η κανονιστική πράξη μπορεί να αγνοηθεί ακόμη και από το πολιτικό ή το ποινικό δικαστήριο καθότι το προϊόν της νόσφισης δεν περιέρχεται στη σφαίρα του δικαίου. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Ηλίας Αδάμου Ηλία και Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική η διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 146.1. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1 όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και Άλλων
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μόνο στην περίπτωση νόσφισης εξουσίας μπορεί πράξη να αγνοηθεί διότι στην περίπτωση εκείνη το προϊόν της νόσφισης δεν περιέχεται στη σφαίρα του δικαίου.» (Βλέπετε επίσης Μηλιώτης Λτδ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι έχω δικαιοδοσία να εξετάσω κατά πόσο τα επίδικα διατάγματα εξυγίανσης ήταν ultra vires, κατά πόσο υπήρξε νόσφιση εξουσίας καθότι ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, με βάση την εισήγηση, δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο να τα εκδώσει. Με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης, δύναται να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των πιο κάτω στόχων: (α) Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, (β) την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, (γ) τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα, (δ) την προστασία των δημοσίων πόρων, (ε) την προστασία των καταθετών που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, (στ) την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους, (ζ) την προαγωγή της δημοσίας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. «Αρχή Εξυγίανσης» με βάση το άρθρο 2, σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και τα Όργανά της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής, σχετικό είναι το άρθρο 8 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμος του 2002, ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.34(Ι)/
- Το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από το Διοικητή, τον Υποδιοικητή, δύο εκτελεστικούς συμβούλους και πέντε μη εκτελεστικούς συμβούλους, δύναται να αναθέσει με απόφαση του οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητές του στο Διοικητή, άρθρο 15 του πιο πάνω Νόμου. Ο Διοικητής, είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος, ο οποίος διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με βάση το Άρθρο 118 του Συντάγματος και το άρθρο 18 του Νόμου 138(Ι)/
- Ο Διοικητής, είναι αυθύπαρκτο όργανο της Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή ασκεί από μόνος του εξουσίες και καθήκοντα που ανατίθενται αποκλειστικά στον ίδιο με βάση το Σύνταγμα, το Νόμο αλλά και με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης και του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και είναι το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της Τράπεζας. Οι εξουσίες του είναι ευρείες και καθορίζονται από το άρθρο 119 του Συντάγματος, το οποίο παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «
- Ο διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας βοηθούμενος υπό του υποδιοικητού, εφαρμόζει τους νομισματικούς νόμους της Δημοκρατίας, είναι επιφορτισμένος με την διοίκησιν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας, ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον εμπίπτον εις την αρμοδιότητα της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας.
- O διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας βοηθούμενος υπό του υποδιοικητού ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί παν έτερον καθήκον ή υπηρεσίαν καθοριζομένην ή ανατιθεμένην αυτώ δια νόμου.
- Αι εν τω παρόντι κεφαλαίω, οριζόμενοι εξουσίαι και καθήκοντα του διοικητού της Εκδοτικής Τραπέζης δύνανται να ασκώνται και η καθοριζόμενη υπηρεσία να εκτελήται υπ ' αυτού είτε αυτοπροσώπως είτε δι ' υπαλλήλων υπαγομένων υπ' αυτόν και ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού.». Επιπλέον, με βάση το άρθρο 20 του Νόμου 138(Ι)/2002: «20.1 Τηρουμένου του άρθρου 119 του Συντάγματος, ο Διοικητής ως το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της Τράπεζας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) να εφαρμόζει την πολιτική της Τράπεζας (β) να διευθύνει και να ελέγχει τις εργασίες της Τράπεζας (γ) να ενεργεί για όλα τα ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας τα οποία δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου (δ) να διορίζει, θέτει σε διαθεσιμότητα ή απολύει οποιουσδήποτε υπαλλήλους της Τράπεζας.» Οι βασικές αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου είναι η εποπτεία της διαχείρισης της Τράπεζας και ο καθορισμός και η εφαρμογή της πολιτικής της Τράπεζας (άρθρο 15
(1)του πιο πάνω Νόμου). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες, θα συμφωνήσω με τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 ότι ο Διοικητής είναι με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 20
(1)του πιο πάνω Νόμου και της παραγράφου 1 του Άρθρου 119 του Συντάγματος, το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της Κεντρικής Τράπεζας και στις αρμοδιότητες του εμπίπτει η άσκηση εκτελεστικής εξουσίας. Στις αρμοδιότητες του Διοικητή ενέπιπτε, μεταξύ άλλων, και η έκδοση των επίδικων Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων. Ο Διοικητής ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο η Αρχή Εξυγίανσης. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο Νόμος μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και οι πιο πάνω εξουσίες ασκούνται σήμερα από την Επιτροπή Εξυγίανσης που απαρτίζεται από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και τους εκτελεστικούς συμβούλους αυτής. Η Επιτροπή Εξυγίανσης είναι πλέον το αποφασίζον εκτελεστικό όργανο της Αρχής Εξυγίανσης. Η εισήγηση των Εναγόντων ότι τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, απορρίπτεται. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο υπήρξε επέμβαση επί των Συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων. To ζήτημα της αντισυνταγματικότητας κάποιου νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640. Τις παραθέτω:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο 'πέρα από κάθε λογική αμφιβολία'.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» (Βλέπετε επίσης, Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 8.) Το πρώτο που θα εξετάσω είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Το παραθέτω αμέσως πιο κάτω, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται. ................................................................................................................
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας κατοχυρώνεται και από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες, το οποίο προνοεί ότι: «Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.» Το πλαίσιο προστασίας της ιδιοκτησίας σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, ως αυτό προσδιορίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ΕΔΑΔ, δεσμεύει βεβαίως και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Οι Εναγόμενες προέβαλαν τη θέση ότι οι καταθέσεις σε μια τράπεζα δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του καταθέτη και κατ΄ επέκταση δεν τυγχάνουν προστασίας από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Θα συμφωνήσω ως προς το πρώτο σκέλος της εισήγησης. Η σχέση καταθέτη - τράπεζας, όπως ήταν η σχέση της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 στην παρούσα περίπτωση, είναι σχέση πιστωτή και χρεώστη. Ο καταθέτης όταν ανοίγει πιστωτικό λογαριασμό, δανείζει τα χρήματα του στην τράπεζα και αυτά καταλήγουν στο γενικό ταμείο της τράπεζας, στο οποίο μεταφέρονται όλες οι καταθέσεις των πελατών. Ο καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα να του καταβάλει το αντίστοιχο ποσό. Το ποσό που θα τού επιστραφεί αποτελεί μέρος του γενικού ταμείου. Δεν διατηρείται προσωπικό ταμείο για κάθε καταθέτη. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Ellinger' s Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελ. 215: «In economic terms, the constant flow of money into and out of each bank, as described above, forms the basis of the economic conceptualization of banking activity—a bank is a reservoir of money. This also provides an apt description of the banking network as a whole. This particular conceptualization highlights the fact that money flowing into the bank becomes part of a generic fund held for all the customers, and that money paid out by the bank flows not from an individualized fund held in the customer's name, but from this generic bank fund. Essentially, the `reservoir' is that of the bank itself, not a reservoir comprising earmarked amounts owned by separate account holders. This economic conception finds echoes in the legal explanations of the banker-customer relationship. As considered previously, money paid by the customer to the credit of his bank account is treated as being lent by him to the bank, and such deposited funds are not earmarked or held in trust for the customer, but become the property of the bank. Essentially, the banker-customer relationship is a debtor-creditor relationship, not one of trust, bailment or agency. This conception of banking activity reflects another well-known legal doctrine, namely, that money cannot be owned in the same way as corporeal property. Instead, any amount paid to the credit of a customer's account gives rise to a mere chose in action in favour of the customer that is enforceable against the bank. It is a debt that, in the case of a current account or a savings account, is payable to the customer on demand, whilst in the case of a fixed deposit it is repayable at an agreed future date.» Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χριστοδούλου κ.ά ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά
(2013)3 Α.Α.Δ.
- Σε σχέση με τη δεύτερη πτυχή της εισήγησης, επισημαίνω ότι η έννοια της «ιδιοκτησίας», με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ, είναι ευρεία και περιλαμβάνει στην ουσία όλα τα δικαιώματα που μπορούν να αποτιμηθούν οικονομικά. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, συμβατικά δικαιώματα ακόμα και δικαιώματα που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις. Καθοδηγητικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα του Δρ. Κώστα Παρασκευά, «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες» σελ. 363: «Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έχει νομολογηθεί πως στην έννοια των περιουσιακών στοιχείων (possession) ανήκουν για παράδειγμα τα ακόλουθα: πολεοδομική άδεια, οικονομικά συμφέροντα που απορρέουν από την άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, μετοχές, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συμπεριλαμβανομένου των προνομίων ευρεσιτεχνίας), δικαιώματα κυνηγίου σε συγκεκριμένη γη, δικαίωμα ακόμα και συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ., Mellachev and Others v Austria, 19.12.1989, Application No. 1052/83, 11011/84, 11070/84 και Stran Greek Refineries and Stratis Andreadis v Greece, Application No. 13427/87, 9.12.
- Καταλήγω ότι η σύμβαση που είχαν οι Ενάγοντες με την Εναγόμενη 1, αποτελεί δικαίωμα ιδιοκτησίας και κατ' επέκταση προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου. Τόσο το Σύνταγμα όσο και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αναγνωρίζουν ότι είναι δυνατό να τεθούν περιορισμοί στο δικαίωμα ιδιοκτησίας για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι περιορισμοί θα πρέπει να είναι νόμιμοι και όχι αυθαίρετοι και να υπάρχει ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evlogimenos and Τhe Republic
(1961)2 R.S.C.C. 139, 142-3 και All Ratip and Τhe Republic
(1962)3 R.S.C.C. 102, 104, Chimonides v Manglis
(1967)1 C.L.R 125 και η απόφαση του ΕΔΑΔ, James and United Kingdom
(1986)ECHR
- Στην υπό κρίση περίπτωση, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εξυγίανση όταν κατέστη αδύνατο να εξασφαλίσει τα ελάχιστα αναγκαία κεφάλαια και ενώ αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά θέματα ρευστότητας. Τα πιο πάνω μέτρα λήφθηκαν για να αποφευχθεί η εκκαθάριση της τράπεζας που θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις για τους καταθέτες της Εναγομένης 1 και την οικονομία του κράτους γενικά. Ένας από τους βασικούς λόγους που επιλέχθηκε το μέτρο της εξυγίανσης ήταν η προστασία των ασφαλισμένων καταθέσεων, η άμεση πρόσβαση των καταθετών στα χρήματα τους και η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητα του. Υπό τις περιστάσεις, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου προκύπτει, ότι η εξυγίανση ήταν η καλύτερη, υπό τις περιστάσεις, επιλογή. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 είχε εμπλακεί με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία επιλογής των συγκεκριμένων μέτρων. Αντιθέτως, η Μ.Υ.2 ισχυρίσθηκε ότι η Τράπεζα καμία ανάμειξη είχε στη λήψη της σχετικής απόφασης, τα μέτρα εξυγίανσης επιβλήθηκαν στην Τράπεζα και η ίδια δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμμορφωθεί, θέση που δεν αμφισβητήθηκε και δεν αντικρούσθηκε. Η Ενάγουσα επικαλείται και τις πρόνοιες του άρθρου 24 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι: «
- Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού.
- Ουδεμία τοιαύτη συνεισφορά διά καταβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται, ειμή διά νόμου ή κατ' εξουσιοδότησιν νόμου.
- Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται αναδρομικώς. Εισαγωγικοί δασμοί δύνανται να επιβάλλωνται από της ημερομηνίας της καταθέσεως της σχετικής προτάσεως νόμου ή νομοσχεδίου.
- Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως, εξαιρέσει των τελωνειακών δασμών, δύναται να είναι καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως.» Το άρθρο 24 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις δημόσιων βαρών, οι οποίες διαφέρουν από την παρούσα που αφορά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος, που καμία σχέση έχει με την επιβολή φόρων, τελών και εισφορών. Προβλήθηκε και η θέση ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η Υπεράσπιση αντίτεινε ότι η συμβατική σχέση δεν έχει παραβιασθεί αλλά έχει διασωθεί. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία προκύπτει ότι ο Νόμος 17(Ι)/2013 έχει επηρεάσει τη συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, καθότι η τελευταία είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλει στους Ενάγοντες, όταν της εζητείτο, ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης και όχι μέρος αυτού. Αυτό όμως δεν αποτελεί κατ' ανάγκη παραβίαση του σχετικού άρθρου Συντάγματος. Το κράτος δύναται να τροποποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας συμφωνίας για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Alpha & Omega Evangelical Educational Foundation Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1990)3 Α.Α.Δ 286 και Chimonides v. Manglis (ανωτέρω). Στην τελευταία, Chimonides v. Manglis (ανωτέρω), στη σελίδα 162, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.. the right under Article 26
(1)is not the freedom of contract in the wide sense of the term, but only the right to enter into a contract. Thus, there is no constitutional prohibition against regulating by legislation, in an emergency otherwise, the obligations arising under contracts; furthermore, as the right to enter into a contract, guaranteed by Article 26
(1), is expressly made "subject to such.... restrictions as are laid down by the general principles of the law of contract", and as one of such general principles is that contracts which are contrary to law are invalid, it is open to Government to regulate, through legislation in force at the time, the manner which the right to enter into a contract is to be exercised, provided that such legislation is -not otherwise contrary to the -Constitution--as, - for, example, by being contrary to Article 28
(2)the Constitution.» Στην υπό κρίση υπόθεση, ως ανέλυσα και πιο πάνω, το κράτος βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο και τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν τόσο για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος αλλά και για να διασφαλισθούν, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, οι καταθέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των καταθέσεων των Εναγόντων. Καταλήγω ότι υπήρξε περιορισμός του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, ο περιορισμός αυτός όμως δεν αντίκειτο στο Σύνταγμα ή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθότι εξυπηρετούσε τόσο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος αλλά και τα συμφέροντα των ιδίων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες επικαλούνται και παραβίαση του άρθρου 28 Συντάγματος, υπήρξε κατ΄ ισχυρισμό άνιση μεταχείριση μεταξύ των καταθετών της Εναγομένης 1 καθότι οι καταθέσεις στα υποκαταστήματα της Εναγομένης 1, στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν απομειώθηκαν σε αντίθεση με τις καταθέσεις στην Κύπρο. Το άρθρο 28 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.» Εν πρώτοις παρατηρώ ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιο του δικαστηρίου για το θέμα αυτό αφορούσε τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με βάση δε την αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιο του Δικαστηρίου και αποτελεί εύρημα μου, προκύπτει ότι η πώληση των υποκαταστημάτων της Εναγομένης 1 στην Ελλάδα, δεν ήταν απόφαση των Εναγομένων αλλά είχε τεθεί ως όρος από την Τρόϊκα. Έπρεπε να προηγηθεί η πώληση των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα και μετά να γίνει η λήψη των μέτρων εξυγίανσης στην Κύπρο. Η πώληση δεν ήταν επιλογή των Εναγομένων αλλά επιβλήθηκε σε αυτούς από τρίτους, ως ανέλυσα εκτενώς ανωτέρω. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι τα υποκαταστήματα πωλήθηκαν πολύ πιο χαμηλά από την πραγματική τους αξία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε για το συγκεκριμένο θέμα προήλθε από την Υπεράσπιση και συγκεκριμένα από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 που υποστήριξαν την αντίθετη θέση και δήλωσαν ότι η αγοράστρια τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς υπέστη μεγάλες ζημιές από την αγορά των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα. Σε σχέση με την εισήγηση ότι υπήρξε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των καταθετών της Εναγομένης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας με αυτούς των υπολοίπων τραπεζών, παρατηρώ, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιο του Δικαστηρίου ότι προβλήματα κεφαλαιακής ανεπάρκειας και ανάγκη στήριξης είχαν οι δύο πιο πάνω τράπεζες, αυτές κινδύνευαν να καταρρεύσουν οικονομικά και όχι οι υπόλοιπες. Πέραν τούτου πρόταση για απομείωση όλων των καταθέσεων που διατηρούνταν σε τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο τέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων και απορρίφθηκε. Οι Ενάγοντες εισηγούνται επίσης ότι οι πρόνοιες των άρθρων 12
(16), 25, 26
(1)-
(3)και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου αποτελούν κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα προσφυγής του πολίτη στο δικαστήριο και των άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που προστατεύουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Παραθέτω τα σχετικά άρθρα του Νόμου αυτούσια για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «12.
(16). Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. .................................. 25. Σε περίπτωση που το εφαρμοζόμενο μέτρο εξυγίανσης επηρεάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας μετόχου, πιστωτή ή άλλου αντισυμβαλλόμενου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης διασφαλίζει ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο, στο σύνολό του, απευθείας σε εκκαθάριση: Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο. .................................. 26.
(1)Tο δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται.
(2)Σε περίπτωση που μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, θεωρεί ότι η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή, στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου πρόσωπου περιορίζεται στην απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημία, την οποία έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης.
(3)Οι απαιτήσεις του εδαφίου
(2)δεν δύνανται να στραφούν κατά - (α) της Αρχής Εξυγίανσης, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 29, (β) του προσώπου, προς το οποίο γίνεται η μεταβίβαση, προκειμένου περί απαιτήσεων που απορρέουν από τη λήψη των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 9, 10, 11 και 13 μέτρων εξυγίανσης. ....................................... 29. Η Αρχή Εξυγίανσης και ο Υπουργός Οικονομικών δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη, σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους των.» Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχει παραβιασθεί το δικαίωμα τους να προσφύγουν στο δικαστήριο, το γεγονός όμως ότι προσέφυγαν στο δικαστήριο, τους δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους, όπως οι ίδιοι έκριναν σκόπιμο και να ακουσθούν, καταρρίπτει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Η ενασχόληση με τη συγκεκριμένη θέση είναι ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος καθότι τα εν λόγω δικαιώματα των Εναγόντων δεν έχουν παραβιασθεί. Δεν παραγνωρίζω ότι η Εναγόμενη 1 ήγειρε προδικαστική ένσταση, βασιζόμενη στο άρθρο 12
(16)του Νόμου με την οποίαν αμφισβήτησε το δικαίωμα των Εναγόντων να προσφύγουν στο δικαστήριο, διαπιστώνω όμως ότι αυτή δεν προώθησε την ένσταση της στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι προδικαστικά, με αποτέλεσμα να εκληφθεί από το δικαστήριο ότι το ζήτημα έχει εγκαταλειφθεί και η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Η προδικαστική ένσταση έχει καταστεί στην ουσία άνευ αντικειμένου. Σε σχέση δε με τους περιορισμούς που τίθενται στο άρθρο 26 παράγραφος 3 και τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 29 του Νόμου, αυτές δεν στοιχειοθετούν από μόνες τους παραβίαση των εν λόγω άρθρων, καθότι τα δικαιώματα που προστατεύονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Σύμβασης, δεν είναι απόλυτα αλλά μπορούν να υπαχθούν σε περιορισμούς, νοουμένου ότι οι περιορισμοί δεν είναι τέτοιας φύσης ή έκτασης που η ουσία του δικαιώματος να καταστρέφεται, προωθούν ένα νόμιμο σκοπό και υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που υιοθετούνται και του σκοπού που επιδιώκεται να επιτευχθεί. (Βλέπετε σχετικά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Garcia Manibardo v. Spain, Application no 38695/97, 15.02.2000, Golder v. UK, A 18
(1975)και Airey v. Ireland, A 32
(1979)και την Κυπριακή απόφαση Γιωργαλλά και Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060). Στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί που έχουν τεθεί στα άρθρα 26 και 29 του Νόμου είναι τέτοιας φύσης που να επηρεάζουν τα δικαιώματα των Εναγόντων. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι την εισήγηση των Εναγόντων ότι υπήρξε παραβίαση των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.17(Ι)/13, αρχίζοντας από το 3
(2)(δ). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις πρόνοιες του άρθρου, αυτούσιες, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «3.
(1)...............................
(2)Κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1), εφαρμόζονται οι πιο κάτω γενικές αρχές: (α) ................................., (β) ................................., (γ) ................................., (δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση,» Καμία μαρτυρία έχει τεθεί εκ μέρους των Εναγόντων για το θέμα αυτό. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, η οποία αντικρούει την πιο πάνω εισήγηση. Αμφότεροι υποστήριξαν, παραθέτοντας στοιχεία, ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης της Εναγομένης 1, οι καταθέτες θα βρισκόντουσαν σε χειρότερη θέση από τη θέση που βρέθηκαν με την υιοθέτηση των μέτρων εξυγίανσης. Επιπλέον, θα έχαναν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα την πρόσβασή τους στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες, γεγονός που θα επηρέαζε άμεσα τις οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητές τους. Η πιο πάνω μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη. Καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση ως αποτέλεσμα του μέτρου της εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόντουσαν αν η τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρξε παραβίαση και του άρθρου 6 του Ν.17(Ι)/2013. Στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου παρατίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται, όταν λαμβάνονται μέτρα εξυγίανσης: «6.
(1)Η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, μόνο εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η αρμόδια εποπτική αρχή αφού διαβουλευθεί με την Επιτροπή Εξυγίανσης αποφασίζει ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο ή πιθανόν να καταστεί μη βιώσιμο και διαφαίνεται εύλογος κίνδυνος ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δυνατό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή και να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα, (β) χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, άλλες ενέργειες που δυνατό να ληφθούν σε εύλογο χρόνο από το επηρεαζόμενο ίδρυμα ή από την αρμόδια εποπτική αρχή, σύμφωνα με την αξιολόγηση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, δεν επαρκούν ούτως ώστε το ίδρυμα να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας, και (γ) το μέτρο εξυγίανσης είναι αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.» Για το θέμα αυτό, κατέθεσε ο Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι η Μονάδα Εξυγίανσης, τη 24.03.13, ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, ετοίμασε έκθεση αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Εναγομένη
- Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Σε αντίθετη περίπτωση η τράπεζα θα οδηγείτο σε εκκαθάριση. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 9, 22, 23, 24 και 25 του Νόμου. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των κατ' ισχυρισμό παραβιάσεων. Καταληκτικά, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 23, 24, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και ή των προνοιών του Νόμου 17(Ι)/
- Στρέφομαι στη συνέχεια να εξετάσω τη θέση των Εναγόντων ότι η Εναγομένη 1 παραβίασε τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι καταθέσεις των Εναγόντων έχουν υποστεί σημαντική απομείωση και οι Ενάγοντες έλαβαν ως αποζημίωση αριθμό μετοχών, χωρίς αυτό να είναι δική τους επιλογή. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι η απομείωση των καταθέσεων έγινε στα πλαίσια εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης που κρίθηκαν αναγκαία, κατά το δεδομένο χρόνο, λόγω της μεγάλης κεφαλαιακής ανεπάρκειας που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 καμία ανάμειξη είχε στη λήψιν αποφάσεων, κλήθηκε απλώς να εφαρμόσει τα μέτρα που αποφάσισαν τρίτοι για τη διάσωσή της. Η απομείωση των καταθέσεων ήταν εκ το μη χείρον βέλτιστον. Ως αναλύω και ανωτέρω το κράτος βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο και τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν τόσο για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος αλλά και για να διασφαλισθούν, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, οι καταθέσεις. Σε αντίθετη περίπτωση η τράπεζα θα οδηγείτο σε εκκαθάριση και οι δυσμενείς συνέπειες για τους καταθέτες, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγόντων, θα ήταν πολύ μεγαλύτερες. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέδειξε αμέλεια και ή βαρεία αμέλεια καθότι, τη 26.01.2011, συμφώνησε στην απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων χωρίς να επιδιώξουν αντισταθμιστικά ανταλλάγματα. Η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Η μόνη μαρτυρία για το συγκεκριμένο θέμα προήλθε από το Μ.Υ.2 και δεν συνάδει με τη θέση που προβάλλουν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους. Υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου. Ο μάρτυρας περίγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η απομείωση και η επίτευξη της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών. Με την πιο πάνω Συμφωνία, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εάν ο δείκτης κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων των τραπεζών που επένδυσαν στα εν λόγω ομόλογα, υστερούσε του 9% και αυτές δεν μπορούσαν να βρουν τους πόρους για κάλυψη των κεφαλαιακών τους αναγκών, θα ετύγχαναν κρατικής στήριξης και εάν το κράτος δεν ήταν σε θέση να τις στηρίξει θα χορηγείτο δάνειο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Έγιναν πολλές προσπάθειες για εξεύρεση χρηματοδότησης της Εναγομένης 1, οι οποίες όμως επέβησαν άκαρπες ενώ το Eurogroup με απόφαση του, ημερομηνίας 25.03.2013, απέκλεισε το ενδεχόμενο ανακεφαλαίωσης της από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην Εναγομένη 3 αποδίδεται δόλος για την ενέργεια της να αποστείλει επιστολή προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο με την οποία δήλωναν ότι το «κούρεμα» των καταθέσεων αποκλείετο ως ενδεχόμενο καθότι αντίκειτο στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για το συγκεκριμένο θέμα ο μόνος που κατέθεσε ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι η επιστολή αποστάλθηκε μετά που ελήφθη νομική συμβουλή και δεν υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης οποιουδήποτε. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αντικρουσθεί. Πέραν τούτου καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου ότι η επιστολή προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο περιήλθε στη γνώση και ή αντίληψη των Εναγόντων και ότι αυτοί βασίσθηκε επί αυτής, στοιχείο που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδειχθεί η εν λόγω αξίωση. (Βλ. Hedley Byrne Ltd v Heller Partners Ltd [1964] AC 465). Επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας καμιά αναφορά έκανε στη συγκεκριμένη επιστολή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και
- Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και εναντίον των Εναγόντων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο