SCY CAC Limited ν. Σωτηρούλα Παναρέτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4974/16, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4974/16 Μεταξύ: SCY CAC Limited Ενάγουσα - και -
- Σωτηρούλα Παναρέτου
- Βασούλα Παναρέτου Εναγόμενες ---------------------------------- Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Α. Χαραλάμπους Για εναγόμενες: κ. Ε. Ενταφιανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα ζητά οφειλόμενο ποσό δυνάμει συμφωνίας δανείου και εκποίηση υποθήκης που δόθηκε ως εξασφάλιση. Οι εναγόμενες ενάγονται ως πρωτοφειλέτες. Η εναγόμενη 1 ενάγεται και ως ενυπόθηκη οφειλέτιδα. Οι εναγόμενες στην υπεράσπισή τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπέγραψαν τις συμφωνίες και αμφισβητούν το οφειλόμενο ποσό. Ανταπαιτούν αποζημιώσεις και αριθμό δηλωτικών αποφάσεων. Για την ενάγουσα κατέθεσε ο ΜΕ. Οι εναγόμενες δεν πρόσφεραν μαρτυρία. Ο ΜΕ ανέφερε ότι οι εναγόμενες και ο αποβιώσας ΑΠ υπέβαλαν αίτημα στην Emporiki Bank Cyprus Limited για παραχώρηση στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 3). Το αίτημά τους έγινε αποδεκτό (Τεκμήριο 4). Στις 11.3.08 υπεγράφη συμφωνία δανείου για €315.000, με κυμαινόμενο επιτόκιο 3 μηνών Euribor, πλέον περιθώριο 1,75% (Τεκμήριο 5). Η εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία υποθήκης για το ίδιο ποσό (Τεκμήριο 7). Ο λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις. Παρά την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών τον Δεκέμβριο 2010 (Τεκμήριο 8), οι εναγόμενες και ο αποβιώσας δεν συμμορφώθηκαν. Η ενάγουσα έστειλε επιστολές τερματισμού τον Μάιο 2011 απαιτώντας την εξόφληση του δανείου (Τεκμήριο 9). Το 2015 η Emporiki συγχωνεύτηκε με την Alpha Bank δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1). Η τελευταία στη συνέχεια πώλησε το χαρτοφυλάκιό της στην ενάγουσα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικώς. Έλαβα υπόψη μου όσα λέχθηκαν. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Παρακολούθησα τον ΜΕ έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολ. Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20, Πατάτσου ν. Χιλμί κ.ά., Πολ. Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις και τα τεκμήρια (Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 369/14, ημερ. 25.5.22). Ο ΜΕ μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις με πληρότητα. Προσκόμισε σχετικά τεκμήρια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Ουδεμία τάση υπεκφυγής ή καταφυγής στο ψεύδος διαπιστώθηκε. Ουδεμία αντίφαση υπήρξε. Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τις εναγόμενες, παρά μόνο μέσα από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Θέση των εναγόμενων ήταν ότι ο ΜΕ κατέθεσε «υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα υπαλλήλου τρίτης εταιρείας που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας αόριστης και γενικά αναφερόμενης συμφωνίας διαχείρισης, χωρίς εξουσιοδότηση». Με κάθε σεβασμό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι χειρίζεται τις υποθέσεις της ενάγουσας και ότι είναι εξουσιοδοτημένος απ' αυτή να δώσει μαρτυρία (Ρώσσου v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/12, ημερ. 17.12.18). Η αναφορά του ότι είναι υπάλληλος σε τρίτη εταιρεία (Dovalue Cyprus Ltd), στην οποία η ενάγουσα ανέθεσε τη διαχείριση του δανείου, δυνάμει συμφωνίας, δεν επηρεάζει τη μαρτυρία του. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Μ.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. v. Barclays Bank Plc
(2001)1 Α.Α.Δ. 1038: «Κατ' αρχήν για να δοθεί κάποια μαρτυρία δεν απαιτείται εξουσιοδότηση από οιονδήποτε. Οι εφεσίβλητοι, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν την υπόθεσή τους, προσήγαγαν και παρουσίασαν στο Δικαστήριο τη μαρτυρία που διέθεταν. Κάθε μάρτυρας που παρουσιάζεται καταθέτει για τα γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει». Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να προσκομιστεί η συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και Dovalue Cyprus Ltd, ως εισηγείται η πλευρά των εναγόμενων. Πόσω μάλλον εδώ όπου ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΕ. Αναφορά σ' αυτή γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης. Το βάρος απόδειξης της απαίτησης είναι στην ενάγουσα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Κωνσταντάς v. Διέτης κ.ά., Πολιτική Έφεση 289/13, ημερ. 6.11.20). Αν ικανοποιήσει ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, δικαιούται απόφαση (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287). Το (ίδιο) βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης είναι στις εναγόμενες. Εδώ υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Ό,τι απομένει να εξεταστεί, αφού δεν διαπιστώνονται δυσκολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του ΜΕ, είναι αν τα γεγονότα αποδεικνύουν την απαίτηση στον αναγκαίο βαθμό (Χρίστου v. Γεωργίου, Πολιτική Έφεση 158/13, ημερ. 26.10.22). Θέση των εναγόμενων, στη γραπτή αγόρευσή τους, ήταν ότι η ενάγουσα είναι άγνωστη: «Κατ' αρχάς, οι "ενάγοντες", όποιοι κι αν είναι αυτοί.». Με κάθε σεβασμό, ενάγουσα είναι η SCY CAC Limited. Η μαρτυρία του ΜΕ ήταν εκτενής αναφορικά με το καθεστώς της ενάγουσας (Έγγραφο Α, παρ. 4-6). Πέραν τούτου, στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει η ειδοποίηση μετονομασίας της ενάγουσας, κατατεθείσα στο Πρωτοκολλητείο με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο (Ν.169(Ι)/15). Θέση των εναγόμενων ήταν ότι η συμφωνία συγχώνευσης μεταξύ Alpha Bank και ενάγουσας θα έπρεπε να είχε προσκομιστεί, αλλά και να δικογραφηθεί. Με κάθε σεβασμό, η συμφωνία δεν χρειαζόταν να προσκομιστεί (Lextalionis Investments Ltd κ.ά. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833), ούτε να δικογραφηθεί (Goodvalue (ανωτέρω)). Ο νομοθέτης στον Ν.169(Ι)/15 προνόησε ότι με τη γνωστοποίηση της συγχώνευσης ο αγοραστής υποκαθιστά «αυτόματα» τον εκχωρητή και οποιαδήποτε αναφορά σε έγγραφο στον εκχωρητή, θα διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή (άρθρο 18). Θέση των εναγόμενων ήταν ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Emporiki Bank Cyprus Ltd και η Alpha Bank Cyprus Ltd είχαν άδεια να ασκούν τραπεζικές εργασίες. Η πρώτη παραχώρησε -σύμφωνα με την ενάγουσα- το δάνειο στις εναγόμενες και ακολούθως συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1). Με κάθε σεβασμό, ο ΜΕ, η μαρτυρία του οποίου κρίθηκε αξιόπιστη, ανέφερε ότι αμφότερες έχουν σχετική άδεια. Δεν χρειαζόταν, υπό τις περιστάσεις, να προσκομιστεί οτιδήποτε περαιτέρω. Προχωρώ να εξετάσω την ουσία της αγωγής. Αναφορικά με την υπογραφή των συμφωνιών, οι εναγόμενες στην υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι ουδέποτε τις υπέγραψαν (παρ. 2(β)). Η θέση αυτή υποβλήθηκε κατ' επανάληψη στον ΜΕ όταν αντεξεταζόταν. Οι εναγόμενες, στην τελική αγόρευσή τους, εισηγήθηκαν ότι η ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης υπογραφής των συμφωνιών. Η ενάγουσα, στη δική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους των εναγόμενων. Το βάρος απόδειξης υπογραφής των συμφωνιών είναι στους ώμους του διάδικου που τις επικαλείται (Γεωργίου v. Κληρίδη κ.ά., Πολιτική Έφεση 452/11, ημερ. 16.11.21, Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676). Οι εναγόμενες αρνήθηκαν την υπογραφή των συμφωνιών. Εναπόκειτο στην ενάγουσα να προσκομίσει μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε τον εν λόγω ισχυρισμό. Το θέμα εξετάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, την οποία επικαλείται η πλευρά των εναγόμενων. Εκεί, οι εναγόμενοι, εγγυητές σε συμφωνία ενοικιαγοράς, αρνήθηκαν στην υπεράσπισή τους ότι υπέγραψαν και ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι η υπογραφή τους πλαστογραφήθηκε. Ο μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε τη γραπτή συμφωνία. Θέση της ενάγουσας ήταν ότι με την κατάθεση της συμφωνίας δεν χρειαζόταν να αποδείξει οτιδήποτε άλλο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή. Τόνισε ότι, από τη στιγμή που οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την υπογραφή της συμφωνίας, η κατάθεση του εγγράφου χωρίς ένσταση (η ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητείτο) και η μη αντεξέταση του μάρτυρα δεν αποδείκνυαν από μόνα τους την υπογραφή της. Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε χρόνια αργότερα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Σαλούμη
(2006)1 Α.Α.Δ. 134. Εκεί, η ενάγουσα ήγειρε αγωγή εναντίον των εναγόμενων ως πρωτοφειλέτη και εγγυητή σε συμφωνία δανείου. Οι εναγόμενοι στη συνοπτική υπεράσπισή τους αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Στην ακροαματική διαδικασία κατέθεσε εκ μέρους της ενάγουσας μία μάρτυρας. Οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν μαρτυρία. Η μάρτυρας προσκόμισε τη συμφωνία, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Στην αντεξέταση αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους η σχέση τους με την ενάγουσα. Η μάρτυρας δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε η συμφωνία. Η αγωγή απορρίφθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, συμφώνησε με την πρωτόδικη απόφαση, τονίζοντας ότι η μάρτυρας της ενάγουσας, αν και αξιόπιστη, δεν είχε ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση και δεν μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία που να αποδείκνυε ότι η συμφωνία υπογράφτηκε από τους εναγόμενους. Μελέτησα με προσοχή την εδώ προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο ΜΕ ήταν ειλικρινής. Ουδέποτε γνώρισε τις εναγόμενες. Τις γνωρίζει, όπως ανέφερε με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, μόνο μέσα από τα έγγραφα που κατέχει. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε, όπως και στη Σαλούμη (ανωτέρω), ήταν αξιόπιστη, ανεπαρκής όμως για να στοιχειοθετήσει την υπογραφή των συμφωνιών από τις εναγόμενες. Η χωρίς ένσταση κατάθεση των εγγράφων, όπως έγινε και στην Autospares (ανωτέρω), δεν διαφοροποιεί το βάρος απόδειξης. Ομοίως, το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν εντόπισε στον φάκελο της ενάγουσας «οποιοδήποτε αίτημα από τους πελάτες ότι με δόλιο τρόπο υπέγραψαν τα έγγραφα ή πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές τους» δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το βάρος απόδειξης. Ουδέποτε ήταν η θέση των εναγόμενων, είτε δικογραφημένη είτε μέσω υποβολών, ότι η υπογραφή τους πλαστογραφήθηκε. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ως προς τις συνθήκες υπογραφής. Εν ολίγοις, επαφίετο στην ενάγουσα να προσκομίσει επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει ότι οι εναγόμενες υπέγραψαν τις συμφωνίες. Δεν το έπραξε. Η διαπίστωση αυτή καθιστά την απαίτηση έκθετη σε απόρριψη. Παρενθετικά, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω τα εξής: Πρώτο, ο τερματισμός, αν αποδεικνυόταν ότι οι εναγόμενες υπέγραψαν τις συμφωνίες, ήταν νόμιμος. Η συμφωνία δανείου προνοούσε ότι, όταν ζητηθεί από την ενάγουσα, το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο αμέσως ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο (Τεκμήριο 5, παρ. 2). Η συμφωνία υποθήκης προνοούσε ότι το ποσό της υποθήκης θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση (Τεκμήριο 7). Η ενάγουσα στις 24.5.11, με επιστολές προς τις εναγόμενες και τον αποβιώσαντα, προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας, ζητώντας την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού (Τεκμήριο 9). Οι επιστολές στάλθηκαν με ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που έδωσαν οι εναγόμενες. Δεν επιστράφηκαν. Επιστολές που δεν επιστρέφονται στον αποστολέα θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (Χριστοδούλου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 294/12, ημερ. 18.6.19). Δεύτερο, η ενάγουσα προσκόμισε αναδομημένες καταστάσεις, ως η συνήθης πρακτική (Καραγιάννη v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 70/14, ημερ. 17.11.21). Οι αναδομημένες καταστάσεις δεν προσφέρουν οτιδήποτε στην απαίτηση της ενάγουσας. Σ' αυτές εμπεριέχονται, όπως ανέφερε ο ΜΕ, περιθώριο 4%, τόκο υπερημερίας 1,75% και κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως. Το περιθώριο όμως, ο τόκος υπερημερίας και η κεφαλαιοποίηση δεν προνοούνται στη συμφωνία (Τεκμήριο 5). Οι εν λόγω χρεώσεις κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων αποσύρθηκαν (ορθώς) από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας και αυτό είναι προς τιμήν της. Η απαίτηση περιορίστηκε στο ποσό του δανείου, πλέον συμβατικό τόκο (3 μηνών Euribor και περιθώριο 1,75%) με διαιρέτη 365 ημερών, αφαιρουμένων των πιστώσεων (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Επίσημου Παραλήπτη, Πολιτική Έφεση 246/13, ημερ. 11.12.19). Τρίτο, δεν εντοπίζεται καταχρηστικός όρος, τον οποίο η ενάγουσα επιθυμεί να εφαρμόσει. Αντίθετα, η ενάγουσα στο στάδιο των αγορεύσεων περιόρισε την απαίτησή της μόνο στον συμβατικό τόκο. Σε κάθε περίπτωση, από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν συναλλάχθηκε «με καλή πίστη» με τις εναγόμενες, στοιχείο απαραίτητο για να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρηστικού όρου (Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2016)1Β Α.Α.Δ 1487). Αυτά θα είχαν εφαρμογή αν αποδεικνυόταν η υπογραφή των συμφωνιών. Η απαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της απαίτησης, αφού δεν εντοπίζεται λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, οι εναγόμενες ζητούν με 17 αιτητικά γενικές, αυξημένες, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και δηλωτικές αποφάσεις. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, αμελείς και ψευδείς δηλώσεις της ενάγουσας, παραβάσεις ευρωπαϊκής και κυπριακής νομοθεσίας και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραβάσεις του «Κώδικα Συμπεριφοράς» και θέσμιου καθήκοντος, την «παράνομη φύση των ισχυριζόμενων συμφωνιών», αθέμιτο πλουτισμό και αισχροκέρδεια από πλευράς της ενάγουσας. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να τεκμηριώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, αφού δεν εντοπίζεται λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο