Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ ν. Έυη Ιωάννου Νικολάου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 375/2022, 24/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 375/2022 Μεταξύ: Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ Αιτήτρια και
- Έυη Ιωάννου Νικολάου
- Κώστα Σολωμού Καθ' ων Αίτηση Ημερομηνία: 24 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Α. Κωνσταντίνου για Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση 1: κος Χ. Χαραλάμπους για Γιώτα Μιλτιάδου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή ημερομηνίας 14.03.2013 που εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 (στο εξής η Διαιτητική Απόφαση). Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου, εκ των λειτουργών που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Αιτήτριας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι μέχρι τις 31.01.2018 ήταν λειτουργός ανάκτησης χρεών της Αιτήτριας και από την 01.02.2018 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η Altamira), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων. Στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, η Altamira ενεργεί για λογαριασμό της Αιτήτριας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών με αυτές εξασφαλίσεων, μεταξύ των οποίων και η πιστωτική διευκόλυνση που αποτέλεσε αντικείμενο της Διαιτητικής Απόφασης. Ο ομνύων αφού αναφέρεται στα καθήκοντά του, καθώς και στην εξουσιοδότηση που έχει λάβει από την Altamira και την Αιτήτρια να προβεί στη ρηθείσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, εκθέτει το ιστορικό μετονομασιών και/ή συγχωνεύσεων που οδήγησαν στη νομική οντότητα της Αιτήτριας, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο Α δέσμη των σχετικών πιστοποιητικών και δημοσιεύσεων. Περαιτέρω, σε σχέση με τη Διαιτητική Απόφαση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 14.03.2013 εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για το ποσό των €54.750,73 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 14.03.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, πλέον €120 έξοδα διαιτητικής απόφασης. Η Διαιτητική Απόφαση προνοεί επίσης, όπως το οφειλόμενο ποσό πληρωθεί αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και το προϊόν εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ8290/
- Η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στους Καθ' ων η Αίτηση στις 14.03.2013 (Τεκμήριο Γ στην αίτηση) και ενόψει του ότι η προθεσμία υποβολής έφεσης παρήλθε άπρακτη, η απόφαση κατέστη τελική. Καταληκτικά, αναφέρει ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα, κατέβαλαν μόνο το ποσό των €5.350, παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του λογαριασμού να ανέρχεται σήμερα σε €85.462,17 (ως η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Δ στην αίτηση) και να καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985), στο Θεσμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 142/87, στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στο άρθρο 37
(1)
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.47 και Δ.48 θ.1‑3, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση στις 30.12.2022 προβάλλοντας συνολικά 22 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (β) η Αιτήτρια παρέλειψε να προβεί σε ουσιαστική αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων και σε κάθε περίπτωση η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και ανεπαρκής καθώς ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και/ή δεν νομιμοποιείται να προβαίνει σε αυτήν και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο υποστήριξης της αίτησης. (γ) η Διαιτητική Απόφαση είναι ασαφής και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης και/ή κατά παράβαση του περί Διαιτησίας Νόμου εμπεριέχει διάταγμα σε σχέση με υποθήκη, (δ) Η Διαιτητική Απόφαση είναι άκυρη καθώς δεν έχει ανανεωθεί και ούτε έχει νομότυπα επιδοθεί, (ε) η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει επιδοθεί νομότυπα, (στ) η Διαιτητική Απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί καθώς έχουν παρέλθει 6 και πλέον χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της, (ζ) η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προχωρεί στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, καθώς η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από την Σ.Π.Ε Λήδρας και/ή δεν έχει αποσταλεί οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την Καθ'ης η Αίτηση 1 σε σχέση με οποιαδήποτε τυχόν εκχώρηση και/ή αλλαγή διαδίκου, (η) η αίτηση είναι καταχρηστική και ο τίτλος της είναι παράτυπος, καθώς δεν καταγράφεται σε αυτόν η νομοθεσία στην οποία στηρίχθηκε και η δικαιοδοσία στην οποία εμπίπτει. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία επί της ουσίας αποτελεί επανάληψη των λόγων ένστασης που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, τους οποίους και υιοθετεί. Η ένσταση εδράζεται στο Πρώτο Παράρτημα του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012), στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985), στην Κ.Δ.Π 142/1987 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις Δ.5, Δ.9, Δ.19, Δ.39, Δ.48 θ.1‑4, 8-10 και 13, Δ.49, Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Παρεμφερώς σημειώνεται ότι, η αίτηση επιδόθηκε προσωπικά και στον Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο στις 24.10.2022 και δήλωσε ότι δεν φέρει οποιανδήποτε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, χωρίς οι ενόρκως δηλούντες να τύχουν αντεξέτασης. Έχω λάβει υπόψη μου το πλήρες περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, ως επίσης και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνήγορων, συγκεκριμένες αναφορές στις οποίες, θα γίνουν μόνο, εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) (στο εξής ο Νόμος), προνοεί ότι όταν εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά, ως είναι και αυτή στην παρούσα υπόθεση, θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή άλλο από τα εμπλεκόμενα σε αυτήν πρόσωπα στον Έφορο, ο οποίος μπορεί να την παραπέμψει προς επίλυση σε διαιτησία (άρθρα 52
(1)και
(2)του Νόμου). Προβλέπει επίσης ότι, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή, δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης (άρθρο 52
(4)του Νόμου). Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, ως ανωτέρω αναφέρεται, ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 52
(5)του Νόμου). Σύμφωνα με τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα, περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52 του Νόμου και δεν προβαίνει σε έλεγχο ορθότητας της διαιτητικής απόφασης, αλλά ούτε και υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του Άρθρου 52
(4)του Νόμου. Ως περαιτέρω έχει νομολογηθεί, βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, είναι η διαπίστωση ότι η διαιτητική απόφαση που επιδιώκεται να εγγραφεί φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται καθώς και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στους ενδιαφερόμενους, χωρίς αυτή να εφεσιβληθεί. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η αίτηση για εγγραφή έχει επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα προς τα οποία αυτή στρέφεται, δίδοντας τους έτσι την ευκαιρία να προβάλουν οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση με το επίδικο θέμα της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητική απόφασης.[1] Έχοντας υπόψη, λοιπόν, τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, με υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά έχουν εκτεθεί στις ένορκες δηλώσεις που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αίτησης και της ένστασης. Εν προκειμένω, έχοντας αποτιμήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω αναγκαίες, για την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, προϋποθέσεις. Τούτο διότι, ως διαφαίνεται από τη Διαιτητική Απόφαση (Τεκμήριο Β στην αίτηση) διαπιστώνεται ότι αυτή περιλαμβάνει τα στοιχεία του διαιτητή, τους διάδικους και την ιδιότητα τους, τις λεπτομέρειες του γραμματίου, το οφειλόμενο ποσό, τον τόκο και την ημερομηνία έκδοσης της. Αναφέρεται επίσης ρητά, ότι δόθηκε ειδοποίηση στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες, σε σχέση με την ακρόαση της διαιτησίας, οι οποίοι αφού παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση ενώπιον του διαιτητή, αναγνώρισαν και παραδέχτηκαν το δάνειο ως η απαίτηση της Αιτήτριας. Στην απόφαση καταγράφονται ακόμη τα έξοδα της διαιτησίας, η ημερομηνία έκδοσης της και φέρει την υπογραφή του διαιτητή. Ως προς το λεκτικό της απόφασης του διαιτητή, δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αδυναμίες εφόσον, ως έχει ήδη λεχθεί, προκύπτει ρητά από το κείμενο της ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 υπό την ιδιότητά τους ως πρωτοφειλετών σε σχέση με την πιστωτική διευκόλυνση με αριθμό 7220348-
- Σαφές είναι επίσης το ύψος του οφειλόμενου ποσού, το ποσοστό επιτοκίου που αυτό θα φέρει και η ημερομηνία από την οποία θα προσμετράτε, η ύπαρξη και ο χρόνος κεφαλαιοποίησης καθώς και το ποσό των εξόδων. Ξεκάθαρα προκύπτει επίσης από την απόφαση ότι, η υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για αποπληρωμή του ποσού της Διαιτητικής Απόφασης είναι άμεση και αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη μεταξύ τους. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το Τεκμήριο Γ, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έλαβαν γνώση της Διαιτητικής Απόφασης στις 14.03.2013 και δεν καταχώρησαν έφεση κατά αυτής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, με αποτέλεσμα η απόφαση να έχει καταστεί τελική. Συνεπώς, η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι, η Διαιτητική Απόφαση εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τρόπο σύνταξης της και δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια για την οποία η πιο πάνω απόφαση δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. H εισήγηση της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι υπάρχει κενό σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του τόκου καθώς δεν διευκρινίζεται στο κείμενο της απόφασης εάν αυτός θα επιβάλλεται εβδομαδιαίως ή μηνιαίως ή ετησίως, είναι αβάσιμη. Τούτο διότι, ως έχει ήδη λεχθεί, στη Διαιτητική Απόφαση καθορίζεται ρητά το ύψος του οφειλόμενου ποσού, το ποσοστό επιτοκίου και η ημερομηνία από την οποία αυτό αρχίζει να προσμετράτε. Ρητά καθορίζεται επίσης η κεφαλαιοποίηση των τόκων, με αναφορά ότι αυτή θα λαμβάνει χώρα δύο φορές ετησίως, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει να υπάρχει οποιοδήποτε κενό, το οποίο είναι δυνατόν να δημιουργήσει αμφιβολία στους Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το ποιο είναι το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου και του επιβαλλόμενου τόκου, που αυτοί καλούνται να πληρώσουν. Συναφής με τη συνδρομή των απαραίτητων χαρακτηριστικών έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης είναι και η εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση 1 περί της λανθασμένης συμπερίληψης σε αυτήν αναφοράς στην υποθήκη Υ8290/
- Ειδικότερα, αποτελεί θέση της Καθ' ης η αίτηση 1 ότι κατά παράβαση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου περιέχεται στη Διαιτητική Απόφαση διαταγή περί εκποίησης της προαναφερόμενης υποθήκης και ότι τέτοια αναφορά δεν ήταν δυνατό να υπάρχει καθώς η διαιτησία είχε ως αντικείμενο το δάνειο με αριθμό 7220348-4 και όχι οποιαδήποτε υποθήκη. Πρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Διαιτητική Απόφαση είναι ασαφής και στο σημείο αυτό καθώς δεν καταγράφονται τα στοιχεία της εν λόγω υποθήκης, ήτοι το κτηματολογικό γραφείο που είναι εγγεγραμμένη, τα στοιχεία του ακινήτου που αφορά, τον τόκο που φέρει και σε ποιον ανήκει. Ως προς τον τελευταίο ισχυρισμό, παραπέμπω στην Πολιτική Έφεση 154/2014, Α. Κωνσταντίνου ν. Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Limited ημερομηνίας 28.06.2021 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ούτε η μη καταγραφή στη διαιτητική απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογίου στο οποίο ενεγράφη η υποθήκη Υ1ΧΧ2/07, καθιστά ασαφή την απόφαση που εξεδόθη εναντίον της Εφεσείουσας για χρηματικό ποσό, οφειλή την οποία, ως ελέχθη, παραδέχθηκε ενώπιον του Διαιτητή.» Κατά συνέπεια, αναλογικά εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι, η μη αναφορά στη Διαιτητική Απόφαση των στοιχείων της υποθήκης Υ8290/2007 δεν την καθιστά ασαφή και δεν επηρεάζει το κείμενο της απόφασης στο βαθμό που αυτό αφορά την χρηματική οφειλή, την οποία, στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν παραδεχθεί και αποδεχθεί ενώπιον του Διαιτητή. Ως προς τον λόγο ένστασης περί συμπερίληψης στη Διαιτητική Απόφαση διατάγματος εκποίησης υποθήκης, σε συμφωνία με την Καθ' ης η Αίτηση 1, αναφέρω ότι δυνάμει του άρθρου 6 του Πρώτου Παραρτήματος του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 6 «οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα δικαστήρια να διατάσσουν ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη». Εν προκειμένω όμως, από το λεκτικό της Διαιτητικής Απόφασης, δεν προκύπτει να έχει διαταχθεί η εκποίηση της υποθήκης Υ8290/2007, αλλά εμπεριέχεται σε αυτήν αναφορά ότι το οφειλόμενο ποσό θα πληρωθεί αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, αλλά και το προϊόν εκποίησης της εν λόγω υποθήκης. Η απλή αυτή αναφορά δεν θεωρώ ότι δύναται να εξισωθεί με διάταγμα εκποίησης της αναφερόμενης υποθήκης. Ακολούθως, προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση 1 περί παραγραφής της Διαιτητικής Απόφασης καθώς η Αιτήτρια δεν προχώρησε στην εγγραφή της εντός του χρονικού διαστήματος που, κατά τη θέση της, ορίζει η κείμενη νομοθεσία. Ως έχει νομολογηθεί[2] δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Κατά συνέπεια, θα ήταν αντιφατικό να υφίστατο ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος εγγραφής, αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην Αιτήτρια εντός του οποίου να δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο αξιώνοντας την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης. Πέραν τούτου, παρεμφερώς αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι ζητήματα αυτής της φύσης μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης καθώς δεν άπτονται τυπικών ζητημάτων της Διαιτητικής Απόφασης. Αποτελεί, επίσης, λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, καθώς η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από την Σ.Π.Ε Λήδρας και ουδεμία ειδοποίηση περί μεταβίβασης δόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 1 ή καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό, να παραπέμψω στο σύνολο των εγγράφων που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α στην αίτηση, από τα οποία προκύπτει η πορεία των συγχωνεύσεων και των μετονομασιών που οδήγησαν από την Σ.Π.Ε Λήδρας στην Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, διαφαίνεται ότι, με γνωστοποίηση αλλαγής ονόματος Σ.Π.Ι ημερομηνίας 04.07.2013 η Σ.Π.Ε. Λήδρας μετονομάστηκε σε Σ.Π.Ε. Λήδρας Limited. Περαιτέρω, με επιστολή του Ανώτερου Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ημερομηνίας 21.07.2018, επιβεβαιώνεται η απόφαση των μετόχων της Σ.Π.Ε. Λήδρας Limited, να συγχωνευθούν με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Limited, η οποία αποδέχθηκε τη μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Σ.Π.Ε Λήδρας, η οποία συμφωνία συγχώνευσης ενεγράφη στις 21.07.
- Περαιτέρω, στην ίδια επιστολή αναφέρεται πως ο Έφορος εξέδωσε διαταγή ακύρωσης της εγγραφής της Σ.Π.Ε. Λήδρας Limited και διάλυσης της από 21.07.
- Επίσης, στη βάση γνωστοποίησης αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 24.07.2017, προκύπτει ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Limited μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Limited, η οποία στη βάση σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής μετατράπηκε στις 03.09.2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Limited. Η Αιτήτρια στη συνέχεια, με σχετική ειδοποίηση αλλαγής ονόματος που ανήρτησε στο σύστημα στις 20.10.2022, γνωστοποίησε τη συγχώνευση της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Limited με την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ, η οποία και ανέλαβε το πλήρες ενεργητικό και παθητικό της τελευταίας και υποκατέστησε αυτή στη διαδικασία. Κατά συνέπεια, στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η Σ.Π.Ε. Λήδρας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και πώς αυτή διαλύθηκε και η εγγραφή της ακυρώθηκε, εφόσον τη διαδέχθηκε η Σ.Π.Ε Λήδρας Limited και έτσι όλες οι πράξεις και τα συμβόλαια της πρώτης μεταφέρθηκαν στην τελευταία και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα στη βάση του ιστορικού συγχωνεύσεων και μετονομασιών που αναγράφονται ανωτέρω. Η νομιμοποίηση της Αιτήτριας αποτελεί το αποτέλεσμα των συγχωνεύσεων, μετονομασιών και μεταβιβάσεων εργασιών στην Αιτήτρια, στις οποίες ο ενόρκως δηλών με αναφορά στο Τεκμήριο Α, αναφέρθηκε με επάρκεια στην ένορκη δήλωση του, γεγονότα τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Καθ' ης η Αίτηση
- Υπό τις περιστάσεις, η Αιτήτρια ανέλαβε όλα τα στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Σ.Π.Ε Λήδρας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Διαιτητική Απόφαση, γεγονός που τη νομιμοποιεί να προωθεί την υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω, ως έχει ήδη λεχθεί, η Αιτήτρια στις 20.10.2022 καταχώρησε ειδοποίηση υποκατάστασης διαδίκου, που φέρεται να δόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Συνεπεία των ανωτέρω, καταλήγω ότι ουδεμία άλλη ειδοποίηση είχε υποχρέωση η Αιτήτρια να αποστείλει προς τους Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον η πρώτη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 44ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, προχώρησε στην καταχώρηση της απαιτούμενης ειδοποίησης, μέσω της οποίας επήλθε η αντικατάσταση της επωνυμίας και η εν λόγω αντικατάσταση δεν απαιτούσε την μεσολάβηση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας. Αξιοσημείωτο είναι δε, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, παρά το γεγονός ότι έλαβαν γνώση της εν λόγω ειδοποίησης υποκατάστασης, ουδέν μέτρο έλαβαν για τον παραμερισμό της με αποτέλεσμα αυτή να αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της δικογραφίας. Όσον αφορά τη νομιμοποίηση του ενόρκως δηλούντα να προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας και την πηγή γνώσης του, αναφέρω ότι ο ίδιος ο ενόρκως δηλών, αναφέρει στις πρώτες τρεις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως του, ότι αυτός είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της, επεξηγώντας ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτήν αλλά και την Altamira να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκ μέρους. Περαιτέρω, αναφέρει ότι, λαμβάνει γνώση των όσων αναφέρει στην ένορκη του δήλωση από έγγραφα που έχει στην κατοχή του λόγω της θέσης του, καθώς τα τελευταία χρόνια και μέχρι τις 31.01.2018 ήταν λειτουργός ανάκτησης χρεών της Αιτήτριας και από την 01.02.2018 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των δύο, στη βάση της οποίας η τελευταία ενεργεί για λογαριασμό της Αιτήτριας έχοντας αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών με αυτές εξασφαλίσεων, εκ των οποίων και η επίδικη διευκόλυνση. Διευκρινίζει δε, ότι τα καθήκοντα του δεν έχουν αλλάξει και παραμένει μέχρι σήμερα, ένας εκ των λειτουργών που χειρίζεται τις δικαστικές υποθέσεις της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια, ο ενόρκως δηλών με επάρκεια θεωρώ επεξηγεί από που έχει λάβει εξουσιοδότηση να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αλλά και την πηγή πληροφόρησης των όσων αναφέρει. Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος ένστασης περί πλήρους και ουσιαστικής αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων, καθώς ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε αόριστος ενόψει του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν συγκεκριμενοποιούν επί της ένορκης τους δήλωσης ποια είναι τα στοιχεία ή έγγραφα που αποκρύφθηκαν και ποια η σχετικότητα τους με τα επίδικα ζητήματα. Εγείρεται περαιτέρω ότι η επίδοση της υπό εξέταση αίτησης προς την Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν έγινε νομότυπα. Τούτο διότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης η αίτηση επιδόθηκε στον Κωνσταντίνο Μουτεφίδη εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση 1, ο οποίος κατά τον ισχυρισμό της τελευταίας δεν είναι σύζυγος και συγκάτοικος της, ως αναληθώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Η επίδοση της παρούσας αίτησης διέπεται από τη Δ.5 θ. 2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.)» Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 12.10.2022, που βρίσκεται αναρτημένη στο σύστημα και δεν έχει παραμεριστεί, η επίδοση της αίτησης σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση 1 έχει πραγματοποιηθεί στον Κωνσταντίνο Μουτεφίδη, σύζυγο και συγκάτοικος της καθώς η ίδια δεν βρισκόταν στο σπίτι της. Η επίδοση με τον τρόπο που περιγράφεται στη σχετική ένορκη δήλωση είναι σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αποτέλεσμα δε της εν λόγω επίδοσης, ήταν η Καθ' ης η Αίτηση να λάβει έγκαιρα γνώση της παρούσας, καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης στις 20.10.2022 και να εκπροσωπηθεί στη διαδικασία από δικηγόρο της επιλογής της, προβάλλοντας τις θέσεις της. Συνεπώς, ο σκοπός της επίδοσης έχει επιτευχθεί και οι προβαλλόμενοι επί τούτου ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το ζητούμενο, το οποίο δεν ήταν άλλο από του λάβουν γνώση όλα τα πρόσωπα προς τα οποία στρέφεται η Διαιτητική Απόφαση, δίδοντας τους με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα να εμφανιστούν στη διαδικασία και να ακουστούν, εάν το επιθυμούν. Απομένει επομένως να εξεταστεί ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης περί παρατυπίας στον τίτλο της αίτησης καθώς δεν καταγράφονται σε αυτόν η δικαιοδοσία στην οποία εμπίπτει και η νομοθεσία επί της οποίας βασίζεται η παρούσα αίτηση. Ανατρέχοντας στο κείμενο της αίτησης διαπιστώνω ότι στον τίτλο αυτής καταγράφεται ότι πρόκειται για γενική αίτηση και στο σώμα της συμπεριλαμβάνεται η νομική βάση στην οποία εδράζεται. Συνεπώς, από το σώμα της αίτησης μπορεί εύκολα κάποιος να αντιληφθεί τόσο τη δικαιοδοσία όσο και τη νομοθεσία επί της οποίας βασίζεται, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος ένστασης να είναι έκθετος σε απόρριψη. Εάν όμως ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης ανάγεται σε ζήτημα μη χρήσης ορθού τύπου του ένδικου διαβήματος που λήφθηκε, τότε παραπέμποντας στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης επί της Γενικής Αίτησης με αριθμό 520/2015, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ v. 1. MKK Fashion Showroom Ltd, κ.α., ημερ. 18.08.2017, το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης, καταλήγω ότι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε συνιστούσε πρόσφορο τρόπο έγερσης του ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου. «Η Γενική Αίτηση αναμφίβολα συνιστά εναρκτήρια διαδικασία. Η Δ.1, θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει ότι αγωγή σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με οποιοδήποτε τρόπο άλλο που καθορίζεται με οποιοδήποτε Νόμο ή θεσμούς Δικαστηρίου. Η Γενική Αίτηση πρωτοκολλήθηκε και έλαβε τον αριθμό που αναφέρεται στον τίτλο της. Έτσι άρχισε η διαδικασία που εκκρεμεί ως γενική Αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. (Βλ. Urduzena Beogradska Banka v. Westacre Invest. Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124). Στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Subs. Leg. Vol.I, 426), Παράρτημα ΙΙ, προνοείται ο τύπος της έφεσης κατά της απόφασης διαιτητή. Δεν υφίσταται εκεί ή σε άλλους κανονισμούς πρόνοια για τον τύπο της αίτησης για την εγγραφή και πρωτοκόλληση διαιτητικής απόφασης. Κατά συνέπεια ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε συνιστούσε πρόσφορο τρόπο έγερσης του ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου.» Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι πληρούνται εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία επιτάσσουν για να επιτραπεί η εγγραφή και η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 14.03.
- Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα εγγραφής στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της ρηθείσας Διαιτητικής Απόφασης όσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, στο βαθμό που αυτά είναι κοινά, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφεση 357/2008 ημ. 11/04/2012, Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, Πολ. Έφεση 87/11 ημ. 20/06/2014, ECLI:CY:AD:2014:A413, Παπαγεωργίου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, Πολ. Έφεση 192/2013 ημ. 19/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A327, ECLI:CY:AD:2019:A327 και άλλες. [2] Πολιτική Έφεση 92/2014 Στυλιανού v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς - Ανάγειας ημερομηνίας 22.04.2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο