Νίκου Αντωνίου ν. Muskita Aluminium Industries Ltd, Αρ. Aγωγής: 5650/2013, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A229 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 5650/2013 Νίκου Αντωνίου Ενάγοντα -και- Muskita Aluminium Industries Ltd Εναγoμένης Ημερομηνία: 18.10.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Ο κ. Χ. Σατσιάς για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Η κα Θ. Καουτζιάνη και κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 13.12.2012 ο ενάγοντας επιχείρησε να ανέβει στην οροφή της οικίας του, μέσω σκάλας (στο εξής «η επίδικη σκάλα»), κρατώντας στο δεξί του χέρι πιεστικό του νερού, το οποίο έχρηζε αντικατάστασης. Σε κάποια στιγμή και στην προσπάθεια του να τοποθετήσει το εν λόγω πιεστικό στην οροφή, η σκάλα υποχώρησε, με αποτέλεσμα την πτώση του ενάγοντα στο έδαφος και τον τραυματισμό του. Η επίδικη σκάλα, κατασκευαστής και παραγωγός της οποίας ήταν η εναγoμένη, ήταν μοντέλου 902, διπλή και ανοιγόμενη με συνολικά 24 σκαλιά (12 συν 12) (Τεκμήριο 23). Η εναγομένη είναι εταιρεία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παραγωγή και κατασκευή αλουμινένιων σκαλών. Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από αυτήν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του. Την θεωρεί δε αποκλειστικά υπαίτια για την πτώση του στο έδαφος ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ειδικές αποζημιώσεις που υπέστη ο ενάγοντας ανέρχονται στο ποσό των €19.000, ενώ οι γενικές αποζημιώσεις ανέρχονται στο ποσό των €46.000, με νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω δύο ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Οι τραυματισμοί του ενάγοντα αποτελεί κοινό τόπο ότι ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του από την επίδικη σκάλα. Δεν μπορώ στο σημείο αυτό παρά να μην ευχαριστήσω τους συνηγόρους και των δύο πλευρών για το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξαν μεταξύ τους. Τέτοιες ενέργειες και συμπεριφορές εξοικονομούν πολύτιμο Δικαστικό χρόνο και αποκτούν ακόμη σπουδαιότερη σημασία την δεδομένη χρονική περίοδο κατά την οποία καταβάλλεται μία τιτάνια προσπάθεια από όλους τους λειτουργούς της δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση του χρόνιου προβλήματος των καθυστερημένων υποθέσεων. Ενόψει των πιο πάνω παρέμεινε ως μόνο επίδικο ζήτημα κατά πόσο η εναγόμενη υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για τους τραυματισμούς του ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος κάτω υπό ποιες συνθήκες επήλθε η πτώση του. Επί τούτου είναι σε αδρές γραμμές η θέση του ενάγοντα, με βάση τις δικογραφημένες του θέσεις, ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν η εναγόμενη. Της αποδίδει αφενός μεν ότι παρέβηκε τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντα της, στην βάση του ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική και ότι αυτή δεν έφερε τις απαιτούμενες από το Νόμο σημάνσεις, κατά παράβαση του προτύπου CY5EN31 («το πρότυπο»), αφετέρου δε ότι υπήρξε αμελής στη βάση του ότι το σύστημα παραγωγής της εναγομένης, το οποίο κατασκεύασε την επίδικη σκάλα, ήταν ελαττωματικό με αποτέλεσμα αυτή να λυγίσει αλλά και ότι παρέλειψε να έχει ασφαλές σύστημα ελέγχου αυτής (σχετικές λεπτομέρειες τόσο της αμέλειας όσο και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της εναγόμενης δικογραφούνται στις παραγράφους 4 και 7, αντιστοίχως, της έκθεσης απαιτήσεως). Ως προς την εκδοχή του ενάγοντα, για το πως προκλήθηκε η πτώση του στο έδαφος, ήταν, συνοπτικά, η θέση του ότι, αφού ανέβηκε αριθμό σκαλιών της επίδικης σκάλας και κάνοντας κίνηση να τοποθετήσει το πιεστικό του νερού στην οροφή της οικίας του, άκουσε σε μία στιγμή ένα «κρακ» το οποίο προήλθε από το πάνω μέρος της. Ακολούθως η επίδικη σκάλα υποχώρησε και διαπίστωσε ότι αυτή λύγισε και έσπασε λόγω του ότι ήταν ελαττωματική. Αυτός ήταν και ο λόγος, που σύμφωνα με τον ενάγοντα, επήλθε η πτώση του. Από την άλλη η εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη. Είναι η κατηγορηματική της θέση, ως προωθήθηκε και κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά λόγω της αμέλειας του ίδιου του ενάγοντα και του λανθασμένου τρόπου χρήσης της επίδικης σκάλας απ' αυτόν. Η επίδικη σκάλα, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της, δεν είχε καμία βλάβη ή οποιοδήποτε κατασκευαστικό λάθος. Αναφορικά με το πως προκλήθηκε η πτώση του ενάγοντα στο έδαφος η εναγόμενη προώθησε μία διαφορετική εκδοχή. Ήταν η θέση της, συνοπτικά, ότι η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος ήταν το αποτέλεσμα σειράς λανθασμένων ενεργειών του ίδιου του ενάγοντα κατά την χρήση της επίδικης σκάλας. Λόγω αυτών των ενεργειών και στην κίνηση του ενάγοντα με το δεξί του χέρι να τοποθετήσει το πιεστικό στην οροφή, η επίδικη σκάλα τέθηκε εντελώς εκτός ισορροπίας και έγειρε ελαφρώς αριστερά, ακριβώς αντίθετα με τη φόρα της κίνησης του δεξιού χεριού του. Λόγω του κεκλιμένου και ολισθηρού πατώματος και της μη στήριξης της, η επίδικη σκάλα γλίστρησε και οπισθοχώρησε. Ακολούθως αυτή σφήνωσε στην εξωτερική καγκελόπορτα της οικίας του ενάγοντα. Λόγω του ότι ο ενάγοντας κρατούσε ακόμη το πιεστικό στο χέρι, το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθεί μεγάλο δυναμικό φορτίο σε αυτήν, επιβραδύνοντας την πτώση του τελευταίου. Η επίδικη σκάλα λύγισε λόγω απορρόφησης του πιο πάνω βάρους. Με άλλα λόγια είναι η βασική θέση της εναγομένης ότι το λύγισμα της επίδικης σκάλας προκλήθηκε συνεπεία του ατυχήματος και δεν ήταν ο λόγος πρόκλησης του. Προτού παραθέσω την μαρτυρία που προσκόμισε κάθε πλευρά κρίνω ότι είναι το κατάλληλο στάδιο να παραθέσω τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, τα οποία αναδύθηκαν είτε μέσω παραδεκτών γεγονότων, είτε μέσω της αναντίλεκτης και μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας. Αυτά είναι τα ακόλουθα: Ο ενάγων αγόρασε, κατά το 2011, την επίδικη σκάλα από το κατάστημα ειδών οικοδομής του Αντρέα Νεοφύτου («Νεοφύτου») στην Ανθούπολη. Πριν από το επίδικο ατύχημα ο ενάγοντας την χρησιμοποίησε προηγουμένως, για σκοπούς τέλεσης διαφόρων εργασιών στην οικία του, 4 με 5 φορές, χωρίς αυτή να παρουσιάσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Την είχε δε φυλαγμένη σε ασφαλές μέρος και ειδικότερα στο γκαράζ του, το οποίο είναι κλειστό και καλυμμένο. Την επίδικη ημέρα ο ενάγοντας έλαβε τηλεφωνική κλήση από τον υδραυλικό του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι θα μεταβεί στην οικία του πρώτου για να προβεί στην αντικατάσταση του πιεστικού του νερού. Ο ενάγων, ο οποίος βρισκόταν στην εργασία του, έφθασε μετά από λίγο εκεί, όπου εκεί βρισκόταν και ο υδραυλικός. Ο ενάγων προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει, ανεβάζοντας ο ίδιος το πιεστικό του νερού. Την ώρα που ο ενάγοντας ανέβαινε την επίδικη σκάλα ο εν λόγω υδραυλικός (ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο εκδίκασης της αγωγής στο μεταξύ έχει αποβιώσει) ετοίμαζε τα διάφορα εργαλεία που απαιτούνταν για την αντικατάσταση του πιεστικού. Κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος ο ενάγοντας ήταν 63 ετών. Ήταν καθ' όλα υγιής, αρτιμελής και ιδιαίτερα δραστήριος. Στον ελεύθερο του χρόνο απολάμβανε το τρέξιμο και το περπάτημα, το δε βάρος του ήταν περίπου 75 κιλά. Μετά το ατύχημα, και αφού ο ενάγοντας εξήλθε του Νοσοκομείου, κατήγγειλε τηλεφωνικώς την εναγομένη στο Υπουργείο Εμπορείου και Βιομηχανίας («το Υπουργείο»). Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, στις 17.12.12, λειτουργοί του εν λόγω Υπουργείου επισκέφθηκαν τον ενάγοντα όπου του έλαβαν κατάθεση και φωτογράφισαν την επίδικη σκάλα. Μετά το ατύχημα, και αφού η εναγόμενη εν τω μεταξύ πληροφορήθηκε γι'αυτό, ζήτησε από τον ενάγοντα όπως της παραχωρήσει την επίδικη σκάλα με σκοπό να προβεί σε σχετικό έλεγχο της, πράγμα το οποίο ο ενάγοντας αποδέχθηκε. Πράγματι, την 7.1.2013, η επίδικη σκάλα παραλήφθηκε από την εναγομένη, όπου η τελευταία παράδοσε στον ενάγοντα και σχετική βεβαίωση παραλαβή της (Τεκμήριο 6). Στις 12.2.2013 η εναγομένη ειδοποίησε τον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε την επίδικη σκάλα. Ο ενάγων αρνήθηκε να την παραλάβει λόγω του ότι αυτή δεν ήταν λυγισμένη, όπως την παρέδωσε, αλλά αντίθετα ήταν ευθυγραμμισμένη. Η απάντηση που έλαβε από την εναγόμενη ήταν ότι κάποιος υπάλληλος της την ίσιωσε, με σκοπό αυτή να είναι σε θέση να μεταφερθεί από το όχημα της εναγομένης. Στις 11.2.2013 το Υπουργείο απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα (Τεκμήριο 3) με την οποία τον πληροφορούσε ότι, αφού διερεύνησαν την πιο πάνω καταγγελία του, διαπιστώθηκε ότι η επίδικη σκάλα δεν έφερε τις απαιτούμενες προειδοποιήσεις και σημάνσεις συμμόρφωσης, σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα ασφαλείας. Ο ενάγων στις 12.11.13, μέσω σχετικής επιστολής (Τεκμήριο 7), που απέστειλε στο Γενικό Εισαγγελέα, υπέβαλε εναντίον της εναγομένης καταγγελία για το γεγονός ότι αφενός μεν δεν υπήρξε από μέρους της πολιτείας οποιαδήποτε ποινική δίωξη της τελευταίας, αφετέρου δε ότι υπήρξε από μέρους της αλλοίωση της επίδικης σκάλας. Στις 4.7.2013 εν τέλει η επίδικη σκάλα παραδόθηκε στον ενάγοντα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα μαρτυρία στο Δικαστήριο έδωσε ο ίδιος (Μ.Ε 1) και ο Σωτήρης Καϊάφας (Μ.Ε 2). Προς υπεράσπιση της η εναγόμενη κάλεσε 3 μάρτυρες, τον Κώστα Νικολάου (Μ.Υ 1), τον Αντώνη Αστανιό (Μ.Υ 2) και τον Δήμο Μουσκή (Μ.Υ 3). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ O ενάγων υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, την γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι όταν αγόρασε από τον Νεοφύτου την επίδικη σκάλα δεν του είχε δοθεί οποιοδήποτε φυλλάδιο οδηγιών ή προειδοποιήσεων σε σχέση με τη χρήση της. Εξήγησε στη συνέχεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι αρχικά υπολόγισε το ύψος, στο οποίο θα έπρεπε να ανέβει. Ακολούθως, προσάρμοσε την επίδικη σκάλα ανάλογα, ασφαλίζοντας την. Στην συνέχεια την τοποθέτησε πάνω στον τοίχο του γκαράζ, αφού πρώτα την άνοιξε, και τη στερέωσε σε σημείο που τα 3 ή 4 σκαλιά της εξείχαν από τα κεραμίδια του γκαράζ του. Η τοποθέτηση της έγινε δίπλα από την είσοδο του εν λόγω γκαράζ. Ακολούθως, πήρε με το δεξί του χέρι το μηχάνημα του πιεστικού (το οποίο με βάση τους υπολογισμούς του είχε βάρος περίπου 3-4 κιλά), όπου και βεβαιώθηκε ότι μπορούσε εύκολα να το σηκώσει. Ξεκίνησε σιγά-σιγά και ανέβαινε τα σκαλιά της επίδικης σκάλας κρατώντας αυτή με το αριστερό του χέρι, φθάνοντας σε ύψος περίπου 2 μέτρων από το έδαφος. Στο δεξί του χέρι συνέχιζε να κρατά το πιεστικό. Όταν έφθασε στο ύψος των κεραμιδιών, επιχείρησε, σηκώνοντας το δεξί του χέρι, να τοποθετήσει το πιεστικό πάνω στην ταράτσα. Εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα θόρυβο («κρακ»). Αμέσως φώναξε ότι θα πέσει και τρομοκρατήθηκε. Αφού ακούστηκε ο εν λόγω ήχος, ένιωσε τη σκάλα να υποχωρεί και κατρακύλησε με φόρα απ' αυτήν. Κατά τη διάρκεια της πτώσης του και μέσα στη σύγχυση του συνέχισε να κρατά το πιεστικό. Συνεπεία της πτώσης του, το αριστερό του πόδι κτύπησε με δύναμη πάνω στον τοίχο. Η επίδικη σκάλα είχε λυγίσει και σκίστηκε και από τις δυο πλευρές. Στην πόρτα του γκαράζ της κατοικίας του φαίνονται τα σημάδια όπου κατρακύλησε η επίδικη σκάλα (σχετικές φωτογραφίες επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 4 Α' εώς Στ'), η οποία, κατά την πτώση της, ακολούθησε μία ευθεία γραμμή από πάνω μέχρι κάτω. Επεσύναψε επίσης στο Δικαστήριο διάφορες φωτογραφίες της (Τεκμήριο 5 Α' εως Δ' ), σε σχέση με τις ζημιές που αυτή υπέστη. Ήταν η θέση του ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική και δεν ήταν ασφαλής για χρήση. Επίσης, ήταν η περαιτέρω θέση του, ότι η εναγομένη υπήρξε αμελής καθότι διέθεσε προς πώληση ένα προϊόν, το οποίο δεν ήταν ασφαλές. Για να λυγίσει η επίδικη σκάλα με αυτό τον τρόπο δεικνύει πως αυτή δεν κατασκευάστηκε κατά τρόπο που να είναι ανθεκτική και απαλλαγμένη από ελαττώματα. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του πως χρησιμοποίησε την σκάλα φυσιολογικά, ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και το αντικείμενο που κρατούσε δεν ήταν βαρύ. Το γεγονός ότι στην επίδικη σκάλα δεν υπήρχαν οδηγίες χρήσης και οι σχετικές σημάνσεις ασφαλείας, επιβεβαιώνεται και από την απάντηση του τότε Υπουργού Ενέργειας στην ερώτηση που του υπέβαλε συγκεκριμένος βουλευτής (Τεκμήριο 9). Ήταν η θέση του πως η εναγόμενη, μετά το επίδικο ατύχημα, άλλαξε τη σχεδίαση του συγκεκριμένου μοντέλου της επίδικης σκάλας και πλέον τα αλουμίνια στις άκρες (στο σημείο το οποίο η επίδικη σκάλα είχε σπάσει, σκιστεί και λυγίσει) είναι πολύ πιο πλατιά και η σκάλα είναι πιο χονδρή (Τεκμήριο 10). Μετά την παρέλευση ενός χρόνου από το επίδικο ατύχημα, μετέβη στο κατάστημα Υλικών Οικοδομής Σωτήρης Καϊάφας και Υιοί Λτδ και αγόρασε το ίδιο μοντέλο σκάλας με την επίδικη (Τεκμήριο 11). Ούτε και η σκάλα αυτή έφερε οδηγίες ή τις απαιτούμενες σημάνσεις. Ο Μ.Ε 2, ιδιοκτήτης του εν λόγω καταστήματος, υπέγραψε και σχετική δήλωση που πιστοποιεί το πιο πάνω γεγονός (Τεκμήριο 12). Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Νεοφύτου αγόρασε την επίδικη σκάλα απευθείας από την εναγόμενη. Επανέλαβε τη θέση του ότι όταν αγόρασε την επίδικη σκάλα δεν υπήρχε κανένα βιβλιαράκι οδηγιών χρήσης της επικολλημένη σε αυτήν. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η εναγόμενη τοποθετεί πάντοτε στο πλευρά της σκάλας κουμπάκι με σακουλάκι, στο οποίο περιέχονται οι οδηγίες χρήσης της. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ο Νεοφύτου του έδωσε οδηγίες χρήσης της και ότι ο ίδιος τις απώλεσε. Εξέφρασε περαιτέρω τη θέση ότι ο ίδιος δεν ένιωσε ότι χρειαζόταν να ακολουθήσει οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης, γιατί αφενός μεν είδε προηγουμένως πως χρησιμοποιούσαν την επίδικη σκάλα στην οικία του και άλλοι επαγγελματίες, αφετέρου δε τη χρησιμοποίησε με βάση την κοινή λογική και πρακτική. Ήταν η θέση του ότι, μετά την καταγγελία του προς το Υπουργείο, τώρα πλέον οι κατασκευαστές σκαλών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης, τοποθετούν σε αυτές τις σχετικές οδηγίες χρήσης καθώς και τη σήμανση του προτύπου. Εξέφρασε τη θέση ότι από τη στιγμή που η επίδικη σκάλα λύγισε και κόπηκε, αφήνοντας δυο σχισμές από αριστερά προς τα δεξιά σε ύψος, αυτό δεικνύει την ελαττωματικότητα της. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η επίδικη σκάλα για να τοποθετηθεί ορθά πρέπει να ακολουθηθούν συγκεκριμένες αποστάσεις, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης για να ακολουθήσει. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το βάρος του πιεστικού ήταν μεταξύ 10 με 15 κιλών και όχι 3 με 4 κιλών, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Ήταν η θέση του επίσης ότι όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα η εξωτερική πόρτα της εισόδου της οικίας του (καγκελόπορτα) ήταν ανοικτή, αρνούμενος μάλιστα σχετική υποβολή ότι αν πράγματι αυτή ήταν ανοικτή το ατύχημα δεν θα γινόταν, όπως ο ίδιος το περιέγραψε, και θα τραυματιζόταν πολύ σοβαρότερα. Αρνήθηκε επίσης το γεγονός ότι υπάλληλος της εναγόμενης προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις αναφορικά με το ύψος της απόστασης του δαπέδου με τα κεραμίδια. Ήταν η θέση του ότι πριν την χρήση της, ασφάλισε την επίδικη σκάλα, επιλέγοντας να αφήσει τέσσερα σκαλιά να προεξέχουν από το ύψος του γκαράζ. Ως προς το ζήτημα για το πως επήλθε η πτώση του ανάφερε ότι μόλις έκανε την κίνηση να τοποθετήσει το πιεστικό στην ταράτσα άκουσε το κράκ και η σκάλα τότε λύγισε. Στο λύγισμα της ήρθε ευθεία κάτω χωρίς να γλιστρήσει. Η σκάλα λύγισε από την πόρτα του γκαράζ εξού και τα σημάδια σε αυτήν. Με βάση το Τεκμήριο 4Α, το λύγισμα της σκάλας έγινε από πάνω του, αλλά ο ίδιος διαπίστωσε το σημείο που αυτή λύγισε, κατά το άπλωμα του, όταν δηλαδή η σκάλα έπεφτε κάτω. Ήταν η θέση του ότι η σκάλα όταν έπεσε κάτω δεν έφτασε ως την καγκελόπορτα και απείχε 2 με 3 μέτρα από αυτήν. Το λύγισμα έγινε ακριβώς κάτω από το τελευταίο σκαλί που εξείχε (Τεκμήριο 4Α). Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η επίδικη σκάλα, με δεδομένο το λύγισμα της στο εν λόγω σημείο, έπεσε με τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε, ότι χρησιμοποίησε λανθασμένα την επίδικη σκάλα αλλά και με λανθασμένο τρόπο και ότι η κίνηση του χεριού του με το να μεταφέρει το πιεστικό στην ταράτσα, είναι που έθεσε την σκάλα εκτός ισορροπίας με αποτέλεσμα να προκληθεί το επίδικο ατύχημα. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η σκάλα δεν ήταν ελαττωματική και ότι όταν η εναγομένη παρέλαβε τη σκάλα αυτή δεν είχε οποιαδήποτε σχισμή (Τεκμήρια 4Β' και ΣΤ'). Επανέλαβε την θέση του ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική λόγω του ότι όπως φαίνεται ξεκάθαρα το αλουμίνιο ήταν πολύ λεπτό και εκεί που ένιωθε πίεση κόπηκε. Σε σχετική υποβολή ότι διενεργήθηκε επιστημονικός έλεγχος της σκάλας από την εναγομένη και δεν διαπιστώθηκε κανένα κατασκευαστικό ή ποιοτικό ελάττωμα ο ενάγοντας ανάφερε ότι προσπάθησε και ο ίδιος, μετά από 10 χρόνια, μέσω του ΕΤΕΚ, να προβεί σε πραγματογνωμοσύνη αλλά λόγω του ότι αυτή αλλοιώθηκε, το ΕΤΕΚ αδυνατούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη. Ο Μ.Ε.2, ιδιοκτήτης καταστήματος υλικών οικοδομής, αναγνώρισε το Τεκμήριο 11, ως η απόδειξη που η εταιρεία του εξέδωσε. Υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο του Τεκμήριο 12. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι την σκάλα που ο ενάγοντας αγόρασε από την εταιρεία του, του την προμήθευσε απευθείας η εναγόμενη. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν είναι ο ίδιος που συνέταξε το Τεκμήριο 12 αλλά ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος του προσκόμισε το εν λόγω έγγραφο για να το υπογράψει. Δεν γνωρίζει τι είναι το εν λόγω πρότυπο που καταγράφεται επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου, διευκρινίζοντας όμως ότι ουδέποτε στις σκάλες που παρέλαβε από την εναγόμενη υπήρχαν επισυναπτόμενες σε αυτές οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης. Ο Μ.Υ.1, ιδιοκτήτης της εταιρείας Τσακκάλι Λτδ, η οποία από το 2005 είναι αντιπρόσωπος και διανομέας στην Λευκωσία των προϊόντων της εναγόμενης στα καταστήματα υλικών οικοδομής, ανάφερε ότι παραλαμβάνει τα προϊόντα της τελευταίας από το εργοστάσιο της. Σε ότι αφορά τις σκάλες επιβεβαίωσε το γεγονός ότι υπάλληλος της εταιρείας του, προτού τις παραλάβει, ελέγχει την ποσότητα και την ποιότητα τους καθώς και αν περιέχονται σε αυτές οι οδηγίες χρήσης τους. Ήταν η θέση του ότι ανελλιπώς από το 2005 σε όλες τις σκάλες που παραλαμβάνει από την εναγόμενη υπάρχουν τοποθετημένες σε αυτές οδηγίες χρήσης τους τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα (Τεκμήρια 13 και 13Α). Εξήγησε ότι οι οδηγίες χρήσεις είναι τοποθετημένες μέσα σε νάιλον σακούλι το οποίο είναι δεμένο στα σκαλοπάτια των σκαλών (Τεκμήριο 14). Γνωρίζει τον Νεοφύτου εφόσον είναι πελάτης της εταιρείας του. Ήταν τέλος η θέση του ότι η εναγόμενη ουδέποτε άλλαξε το μοντέλο της επίδικης σκάλας. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία του αποκλείεται να παρέδωσε σκάλες στον Νεοφύτου χωρίς να υπάρχουν επικολλημένες σε αυτές οι οδηγίες χρήσης της. Όσο δεν αφορά τον Μ.Ε.2 η εταιρεία του σταμάτησε να τον προμηθεύει με σκάλες της εναγομένης από το 2000. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι δεν υπήρχαν σχετικές οδηγίες χρήσης στις σκάλες της εναγομένης, ούτε προειδοποιήσεις ασφαλείας αλλά και ούτε σήμανση συμμόρφωσης με το σχετικό πρότυπο. O M.E.2, ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης, ανάφερε ότι συνάντησε για πρώτη φορά τον ενάγοντα, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 στο γραφείο του με σκοπό να τον ενημερώσει για το επίδικο ατύχημα. Ήταν το πρόσωπο που έλαβε, εκ μέρους της εναγομένης, φωτογραφίες (Τεκμήριο 15 Α' εως Ν') του χώρου όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, εξηγώντας στο Δικαστήριο το περιεχόμενο έκαστης φωτογραφίας. Ήταν επίσης το πρόσωπο που παρέλαβε την επίδικη σκάλα και την απέστειλε στην εναγόμενη για εργαστηριακό έλεγχο. Πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, με βάση τον πιο πάνω έλεγχο που η εναγομένη πραγματοποίησε στην επίδικη σκάλα, διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν σε καλή κατάσταση και δεν ήταν ελαττωματική ούτε στην κατασκευή της αλλά ούτε και στο υλικό της. Διαφώνησε με τη θέση του ενάγοντα ότι το πιεστικό που προσπάθησε να ανεβάσει στην οροφή της οικίας του ήταν 3 με 4 κιλά, εφόσον στην βάση της δικής του έρευνας, αφού επισκέφθηκε διάφορα καταστήματα που πωλούν τέτοια πιεστικά, το βάρος όλων κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15 κιλών. Ήταν τέλος η θέση του ότι ουδέποτε το μοντέλο της επίδικης σκάλας άλλαξε από την εναγόμενη μετά το επίδικο ατύχημα, ως ο ενάγοντας υποστηρίζει. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, λόγω του ότι την επίδικη ημερομηνία όπου ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχαν συνάντηση αυτός ακόμη νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο. Ανάφερε ότι ο ίδιος δεν μέτρησε την κλίση της ράμπας και δεν γνωρίζει για τις ενέργειες που οι τεχνικοί της εναγομένης προέβησαν ώστε να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η επίδικη σκάλα δεν είχε οποιοδήποτε κατασκευαστικό ελάττωμα. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η εναγόμενη έχει ευθύνη ώστε να διασφαλίζει ότι οι οδηγίες χρήσης παραλαμβάνονται από τους αγοραστές των σκαλών, ότι κατά τον επίδικο χρόνο η εναγόμενη δεν τοποθετούσε οδηγίες χρήσης πάνω σε αυτές καθώς και ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική. Ο Μ.Υ 3, διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 16). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι όταν πληροφορήθηκε για το επίδικο ατύχημα, περί τον Ιανουάριο του 2013, έδωσε άμεσα οδηγίες στον Μ.Υ 2 να μεταβεί στην οικία του ενάγοντα με σκοπό να ελέγξει το χώρο του ατυχήματος. Στις 7.1.13 ο Μ.Υ 2, μαζί με μηχανολόγο της εναγόμενης, έλαβαν, μεταξύ άλλων, και διάφορες μετρήσεις. Την 10.1.13 η επίδικη σκάλα ελέγχθηκε από τους μηχανολόγους της εναγόμενης ενδελεχώς, στην παρουσία του. Το αποτέλεσμα του ελέγχου τους ήταν ότι αυτή ήταν σε άρτια κατάσταση, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του προϊόντος, πλην του λυγίσματος επί του οποίου η σκάλα είχε προεκταθεί. Σε κανένα σημείο δεν εντοπίστηκε από τον έλεγχο ότι η σκάλα είχε σπάσει ή έφερε σχισμές πέραν του λυγίσματος. Την 28.1.13 ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που συνομίλησε με τον ενάγοντα, ο οποίος τον είχε καλέσει τηλεφωνικώς. Προς το σκοπό αυτό κράτησε σημειώσεις (Τεκμήριο 17). Το 2013 το Υπουργείο είχε ζητήσει τον έλεγχο των σκαλών που η εναγομένη κατασκεύαζε, συμπεριλαμβανομένου και του μοντέλου της επίδικης σκάλας. Για σκοπούς συμμόρφωσης, η εναγόμενη προέβη σε έλεγχο των σκαλών της στο CNE Technology Center, το οποίο είχε υποδειχθεί από το εν λόγω Υπουργείο (Τεκμήριο 18). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου, όλες οι σκάλες της εναγομένης, συμπεριλαμβανομένου και του μοντέλου της επίδικης σκάλας, πληρούσαν όχι μόνο όλες τις προδιαγραφές αλλά ξεπερνούσαν σε αντοχές τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. Ουδέποτε το μοντέλο της επίδικης σκάλας άλλαξε εδώ και 40 χρόνια. Εξήγησε στη συνέχεια τις διαδικασίες που η εναγόμενη χρησιμοποιεί για την παραγωγή των σκαλών στο εργοστάσιο της προβάλλοντας την θέση ότι δεν τίθεται ζήτημα ελαττωματικότητας ενός απομονωμένου προϊόντος. Ήταν η περαιτέρω θέση του ότι ανέκαθεν η εναγόμενη τοποθετούσε και τοποθετεί οδηγίες χρήσης της σκάλας, υπό την μορφή εγχειριδίου, το οποίο και τοποθετείται στο τέταρτο σκαλί της κάθε σκάλας μέσα σε πλαστικό σφραγισμένο νάιλον σακουλάκι. Πριν την αποστολή των σκαλών της στους μεταπωλητές της εναγόμενης, υπάλληλος της τελευταίας ελέγχει μία προς μία κατά πόσο οι οδηγίες χρήσης της σκάλας είναι επικολλημένες. Ουδέποτε η εναγομένη πώλησε στον Μ.Ε 2 απευθείας το μοντέλο της επίδικης σκάλας. Αφού μελέτησε τις μετρήσεις των υπαλλήλων της εναγόμενης προέβη σε ετοιμασία σχεδιαγραμμάτων αναπαράστασης του επίδικου ατυχήματος (Τεκμήριο 20). Στη βάση αυτών ήταν η θέση του ότι η μόνη δυνατή εξήγηση που μπορεί να δικαιολογεί την πρόκληση του ατυχήματος είναι η επέλευση σειράς λανθασμένων πράξεων του ενάγοντα (και τις οποίες εξήγησε αναλυτικά), στις οποίες δεν υπήρξε καμία συμβολή εκ μέρους της εναγόμενης. Οι λανθασμένες ενέργειες του ενάγοντα οδήγησαν στην πτώση του και δεν ήταν το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η σκάλα λύγισε και ήταν ελαττωματική. Για σκοπούς εξειδικευμένου υπολογισμού των φορτίων τα οποία δέχθηκε η επίδικη σκάλα απέστειλε τις μετρήσεις της εναγόμενης σε εξειδικευμένο εργαστήριο δομικών μηχανικών στην Ελλάδα, το οποίο κατάρτισε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 22). Η εν λόγω έκθεση καταδεικνύει ότι η επίδικη σκάλα, κατά την πτώση, δέχθηκε φορτίο περίπου 20 φορές μεγαλύτερο από αυτό που προβλέπεται στις προδιαγραφές, γεγονός που εξηγεί τον λόγο που η σκάλα λύγισε κατά την πτώση. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν μετέβη στην οικία του ενάγοντα ώστε να προβεί σε οποιεσδήποτε μετρήσεις. Ήταν η θέση του ότι το κεραμικό, στο οποίο τοποθετήθηκε η επίδικη σκάλα, αποτελεί ολισθηρή επιφάνεια, και λανθασμένα τοποθετήθηκε εκεί, κατά παράβαση των οδηγιών χρήσης της. Επανέλαβε τη θέση του ότι λόγω των λανθασμένων ενεργειών του ενάγοντα η επίδικη σκάλα γλίστρησε και ήλθε πίσω. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται αφενός μεν από το ότι «τα παπούτσια» της επίδικης σκάλας δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, αφετέρου δε φαίνονται τα σημάδια της πάνω στον τοίχο του γκαράζ. Αυτό αποδεικνύει, σύμφωνα με τις θέσεις του, ότι η επίδικη σκάλα δούλεψε σωστά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι τόσο η κλίση της επίδικης σκάλας όσο και η κλίση της ράμπας δεν μετρήθηκαν, εξού και δεν καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 20, προσθέτοντας ότι οποιεσδήποτε και να ήταν οι μετρήσεις αυτές δεν θα διαφοροποείτο το ο,τιδήποτε και η πτώση του ενάγοντα δεν θα αποφευγόταν. Ήταν η θέση του επίσης ότι το Τεκμήριο 20 το ετοίμασε ο ίδιος και στη βάση των όσων τηλεφωνικώς του ανάφερε ο ενάγοντας, κάτω υπό ποιες περιστάσεις επεσυνέβη το ατύχημα. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η σκάλα έσπασε και σχίστηκε , επαναλαμβάνοντας την αρχική του θέση ότι αυτή υπέστη μόνο λύγισμα, προσθέτοντας ότι τα σχίσματα της σκάλας που φαίνονται, προκλήθηκαν όταν ο υπάλληλος της εναγόμενης προσπάθησε να την επαναφέρει σε ίσια θέση, με αποτέλεσμα αυτή να ΄τσακρίσει'. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η θεωρία του ότι η επίδικη σκάλα κτύπησε στην εξωτερική καγκελόπορτα δεν ευσταθεί, προσθέτοντας ότι αν η καγκελόπορτα της οικίας του ενάγοντα ήταν ανοικτή η σκάλα απλώς θα γλιστρούσε και ο ενάγοντας θα έπεφτε από ύψος 3.6 μέτρων (και θα πάθαινε πολύ μεγαλύτερες ζημιές), αντί από ύψος 83 εκατοστών που εν τέλει έπεσε. Ανάφερε περαιτέρω ότι, μετά την έρευνα του Υπουργείου, ζητήθηκε από την εναγόμενη να τοποθετεί, μαζί με τις οδηγίες χρήσης, ένα αυτοκόλλητο (sticker) (Tεκμήριο 24) στις σκάλες της. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι στις οδηγίες χρήσης δεν αναγράφεται το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος κάτι που αναγράφεται στο αυτοκόλλητο. Αρνήθηκε το γεγονός ότι οι οδηγίες χρήσης τοποθετήθηκαν τον ίδιο χρόνο μαζί με το εν λόγω αυτοκόλλητο. Ως προς το ύψος του γκαράζ ανάφερε ότι αυτό δεν μετρήθηκε αλλά το υπολόγισε ο ίδιος. Σε κάθε όμως περίπτωση η θέση του για το πώς έγινε το ατύχημα δεν αλλάζει έστω και αν για χάρη συζήτησης το ύψος του γκαράζ ήταν μεγαλύτερο από ότι ο ίδιος το υπολόγισε. Σημασία κατά την γνώμη του έχει το γεγονός ότι η επίδικη σκάλα γλίστρησε με τον ενάγοντα πάνω. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι οι μετρήσεις του δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και ότι είναι λανθασμένες, όπως λανθασμένοι είναι και οι υπολογισμοί του. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ο ενάγοντας χρησιμοποίησε ορθά την σκάλα. Αποκλείει κατηγορηματικά την εκδοχή του ενάγοντα ότι λύγισε η σκάλα και μετά έπεσε, γιατί δεν είναι δυνατόν να λυγίσει η σκάλα όταν ο ίδιος στεκόταν στον αέρα. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η μελέτη του Τεκμηρίου 22 είναι ελλιπής, ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική, ότι η εναγόμενη ήταν αμελής κατά την κατασκευή της και ότι δεν υπήρχαν σ' αυτήν οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως υποδείχθηκε επίσης, μέσω της νομολογίας (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ), η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Ο ενάγων άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της, πλην όμως της βασικής του θέσης, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, ότι η σκάλα ήταν ελαττωματική. Αφού έχω μελετήσει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αλλά και την ποιότητα αυτής αποτελεί διαπίστωση μου ότι o ενάγοντας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε, με βάση τα όσα είχε ο ίδιος αντιληφθεί, με τον δικό του τρόπο, για το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ήταν φανερή η συναισθηματική του φόρτιση, εξιστορώντας και αναβιώνοντας για δεύτερη φορά στη ζωή του, τα όσα δυσάρεστα προς το πρόσωπο του επεσυνέβησαν. Ο εν λόγω μάρτυρας με απλοϊκό τρόπο αλλά και με πάσα ειλικρίνεια, χωρίς να διαπιστώσω οποιοδήποτε ίχνος υπερβολής, εξήγησε στο Δικαστήριο τα όσα βίωσε την επίδικη μέρα. Η εκδοχή του παρέμεινε σταθερή και αναλλοίωτη παρά την επίμονη και έντονη αντεξέταση του και δεν έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να ανατρέψει τη θετική εικόνα που το Δικαστήριο σχημάτισε γι' αυτόν. Η σταθερότητα της εκδοχής του επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, στο οποίο μεταξύ άλλων περιγράφει στο Υπουργείο για το πως επεσυνέβη η πτώση του στο έδαφος. Αυτή του η περιγραφή συνάδει σε μεγάλο βαθμό με τα όσα παράθεσε και ενόρκως. Δείγμα της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα αποτελεί, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο μη ευνοϊκά ως προς τον ίδιο γεγονότα. Για παράδειγμα ανάφερε καταρχάς ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο Νεοφύτου αγόρασε την επίδικη σκάλα απευθείας από την εναγόμενη (στοιχείο το οποίο σχετίζεται και συνυπολογίζεται, ως θα διαφανεί κατωτέρω, με το πρόσωπο που είχε την νομική ευθύνη ώστε οι οδηγίες χρήσης της να παραλαμβάνονται από τον αγοραστή) αλλά και το ότι αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος ο Νεοφύτου είχε την υποχρέωση να του παραδώσει τις σχετικές οδηγίες χρήσης της επίδικης σκάλας. Ακόμη ένα επίσης δείγμα της ειλικρινείας του αποτελεί και η παραδοχή του ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος κατά πόσο του δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες χρήσης της επίδικης σκάλας, ο ίδιος ένιωθε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι δεν χρειαζόταν να ακολουθήσει οποιεσδήποτε τέτοιες, λόγω του ότι διαπίστωσε στο παρελθόν πως χρησιμοποίησαν την επίδικη σκάλα και άλλοι επαγγελματίες, όταν επισκέφθηκαν την οικία του. Επίσης ο ενάγοντας δεν δίστασε να παραδεχθεί αφενός μεν το γεγονός ότι ήταν λάθος του να βοηθήσει τον υδραυλικό, ανεβάζοντας μόνος του το πιεστικό στην οικία του, αφετέρου δε ότι χρησιμοποίησε την ίδια επίδικη σκάλα τέσσερις με πέντε φορές προηγουμένως, χωρίς αυτή να παρουσιάσει οποιοδήποτε ελάττωμα. Πέραν των πιο πάνω, κάποιες δε βασικές θέσεις του μάρτυρα υποστηρίζονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια. Για παράδειγμα η υπεράσπιση σε μία προφανή προσπάθεια της αφενός μεν να πλήξει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, αφετέρου δε να προωθήσει στο Δικαστήριο την δική της εκδοχή για το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, υπέβαλε στον ενάγοντα ότι η επίδικη σκάλα μόνο λύγισε και ουδέποτε αυτή υπέστη οποιεσδήποτε σχισμές, ως ο τελευταίος διατείνει. Η υπεράσπιση δεν αρκέστηκε μόνο στην εν λόγω υποβολή αλλά προώθησε και την θέση αυτή μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ
- Επί τούτου ήταν ο ισχυρισμός του Μ.Υ 3 ότι ο λόγος που η επίδικη σκάλα είχε σχισμές, ως αυτές διακρίνονται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4), ήταν γιατί αυτή ΄τσάκρισε΄, ως χαρακτηριστικά ανάφερε, στην προσπάθεια του υπαλλήλου της εναγομένης να την μεταφέρει στην οικία του ενάγοντα. Από την άλλη η θέση του ενάγοντα επί του ίδιου ζητήματος ήταν εξ αρχής ότι η επίδικη σκάλα όχι μόνο λύγισε αλλά και σχίστηκε (και στις δύο της πλευρές) κατά την χρήση της. Αποδέχομαι επί του ζητήματος αυτού την θέση του ενάγοντα εφόσον αυτή επιβεβαιώνεται μέσα από το περιεχόμενο των φωτογραφιών (Τεκμήρια 4Β', 4Γ', 4Δ' και 4 Στ', αντιστοίχως). Στις εν λόγω φωτογραφίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι, πέραν του λυγίσματος επί της σκάλας, υπάρχουν και σχισμές τόσο δεξιά όσο και αριστερά της στο σημείο που αυτή λύγισε. Οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν από την σύζυγο του ενάγοντα πριν η εναγόμενη παραλάβει την επίδικη σκάλα για επιθεώρηση, δηλαδή στις 7.1.13, όταν λειτουργοί του Υπουργείου, στις 17.12.2003, επισκέφθηκαν την οικία του με σκοπό να διερευνήσουν την καταγγελία του. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη σκάλα παραλήφθηκε από την εναγομένη την 7.1.13 και παραδόθηκε στον ενάγοντα στις 4.7.
- Η σκάλα που παραδόθηκε ήταν πλέον ισιωμένη αντί λυγισμένη. Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 παρουσιάζουν μία σκάλα λυγισμένη αντί ισιωμένη, όχι δηλαδή όπως παραδόθηκε στον ενάγοντα από την εναγομένη αλλά στην κατάσταση που ο ενάγοντας παρέδωσε την σκάλα σε αυτήν. Επομένως συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν πριν την παραλαβή της επίδικης σκάλας από την εναγόμενη, γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγομένης. Αποδεχόμενος την θέση αυτή του ενάγοντα ταυτόχρονα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του Μ.Υ 3 ότι η σκάλα δεν είχε σχισμές όταν αυτή παραλήφθηκε για επιθεώρηση από την εναγομένη. Περαιτέρω μία εκ των βασικών θέσεων του ενάγοντα ότι η σκάλα δεν έφερε τις απαιτούμενες σημάνσεις, στη βάση του προτύπου, επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (Τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας και πάλι ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Στην εν λόγω επιστολή επιβεβαιώνεται ότι η επίδικη σκάλα «δεν φέρει τις απαιτούμενες σημάνσεις, προειδοποιήσεις, περιλαμβανομένης και της σήμανσης συμμόρφωσης με το σχετικό Πρότυπο Ασφαλείας CYS EN 131». Αποδέχομαι επίσης την θέση του ότι ο ίδιος όταν αγόρασε την επίδικη σκάλα από τον Νεοφύτου δεν παρέλαβε και τις σχετικές οδηγίες χρήσης της. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ευθαρσώς ότι αφενός μεν ο Νεοφύτου δεν του έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης, αφετέρου δε ανάφερε ότι δεν τις χρειαζόταν για να χρησιμοποιήσει την επίδικη σκάλα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι θέσεις του αυτές παρέμειναν σταθερές και αναλλοίωτες. Ούτε και προβάλλει τον ισχυρισμό ο ενάγοντας, ως αναφέρω κατωτέρω, ότι ο λόγος που η επήλθε η πτώση του ήταν γιατί δεν είχε στην κατοχή του τις σχετικές οδηγίες χρήσης. Επομένως δεν είχε κανένα συμφέρον επί του προκειμένου να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Επί του σημείου αυτού παρουσιάζεται και η εξής αντιφατικότητα των θέσεων της υπεράσπισης. Από την μία η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης, στην κατά τα άλλα ικανότατη αντεξέταση της, του υπέβαλε ότι ο ίδιος είχε στην κατοχή του τις οδηγίες χρήσης της σκάλας, τις οποίες μελέτησε προτού την χρησιμοποιήσει εξού και είναι για τον λόγο αυτό που τοποθέτησε τα 4 σκαλιά της, σε σημείο που να εξέχουν της οροφής (ως προβλέπουν οι σχετικές οδηγίες). Από την άλλη όμως η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης του υπέβαλε την θέση ότι η τελευταία δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη για το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν είχε στην κατοχή του τις σχετικές οδηγίες χρήσης αλλά την νομική ευθύνη, με βάση το σχετικό πρότυπο (Τεκμήριο 19), τη φέρει ο μεταπωλητής/διανομέας της εναγομένης αλλά και το πρόσωπο, δηλαδή ο Νεοφύτου, ο οποίος του πώλησε την επίδικη σκάλα. Ο ενάγων σε σχέση με τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες επήλθε η πτώση του παρέμεινε σταθερός στην δική του εκδοχή γεγονότων. Κάποιες δε μικροδιαφοροποιήσεις κατά την αντεξέταση του δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την βασική του εκδοχή και συνεπακόλουθα να πλήξουν την αξιοπιστία του. Αντίθετα θα έλεγα την ενδυναμώνουν υπό την έννοια ότι τα όσα παράθεσε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο ήταν εντελώς αυθόρμητα, χωρίς τον από μέρους του οποιοδήποτε ίχνος προσχεδιασμού. Ειδικότερα αποδέχομαι τη θέση του ότι η εξωτερική καγκελόπορτα της οικίας του, κατά την στιγμή που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ήταν ανοικτή. Και τούτο γιατί αυτό επιτάσσει η κοινή λογική στην βάση των όσων γεγονότων έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υπεράσπιση σε μία ακόμη προσπάθεια να πλήξει την αξιοπιστία του αλλά και για να καταδείξει στο Δικαστήριο, μέσω του Μ.Υ 3, ότι το επίδικο ατύχημα δεν επεσυνέβη με τον τρόπο που περιέγραψε ο ενάγοντας, αλλά με τον τρόπο που εξήγησε στο Δικαστήριο ο πρώτος, ισχυρίστηκε ότι η εξωτερική καγκελόπορτα, κατά την στιγμή του ατυχήματος ήταν κλειστή, εξού και η επίδικη σκάλα σφήνωσε σε αυτήν και ακολούθως λύγισε από το βάρος. Ως ανάφερε όμως ο ενάγοντας όταν έφθασε στην οικία του πάρκαρε το όχημα του έξω από αυτήν, ενώ ο υδραυλικός πάρκαρε το όχημα του πιο κάτω και παρέμεινε εκεί, ώστε να εξεύρει τα εργαλεία του που ήταν απαραίτητα για την αλλαγή του πιεστικού του νερού. Συνεπακόλουθα η λογική και μόνο επιτάσσει ότι με το που πάρκαρε το όχημα του ο ενάγοντας άφησε ανοικτή την εξωτερική καγκελόπορτα ώστε να εισέλθει ο υδραυλικός, ο οποίος έβρισκε τα εργαλεία του. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ο ενάγοντας να κλείσει την καγκελόπορτα, αφήνοντας τον υδραυλικό έξω από την οικία του. Επιπρόσθετα καμία αντεξέταση επί των πιο πάνω γεγονότων δεν υπέστη ο ενάγοντας με αποτέλεσμα η θέση του να παραμείνει αναντίλεκτη. Παρά όμως την αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα και της κρίσης του Δικαστηρίου περί της αξιοπιστίας του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ως προς τον βασικό του ισχυρισμό ότι η επίδικη σκάλα, κατά τον επίδικο χρόνο χρήσης της, είχε οποιοδήποτε κατασκευαστικό ελάττωμα. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου όμως σε καμία περίπτωση δεν πλήττει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Και τούτο γιατί ο ενάγοντας μετέφερε στο Δικαστήριο την προσωπική του γνώμη αλλά και τα δικά του συμπεράσματα. Για να γίνει όμως αποδεκτός ένας τέτοιος βασικός ισχυρισμός, ο οποίος είναι ο βασικός πυρήνας στον οποίο ουσιαστικά εδράζεται το παράπονο του ενάγοντα, θα πρέπει αυτός να αποδειχθεί με θετική μαρτυρία και δεν είναι αρκετό να στηρίζεται σε διάφορες υποθέσεις και προσωπικές εικασίες. Η απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού συναρτάται άμεσα στην προκειμένη περίπτωση για το ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης του γεγονότος αυτού και πιο συγκεκριμένα αν το βάρος απόδειξης βρίσκεται στον ενάγοντα να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική ή αν το βάρος αυτό μεταφέρεται στους ώμους της εναγομένης να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου, πάντοτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η επίδικη σκάλα δεν είχε οποιοδήποτε κατασκευαστικό ελάττωμα. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να αναζητηθεί μέσω του κανόνα res ipsa loquitur και του κατά πόσο αυτός τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατά τον ενάγοντα, μέσω της γραπτής αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προωθήθηκε η θέση ότι είναι η κλασσική περίπτωση στην οποία τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω κανόνας. Και τούτο γιατί το γεγονός ότι η σκάλα είχε λυγίσει κατά τη χρήσης της, το οποίο αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, δεικνύει μία εκ πρώτης όψεως αμέλεια εκ μέρους της εναγομένης. Από την στιγμή που η εναγόμενη, ως η κατασκευαστής της επίδικης σκάλας και με δεδομένο ότι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών κάτω υπό τις οποίες αυτή λύγισε, ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και να αποδείξει επακριβώς για το ποια ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη, η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο επίδικο ατύχημα. Από τη στιγμή που την γνώση αυτή την έχει μόνο η εναγόμενη συνεπακόλουθα το βάρος έχει μεταφερθεί στους ώμους της, ώστε να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αμελής, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η επίδικη σκάλα δεν είχε οποιοδήποτε κατασκευαστικό λάθος, γεγονός που με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ήταν πάντοτε η θέση του, απέτυχε να πράξει. Διαφορετική από την άλλη είναι η θέση της εναγομένης, ως αυτή προωθήθηκε μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της. Είναι επί του προκειμένου η θέση της ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω κανόνας στα υπό κρίση γεγονότα. Και τούτο γιατί ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως του δικογράφησε γεγονότα και στοιχεία (παραθέτοντας μάλιστα και σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας) συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού του ότι η σκάλα ήταν ελαττωματική. Συνεπακόλουθα το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του ενάγοντα, περί ελαττωματικότητας της σκάλας, εξακολουθεί και παραμένει στους ώμους του. Στην υπόθεση Χρίστος Ζαχαροπλάστης ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή v Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς, Πολιτική Έφεση Αρ. 330/2011, 4/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A335 αναλύθηκε πότε τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του res ipsa loquitur. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα: «Ο κανόνας του res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και όχι αρχή ουσιαστικού δικαίου (βλ. Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2008)1 ΑΑΔ 83, Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1295, Παρλάτα ν. Δημητρίου Πολ. Έφ. 387/2009 ημερομηνίας 21.5.2014). Ο κανόνας αυτός καθιερώθηκε στην Κύπρο με το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «55. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία αποδεικvύεται- (α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά.» Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 156 η αρχή res ipsa loquitur εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους για το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στο δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Στην υπόθεση Κώστα κ.ά. ν. Δημητρίου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 1073 τονίστηκε ότι το άρθρο 55 του Κεφ. 148 καθιερώνει την αρχή res ipsa loquitur του Αγγλικού Κοινοδικαίου, ως μέρος του Κυπριακού Δικαίου, και ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγομένου. Η απλή παράθεση λεπτομερειών αμέλειας, στην έκθεση απαίτησης, δεν συνιστά κώλυμα για την επίκληση του προαναφερόμενου αξιώματος (βλ. επίσης, Πολυξένη Τομαρίδου-Ηλιάδου ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Έφεση Αρ. 355/2011, ημερομηνίας 24.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A109, ECLI:CY:AD:2017:A109).» Ως προς τον τρόπο εφαρμογής του κανόνα, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθα απόσπασμα από την D. Skaros Enterprises Ltd v Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 496/2012, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394: «. Όλες οι διατυπώσεις συγκλίνουν προς τη γενική αντίληψη ότι, εφόσον ο κανόνας αυτός τυγχάνει εφαρμογής, από κάποιο στάδιο και μετά, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο να καταδείξει ότι δεν υφίσταται αμέλεια από μέρους του. Το στάδιο τούτο, ασφαλώς, έπεται της απόδειξης, από μέρους του ενάγοντος, ότι υπάρχει αμέλεια από μέρους του εναγομένου. Τέτοιο συμπέρασμα είναι το αποτέλεσμα ευλόγων υποθέσεων, οι οποίες συνάγονται από τη μαρτυρία την οποία το δικαστήριο έχει ενώπιόν του.» Παραθέτω επίσης σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Κατερίνα Σάββα ν. Σίμου Κυριακίδη,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 83, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.όπου βρεθεί ότι εφαρμόζεται η αρχή, ο ενάγων αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο, για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής». Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε επιπρόσθετα ότι: «Παρόλο ότι η αρχή ως κανόνας απόδειξης, αυστηρά ομιλούντες, δεν χρειάζεται ρητά να δικογραφηθεί, εντούτοις στην έκθεση απαίτησης αν δεν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει τουλάχιστον να αναφερθεί ότι ο ενάγων θα ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα, εφόσον οι περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του εναγομένου. Διαφορετικά ο ενάγων αφήνει να νοηθεί ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, ότι, όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και ο ενάγων βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει, θα πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει. Ενώ στην περίπτωση επίκλησης της αρχής του res ipsa loquitur, δεν νοείται η κλήση πραγματογνωμόνων μαρτύρων προς απόδειξη της αμέλειας.(Βλ. Garner v. Morrell, The Times, October 31, 1953). Στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε, μέσα από την έκθεση απαίτησης, να είχε γίνει γνωστό στον εναγόμενο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η πρόθεση της εφεσείουσας να στηριχθεί στην αρχή, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να καθορίσει έγκαιρα τη στάση του έναντι των διαφόρων επίδικων θεμάτων.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αποτελεί πράγματι διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας αφενός μεν στο δικόγραφο του δεν επικαλείται ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του res ipsa loquitur, αφετέρου δε στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως του δικογραφεί σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας εκ μέρους της εναγομένης. Αυτές συνίστανται στο ότι «το σύστημα παραγωγής» της εναγομένης «ήταν ελαττωματικό με αποτέλεσμα να λυγίσει η σκάλα», ότι η εναγόμενη «παρέλειψε να έχει ασφαλές σύστημα ελέγχου της σκάλας» και ότι γενικώς ήταν αμελής. Παρά την ύπαρξη όμως των πιο πάνω το διάδικο μέρος, δηλαδή ο ενάγοντας στην προκειμένη, με βάση την νομολογία, δεν κωλύεται από του να επικαλείται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο πιο πάνω κανόνας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι το επίδικο ατύχημα έγινε σε χώρο τον οποίο δεν ήλεγχε η εναγόμενη και στον οποίο δεν ήταν κανένας υπάλληλος της παρών. Το γεγονός αυτό και πάλι δεν αποτελεί κώλυμα για τον ενάγοντα να επικαλείται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω κανόνας αλλά ούτε και το Δικαστήριο από του να τον εφαρμόσει, νοουμένου ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και τούτο γιατί, όπως πολύ εύστοχα με παράπεμψε ο συνήγορος της ενάγουσας, στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 21st Edition, σελ 585 αναφέρεται ότι για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω αρχή δεν χρειάζεται να έχει πλήρη έλεγχο του προϊόντος η εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος. Ο έλεγχος που πρέπει να έχει η εναγομένη πρέπει να υπάρχει την ώρα που υπήρξε η κατ' ισχυρισμό αμέλεια της, δηλαδή κατά την κατασκευή του προϊόντος. Αμέλεια που στην προκειμένη περίπτωση επικαλείται ο ενάγοντας, εφόσον προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική, προφανώς κατά την κατασκευή της. Ειδικότερα στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρεται ότι: '..The defendant's control need only exist at the time of the hypothetical negligence, e.g manufacturing the product, rather than at the time of the accident of the injury.' Στην προκειμένη περίπτωση αφού έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω κανόνας δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όχι δια τους λόγους ότι ο ενάγοντας αφενός μεν δικογράφησε λεπτομέρειες αμέλειας εναντίον της εναγομένης, αφετέρου δε ότι δεν δικογράφησε ότι θα επικαλεστεί αυτόν. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, προώθησε όχι μόνο την θέση ότι η επίδικη σκάλα κατά τον επίδικο χρόνο χρήσης της ήταν ελαττωματική αλλά και προσπάθησε να αποδείξει, ανεπιτυχώς, μέσω της μαρτυρίας του τον εν λόγω ισχυρισμό περί ελαττωματικότητας της. Για παράδειγμα στην παράγραφο 30 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1) προώθησε την εξής θέση, την οποία και παραθέτω αυτολεξεί: «Η Σκάλα ήταν προφανώς ελαττωματική και δεν ήταν ασφαλής για την χρήση την οποία προοριζόταν και οι Εναγόμενοι ήταν αμελείς και/ή διέθεταν προς πώληση ένα προϊόν το οποίο δεν ήταν ασφαλές. Για να λυγίσει η σκάλα με αυτό τον τρόπο σημαίνει πως δεν κατασκευάστηκε κατά τρόπο που να είναι ανθεκτική, απαλλαγμένη από ελαττώματα και ασφαλής για χρήση» Στην αντεξέταση του περαιτέρω (βλέπε σελίδα 9 των πρακτικών, ημερομηνίας 26.10.22) ανάφερε ότι: «Από τη στιγμή που λύγισε και κόπηκε και άφησε δύο σχισμές από αριστερά προς τα δεξιά σε ύψος, το θεωρώ ελαττωματικό.» Επίσης στην σελίδα 37 των ίδιων πρακτικών ανάφερε ότι: «....από τη στιγμή που παραλαμβάνω μια σκάλα σπασμένη και το δηλώνω ότι παίρνω μία σκάλα σπασμένη και θέλω να συνεχίσω σ'αυτό και ζητώ να μου επιστραφεί πίσω στο μήνα πάνω και μου επιστρέφεις μία σκάλα ίσια.αυτό αποδεικνύει ότι κάτι προσπαθείς να κρύψεις από τη σκάλα που ήταν σπασμένη και να φανερώσεις ότι δεν είχε πρόβλημα.» Ο ενάγοντας δεν αρκέστηκε μόνο στις πιο πάνω θέσεις αλλά προχώρησε και σε ένα ακόμη περαιτέρω βήμα. Για να αποδείξει στο Δικαστήριο την βασική του θέση περί ελαττωματικότητας της επίδικης σκάλας προώθησε, μέσω της μαρτυρίας του, επίσης τον ισχυρισμό ότι το μοντέλο της επίδικης σκάλας άλλαξε, μετά το επίδικο ατύχημα, και πλέον η εναγομένη τοποθετεί πιο χοντρό αλούμινιο, στο σημείο που η σκάλα λύγισε και σχίστηκε, ώστε να είναι πιο στιβαρή. Στην μεν γραπτή του δήλωση (βλέπε παράγραφο 34) ο ενάγοντας αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Επισκέφθηκα την ιστοσελίδα των εναγομένων στο διαδίκτυο και εντόπισα το μοντέλο με κωδικό 902 (τον ίδιο κωδικό που έφερε και η επίδικη σκάλα) το οποίο κυκλοφορεί στην αγορά αυτή τη χρονική περίοδο. Από τη σχετική φωτογραφία φαίνεται πως οι εναγόμενοι άλλαξαν την σχεδίαση της σκάλας και γενικότερα το σχεδιασμό του μοντέλου σκαλών με κωδικό 900, και πλέον τα αλουμίνια στις άκρες-στο σημείο το οποίο είχε σπάσει, σκιστεί και λυγίσει-είναι πολύ πιο πλατιά/χοντρή και η σκάλα γενικότερα φαίνεται πιο στιβαρή» Κατά το στάδιο δε της αντεξέτασης του και σε σχετική υποβολή ότι δεν είναι λόγω ελαττωματικότητας της σκάλας που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα ο ενάγοντας ανάφερε: «Ότι το αλουμίνιο φαίνεται ξεκάθαρα ότι ήταν πολύ λεπτό και εκεί που ένιωθε πίεση κόπηκε......Ναι και γι' αυτό το αλλάξατε, το δυναμώσατε για να είναι πιο στιβαρό..Κυρία Θάλεια μου έχετε αλλάξει τη σκάλα και επιμένω, την κάνατε πιο χοντρή με απώτερο σκοπό να μην έχετε περαιτέρω προβλήματα.» Επί του προκειμένου όμως δεν αποδέχομαι την θέση του ότι η εναγόμενη προέβη σε αλλαγή του μοντέλου της επίδικης σκάλας, μετά το ατύχημα, ώστε αυτή να είναι πλέον πιο στιβαρή. Ο ενάγων, ο οποίος έχει το βάρος απόδειξης στους ώμους του ώστε να αποδείξει με θετική μαρτυρία τον εν λόγω ισχυρισμό του, προσκόμισε στο Δικαστήριο ένα αντίγραφο φωτογραφίας σκάλας (Τεκμήριο 10), τυπωμένη από την ιστοσελίδα της εναγομένης. Πέραν του ότι από την ύπαρξη και μόνο αυτής της φωτογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ένα τέτοιο γεγονός δεν διαφαίνεται στο εν λόγω Τεκμήριο οι προηγούμενες προδιαγραφές και τα σχετικά χαρακτηριστικά που είχε η επίδικη σκάλα με την νέα σκάλα της εναγομένης ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να τα αντιπαραβάλει με σκοπό να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τον εν λόγω ισχυρισμό του ενάγοντα. Ούτε ο ενάγοντας προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από κάποιο ειδικό ότι από έλεγχο που προέβη στις δύο σκάλες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη πράγματι άλλαξε τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές του μοντέλου της επίδικης σκάλας, ώστε να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο το εν λόγω γεγονός. Ελλείψει των πιο πάνω ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να τον κάνει αποδεκτό. Επί του σημείου αυτού αποδέχομαι την μαρτυρία των Μ.Υ 1, Μ.Υ 2 και Μ.Υ 3, ως εξηγώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, ότι το μοντέλο της επίδικης σκάλας παρέμεινε το ίδιο εδώ και 45 χρόνια. Η θέση τους αυτή παρέμεινε σταθερή και αναλλοίωτη κατά την αντεξέταση τους και δεν έχω κανένα λόγο να μην τις κάνω αποδεκτές. Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι, ως ο ενάγοντας ανάφερε και πάλι στην αντεξέταση του (βλέπε σελίδα 49 των πρακτικών, ημερομηνίας 26.10.22), προσπάθησε μέσω του ΕΤΕΚ, κατά το έτος 2022, να διορίσει πραγματογνώμονα με σκοπό να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί ελαττωματικότητας της σκάλας χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Συνεπακόλουθα ενόψει της μαρτυρίας που προώθησε ο ενάγοντας, ο οποίος δεν αρκέστηκε μόνο στο γεγονός της απλής δικογράφησης των λεπτομερειών αμέλειας της εναγομένης, αλλά αντίθετα προσπάθησε να προσάξει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία για να αποδείξει την αμέλεια της τελευταίας, στην προκειμένη περίπτωση την ελαττωματικότητα της σκάλας, είμαι της άποψης, με κάθε σεβασμό ως προς την αντίθεση θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του res ipsa loquitur. Αυτό έχει ως νομικό επακόλουθο ότι το βάρος δεν μεταφέρεται στην εναγόμενη ώστε να δώσει μία λογική εξήγηση γιατί η σκάλα λύγισε και κατ' επέκταση ότι δεν ήταν ελαττωματική αλλά το βάρος παραμένει στον ίδιο τον ενάγοντα να αποδείξει την ελαττωματικότητα της. Με την μαρτυρία που προσκόμισε ο ίδιος ο ενάγοντας, ως σχολιάζω κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, απέτυχε να πράξει τούτο. Περαιτέρω και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ο ενάγοντας ήταν μόνος του όταν έγινε το ατύχημα και μόνο αυτός γνωρίζει το πώς ακριβώς αυτό έλαβε χώρα, η δε εναγομένη δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό επεσυνέβη. Κρίνω υπό τις περιστάσεις αυτές ότι ο εν λόγω κανόνας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ήταν γνωστή η αιτία του ατυχήματος στον ενάγοντα, ως ο ίδιος επικαλείται, εφόσον η σταθερή θέση του είναι ότι η σκάλα οπισθοχώρησε ευθεία κάτω λόγω του ότι ήταν ελαττωματική (Γεωπάν ΚΟ Λτδ v. Α/φοι Λευκαρίτη Λτδ v. Πανίκου Παναγή
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1879, Achilleas Morides v. Chrystalla Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, Ιωαννίδης v Kαλλία ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Intercosmetics Ltd
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1522). Ούτε και ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του άφησε να νοηθεί ότι θα ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα για το πως επήλθε η πτώση του στο έδαφος. Στην υπόθεση Χρίστος Ζαχαροπλάστης ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή v Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν ισχύει ο κανόνας του res ipsa loquitur, καθότι οι εφεσείοντες στις λεπτομέρειες αμέλειας που παρέθεσαν με την έκθεση απαίτησης τους απαριθμούν συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του Κοινοτικού Συμβουλίου, οι οποίες θεωρούν πως είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την αποκοπή του κλάδου του πλατάνου και την πρόκληση των επιδίκων ζημιών. Πέραν τούτου, οι εφεσείοντες παρουσίασαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία που στόχευε στην απόδειξη του συγκεκριμένου θέματος. Ειδικότερα, το Δικαστήριο παρέπεμψε στη μαρτυρία του Μ.Ε 1, ο οποίος ανέφερε ότι εντόπισε σήψη στους πλατάνους έξω από την οικία, είχε διαμαρτυρηθεί προς τους εναγομένους χωρίς θετική ανταπόκριση και ότι η αποκοπή του κεντρικού κλαδιού που προκάλεσε τις ζημιές οφειλόταν σε αυτό. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας ότι η παράθεση λεπτομερειών αμέλειας των εφεσιβλήτων, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον Μ.Ε 1 προς απόδειξη του επίδικου θέματος, δεν παρέχει καμία δυνατότητα διαζευκτικής επίκλησης του res ipsa loquitur. Στην υπόθεση Πολυξένη Τομαρίδου-Ηλιάδου ν. Δήμου Πάφου, Πολιτική Έφεση Αρ. 355/2011, 24/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A109, με την αγωγή της η εφεσείουσα διεκδικούσε αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη το όχημα της όταν αυτό, ενώ βρισκόταν σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης των εφεσιβλήτων, υπέστη ζημιά από πτώση κλώνου από δέντρο που βρίσκεται σε διπλανό χώρο πρασίνου, ιδιοκτησίας και/ή υπό τον έλεγχο των εφεσιβλήτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι στα γεγονότα της υπόθεσης δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του res ipsa loquitur. Η εφεσείουσα άσκησε έφεση. Ένας από τους λόγους έφεσης ήταν το γεγονός ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας επί του προκειμένου ότι: «Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που η ιδιοκτησία του χώρου πρασίνου στον οποίο συνέβηκε το συμβάν που προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο της εφεσείουσας ανήκε στου εφεσίβλητους, η εφεσείουσα παρουσίασε μαρτυρία και αυτή ήταν και η δικογραφημένη θέση της, με την οποία υποστήριξε ότι ο λόγος που αποκόπηκε ο κλώνος του δέντρου ήταν ότι το δέντρο ήταν ξηρό και επικίνδυνο ένεκα της αμέλειας, δηλαδή της παράβασης καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους των εφεσιβλήτων. Υπό αυτές τις περιστάσεις το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ίσχυε η αρχή res ipsa loquitur.. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσείουσα όχι μόνον έδωσε λεπτομέρειες της κατ΄ ισχυρισμόν αμέλειας των εφεσιβλήτων στο δικόγραφο της, αλλά και στην γραπτή κατάθεση της, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, έκαμε σαφείς και ρητούς ισχυρισμούς για αμέλεια των εφεσιβλήτων, από την οποίαν η ίδια υπέστη την επίδικη ζημιά. Παραθέτουμε αυτούσιες τις παραγράφους 6-16 της γραπτής κατάθεσης της ενάγουσας-εφεσείουσας, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α...: Με τα προαναφερόμενα δεδομένα, συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τύγχανε εφαρμογής η αρχή «τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους». Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί κατάληξη μου ότι το βάρος ήταν και παραμένει στον ενάγοντα να αποδείξει ότι η εναγόμενη ήταν αμελής, με βάση τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος κατά πόσο η επίδικη σκάλα ήταν πράγματι, κατά την χρήση της, ελαττωματική. Προχωρώντας τώρα με την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστήριου, αναφέρω ότι ο Μ.Ε 2 δεν άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, πλην του γεγονότος ότι το εν λόγω πρόσωπο πώλησε μία σκάλα στον ενάγοντα, στις 3.12.13, ως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, το οποίο αποτελεί κοινό τόπο των μερών και ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο βασικός σκοπός για τον οποίο κατάθεσε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο ήταν για να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι μετά το επίδικο ατύχημα και παρά τις υποδείξεις του Υπουργείου όπως οι κατασκευαστές σκαλών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης, συμμορφωθούν με το πρότυπο και τοποθετούν τις οδηγίες χρήσης πάνω σ' αυτές, δεν υπήρξε εντούτοις οποιαδήποτε συμμόρφωση εκ μέρους της τελευταίας. Για τον σκοπό αυτό υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12. Κατά την αντεξέταση του όμως αποδέχθηκε ότι το εν λόγω Τεκμήριο το ετοίμασε ο ίδιος ο ενάγοντας και απλά ο ίδιος το υπέγραψε χωρίς όμως να το διαβάσει. Ούτε και ο ίδιος μπορούσε να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του ή έστω ότι συμφωνούσε με αυτό. Το γεγονός αυτό συμπεραίνεται όταν και ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης τι είναι ακριβώς το εν λόγω πρότυπο, στο οποίο γίνεται αναφορά στο εν λόγω Τεκμήριο, και ο εν λόγω μάρτυρας δεν γνώριζε και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Περαιτέρω, ακόμα ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε 2 αποτελεί και το γεγονός ότι η εταιρεία του αγόρασε σκάλα της εναγομένης τελευταία φορά το 2005, ως ανάφερε ο Μ.Υ 1, τη μαρτυρία του οποίου κάνω αποδεκτή, ως θα εξηγήσω αμέσως κατωτέρω. Εξού και όταν ζητήθηκε από τον Μ.Ε 2 να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη ή τιμολόγιο από την εναγόμενη, που να επιβεβαιώνει δηλαδή το γεγονός ότι αγόρασε από την τελευταία σκάλες, ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε το οτιδήποτε να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Επομένως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σκάλα που αγόρασε ο ενάγοντας από το κατάστημα του Μ.Ε 2 (όχι την επίδικη) του την προμήθευσε απευθείας η εναγομένη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει και το γεγονός ότι στην δια ζώσης μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε γενικά και αόριστα ότι «κάποιοι τον πλησίασαν για να μην μιλήσει» σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όταν δε του ζητήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες απέφυγε και αρνήθηκε να πράξει τούτο. Τέλος το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην λάβει υπόψιν, ως προς την βαρύτητα που θα προσδώσει στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, και την εξής αντιφατικότητα των θέσεων του. Ενώ αρχικά ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι οι σκάλες της εναγομένης δεν έφεραν οδηγίες χρήσης, κατά την αντεξέταση του όμως δεν εξέφρασε την ίδια βεβαιότητα εφόσον δήλωσε την άγνοια κατά πόσο αυτές φέρουν πράγματι σχετικές οδηγίες χρήσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του, πλην της πιο πάνω διευκρίνησης που έχω ανωτέρω αναφέρει. Από την άλλη ο Μ. Y 1 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Κρίνω ότι ήταν αντικειμενικός μάρτυρας και δεν είχε κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία και αντικειμενικότητα του, υποβάλλοντας του την θέση ότι λόγω του ότι είναι ο επίσημος διανομέας της εναγόμενης είχε συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε πειστική εξήγηση αναφέροντας ότι το κέρδος της εταιρείας του, μέσω της συνεργασίας του από την εναγόμενη είναι μηδαμινό και αποτελεί μόλις μόνο το 2% του τζίρου της εταιρείας του. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο ανάφερε την αλήθεια σε σχέση με τα όσα επίδικα γεγονότα γνωρίζει προσωπικά. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα. Έχω πεισθεί ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που γι' αυτόν σχημάτισε το Δικαστήριο και η μαρτυρία του σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε. Aποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Υ 2, πλην των πιο κάτω διευκρινίσεων στις οποίες προβαίνω σε ειδική αναφορά αμέσως κατωτέρω. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο όλα όσα προσωπικά περιήλθαν στην αντίληψη του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα αλλά και τις ενέργειες που ο ίδιος είχε προβεί στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων του. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφενός μεν υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια, όπως το γεγονός ότι ο ίδιος επισκέφθηκε την οικία του ενάγοντα και έβγαλε φωτογραφίες της σκηνής του ατυχήματος, αφετέρου δε το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του έχει παραμείνει αναντίλεκτο. Δείγμα της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος αποδέκτηκε ότι δεν μέτρησε την κλίση της ράμπας, όπου τοποθετήθηκε η επίδικη σκάλα από τον ενάγοντα πριν την χρήση της, αλλά και ο ίδιος δεν γνώριζε να αναφέρει ως προς το ποια διαδικασία ελέγχου ακολούθησε η εναγόμενη για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη σκάλα δεν ήταν ελαττωματική. Από την άλλη δεν αποδέχομαι όμως την θέση του για το πως έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα εφόσον οι οποιοδήποτε περί του ζητήματος αυτού ισχυρισμοί του αποτελούν εικασίες και δικά του συμπεράσματα, χωρίς να έχει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη, όπως εξάλλου παραδέχθηκε και ο ίδιος. Ούτε και επίσης αποδέχομαι τη θέση του ότι η επίδικη σκάλα διαπιστώθηκε, μετά τον έλεγχο που προέβη η εναγομένη, ότι δεν είχε οποιοδήποτε ελάττωμα. Πέραν του ότι πρόκειται για ένα αόριστο και γενικό ισχυρισμό, εφόσον δεν παράθεσε οτιδήποτε περί τούτου που να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο την πιο πάνω θέση του, η εν λόγω δήλωση του αποτελεί και εξ ακοής μαρτυρία λόγω του ότι το γεγονός αυτό, ως ανάφερε, το πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα (χωρίς αυτά να κατονομαστούν). Επισημαίνεται εξ αρχής ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 του Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτήν όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψιν, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση η υπεράσπιση αφενός δεν κάλεσε οποιοδήποτε τεχνικό ή το πρόσωπο που προέβη στην δήλωση αυτή προς τον Μ.Υ 2 ώστε να εξηγήσει ως προς τις ενέργειες που προέβη η εναγομένη, μέσω των εσωτερικών ελέγχων της, για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, άγνωστο το γιατί προς το Δικαστήριο, και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί το εν λόγω πρόσωπο ως μάρτυρας στη διαδικασία. Ενόψει των πιο πάνω και αφού έλαβε υπόψιν όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στον εν λόγω ισχυρισμό του Μ.Υ 2. Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Υ 3, ο οποίος ήταν ο βασικότερος μάρτυρας εκ μέρους της υπεράσπισης, αφού την έχω μελετήσει και εξετάσει στην ολότητα της με την δέουσα προσοχή κρίνω ότι θα ήταν ιδιαίτερα ακροσφαλές για το Δικαστήριο να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής και ειδικότερα κάτω υπό ποιες συνθήκες είχε επισυμβεί το επίδικο ατύχημα, σύμφωνα με την εκδοχή που προώθησε ο εν λόγω μάρτυρας. Η μαρτυρία του Μ.Υ 3 επικεντρώθηκε ουσιαστικά αφενός μεν να αποδείξει, στην βάση της εμπειρογνωμοσύνης του, την δική του εκδοχή γεγονότων για το πως επήλθε η πτώση του ενάγοντα από την επίδικη σκάλα, αφετέρου δε για να αποδείξει ότι η σκάλα δεν είχε κανένα κατασκευαστικό ελάττωμα, ως ο ενάγοντας διατείνει. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας, με βάση την επαγγελματική του πείρα αλλά και τις σπουδές του είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Ο εν λόγω μάρτυρας έχει σπουδάσει μηχανολογία (engineering) και είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εδω και 35 χρόνια. Μέρος της εργασίας του είναι ο σχεδιασμός διαφόρων προφίλ αλουμινίου και στα πλαίσια αυτά είχε παρακολουθήσει και παραδώσει αρκετά σεμινάρια. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια που δίδετο η δια ζώσης μαρτυρία του, η πλευρά του ενάγοντα δεν αμφισβήτησε τόσο τα ακαδημαϊκά προσόντα του όσο και την πείρα του στον τομέα του. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του ώστε αυτό να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Παρά το γεγονός ότι ο Μ.Υ 3 έχει κριθεί ότι είναι εμπειρογνώμονας και επομένως είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη για το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα εντούτοις όμως, μέσω της μαρτυρίας του, δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Και εξηγώ το γιατί. Κατ' αρχάς ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά σχεδιαγράμματα αναπαράστασης του επίδικου ατυχήματος (Τεκμήριο 20) καθώς και καταγραφή μετρήσεων επί ληφθείσας φωτογραφίας του χώρου του ατυχήματος, σε μία προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ως προς την δική του εκδοχή για το πως λύγισε η επίδικη σκάλα αλλά και για τον λόγο που επήλθε η πτώση του ενάγοντα στο έδαφος. Ως ανέφερε, μέσω της γραπτής του δήλωσης αλλά και μέσω της δια ζώσης μαρτυρίας του, η βάση ετοιμασίας των εν λόγω σχεδιαγραμμάτων ήταν, μεταξύ άλλων, οι μετρήσεις που έλαβε ο Μ.Υ 2 μαζί με κάποιον Βασιλείου, υπάλληλο της εναγόμενης, όταν και επισκέφθηκαν την οικία του ενάγοντα. Πέραν του γεγονότος ότι οι εν λόγω μετρήσεις των πιο πάνω προσώπων ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αυτό, ως τελικός κριτής, να είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του εν λόγω μάρτυρα, ο Μ.Υ 2, η μαρτυρία του οποίου έγινε ήδη αποδεκτή, ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις στην οικία του ενάγοντα, παρά μόνο ότι έβγαλε σχετικές φωτογραφίες, ως οι οδηγίες που έλαβε. Ούτε και ο Μ.Υ 2 κατάθεσε οποιεσδήποτε μετρήσεις αλλά ούτε και ο Μ.Υ 3 επισκέφθηκε την οικία του ενάγοντα, ως αποδέχθηκε και ο ίδιος. Είμαι της γνώμης ότι αν πράγματι ο Μ.Υ 3 είχε στην κατοχή του τέτοιες μετρήσεις θα τις παρουσίαζε στο Δικαστήριο, κατά παρόμοιο τρόπο που προσκόμισε και τις σχετικές του προσωπικές σημειώσεις που κράτησε στο ημερολόγιο του κατόπιν της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον ενάγοντα. Ούτε και αναφέρει στην δήλωση του με λεπτομέρειες για το τι μετρήσεις έγιναν. Στην βάση επίσης των πιο πάνω ο Μ.Υ 3 αποδέκτηκε εξάλλου, κατά την αντεξέταση του, το γεγονός ότι το ύψος του γκαράζ είναι υπολογισμένο και όχι μετρημένο (βλέπε σελίδα 33 των πρακτικών, ημερομηνίας 23.1.2023). Στη συνέχεια ανασκευάζει τη θέση του (βλέπε σελίδα 34 των πιο πάνω πρακτικών) αναφέροντας ότι δεν έχει σημασία το ακριβές ύψος του γκαράζ και δεν θα άλλαζε το οτιδήποτε σε σχέση με την δική του εκδοχή γεγονότων για το πως έγινε το επίδικο ατύχημα. Κατά την αντεξέταση του επίσης παραδέχθηκε ότι δεν μέτρησε ούτε το ύψος του τοίχου του γκαράζ, ούτε την κλίση της ράμπας, δηλαδή στο σημείο όπου τοποθέτησε ο ενάγοντας την επίδικη σκάλα, αλλά προέβη σε υπολογισμό των αποστάσεων και του ύψους του γκαράζ με βάση το τί του ανάφερε ο ίδιος ο ενάγοντας (σελίδα 6 των πρακτικών ημερομηνίας 23.1.2023). Ούτε επίσης έγινε οποιαδήποτε μελέτη ότι το κεραμικό στο οποίο ήταν τοποθετημένη η επίδικη σκάλα από τον ενάγοντα ήταν πράγματι ολισθηρή, στοιχείο που σύμφωνα με τον Μ.Υ 3, μεταξύ άλλων, οδήγησε στην πτώση του ενάγοντα. Οι εν λόγω οδηγίες χρήσης όμως δεν αναφέρουν ειδικά ότι το κεραμικό αποτελεί ολισθηρή επιφάνεια. Μάλιστα ο Μ.Υ 3 ανέφερε, κατά την αντεξέταση του (βλέπε σελίδα 5 των πρακτικών ημερομηνίας 23.1.2023), ότι το κεραμικό συνήθως είναι ολισθηρό, χωρίς βεβαίως να αποκλείσει και το γεγονός ότι υπάρχει και η πιθανότητα ένα κεραμικό, όπως ήταν του ενάγοντα, να μην είναι ολισθηρό. Στην ίδια βάση δεν αναφέρει και πόση ήταν η κλίση της ράμπας, παραδεχόμενος μάλιστα (σελίδα 6 των ιδίων πρακτικών) ότι η κλίση δεν μετρήθηκε αλλά ούτε και την υπολόγισε στο σχεδιαγράφημα του. Υπολογισμοί έγιναν, χωρίς όμως την απαιτούμενη ακρίβεια, και για το ύψος που βρισκόταν ο ενάγοντας από το έδαφος αλλά και το ύψος του τελευταίου, ασχέτως του γεγονότος ότι ο Μ.Υ 3 στηρίχθηκε στα λεγόμενα του ενάγοντα. Για να είναι σε θέση όμως το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα δεν είναι αρκετό μία αναπαράσταση να βασίζεται μόνο σε υπολογισμούς αλλά σε ακριβείς και ασφαλείς μετρήσεις. Όχι βεβαίως στο περίπου. Στην ίδια βάση η όλη εκδοχή του για το πως έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα έχει έρεισμα τον βασικό του ισχυρισμό ότι η εξωτερική καγκελόπορτα της οικίας του ενάγοντα ήταν κλειστή και σε αυτήν σφήνωσε η επίδικη σκάλα με αποτέλεσμα να λυγίσει. Θέση όμως η οποία δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που έχουν παρατεθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω γεγονότων το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει βαρύτητα στις θέσεις και ευρήματα του εν λόγω μάρτυρα αλλά και στην αναπαράσταση του για το πως έγινε το δυστύχημα, ανεξαρτήτως της επάρκειας στην όψη της, με δεδομένο ότι αυτή εδράζεται επί δεδομένων που αφενός μεν δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφετέρου δε κάποια δεν έγιναν αποδεκτά. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα δεν είναι απλά να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την μέθοδο την οποία ακολούθησε ώστε το Δικαστήριο ως ο τελικός κριτής να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα αλλά οφείλει αρχικά να δώσει στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα και κριτήρια που να επιτρέψουν στο Δικαστήριο ως πρώτο να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων. Επί τούτου δεν μπορώ να το πράξω. Συνεπακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα σχεδιαγράμματα αναπαράστασης που ετοίμασε ο Μ.Υ 3 στη βάση αυτών των δεδομένων. Συνεπακόλουθα το σχέδιο αναπαράστασης του ατυχήματος και η δική του εκδοχή για το πως λύγισε η σκάλα αλλά και πως επήλθε η πτώση του ενάγοντα στο έδαφος δεν μπορεί, με κάθε σεβασμό, να γίνει αποδεκτή. Ως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία (Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1).. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμη ένα στοιχείο το οποίο οδηγεί το Δικαστήριο ώστε να μην προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα αποτελεί και το γεγονός ότι ο εν λόγω εμπειρογνώμονας δεν είναι ανεξάρτητος και αποστασιοποιημένος από την παρούσα υπόθεση εφόσον ταυτόχρονα με την ιδιότητα του αυτή, ως έχει αναφερθεί, είναι και ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένηςκαι έχει άμεσο συμφέρον ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης (2η έκδοση), σελ. 580: «Το καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά την μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικών συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη διά της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης. . Το καθήκον αυτό έχει προτεραιότητα έναντι των όποιων υποχρεώσεων του πραγματογνώμονα προς τον πελάτη.». Στην δε σελίδα 581 του ίδιου συγράμματος, με αναφορά στην υπόθεση R v Harris
(2006)CrApp R 55, αναφέρεται ότι «.η πραγματογνωμοσύνη που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πρέπει να είναι το ανεξάρτητο προϊόν του πραγματογνώμονα, ανεπηρέαστο από τις ανάγκες της υπόθεσης» και «ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρουσιάζει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη επικουρία με την αντικειμενική και ανεπηρέαστη γνώμη του και δεν πρέπει να αναλαμβάνει το ρόλο του δικηγόρου». Στοιχεία τα οποία απουσιάζουν στην προκειμένη περίπτωση και ασφαλώς προσμετρούν , ως προς την βαρύτητα που το Δικαστήριο θα προσδώσει στην μαρτυρία του Μ.Υ 3, σε συνάρτηση βεβαίως με τα λεχθέντα ανωτέρω. Περαιτέρω ακόμη ένας λόγος που το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την μαρτυρία του αποτελεί και το εξής γεγονός. Μία εκ των βασικών θέσεων του Μ.Υ 3 ήταν ότι όταν η εναγόμενη παρέλαβε την επίδικη σκάλα από τον ενάγοντα τεχνικοί της, στην παρουσία του ιδίου, προέβησαν σε ενδελεχή έλεγχο της, σε μία προφανή προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η σκάλα δεν ήταν ελαττωματική. Πέραν του γεγονότος ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε γενικά και αόριστα ως προς το τί έλεγξε η εναγόμενη για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, δεν προσκομίσθηκε το ο,τιδήποτε στο Δικαστήριο που να βεβαιώνει θετικά αλλά και τεκμηριωμένα την πιο πάνω εκφρασθείσα θέση του. Για παράδειγμα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε έκθεση για την μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ή σε ποιες ακριβώς μετρήσεις προέβη η εναγόμενη ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ελέγξει και να καταλήξει με βεβαιότητα ως προς το αληθές του ισχυρισμού του (βλέπε σελίδα 16 των πρακτικών, ημερομηνίας 23.1.2023). Μάλιστα δε ο ίδιος ο μάρτυρας όταν του τέθηκε αυτό το γεγονός κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν έκρινε σκόπιμο να προσκομίσει τα εν λόγω αποτελέσματα εκφράζοντας μάλιστα και την ετοιμότητα του, εκ των υστέρων, να ετοιμάσει σχετική έκθεση και να του την προσκομίσει. Έκθεση την οποία ανέμενε κανείς να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στην δια ζώσης μαρτυρία του έχοντας και ως δεδομένο ότι μόνο η εναγόμενη στην προκειμένη περίπτωση προέβη σε έλεγχο της επίδικης σκάλας. Ακόμη ένας λόγος που το Δικαστήριο δεν νιώθει την απαιτούμενη ασφάλεια ώστε να αποδεκτεί την μαρτυρία του Μ.Υ 3 αποτελεί και η θέση του ότι η επίδικη σκάλα είχε μόνο απλώς λυγίσει και σε κανένα σημείο δεν έφερε σχισμές. Η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα επί του ζητήματος αυτού. Το γεγονός αυτό πλήττει θα έλεγα, μεταξύ άλλων, καίρια την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Επιπρόσθετα ο Μ.Υ 3, σε μία ακόμη προσπάθεια του ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι η επίδικη σκάλα δεν ήταν ελαττωματική, κατέθεσε έκθεση του CNE TECHNOLOGY CENTER (Τεκμήριο 18), κέντρο το οποίο είχε υποδειχθεί από το Υπουργείο, μετά την επίδικη καταγγελία που υπέβαλε ο ενάγοντας. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα αυτής οι σκάλες της εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου μοντέλου, όχι μόνο πληρούσαν όλες τις προδιαγραφές αλλά μάλιστα ξεπερνούσαν σε αντοχές τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. Το Δικαστήριο, όμως, δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου για δύο ουσιαστικούς λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και εφαρμόζονται οι πιο πάνω αρχές που έχουν παρατεθεί κατά την αξιολόγηση του Μ.Υ
- Η εναγόμενη δεν έδωσε κανένα λόγο γιατί δεν κλήτευσε στο Δικαστήριο τον πρόσωπο που συνέταξε το εν λόγω έγγραφο. Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στο ότι η εν λόγω έκθεση δεν εξέτασε ειδικά την επίδικη σκάλα. Εξέτασε, ως ανάφερε και ο Μ.Υ 3, τυχαία δείγματα του ίδιου μοντέλου σκάλας με την επίδικη. Όμως, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο η επίδικη σκάλα καθώς και οι σκάλες οι οποίες ελέγχθηκαν, ετοιμάστηκαν με την ίδια παρτίδα αλουμινίου ως η επίδικη σκάλα λαμβάνοντας υπόψιν και τις σχετικές αναφορές του Μ.Υ
- Ούτε και το Δικαστήριο παραγνωρίζει ότι, ως αναφέρθηκε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι μία σκάλα μπορεί να ετοιμάστηκε προ πολλού και να παρέμεινε εκεί απούλητη για πολλά χρόνια. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και το Τεκμήριο 22, το οποίο επίσης αποτελεί επίσης εξ ακοής μαρτυρία και δεν δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος στο Δικαστήριο για ποιο λόγο δεν κατάθεσε ενώπιον του το πρόσωπο που το συνέταξε. Πέραν του λόγου αυτού, η βάση για την οποία ετοιμάστηκε η έκθεση του Τεκμηρίου 22, ως ανέφερε ο μάρτυρας, αποτελούσαν οι δικές του μετρήσεις, στις οποίες και το Δικαστήριο δεν αποδέκτηκε. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας, προέβαλε τη θέση ότι ο ενάγοντας δεν τοποθέτησε τη σκάλα ώστε να εξέχει ένα μέτρο από την οροφή, ως οι οδηγίες χρήσης της. Στη βάση αυτού ο εν λόγω μάρτυρας από τη μία προέβαλε τη θέση ότι ο ενάγοντας δεν τοποθέτησε τη σκάλα ώστε να εξέχουν τα σκαλιά της και από τη άλλη (βλέπε σελίδα 37 των ίδιων πρακτικών) ισχυρίζεται ότι αυτό δεν έχει σημασία. Από την άλλη όμως το γεγονός αυτό, ως αναφέρει στην δήλωση του, αποτελεί μία από τις λανθασμένες ενέργειες του ενάγοντα που οδήγησαν στην πτώση του. Επί τούτου επιπρόσθετα η θέση αυτή του ενάγοντα, ότι δηλαδή ο ίδιος άφησε 3 με 4 σκαλιά να εξέχουν, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά και ούτε του υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση περί του αντιθέτου. Επίσης βασική του θέση ήταν ότι η καγκελόπορτα η εξωτερική ήταν κλειστή και σε αυτήν σφήνωσε η σκάλα. Αυτος ήταν και ο λόγος που η επίδικη σκάλα λύγισε. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μετρήθηκε η απόσταση από το γκαράζ της οικίας του ενάγοντα μέχρι την εξωτερική καγκελόπορτα. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι ήταν η θέση του ότι η επίδικη σκάλα σφήνωσε σε αυτήν, προέβαλε τη θέση ότι καμία ζημιά δεν έπαθε αυτή. Πως κατέληξε όμως σε ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι άγνωστο στο Δικαστήριο έχοντας ως δεδομένο ότι αφενός μεν ο ίδιος δεν επισκέφθηκε την οικία του ενάγοντα, αφετέρου δε δεν ήταν σε θέση να αναφέρει από ποιό υλικό ήταν φτιαγμένη η καγκελόπορτα για να πει με τόση βεβαιότητα ότι δεν θα πάθαινε ζημιά. Εξάλλου επί του ζητήματος αυτού το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την θέση του ενάγοντα για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Για τους πιο πάνω λόγους που ανάφερα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Υ 3, στο βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω αρχικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, στα πιο κάτω επιπρόσθετα τελικά ευρήματα: Όταν ο ενάγοντας αγόρασε την επίδικη σκάλα από τον Νεοφύτου δεν του είχε δοθεί οποιοδήποτε φυλλάδιο οδηγιών ή προειδοποιήσεων σε σχέση με τη χρήση της αλλά ούτε και οι οδηγίες χρήσης ήταν επικολλημένες σε αυτή. Όταν ο ενάγοντας πήρε την επίδικη σκάλα από το γκαράζ του με σκοπό την χρήση της, υπολόγισε το ύψος στο οποίο θα έπρεπε να ανέβει. Ακολούθως την προσάρμοσε ανάλογα, ασφαλίζοντας την. Στην συνέχεια την τοποθέτησε πάνω στον τοίχο του γκαράζ, αφού πρώτα την άνοιξε, και τη στερέωσε σε σημείο που τα 3 ή 4 σκαλιά της εξείχαν από τα κεραμίδια του γκαράζ του. Η τοποθέτηση της έγινε δίπλα από την είσοδο του γκαράζ της οικίας του σε κεκλιμένη επιφάνεια εδάφους και τοποθετήθηκε πάνω σε κεραμικό. Επίσης η επίδικη σκάλα δεν στερεωνόταν σε τοίχο αλλά πάνω σε κεραμίδια τα οποία είχαν κλίση. Ακολούθως, πήρε με το δεξί του χέρι το μηχάνημα του πιεστικού. Στην συνέχεια ξεκίνησε σιγά-σιγά και ανέβαινε τα σκαλιά της σκάλας κρατώντας αυτή με το αριστερό του χέρι, φθάνοντας σε ύψος περίπου 2 μέτρων από το έδαφος. Στο δεξί του χέρι συνέχιζε να κρατά το πιεστικό. Όταν έφθασε στο ύψος των κεραμιδιών, επιχείρησε να τοποθετήσει το πιεστικό πάνω στην ταράτσα, οπότε σήκωσε το δεξί του χέρι του. Εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα θόρυβο (κρακ) από πάνω του. Αμέσως φώναξε ότι θα πέσει και τρομοκρατήθηκε. Αφού ακούστηκε ο πιο πάνω ήχος, ένιωσε τη σκάλα να υποχωρεί και κατρακύλησε με φόρα απ' αυτήν. Κατά τη διάρκεια της πτώσης του και μέσα στη σύγχυση του συνέχισε να κρατά το πιεστικό. Συνεπεία της πτώσης του, το αριστερό του πόδι κτύπησε με δύναμη πάνω στον τοίχο. Η επίδικη σκάλα είχε λυγίσει και σκίστηκε και από τις δυο πλευρές και στην πόρτα του γκαράζ της κατοικίας του φαίνονται τα σημάδια όπου κατρακύλησε. Η επίδικη σκάλα λύγισε και κατά την πτώση της ακολούθησε μία ευθεία γραμμή από πάνω μέχρι κάτω, χωρίς να γλιστρήσει. Η επίδικη σκάλα όταν έπεσε κάτω δεν έφτασε ως την καγκελόπορτα και απείχε 2 με 3 μέτρα από αυτήν. Το λύγισμα έγινε ακριβώς κάτω από το τελευταίο σκαλί που εξείχε. Όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα η εξωτερική πόρτα της εισόδου της οικίας του ενάγοντα (καγκελόπορτα) ήταν ανοικτή. Ο ενάγων δεν ένιωσε ότι χρειαζόταν να ακολουθήσει οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης, γιατί είδε στο παρελθόν πως χρησιμοποιήσαν την επίδικη σκάλα και άλλοι επαγγελματίες. Επίσης την χρησιμοποίησε με βάση την κοινή λογική και πρακτική. Μετά από ένα χρόνο από το επίδικο ατύχημα, ο ενάγοντας μετέβη στο κατάστημα Υλικών Οικοδομής Σωτήρης Καϊάφας και Υιοί Λτδ και αγόρασε το ίδιο μοντέλο σκάλας με την επίδικη. Ούτε και η σκάλα αυτή έφερε οδηγίες ή τις απαιτούμενες σημάνσεις. Η σκάλα πέραν του λυγίσματος υπέστη και σχισμές τόσο δεξιά όσο και αριστερά στο μέταλλο της. Αποκλειστικός διανομέας των σκαλών της εναγομένης στα καταστήματα υλικών οικοδομής στην Λευκωσία, από το 2005, είναι η εταιρεία Τσακκάλι Λτδ. Οποιοδήποτε όμως πρόσωπο μέσω του showroom της εναγομένης μπορεί να αγοράσει σκάλες απευθείας από αυτήν. Τις εν λόγω σκάλες τις παραλαμβάνει αντιπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας από το εργοστάσιο της εναγομένης. Προτού τις παραλάβει, ελέγχει την ποσότητα και την ποιότητα τους καθώς και αν περιέχονται σε αυτές οι οδηγίες χρήσης τους. Σε όλες τις σκάλες, από το 2005, που η εν λόγω εταιρεία παραλαμβάνει από την εναγομένη υπάρχουν τοποθετημένες σε αυτές οδηγίες χρήσης τους τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Οι οδηγίες χρήσεις είναι τοποθετημένες μέσα σε νάιλον σακούλι το οποίο είναι δεμένο στα σκαλοπάτια των σκαλών. Ο Νεοφύτου ήταν πελάτης της εν λόγω εταιρείας. Όσο δεν αφορά τον Μ.Ε.2 η εταιρεία του σταμάτησε να τον προμηθεύει με σκάλες της εναγομένης από το
- Ουδέποτε το μοντέλο της επίδικης σκάλας άλλαξε από την εναγόμενη μετά το επίδικο ατύχημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η βάση της αγωγής του ενάγοντα εδράζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας καθώς και στο ότι η εναγόμενη παραβίασε τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντα της. Εξετάζοντας, κατά προτεραιότητα, την δεύτερη αιτία αγωγής του ενάγοντα αυτό το οποίο δικογραφείται, με βάση τις σχετικές λεπτομέρειες ως αυτές παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης του, είναι ότι: α) το σύστημα παραγωγής και/ή κατασκευής, το οποίο η εναγόμενη χρησιμοποίησε δεν ήταν ασφαλές. β) η επίδικη σκάλα δεν έφερε τις απαιτούμενες από το Νόμο σημάνσεις και/ή προειδοποιήσεις γ) η επίδικη σκάλα δεν είχε την σήμανση συμμόρφωσης με το σχετικό πρότυπο, κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας δ) η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική και/ή δεν παρείχε ασφάλεια για την χρήση που είχε κατασκευαστεί. Οι πιο πάνω υποπαραγράφοι (α), (β), και (γ) δεν έχουν προωθηθεί μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα και συνεπακόλουθα το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτές έχουν εγκαταλειφθεί. Ως έχει υποδειχθεί η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020). Σε κάθε όμως περίπτωση καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε αναφορικά με την υποπαράγραφο (α) από τον ενάγοντα. Σε σχέση με τις υποπαραγράφους (β) και (γ) ο ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, ουδέποτε προώθησε τη θέση ότι ο λόγος που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα ήταν λόγω του ότι δεν είχε στην κατοχή του τις σχετικές οδηγίες χρήσης. Ουδέποτε ο ενάγοντας συνέδεσε, μέσω της μαρτυρίας του, ότι ο λόγος που η επίδικη σκάλα λύγισε και κατ' επέκταση υποχώρησε ήταν γιατί δεν είχε στην κατοχή του τέτοιες οδηγίες. Αντίθετα αυτό που προώθησε ήταν ότι δεν τις χρειαζόταν γιατί ήξερε πως να τις χρησιμοποιήσει και είτε τις είχε είτε δεν τις είχε και πάλι θα χρησιμοποιούσε την σκάλα με τον τρόπο που την χρησιμοποίησε κατά τον επίδικο χρόνο. Η χρήση της, κατά τον ενάγοντα, ήταν ζήτημα κοινής λογικής (βλέπε 10η σελίδα των πρακτικών ημερομηνίας 26.10.2022). Αυτό το οποίο ουσιαστικά προώθησε ο ενάγοντας, μέσω της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, σε σχέση με την εν λόγω αιτία αγωγής, ήταν το γεγονός ότι η εναγόμενη παραβίασε τον περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμο του 1995, Ν.105(Ι)/1995 (στο εξής «ο Νόμος»). Ήταν η περαιτέρω εισήγηση του ότι στα πλαίσια του πιο πάνω Νόμου προκύπτει ότι η ευθύνη του παραγωγού ενός προϊόντος (στην προκειμένη περίπτωση της εναγομένης ως η κατασκευάστρια της επίδικης σκάλας) είναι αυστηρή (strict liability). Αυτό νομικά σημαίνει ότι οι παραγωγοί είναι νομικά υπεύθυνοι για οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες υποστεί ο καταναλωτής από την αγορά ενός ελαττωματικού προϊόντος, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε πρόθεση τους και του κατά πόσο κατέβαλαν εύλογη επιμέλεια κατά την παραγωγή αυτού. Επιπρόσθετα ήταν η εισήγηση του ότι από τη στιγμή που ο ενάγοντας απέδειξε ότι η σκάλα ήταν ελαττωματική η εναγόμενη παραβίασε τον πιο πάνω Νόμο. Είναι η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της εναγομένης ότι εκεί που ο ενάγοντας προωθεί εναντίον του εναγομένου ισχυριζόμενη παράβαση νόμιμου καθήκοντος αυτή θα πρέπει να δικογραφείται με την απαιτούμενη σαφήνεια. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα προβάλλει τη θέση ότι o πιο πάνω Νόμος είναι δικογραφημένος και γίνεται ακόμα αναφορά στην αυστηρή ευθύνη (strict liability) που ο κατασκευαστής υπέχει στην βάση του πιο πάνω Νόμου. Δεν απαιτείται να καταγραφεί στο δικόγραφο, ήταν πάντοτε η θέση του, ειδικά η Νομοθεσία την οποία επικαλείται ο διάδικος ότι έχει παραβιαστεί από τον εναγόμενο διότι ο ενάγοντας επικαλείται παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος και όχι Νόμου. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 140/2011, ημερομηνίας 22.12.2016, με βάση τη νομολογία, το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από τη θεμελίωση της παραβίασης νόμιμου καθήκοντος και πως η ορθή δικογράφηση οφείλει να παραπέμπει σε ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγώγιμων δικαιωμάτων. Όπου εγείρεται ζήτημα παραβίασης θέσμιου καθήκοντος, ο ενάγοντας οφείλει να καταγράψει στην Έκθεση Απαίτησης του τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα του, όμως θα πρέπει να καταγράψει ευκρινώς και τη συγκεκριμένη διάταξη η οποία έχει παραβιαστεί. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob' s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 516, κάτω από τον τίτλο Actions based on Breach of Statutory Duty: «If a plaintiff's cause of action, depends on a statute, he must plead all facts necessary to bring him within that statute (Seear v. Lawson
(1880)16 Ch. D.121, Read v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 128); accordingly, in every claim based upon a breach of any provision of the Factories Act 1961, or of any regulation or order made there under, all facts necessary to bring the case within the particular provision relied on must be pleaded, and the breach must be alleged by reference to the particular provision in question which must be specifically referred to or identified. ... » Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι όπου η αξίωση αφορά παράβαση θέσμιου καθήκοντος, ο ενάγοντας οφείλει να αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του τόσο τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, όσο και τα αναγκαία γεγονότα που καθιστούν την αγωγή του εντός του πλαισίου της παραβίασης θέσμιου καθήκοντος. Στις περιπτώσεις αυτές, το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Νόμος επιβάλλει θεσμοθετημένο καθήκον στον εναγόμενο (Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεωργίου Εφρέμ Δημητρίου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 336 και Κουππάρης Μιχαήλ Ιωάννου ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 Α.Α.Δ. 1780). Η μη επαρκής δικογραφήση της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης την οποία ο ενάγοντας επικαλείται έχει την σημασία της έτσι ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην Έκθεση Υπεράσπισης του , και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης ( Λέντζας ν. Laos Bros Ltd (ανωτέρω). Ο Νόμος τον οποίο επικαλείται ο ενάγοντας ότι η εναγόμενη παραβίασε δεν δικογραφείται ειδικά. Αυτό που επικαλείται ο ενάγοντας στα δικόγραφα του είναι το γεγονός ότι η εναγόμενη παραβίασε τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντα της και όχι ως εισήγηθηκε, με κάθε σεβασμό, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ότι αυτό που ο τελευταίος επικαλείται είναι ότι η εναγομένη παραβίασε τα θεσμοθετημένα καθήκοντα της. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω πάγια και σταθερή θέση της νομολογίας ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ανωτέρω). Συνεπακόλουθα ελλείψει της μη επαρκούς και ορθής δικογράφησης εκ μέρους του ενάγοντα οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του οι οποίοι αποδίδουν στην εναγομένη παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της, επί συγκεκριμένων διατάξεων του Νόμου, και ειδικότερα περί ελαττωματικότητας της σκάλας δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο και συνεπώς απορρίπτονται. Σε κάθε όμως περίπτωση θα εξετάσω και επί της ουσίας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου ένα προϊόν είναι ελαττωματικό «όταv δεv παρέχει ασφάλεια, λαμβαvoμέvωv υπόψη όλωv τωv περιστάσεωv υπό τις oπoίες τo πρoϊόv κατέχεται, χρησιμoπoιείται ή καταvαλώvεται και περιλαμβάvει- (α) Τov τρόπo με τov oπoίo και τoυς σκoπoύς για τoυς oπoίoυς τo πρoϊόv τέθηκε σε κυκλoφoρία. (β) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε oδηγιώv ή πρoειδoπoιήσεωv ή τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε δηλώσεωv αvαφoρικά με τηv κατoχή, τη χρήση ή τηv καταvάλωση τoυ πρoϊόvτoς. (γ) τη χρήση επί τoυ πρoϊόvτoς, ή σε σχέση με αυτό, oπoιoυδήπoτε σήματoς τo oπoίo αvαφέρεται στηv ασφάλεια τoυ ή τo oπoίo μπoρεί εύλoγα vα εκληφθεί ότι αvαφέρεται στηv ασφάλεια τoυ. και (δ) τo χρόvo κατά τov oπoίo τo πρoϊόv τέθηκε σε κυκλoφoρία.» Ως προς την ευθύνη του παραγωγού σχετικό επί του προκειμένου είναι το άρθρο 5 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι: « Ευθύvη παραγωγoύ 5. Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, στις περιπτώσεις όπoυ απoδεικvύεται από το ζημιωθέντα ότι oπoιαδήπoτε ζημιά πρoκλήθηκε oλικώς ή μερικώς από ελαττωματικό πρoϊόv, o παραγωγός τoυ πρoϊόvτoς ευθύvεται για τη ζημιά πoυ πρoκλήθηκε κατά τov πιo πάvω τρόπo.» Μέσα από την παράθεση των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων προκύπτει το συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος στη βάση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αποτελεί το γεγονός ότι θα πρέπει ο ενάγοντας να αποδείξει την ελαττωματικότητα του προϊόντος που ο προμηθευτής κατασκεύασε, στην προκειμένη περίπτωση της επίδικης σκάλας. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ο ενάγοντας δεν απέδειξε στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και έχοντας πάντοτε το βάρος απόδειξης στους ώμους του ότι η επίδικη σκάλα ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο ελαττωματική. Ασφαλώς κανένας χρήστης της σκάλας δεν αναμένει ότι αυτή θα λυγίσει κατά την χρήση της. Από την άλλη όμως το γεγονός ότι η επίδικη σκάλα λύγισε δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι αυτή ήταν ελαττωματική. Αποτελεί δεδομένο ότι η επίδικη σκάλα είχε σχετικές οδηγίες χρήσης, τις οποίες ο ενάγοντας, ως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο χρήσης της, δεν τις είχε στην κατοχή του. Ως προκύπτει επίσης μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ενάγοντας χρησιμοποίησε αυτή μη ακολουθούμενος κάποιες από τις οδηγίες χρήσης της. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η σκάλα τοποθετήθηκε σε μη ευθεία επιφάνεια εφόσον αποτελεί κοινό τόπο των μερών ότι εκεί που τοποθετήθηκε υπήρχε κάποιου βαθμού κλίση (άγνωστη προς το Δικαστήριο). Επίσης ο ενάγοντας, κατά παράβαση των οδηγιών χρήσης της, προέβη σε απόπειρα ανάβασης στην επίδικη σκάλα κρατώντας την μόνο με το αριστερό του χέρι ενώ με το δεξί του χέρι κρατούσε το πιεστικό αλλά και ούτε αυτή έγερνε σε ομαλή επιφάνεια εφόσον ακουμπούσε σε κεραμίδι το οποίο είχε και πάλι κλίση και όχι στον τοίχο (βλέπε Τεκμήριο 13). Επομένως η προκειμένη περίπτωση είναι διαφορετική από αυτό που εισηγείται με κάθε σεβασμό ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα. Κανένας χρήστης της σκάλας δεν αναμένει ότι αυτή θα λυγίσει κατά την χρήση της εάν ακολουθηθούν ορθά στην προκειμένη περίπτωση όλες οι οδηγίες χρήσης. Δεν είναι όμως αυτή η προκειμένη περίπτωση. Η πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου δεν γίνεται με αποκλειστικό σκοπό ώστε να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ο λόγος που η σκάλα λύγισε ήταν επειδή δεν ακολουθήθηκαν από τον ενάγοντα όλες οι οδηγίες χρήσης της επίδικης σκάλας. Είναι για να καταδείξω μόνο το γεγονός ότι επειδή η επίδικη σκάλα λύγισε δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ήταν και ελαττωματική. Επιπρόσθετα ο ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία ή άλλου είδους μαρτυρία που να τεκμηριώνει με θετικό τρόπο τον ισχυρισμό του περί ελαττωματικότητας της σκάλας ή ότι η σκάλα είχε οποιοδήποτε κατασκευαστικό ελάττωμα, παρά το γεγονός ότι ως ανάφερε ο ενάγοντας αποπειράθηκε να το πράξει χωρίς όμως επιτυχία. Με κάθε σεβασμό προς τον ενάγοντα δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η σκάλα ήταν ελαττωματική, έχοντας και πάντα ως δεδομένο ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε 4 με 5 φορές προηγουμένως, κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς να εμφανίσει οποιοδήποτε ελάττωμα (χωρίς όμως ο ενάγοντας να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο στα χέρια όπως κρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο). Πόσο μάλλον που δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί και το γεγονός ότι ο ενάγοντας, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, χρησιμοποίησε την επίδικη σκάλα κατά τρόπο που δεν συνάδει με τις οδηγίες χρήσης της, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν τις είχε στην κατοχή του. Ενόψει αυτών ο ενάγοντας δεν απέδειξε στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η σκάλα ήταν ελαττωματική. Ισχυρισμός ο οποίος, ενόψει της απουσίας όλων των πιο πάνω, παρέμεινε γενικός, αόριστος αλλά και ατεκμηρίωτος. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας κρίθηκε αξιόπιστος δεν μεταλλάσσει την κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του περί ελαττωματικότητας παρέμειναν προσωπικές εικασίες και δικά του συμπεράσματα, τα οποία δεν επαρκούν για να αποδείξουν την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Τώρα ως προς το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου ένα προϊόν θεωρείται ελαττωματικό «όταv δεv παρέχει ασφάλεια, λαμβαvoμέvωv υπόψη όλωv τωv περιστάσεωv υπό τις oπoίες τo πρoϊόv κατέχεται, χρησιμoπoιείται ή καταvαλώvεται» και περιλαμβάvει, μεταξύ άλλων, «και τηv μη παρoχή oπoιωvδήπoτε oδηγιώv ή πρoειδoπoιήσεωv ή τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε δηλώσεωv αvαφoρικά με τηv κατoχή, τη χρήση ή τηv καταvάλωση τoυ πρoϊόvτoς» ο ευαπίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, με κάθε σεβασμό, δεν το προωθεί με ευκρίνεια κατά το στάδιο της γραπτής του αγόρευσης. Σε κάθε όμως περίπτωση, με βάση τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, όταν αγόρασε ο ενάγοντας την επίδικη σκάλα από το κατάστημα ειδών οικοδομής του Νεοφύτου δεν υπήρχαν σε αυτή οι σχετικές οδηγίες χρήσης. Από την άλλη όμως αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν η μεταπωλητής και αντιπρόσωπος της εναγομένης, η εταιρεία Τσακάλλι Λτδ, παραλάμβανε τις σκάλες από τις αποθήκες της εναγομένης υπήρχαν πάνω σε αυτήν οι σχετικές οδηγίες. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω εταιρεία προμήθευε με σκάλες τον Νεοφύτου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του προτύπου (Τεκμήριο 19) κάτω από τον υπότιτλο 'Provision of user Instructions' αναφέρεται ότι: 'The producer shall be responsible for the content of the user instructions and the provision of the instructions with each ladder. The distributor should ensure that the user instructions are provided with each ladder. The ladder owner should ensure that user instructions are available to the user. The instructions shall be in the language of the country where the ladder is sold. » Στη βάση των πιο πάνω από την στιγμή που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη τοποθετούσε τις σχετικές οδηγίες χρήσης στις σκάλες της και της παρέδωσε στην μεταπωλήτρια εταιρεία (distributor), την νομική ευθύνη και υποχρέωση ώστε αυτές να παραληφθούν από την αγοραστή της σκάλας την είχε αυτή καθώς και ο Νεοφύτου, ως ο ιδιοκτήτης της σκάλας πλέον. Με άλλα λόγια θα έπρεπε τα πιο πάνω πρόσωπα να διασφαλίσουν ότι οι οδηγίες χρήσης έχουν παραληφθεί από τον αγοραστή, στην προκειμένη περίπτωση από τον ενάγοντα. Ουδείς όμως εκ των πιο πάνω προσώπων είναι διάδικος, ούτως ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει και να εξετάσει το γεγονός κατά πόσο οι εν λόγω εταιρείες είχαν παραβιάσει τις σχετικές διατάξεις του προτύπου. Με δεδομένο ότι η εναγόμενη δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη αποτελεί τελική κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτή δεν παραβίασε κανένα νόμιμο καθήκον της. Μετά την παραλαβή της επίδικης σκάλας από την μεταπωλήτρια εταιρεία το νομικό καθήκον της εναγόμενης παύει να υφίσταται με βάση το πιο πάνω πρότυπο και εναπόκειται στην μεταπωλήτρια αλλά και στο πρόσωπο που πωλεί την επίδικη σκάλα στον ενάγοντα να διασφαλίσει ότι αυτός έλαβε τις σχετικές οδηγίες. Επομένως στην βάση αυτών το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε νομική ευθύνη στην εναγομένη ότι παραβίασε το σχετικό πρότυπο. Μάλιστα δε κατά τον ενάγοντα (βλέπε σελίδα 13 των πρακτικών, ημερομηνίας 26.10.2022) ο Νεοφύτου όφειλε να του δώσει τις σχετικές οδηγίες χρήσης, γεγονός το οποίο παρέλειψε να πράξει. Και δεν ζήτησε οδηγίες χρήσης κατά την αγορά της, γιατί ως ανάφερε ο ίδιος γνώριζε πως να την χρησιμοποιήσει (βλέπε σελίδα 10 των ιδίων πρακτικών) Ούτε και οι εναγόμενοι έχουν αυστηρό καθήκον (strict liability) έναντι στον ενάγοντα από την στιγμή που ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η σκάλα ήταν πράγματι ελαττωματική. Συνεπακόλουθα η αιτία αγωγής του ενάγοντα η οποία εδράζεται στο γεγονός ότι η εναγομένη παραβίασε τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντα της απορρίπτεται. Σε σχέση με το έτερο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα το οποίο εδράζεται και επί του αστικού αδικήματος της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148) κρίνω ότι ούτε αυτό έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση. Ο ορισμός της αμέλειας σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 51
(1)είναι ο ακόλουθος: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Στην υπόθεση Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. ZOO BAR RESTAURANT LTD κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 447/11, ημερομηνίας 15.12.2006, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αμέλεια: «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.ΑΔ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbor principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας.» Ο ενάγοντας έχοντας το βάρος απόδειξης στους ώμους του, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν απέδειξε ότι η επίδικη σκάλα ήταν ελαττωματική με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην μπορεί να κριθεί με οποιοδήποτε τρόπο αμελής εφόσον δεν αποδείχθηκε ένα από τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, στην προκειμένη περίπτωση ότι η εναγόμενη διέρρηξε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του ενάγοντα. Ο ενάγων, μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προωθεί και τη θέση ότι η εναγόμενη υπήρξε αμελής γιατί δεν είχε οδηγίες χρήσης η σκάλα. Τέτοια αμέλεια όμως δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Σε κάθε όμως περίπτωση ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ότι ουδέποτε ο ενάγοντας επικαλέστηκε το γεγονός ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω του ότι ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του τις σχετικές οδηγίες χρήσης. Ουδέποτε ήταν η θέση του ενάγοντα ότι το λύγισμα της σκάλας δεν θα επεσυνέβαινε και ο ίδιος δεν θα προέβαινε στις ενέργειες που είχε προβεί αν είχε στην κατοχή του τις οδηγίες χρήσης. Το γεγονός ότι δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες χρήσης θα είχαν ρόλο και θα υπείχαν ιδιαίτερης σημασίας στα υπό κρίση γεγονότα αν, σύμφωνα με τον ενάγοντα, η αιτία που λύγισε η σκάλα ήταν ότι δεν ακολουθηθήκαν οι οδηγίες χρήσης. Δεν είναι όμως αυτή η θέση του ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ως αναφέρεται στο νομικό σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Σελίδα 196: «Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής, εξαρτάται από το αν ο Ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος απόδειξης, είναι πιο πιθανή (ή αντίθετη) από εκείνη του αντιδίκου αλλά το κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή εκείνης του αντιδίκου του (Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1(Α) ΑΑΔ 665, Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858).» Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω οι ενάγοντας δεν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία και δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση του περί ελαττωματικότητας της σκάλας είναι πιο πιθανή παρά όχι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η εκδοχή της εναγομένης για το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα απορρίφθηκε. Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο