← Κύπρος

Α. Β. ν. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αγωγή Αρ.: 7239/2014, 13/10/2023

Α. Β. ν. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αγωγή Αρ.: 7239/2014, 13/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 7239/2014 Μεταξύ: Α. Β. Ενάγοντα -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία
  2. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  3. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια μέσω της Εκκαθαρίστριας Άντρης Αντωνιάδου
  4. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.01.2020 Α. Β. Ενάγοντα -και-
  5. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία
  6. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  7. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια μέσω του Ειδικού Διαχειριστού αυτής
  8. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενων Αίτηση ημ. 18/11/2022 για επαναφορά της Αγωγής Ημερομηνία: 13/10/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα Αιτητή: κα. Σολοκίδου Για Εναγόμενη 4 Καθ' ης η αίτηση : κα. Χ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 1/11/2022, η αγωγή αποσύρθηκε για την Εναγόμενη 4 Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση») με την εξής δήλωση της συνηγόρου του Ενάγοντα Αιτητή (στο εξής «ο Αιτητής»): «Για την Εναγόμενη 4 αποσύρεται ανεπιφύλακτα (η αγωγή) και κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της». Με αυτή τη δήλωση συμφώνησε η συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει με την εξής αναφορά: «Η Αγωγή για την Εναγόμενη 4 αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα και κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της». Με την υπό εξέταση αίτηση ο Αιτητής επιζητεί διάταγμα με το οποίο να επαναφέρεται η αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 1/11/
  9. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Διαταγές 17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33 Θ.Θ. 1,2,4 και 5, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,3,4,7,8 και 9 και Δ.65, αλλά και το άρθρο 30

(3)του Συντάγματος. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της κ. Ιωάννας Κοτζιάπασιη. Ήταν η ίδια που προέβη στην πιο πάνω δήλωση απόσυρσης της αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση την 1/11/2022. Αναφέρει ότι αυτό έγινε εκ παραδρομής, αφού κάποιες υποθέσεις πράγματι αποσύρονται εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, αλλά όχι και η παρούσα. Ο Αιτητής ουδεμία ευθύνη έχει για την απόσυρση, ούτε είχε δώσει σχετικές οδηγίες. Είναι συνταγματικό του δικαίωμα, υποστηρίζει, να ακουστεί η υπόθεση του. Η Καθ' ης η αίτηση συνοψίζει την ένσταση της στα ακόλουθα: Η αίτηση είναι παράτυπη και ανεπίτρεπτή, αφού δεν στηρίζεται σε έγκυρο δικονομικό διάβημα, πάντα με τα ιδιαίτερα περιστατικά εν προκειμένω. Δεν προνοείται δηλαδή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας επαναφορά αγωγής στην περίπτωση όπου αυτή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα. Η νομική βάση της αίτησης και οι επικαλούμενοι Κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και δεν στοιχειοθετούν το αναγκαίο νομικό πλαίσιο και υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με τα αξιούμενα διατάγματα προσβάλλεται η αρχή της τελεσιδικίας, ειδικά εδώ όπου ο Αιτητής ανεπιφύλακτα απέσυρε την αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, δεδομένο που γεννά και δεδικασμένο. Τούτο αποτελεί και κώλυμα εκ συμπεριφοράς, αφού οι δηλώσεις του δικηγόρου του, δεσμεύουν τον Αιτητή. Τέλος ακόμα και στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν εμφαίνεται ή γεννάται λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των διαταγμάτων. Τούτα, περιέχονται στους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση, Λειτουργού της Καθ' ης η αίτηση, που την συνοδεύει, αλλά και προωθήθηκαν τελικώς μέσω των αγορεύσεων. Οι συνήγοροι των μερών με τις αγορεύσεις που απέστειλαν στο Δικαστήριο, υποστήριξαν τα σχετικά τους επιχειρήματα και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο. Συμφωνώ με την θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης, δεν μπορεί να υποστηρίξει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με τα δεδομένα της παρούσας. Συγκεκριμένα, η Δ.17 Θ10 αφορά περιπτώσεις επαναφοράς απόφασης χωρίς να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, η Δ.26 Θ.14 αφορά επαναφορά απόφασης λόγω μη καταχώρησης δικογράφου υπεράσπισης και η Δ.33 ασχολείται με αποφάσεις που εκδίδονται λόγω αποτυχίας διάδικου να εμφανιστεί στη διαδικασία. Ούτε οι λοιπές αναφορές σε θεσμούς παρέχουν δικαιοδοτικό πλαίσιο επαναφοράς αγωγής που αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα με ρητή δήλωση, συμφώνως των διαδίκων. Οι θεσμοί λοιπόν προβλέπουν επαναφορά διαδικασιών, μόνο όταν το επιγενόμενο αποτέλεσμα επέλθει στην απουσία διαδίκου και όχι όταν αυτός εμφανιστεί και μάλιστα δηλώσει το αποτέλεσμα που επιθυμεί να έχει η αγωγή του. Έτσι αφενός η νομική βάση που τίθεται στην Αίτηση, τουλάχιστον σε σχέση με τους εκεί αναφερόμενους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και αφετέρου το τι σκοπείται με την αίτηση, δεν βρίσκει έρεισμα στους εν λόγω Θεσμούς. Φρονώ ότι τούτη η μη πρόβλεψη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, σε σχέση με επαναφορά υπόθεσης που αποσύρθηκε εκ συμφώνου, έχει συγκεκριμένη εξήγηση. Εν πρώτοις ρητώς η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι δεν παρέχεται τέτοιο διάβημα. Όπως εύστοχα παρέπεμψε η κα. Στυλιανού, στην Παναγιώτης Παμπορίδης ν Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 8377,
(1995)1 ΑΑΔ 670, διαβάζουμε ότι: «Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο.» Ο λόγος της Παμπορίδης επαναλήφθηκε στην Γαβριήλ Ανδρέας Γιάννη κ.α. ν Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868, με την ρητή αναφορά ότι: «η εγκατάλειψη αγωγής και η κατά συνέπεια απόρριψή της, γεννά δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας.» Στο σύγγραμμα Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata, 4η έκδοση, σελ. 20, ρητώς αναφέρεται ότι απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται με συγκατάθεση, δημιουργεί δεδικασμένο. Επομένως στη βάση των ως άνω δεν θα μπορούσε να επαναφερθεί η αγωγή και να εκδικαστεί εφόσον υφίσταται δεδικασμένο σε σχέση με την διαφορά αυτή, έχει σφραγιστεί η τελεσιδικία της. Εν πάση όμως περιπτώσει η νομολογία επιτάσσει ότι η έκταση της εξουσίας του δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία ώστε να έχει και τη δυνατότητα να συμβιβάζει την υπόθεση του πελάτη του. Και περιλαμβάνει την ήσσονα εξουσία να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης, που δεσμεύουν τον πελάτη (Σοφοκλέους Ανδρέας ν. Κωστάκη Ταβελούδη και Άλλου
(2002)1 ΑΑΔ 92). Όπως τονίστηκε, δε, στην Bαρδιάνος Πάνος Π. ν. Edwin John Thomas Richards
(1998)1 ΑΑΔ 698, διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Στην Κυριάκου Φυρίλλα ν. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε131/2020, 26/10/2022 επαναλήφθηκε η αρχή ότι η επαναφορά μπορεί να επιτραπεί σε περιπτώσεις όπου αντικειμενικοί παράγοντες, αν και δεν απολήγουν σε «πέραν των δυνάμεων» κατάσταση, εντούτοις απολήγουν σε τέτοια αποδυνάμωση του δικηγόρου, ο οποίος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ό,τι απαιτείτο. Εν προκειμένω αν και δεν αναφέρεται ρητώς από τον Αιτητή, εκείνο που επιδιώκεται είναι να καταδειχθεί ότι εκ λάθους εκ παραδρομής προέβη σε δήλωση με την οποία αποσύρθηκε η αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Τούτη η δήλωση όμως αφενός ήταν δεσμευτική για τον Αιτητή και αφετέρου δεν μπορεί να αποτελέσει βάθρο αναγέννησης της διαδικασίας. Δεν υπήρξε, ή έστω δεν αναφέρεται ποιος ήταν εκείνος ο παράγοντας που αποδυνάμωσε την συνήγορο του Αιτητή σε τέτοιο σημείο που να μην μπορεί να ανταποκριθεί. Προσθέτω ότι δεν καταδείχθηκε, δεν αναφέρθηκε καν η διεργασία, το τι έγινε λάθος, ποια ήταν η παραδρομή, η οποία επεσυνέβη για να αποσυρθεί μια αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Η φτωχή αναφορά σε εκ παραδρομής απόσυρση, με κάθε σεβασμό αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αναβίωση μιας διαδικασίας, εις βάρος της αρχής της τελεσιδικίας (βλ. και Κληρίδης Φοίβος και Άλλος ν. Άννας Χρυσάφη και Άλλης
(2002)1 ΑΑΔ 699). Τολμώ να προσθέσω ότι τούτη η αρχή καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική. Παρέχει ασφάλεια δικαίου, αποτρέπει παλινωδίες, το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν επιτρέπει αναβίωση ολοκληρωμένων διαδικασιών πέραν συγκεκριμένων περιστάσεων. Τέτοια περίσταση, δεν θα μπορούσε φυσικά να αποτελεί η εκ παραδρομής απόσυρση υποθέσεως και μάλιστα ανεπιφύλακτα, με την ισχύ που έχει μια τέτοια δήλωση. Έστω όμως ότι κατάφερνε η παρούσα αίτηση να υπερκεράσει τα ως άνω ζητήματα και πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Ακόμα και αν εφαρμοζόταν κατ' αναλογία μια από τις διαταγές 17 Θ. 10, 26 Θ. 14 ή 33, πάλι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που να επιτρέπουν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επ' ουδενί δεν καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ως απαιτείται για την επαναφορά αγωγών, στη βάση των ως άνω θεσμών. Η μόνη αναφορά που γίνεται προς τούτο είναι στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ήτοι ότι «ο Ενάγοντας έχει πολύ καλήν υπόθεση αναφορικά με την Εναγόμενη 4». Η νομολογία όμως καταδεικνύει αυτή η αναφορά δεν μπορεί να κριθεί επαρκής. Στην Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, επικυρώθηκε η απόφανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του αντιδίκου του. Εδώ δεν παρουσιάζεται καν η υπόθεση του Αιτητή, πόσω μάλλον ότι αυτή είναι πολύ καλή, όπως υποστηρίζεται. Τέλος, σχετικά με την αναφορά στο συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή να ακουστεί από το Δικαστήριο αρκεί να παραπέμψω στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μάγιας Δημήτροβα Στεφάνου και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 710, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το μόνο που απομένει να εξετάσουμε, είναι κατά πόσον η τυχόν μη επαναφορά της έφεσης, θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί. Κατά την άποψή μας, δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, παρασχέθηκε κάθε ευκαιρία στους Αιτητές-Εφεσείοντες να τροποποιήσουν τον τίτλο της έφεσης τους και να προωθήσουν τις θέσεις τους έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως δεν το έπραξαν. Καμιά από τις εξηγήσεις που δόθηκαν μπορούν να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους. Οι ίδιοι με τις ενέργειες τους συνέτειναν στο να εξανεμίσουν τα δικαιώματά τους.» Αναλόγως και στην υπό εξέταση περίπτωση. Η ίδια η συνήγορος του Αιτητή, αποφάσισε να αποσύρει την αγωγή και μάλιστα ανεπιφύλακτα, με όλες τις συνέπειες που αυτή η δήλωση φέρει και εξηγήθηκαν παραπάνω. Καμιά εξήγηση δεν δόθηκε γιατί έλαβε χώρα αυτή η δήλωση. Μια τέτοια δήλωση, πριν γίνει, ειδικά αν κάποιος έχει καλή υπόθεση, όπως υποστηρίζει ο Αιτητής, θα πρέπει να λάβει χώρα ιδιαίτερη περίσκεψη. Τέτοιες δηλώσεις θα πρέπει να γίνονται με σύνεση και αφού προηγηθεί προβληματισμός, γιατί ακριβώς αποτελούν παραίτηση από δικαίωμα και μάλιστα ρητή και ανεπιφύλακτη. Σημειώνεται ότι η παραίτηση από το δικαίωμα αυτό δεν αντίκειται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη όπως παρέχεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Deweer ν. Bελγίου, 6903/75, 27/02/1980, παρ. 49). Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση καταβλητέα αμέσως. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.