← Κύπρος

First National Petroleum Corporation ν. OAO Tyumenneftegaz, Αριθμός Γενικής Αίτησης: 175/2022, 17/10/2023

First National Petroleum Corporation ν. OAO Tyumenneftegaz, Αριθμός Γενικής Αίτησης: 175/2022, 17/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Γενικής Αίτησης: 175/2022 (i-Justice) Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979, Ν.84/1979 και Αναφορικά με τoν περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο Ν. 101/1987 και Αναφορικά με την διαιτητική απόφαση που έχει εκδοθεί στις 30 Μαρτίου 2018 στο πλαίσιο της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό V (2015/178) («SCC Arbitration V(2015/178)») και ως έχει διορθωθεί στις 15/04/2018 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης («Arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce»), μεταξύ της First National Petroleum Corporation, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ως Απαιτήτρια και της OAO Tyumenneftegaz, από τη Ρωσία, Καθ' ης η Απαίτηση Μεταξύ: First National Petroleum Corporation, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Αιτήτρια και OAO Tyumenneftegaz, από τη Ρωσία Καθ' ης η Αίτηση 17 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια (στην κυρίως)/Καθ΄ης η Αίτηση (στην παρούσα): κα Αθάνατου δια Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση (στην κυρίως)/Αιτήτρια (στην παρούσα): κ. Δημητρίου δια Χάρης Δ. Δημητρίου & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση της ΟΑΟ Tyumenneftegaz ημερομηνίας 30.11.2023 για παραμερισμό και/ή διαγραφή της κυρίως αίτησης Κυρίως Αίτηση. Προς καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων κρίνω ορθό να ξεκινήσω με μια σύντομη αναφορά στα όσα προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Με την Κυρίως Αίτηση, η First National Petroleum Corporation (στο εξής η «FNP») ζητά όπως εγγραφεί και/ή αναγνωριστεί για σκοπούς εκτέλεσης στην Κύπρο, απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της και εναντίον της OAO Tyumenneftegaz (στο εξής η «TNG») από το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στη Στοκχόλμη (Arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce) στις 30.3.2018 και διορθώθηκε στις 15.4.2018, στα πλαίσια της διεθνούς εμπορικής διαιτησίας με αριθμό V(2015/178) (στο εξής η «Διαιτητική Απόφαση»). Με τη Διαιτητική Απόφαση, η TNG διατάχθηκε να πληρώσει στην FNP ποσό περί τα USD70.000.000 πλέον ποσό περί τις €265.000 ως έξοδα. Η Κυρίως Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 1987, (Ν. 101/1987), στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Διαιτητικών Αποφάσεων και τον κυρωτικό αυτής Νόμο του 1979 (Ν. 84/1979) και στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν. 121(Ι)/2000). Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την FNP. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, η FNP συστάθηκε στις Η.Π.Α., στην πολιτεία του Τέξας, όπου διατηρεί το εγγεγραμμένο της γραφείο. Η TNG είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Ρωσία όπου διατηρεί το γραφείο της. Μοναδική μέτοχος της TNG (σύμφωνα με ηλεκτρονική έρευνα που διενήργησε Αμερικάνικη εταιρεία) είναι η εταιρεία RN Holding AP, στην οποία η Κυπριακή εταιρεία Rosneft International Limited (στο εξής η «Rosneft CΥ») είναι μέτοχος κατά 86% (σύμφωνα με ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της Rosneft CΥ). Με τη σειρά της, η Rosneft CΥ είναι θυγατρική της Ρωσικής εταιρείας PJSC Rosneft Oil Company (στο εξής η «Rosneft RU») που δραστηριοποιείται ανά το παγκόσμιο με ορυκτέλαια και κατέχεται, κατά πλειοψηφία, από την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση περιλαμβάνεται μια αναδρομή στα γεγονότα που οδήγησαν τη διαφορά των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας στην Στοκχόλμη και, τελικά, στην έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι κατόπιν έφεσης της TNG παραμερίστηκε μέρος της απόφασης που αφορούσε επιδικασθέντες τόκους. Σε σχέση με τον τόκο, η FNP προωθεί ξεχωριστή διαιτητική διαδικασία στη Στοκχόλμη η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Παρά την εκκρεμοδικία αυτή, η θέση της FNP είναι ότι το υπόλοιπο μέρος της Διαιτητικής Απόφασης είναι τελεσίδικο και εκτελεστό ενώ κανένα ποσό έχει πληρωθεί από την TNG. Επιδίωξη της FNP, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, είναι η «προσπάθεια της [FNP] να αναγνωρίσει και να εκτελέσει τη Διαιτητική Απόφαση σε διάφορες δικαιοδοσίες στις οποίες υπάρχει πιθανότητα εκτέλεσης και ανάκτησης του μεγάλου οφειλόμενου σε αυτή ποσού από την [TNG]. [Η TNG] είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κυπριακή εταιρεία Rosneft CY που ανήκει στον όμιλο εταιρειών που ανήκουν στη Ρωσική εταιρεία Rosneft RU, η οποία κατέχει, ελέγχει και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας στην Κύπρο τόσο απευθείας όσο και μέσω πολλών θυγατρικών της..[Ε]ίναι πολύ πιθανόν η [TNG] είτε να ήταν μέρος είτε να είναι στο μέλλον σε ενδοομιλικές συναλλαγές που ενδέχεται να συμπεριλάμβαναν ή να συμπεριλαμβάνουν τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων μέσω της Κυπριακής Δημοκρατίας ή να ήταν μέρος σε συναλλαγές βάσει των οποίων δημιουργήθηκαν οφειλές προς την [TNG]. [Η] αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο θα επιτρέψει στην [FNP] να προβεί σε διαβήματα με σκοπό τον εντοπισμό και την εξακρίβωση περιουσιακών στοιχείων της [TNG] εναντίον της οποίας η [FNP] προτίθεται να λάβει μέτρα εκτέλεσης.. [Η FNP] πιστεύει ότι υφίσταται ένας διακανονισμός μεταξύ της [TNG] και της εταιρείας Rosneft RU έτσι ώστε η εταιρεία Rosneft RU να καθίσταται υπόλογη για το οφειλόμενο ποσό προς την [FNP]. Όπως είναι αντιληπτό η εταιρεία Rosneft RU κατέχει μεγάλο αριθμό περιουσιακών στοιχείων στην Κυπριακή Δημοκρατία συμπεριλαμβανομένου και των μετοχών στην εταιρεία Rosneft CY. Ως εκ τούτου η έγκριση της παρούσας αίτησης θα επιτρέψει στην [FNP] να εξακριβώσει τη φύση του εν λόγω διακανονισμού αλλά και να εξερευνήσει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου Rosneft και να προωθήσει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του ομίλου αν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.» Αυτά αναφορικά με τη μαρτυρία που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης, η FNP καταχώρησε και αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια για υποκατάστατη επίδοση της Κυρίως Αίτησης και λοιπών σχετικών δικαστικών εγγράφων, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το παρόν Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, εξέδωσε διάταγμα στις 7.6.2022 (στο εξής το «Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης») με το οποίο διατάχθηκε υποκατάστατη επίδοση προς την TNG. Η FNP επικαλέστηκε αδυναμία φυσικής αποστολής των διαφόρων δικαστικών εγγράφων ένεκα του πολέμου στην Ουκρανία και η επίδοση διατάχθηκε όπως διενεργηθεί με αποστολή των εγγράφων δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς 6 φυσικά πρόσωπα. Περαιτέρω, από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατόπιν σχετικών διαβημάτων είχε δοθεί άδεια στην TNG να εμφανιστεί υπό διαμαρτυρία στη διαδικασία και όπως αίτηση παραμερισμού καταχωρηθεί εντός 60 ημερών από την καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Υπό κρίση Αίτηση. Αφού της δόθηκε άδεια να εμφανιστεί υπό διαμαρτυρία, η πλευρά της TNG προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Με την υπό κρίση Αίτηση η TNG ζητά δύο διατάγματα. Συγκεκριμένα, ζητά: (α) διάταγμα που να παραμερίζει και/ή διαγράφει την Κυρίως Αίτηση «λόγω απουσίας και/ή έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος και/ή locus standi και/ή νομιμοποίησης [της FNP] να εγείρουν την [Κυρίως Αίτηση] και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα [Κυρίως Αίτηση] και/ή λόγω κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών (abuse of process)», και (β) διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει «οποιαδήποτε διαβήματα και/ή αιτήσεις καταχωρήθηκαν από [την FNP] στο πλαίσιο της [Κυρίως Αίτησης] και οι επιδόσεις αυτών, ως εξ υπαρχής άκυρα λόγω απουσίας και/ή έλλειψης locus standi και/ή νομιμοποίησης [της FNP] να εγείρουν και να προωθούν την [Κυρίως Αίτηση] και/ή συνέπεια έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την [Κυρίως Αίτηση] και/ή λόγω κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών (abuse of the Court's process)». Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείου που εκπροσωπεί την TNG. Στην ένορκη δήλωση αναφέρει ότι ο τρόπος επίδοσης που επιτράπηκε με το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης ήταν λανθασμένος γιατί η επίδοση έπρεπε να είχε γίνει με βάση της Σύμβαση της Χάγης, δια την διπλωματικής οδού κατά τις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/

  1. Προσθέτει ότι ο ισχυρισμός της FNP ότι η φυσική παράδοση δικαστικών εγγράφων ήταν αδύνατη ένεκα του πολέμου στην Ουκρανία είναι ατεκμηρίωτος. Παράλληλα σημειώνει ότι τα φυσικά πρόσωπα προς τα οποία διατάχθηκε η επίδοση δια της αποστολής των δικαστικών εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν οι δικηγόροι της TNG, οι οποίοι όμως είχαν ήδη παραιτηθεί από την εκπροσώπηση της όταν δέχτηκαν επίδοση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αναρμόδια να επιληφθούν της Κυρίως Αίτησης γιατί ούτε η FNP ούτε η TNG έχουν την έδρα τους στην Κύπρο και καμία συγκεκριμένη μαρτυρία δόθηκε από την πλευρά της FNP για την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της TNG κατάλληλων ή ικανών προς ενδεχόμενη εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Η FNP έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Με τη σειρά της υποστηρίζει ότι η υποκατάστατη επίδοση έγινε νομότυπα και ορθά. Υποστηρίζει επίσης ότι με την Κυρίως Αίτηση παρουσιάζει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να δικαιούται στην αναγνώριση και εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, την οποία ορκίζεται δικηγόρος από το γραφείο που εκπροσωπεί την FNP, αναλύονται περαιτέρω οι λόγοι ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Είχαν επίσης την ευκαιρία να εξηγήσουν τις θέσεις τους και προφορικά στο Δικαστήριο. Νοείται ότι μελέτησα τα επιχειρήματα τους και την νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Ανάλυση. Σε ότι αφορά την ουσία της Αίτησης, οι αγορεύσεις των συνηγόρων επικεντρώθηκαν σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται ο παραμερισμός της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης και συνοδευτικών εγγράφων. Το δεύτερο αφορά κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο υπέχει δικαιοδοσία να επιληφθεί και να εκδικάσει την Κυρίως Αίτηση. Επίδοση Κυρίως Αίτησης. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος της TNG αναφέρεται εκτενώς στο Διάταγμα Υποκατάστασης Επίδοσης της Κυρίως Αίτησης. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, υποστηρίζει ότι λανθασμένα είχε διαταχθεί επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου γιατί ο ενδεδειγμένος τρόπος επίδοσης ήταν ως προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης, μέσω των αρμοδίων αρχών. Αντίθετη είναι η θέση της συνηγόρου της FNP που θεωρεί ότι υπό τις περιστάσεις η υποκατάστατη επίδοση που διατάχθηκε ήταν ορθή και είχε, ως αποτέλεσμα, να λάβει γνώση η TNG για τη διαδικασία και να εμφανιστεί. Εξέτασα τις θέσεις και των δύο πλευρών, σε συνάρτηση με τα αιτούμενα διατάγματα της παρούσας Αίτησης. Κρίνω ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν μπορεί να εξεταστεί και να διαταχθεί ο παραμερισμός του διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης. Έχω παραθέσει πιο πάνω αυτούσια τα διατάγματα που ζητά η TNG με την παρούσα Αίτηση. Από το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων προκύπτει ότι η ουσιαστική θεραπεία που επιδιώκει η TNG είναι ο παραμερισμός της Κυρίως Αίτησης με την αιτιολογία ότι η FNP δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή locus standi ή ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή λόγω κατάχρησης. Συμπληρωματικά, η TNG ζητά και διάταγμα με το οποίο να παραμερίζονται διαβήματα και αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης ως άκυρα εξ υπαρχής λόγω απουσίας αγώγιμου δικαιώματος, locus standi ή ελλείψει δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την Κυρίως Αίτηση ή λόγω κατάχρησης. Στην Αίτηση, δεν υπάρχει αιτητικό για τον παραμερισμό του Διατάγματος Υποκατάστατης Επίδοσης αφ εαυτού. Δηλαδή, ένεκα της διατύπωσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα που να παραμερίζει μόνο το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης λόγω παρατυπίας ή αντικανονικότητας στην έκδοση του ή για άλλο λόγο που, αυτόνομα, να αφορά το εν λόγω Διάταγμα. Το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης θα μπορούσε να παραμεριστεί μόνο σε περίπτωση που «συμπαρασυρθεί» από τον παραμερισμό της Κυρίως Αίτησης για τους τέσσερις λόγους που επικαλείται η TNG. Ενόψει αυτής της κατάληξης, το ενδεχόμενο παραμερισμού της επίδοσης δεν θα απασχολήσει περαιτέρω και προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται ο παραμερισμός της Κυρίως Αίτησης για τους λόγους που επικαλείται η πλευρά της TNG. Δικαιοδοσία Κυπριακών Δικαστηρίων. Η πλευρά της TNG υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης. Ο συνήγορος της TNG, στην αγόρευση του αναλύει τις πρόνοιες του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου Ν. 121(Ι)/2000 και ειδικότερα στον ορισμό του όρου «δικαστήριο» στις ερμηνευτικές διατάξεις υποστηρίζοντας ότι προϋπόθεση για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι είτε ο αιτητής είτε ο καθ' ου η αίτηση να έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία. Η συνήγορος της FNP, στη δική της αγόρευση, διαφωνεί και υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να εφαρμόσει αποτελεσματικά τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης (Ν. 84/79) και του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/87), που δεν καθορίζει τέτοια προϋπόθεση. Οι δύο συνήγοροι παραπέμπουν σε νομολογία και πρωτόδικες αποφάσεις για να υποστηρίξουν την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Καθοριστικές για την απόφαση μου σε αυτό το ζήτημα είναι οι πρόνοιες του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου Ν. 121(Ι)/
  2. Ο Ν.121(Ι)/2000 είναι μεταγενέστερος της Συνθήκης της Νέας Υόρκης και του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν. 101/
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 121(Ι)/2000, υπό τον τίτλο «Πεδίο Εφαρμογής»: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου.» Το λεκτικό είναι ξεκάθαρο. Οι διατάξεις του Ν. 121(Ι)/2000 εφαρμόζονται σε κάθε διαδικασία όπου επιδιώκεται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση «απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου». Δεν τίθεται θέμα επιλογής, διακριτικής ευχέρειας ή επιλεκτικής εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου. Η εφαρμογή του είναι καθολική, σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται από το δικαστήριο να αναγνωρίσει, εγγράψει ή διατάξει την εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου. Τι συνιστά «απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου» καθορίζεται στο άρθρο 3

(1)του Ν. 121(Ι)/2000, που προβλέπει ότι: «Απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται.» Στην παρούσα περίπτωση από την Κυρίως Αίτηση διαφαίνεται - και δεν αμφισβητείται - ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας της Στοκχόλμης συνιστά «απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου». Αυτό το οποίο ζητά μέσω της Κυρίως Αίτησης η FNP είναι την έκδοση διατάγματος με το οποίο να «εγγράφεται και/ή αναγνωρίζεται και κηρύσσεται ως εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία (ως να ήταν απόφαση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου αυτού) η Διαιτητική Απόφαση». Συνεπώς, το αντικείμενο της Κυρίως Αίτησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 121(Ι)/2000 και η Διαιτητική Απόφαση εμπίπτει στην έννοια της «Απόφασης Αλλοδαπού Δικαστηρίου» για σκοπούς του ιδίου νόμου. Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι η διαδικασία αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης διέπεται από τον Ν. 121(Ι)/2000. Το άρθρο 5 του Ν. 121(Ι)/2000, υπό τον τίτλο «Ακολουθητέα διαδικασία», καθορίζει τη διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α): «5.—
(1)Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: (α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης διά κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ' ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου.» (υπογράμμιση δική μου) Η διαδικασία επομένως ξεκινά με την καταχώρηση στο «δικαστήριο» αίτησης δια κλήσεως. Ο όρος «δικαστήριο» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν. 121(Ι)/2000 ως εξής: ««δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου ο καθ' ου η αίτηση διαμένει και προκειμένου για διαφορές σε οικογενειακές σχέσεις, το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας όπου διαμένει ο καθ' ου η αίτηση. Σε περίπτωση διαμονής του καθ' ου η αίτηση στο εξωτερικό ή σε περίπτωση όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, «δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Οικογενειακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο αιτητής» (υπογράμμιση δική μου) Ο ορισμός του όρου «δικαστήριο» είναι καθοριστικός. Αρμόδιο δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο καθ' ου η αίτηση ή, εάν ο καθ' ου η αίτηση διαμένει στο εξωτερικό, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο αιτητής. Η «διαμονή» είτε του καθ' ου η αίτηση είτε του αιτητή στην Κύπρο είναι ο καθοριστικός παράγοντας και η πηγή της αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτήτρια FNP έχει συσταθεί και εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και η TNG έχει συσταθεί και εδρεύει στη Ρωσία. Καμία μαρτυρία ότι είτε η μια εταιρεία είτε η άλλη διατηρεί γραφείο, παράρτημα ή διαθέτουν κάποια άλλη σταθερή, φυσική παρουσία στην Κύπρο που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως «διαμονή». Με αυτά τα δεδομένα, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να εξετάσουν την Κυρίως Αίτηση. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με διαδικασίες αυτής της φύσης αναλύθηκε από τον έντιμο κ. Παμπαλλή Δ. στην υπόθεση Zhong Lun Law Firm ως διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας STX (Dalian) Shipbuilding Co Ltd v STX Offshore Shipping Co Ltd
(2015)1 ΑΑΔ 297, η οποία αφορούσε διαδικασία certiorari. Αντικείμενο της διαδικασίας ήταν απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε για σκοπούς εκτέλεσης αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και, μεταγενέστερα, διάταγμα μεσεγγύησης που εκδόθηκε προς εκτέλεση. Ο έντιμος κ. Παμπαλλής Δ. καταλήγει στην απόφαση του ως εξής: «Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο τέθηκε ενώπιον μου είναι ότι εκδόθηκε ένα διάταγμα μεσεγγύησης εφαρμόζοντας μια διαιτητική απόφαση η οποία είχε τεθεί προς εκτέλεση δυνάμει των προνοιών του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (121(Ι)/2000). Είχε προταθεί αρχικώς στο πλαίσιο της διαδικασίας για άδεια και επαναληφθεί τώρα ότι αμφότεροι διάδικοι, στην εν λόγω διαδικασία ήταν εταιρείες οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με την Κύπρο, η μια ήταν εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία της Κορέας και η άλλη εγγεγραμμένη στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Υποστηρίχθηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους για τους αιτητές ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πρέπει να εδράζεται στη διαμονή του καθ' ου η αίτηση, εντός της επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταχωρήθηκε η αίτηση. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει απόφαση του Εφετείου που να ερμηνεύει τη συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου 121(Ι)/
  1. Βοήθεια, όπως και στην πρώτη διαδικασία, έχω όμως αντλήσει από δύο αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων που κατά την άποψη μου είναι ορθές. Στην προκείμενη περίπτωση, η απουσία οποιασδήποτε διασύνδεσης των δύο αυτών εταιρειών με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καταδεικνύει έλλειψη δικαιοδοσίας και ουσιαστικά απουσία αρμοδιότητας να επιληφθεί το Δικαστήριο της αίτησης για εγγραφή και στη συνέχεια έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης που καθιστά τη διαδικασία παράνομη.» Αντίστοιχη ήταν η προσέγγιση του έντιμου κ. Παρπαρίνου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση 1339/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ΟΑΟ Baltiyskiy Bank v Artur Vladimirovoc Kirilenko, ημερομηνίας 8.4.
  2. Η απόφαση εκείνη αφορούσε διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων στα πλαίσια αίτησης για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης που είχε εκδοθεί από Ρωσικό Επαρχιακό Δικαστήριο. Αιτήτρια ήταν Ρωσική τράπεζα και καθ' ου η αίτηση ήταν Ρώσος υπήκοος. Η κυρίως αίτηση σε εκείνη την περίπτωση εδραζόταν στον Κυρωτικό της Συνθήκης Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού Δικαίου και Ποινικού Δικαίου Νόμου 1986 (Ν. 172/86) καθώς και στον Ν. 121(Ι)/
  3. Ο έντιμος κ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) αναφέρεται στην ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» στον Ν. 121(Ι)/2000 και καταλήγει στην απόφαση του ότι: «Δεδομένου ότι τόσον η αιτήτρια αλλά και ο καθ' ου η αίτηση διαμένουν εις το εξωτερικό και συγκεκριμένα εις Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας φαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία.» Όμοια ήταν επίσης και η προσέγγιση της έντιμης κας Ψαρά-Μιλτιάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην επίσης πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση 20/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Hepp III Luxembourg Master S.A.R.L. και Central Europe Finance (Holding) S.A. ημερομηνίας 24.9.
  4. Η απόφαση εκείνη αφορούσε διαδικασία παραμερισμού διατάγματος για την αναγνώριση διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Δικαστήριο Διαιτησίας του Παρισιού. Η έντιμη κα Ψαρά-Μιλτιάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) σημειώνει στην απόφαση της ότι ο Ν. 121(Ι)/2000 εφαρμόζεται σε διαδικασίες όπου ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφαση με βάση τον Ν. 84/79 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Όπως εξηγεί στην απόφαση της: «Προκύπτει από το άρθρο 4 του Ν. 121(Ι)/2000 ότι ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού διαιτητικού δικαστηρίου. Για να έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού θα πρέπει η σχετική αίτηση για αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης να αφορά σε απόφαση εν τη εννοία του άρθρου 3 του νόμου και οι καθ' ων η αίτηση να έχουν την κατοικία τους ή την έδρα τους εντός της επαρχίας Λεμεσού, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω. Απεναντίας η μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ήταν ότι και τα δύο διάδικα μέρη (εταιρείες) είχαν την κατοικία τους στο Λουξεμβούργο και όχι στην επαρχία Λεμεσού. Εκτός δηλαδή της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο Νόμος 121(Ι)/2000 ρύθμισε το θέμα της διαδικασίας εγγραφής αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων συμπεριλαμβανομένων και διαιτητικών, καλύπτοντας το κενό το οποίο υπήρχε πριν από τη θέσπιση του και για το οποίο γίνεται αναφορά σε παλαιότερες αποφάσεις. Με τον Νόμο 121(Ι)/2000 και την υποχρεωτική και αποκλειστική εφαρμογή του (άρθρο 4 του Νόμου) δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας όσον αφορά τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης, η οποία επικυρώθηκε με τον Νόμο 84/79 υποχρεωτικά περνούν μέσα από την εφαρμογή των προνοιών του Νόμου 121(Ι)/
  5. [Ο] νόμος είναι καθαρός και δεν βάζει άλλες προϋποθέσεις για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εκτός από την κατοικία οποιουδήποτε των διαδίκων στην Κύπρο (και δη στη Λεμεσό), κάτι που εμφανώς εδώ δεν ισχύει.» Η συνήγορος της FNP έχει παραπέμψει σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις και αποφάσεις του κοινοδικαίου όπου ακολουθήθηκε διαφορετική προσέγγιση από τη δική μου και από την προσέγγιση στις αποφάσεις που παραθέτω πιο πάνω. Με αναφορά σε αυτές, ουσιαστικά, εισηγείται ότι εφόσον η Συνθήκη της Νέας Υόρκης δεν περιλαμβάνει περιορισμό που να αφορά τη διαμονή του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση στην χώρα όπου ζητείται η αναγνώριση ή εκτέλεση της απόφασης, τότε ο Ν. 121(Ι)/2000 πρέπει να ερμηνευτεί με τρόπο που να μην δημιουργεί αντίστοιχο περιορισμό. Όμως, με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι το λεκτικό των διατάξεων του Ν. 121(Ι)/2000 είναι ξεκάθαρο και δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας. Εφόσον η έννοια του λεκτικού είναι ξεκάθαρη δεν παρέχεται η δυνατότητα παρέκκλισης. Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο αιτήτης ή ο καθ' ου η αίτηση. Εάν δεν υπάρχει διαμονή κάποιου από τα μέρη στη Δημοκρατία τότε δεν υπάρχει αρμοδιότητα. Όπως επεξηγήθηκε στην Ιερόπουλου ν Societe Generale Cyprus Limited Employees Provident Fund, πολιτική έφεση 279/2012 ημερομηνίας 15.3.2018: «Αποτελεί βασικό κανόνα ερμηνείας ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθέτημα πρέπει να δίδεται η φυσική και συνηθισμένη έννοια τους (words are to be given their literal meaning). Δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν αυτές είναι σαφείς. Η τελολογική ερμηνεία η οποία αναζητά τον αντικειμενικό σκοπό του νομοθέτη επιτρέπεται στις περιπτώσεις που το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται δεν είναι σαφές.» Μετά τη διαπίστωση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το διάταγμα που επιδιώκει η FNP στην Κυρίως Αίτηση, δεν υπάρχει λόγος αλλά ούτε και αρμοδιότητα πλέον να εξεταστεί οτιδήποτε περαιτέρω. Ένεκα αυτού, άλλα επί μέρους επιχειρήματα της συνηγόρου της FNP δεν θα απασχολήσουν. Κανένα από αυτά, έστω και αν είναι εύλογα ή εύστοχα δεν είναι ικανά να υπερκεράσουν τη διαπίστωση ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της Κυρίως Αίτησης[1]. Κατάληξη. Ενόψει της κατάληξης μου ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να εξετάσουν την Κυρίως Αίτηση, είναι σαφές ότι η Κυρίως Αίτηση δεν μπορεί να αφεθεί να προχωρήσει. Συνεπώς, η Κυρίως Αίτηση παραμερίζεται και απορρίπτεται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και της Κυρίως Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ΟΑΟ Tyumenneftegaz και εναντίον της First National Petroleum Corporation, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διευθυντής των Φυλακών ν Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217, Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.