ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΠΛΑΚΚΗΣ ν. ΦΕΛΜΙΧ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1450/2022, 25/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1450/2022 Μεταξύ: ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΠΛΑΚΚΗΣ Ενάγοντας και
- ΦΕΛΜΙΧ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΛΑΚΚΗΣ
- ELKE EMPORIKH LIMITED
- ΕΛΕΝΑ ΚΕΝΤΙΚΟΥ
- ΜΑΡΙΟΣ ΤΑΣΟΥΡΗΣ
- M. TASOURIS & CO LTD Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόμενων 2, 3 και 4 ημερομηνίας 17.10.2022 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης 25 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2, 3 και 4/Αιτητές: κκ. Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αιτητή: κα Κωνσταντίνου διά Α.Γ. Παφίτης και Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω σε συντομία τα όσα προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.7.
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση») με την οποία ζητούσε την έκδοση διάφορων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων διαταγμάτων για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη (interim receiver) στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και διαταγμάτων τύπου Anton Piller. Η αίτηση εκείνη υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ίδιας ημερομηνίας. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της Κυρίως Αίτησης στους Εναγόμενους. Ο Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εμφανίστηκαν στη διαδικασία και έχουν καταχωρήσει ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο Ενάγοντας με την Κυρίως Αίτηση. Από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, πολύ επιγραμματικά, διαφαίνεται ότι οι θέσεις του Ενάγοντα, από τη μια, και των Εναγόμενων 2, 3 και 4, από την άλλη έχουν ως εξής. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 είναι αδέρφια και η Εναγόμενη 1 εταιρεία ιδρύθηκε το 1982 από τον πατέρα τους ο οποίος, μέχρι τον θάνατο του το 2009, συμμετείχε στη διαχείριση της εταιρείας. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 είναι μέτοχοι κατά 50% έκαστος και διευθυντές της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές. Η Εναγόμενη 4 είναι σύζυγος του Εναγόμενου 2 και η Εναγόμενη 3 εταιρεία η οποία τους ανήκει. Ένεκα διάφορων προσωπικών προστριβών που δεν είναι του παρόντος να εξεταστούν, ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 αποφάσισαν να σταματήσουν τη συνεργασία τους. Οι διαπραγματεύσεις για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων της Εναγόμενης 1 εταιρείας δεν ήταν ομαλές με αποτέλεσμα οι διαπροσωπικές τους σχέσεις να διασαλευτούν περαιτέρω και να υπάρχουν διαφωνίες και προστριβές σε διάφορα θέματα που αφορούν την οικονομική και επιχειρηματική διαχείριση της εταιρείας, το διαμοιρασμό της περιουσίας της και τη διαχείριση των οικονομικών της υποχρεώσεων και εκκρεμοτήτων. Ο Ενάγοντας παραπονείται ότι ο Εναγόμενος 2 μαζί με τη σύζυγο του καταχράστηκαν τη θέση τους στην εταιρεία και εκμεταλλεύτηκαν το πελατολόγιο, τις εργασίες και την καλή της φήμη για δικό τους όφελος. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των Εναγόμενων 2 και
- Αυτοί καταλογίζουν κακοπιστία και αλλότρια κίνητρα στον Ενάγοντα, τον οποίο κατηγορούν ότι έχει παραποιήσει και αποκρύψει γεγονότα σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει τα διατάγματα που ζητά. Αυτά αναφορικά με την Κυρίως Αίτηση. Παρενθετικά σημειώνω ότι Εναγόμενοι 5 και 6 έχουν επίσης εμφανιστεί και καταχωρήσει ένσταση στην Κυρίως Αίτηση όμως η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν τους αφορά, συνεπώς δεν γίνεται αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις και εμπλοκή τους σε αυτό το στάδιο. Προχωρώ στην υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ζητούν να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης που έχουν εγείρει στην Κυρίως Αίτηση. Μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ζητούν άδεια να καταχωρήσουν θέλουν να παρουσιάσουν μαρτυρία για γεγονότα που συνέβησαν μετά την καταχώρηση της ένστασης τους που συνιστούν περαιτέρω απόδειξη, κατά τη θέση τους, της κακοπιστίας και κατάχρησης από πλευράς του Ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, επισυνάπτεται προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ζητούν να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν. Ο Ενάγοντας έχει εγείρει ένσταση. Η δική του θέση είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να δοθεί η αιτούμενη άδεια και, ειδικότερα, δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για τον οποίο να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω, να αναφέρω ότι έχω μελετήσει την υπό κρίση Αίτηση, την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση καθώς και την ένσταση και την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Έχω επίσης μελετήσει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, όπως αυτά προωθήθηκαν από τους συνηγόρους της κάθε πλευράς στις γραπτές αγορεύσεις τους και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Γνωρίζω περαιτέρω τις θέσεις εκατέρωθεν στην Κυρίως Αίτηση. Η εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται από την κάθε πλευρά με την αίτηση και ένσταση όμως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η διακριτική αυτή ευχέρεια του Δικαστηρίου πηγάζει από τη Δ.48 θ.4
(2)η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί στη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται στις κατάλληλες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτητής αποκαλύπτει καλό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να συμπληρώσει τη μαρτυρία του. Τι συνιστά «καλό λόγο» για τους σκοπούς της Δ.48 θ4
(2), δεν είναι κάτι που μπορεί να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό. Είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το αίτημα, τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και την αιτιολόγηση που προβάλλεται από την πλευρά του αιτητή. Επανέρχομαι στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προανέφερα, με την Κυρίως Αίτηση ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και η πλευρά των Εναγόμενων 2, 3 και 4 έχει καταχωρήσει ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις τριών προσώπων. Καθοριστικής σημασίας, είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι ανάγκες της Κυρίως Αίτησης με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να εξεταστεί εάν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4/Αιτητές έχουν καταδείξει «καλό λόγο» ώστε να τους δοθεί άδεια για την καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης τους[2]. Η πλευρά των Εναγόμενων 2, 3 και 4/Αιτητών εξηγεί ότι μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιθυμεί να καταχωρήσει, επιδιώκει να παρουσιάσει γεγονότα μεταγενέστερα της ένστασης της που επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν τη θέση που προβάλλει στην ένσταση της για κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας από τον Ενάγοντα. Αυτό που, έμμεσα, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 επιδιώκουν είναι να παρέχουν περαιτέρω στοιχεία για να πείσουν ότι η δική τους εκδοχή είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έχω την άποψη ότι οι επιδιώξεις αυτές των Εναγόμενων 2, 3 και 4/Αιτητές δεν είναι βοηθητικές για σκοπούς της Κυρίως Αίτησης. Σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με την ουσία της επίδικης διαφοράς, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε διερεύνηση και κατάληξη επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Δεν καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ούτε ευρήματα για γεγονότα. Περιορίζεται αυστηρά να εξετάσει τις θέσεις που προβάλλει η κάθε πλευρά για να αποφασίσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας που δικαιολογούν την παροχή της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας. Εάν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιθυμούν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4/Αιτητές, ελλοχεύει ο κίνδυνος η διαδικασία της Κυρίως Αίτησης να εκτροχιαστεί με την ανταλλαγή διαδοχικών ενόρκων δηλώσεων με συγκρουόμενες αναφορές σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και την ενδεχόμενη υπεράσπιση. Επαναλαμβάνω ότι ο σκοπός και το αντικείμενο της Κυρίως Αίτησης είναι συγκεκριμένα. Η προσέγγιση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της Κυρίως Αίτησης γίνεται με δεδομένους τους περιορισμούς και τα όρια της διαδικασίας εκείνης. Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνω ότι οι επιδιώξεις των Εναγόμενων 2, 3 και 4/Αιτητών με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες της Κυρίως Αίτησης και δεν είναι βοηθητικές για την απόφαση επί της Κυρίως Αίτησης. Συνεπώς, δεν συνιστούν «καλό λόγο» ώστε να δικαιολογείται η παροχή της σχετικής άδειας και η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4
(2)δεν πληρείται. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, σύμφωνα με τον συνήθη κανόνα, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα μετά τη διεκπεραίωση της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [2] Σχετική και η Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο