Asters Limited Liability Company ν. Laona Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 6213/14, 20/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 6213/14 ΜΕΤΑΞΥ: Asters Limited Liability Company Ενάγοντες -και- Laona Public Company Limited Εναγόμενοι Ημερομηνία: 20/10/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Στρόππος Για Εναγόμενους: κα. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες επιζητούν να τους επιδικαστεί ποσό €25.000 για νομικές υπηρεσίες που πρόσφεραν στους Εναγόμενους. Στην Υπεράσπιση του οι Εναγόμενοι αρνούνται την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης αναδείχθηκε ότι θέση των Εναγόμενων είναι ότι η συμφωνία έλαβε χώρα με θυγατρική τους εταιρεία, αλλά όχι στους ίδιους. Τούτη είναι η ουσία της επίδικης διαφοράς. Πέραν της επ' ακροατηρίω μαρτυρίας ενός μάρτυρα για κάθε πλευρά, η ανάλυση και αξιολόγηση του πλήθους της αλληλογραφίας των μερών και των λοιπόν τεκμηρίων είναι που θα οδηγήσει σε ευρήματα, ως προς τα επίδικα. Η Έκθεση Απαίτησης αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στην Ουκρανία, ενώ οι Εναγόμενοι είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν την παροχή υπηρεσιών από τους Ενάγοντες και οι τελευταίοι συμφώνησαν να παρέχουν υπηρεσίες έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής. Διαζευκτικά τίθεται ότι η συμφωνία ήταν προφορική ή γραπτή ή εν μέρει προφορική και γραπτή. Οι Ενάγοντες παρείχαν τις αιτούμενες υπηρεσίες, εξέδωσαν τιμολόγιο στους Εναγόμενους, έγιναν αποδεκτές οι χρεώσεις τους, αλλά δεν εξοφλήθηκε το τιμολόγιο. Ειδοποίησαν σχετικά τους Εναγόμενους αλλά αυτοί ουδέποτε εξόφλησαν το τιμολόγιο που αφορά τις υπηρεσίες των Εναγόντων, ύψους €25.
- Έτσι επιζητούν το εν λόγω ποσό δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας, όπως και τόκο 9% ετησίως. Οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους απορρίπτουν τις θέσεις των Εναγόντων και δικογραφούν ότι ουδέποτε αιτήθηκαν την παροχή οιονδήποτε υπηρεσιών, δεν συνήψαν καμία σχετική συμφωνία για παροχή υπηρεσιών και ούτε έλαβαν τέτοιες. Ουδέποτε δε αναγνώρισαν το όποιο χρέος. Μόνος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων ήταν ο Andrii Pozhydaiev (ΜΕ). Είναι Ουκρανικής καταγωγής έτσι η γραπτή δήλωση του Έγγραφο Α, συντάχθηκε στη μητρική του γλώσσα, ενώ κατατέθηκε σχετική ελληνική μετάφραση, Έγγραφο Α
- Εκεί αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των επίδικων, αφού τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. Κατέθεσε έγγραφα που δεικνύουν τους Διευθυντές των Εναγομένων. Τον επίδικο χρόνο ένας εκ των διευθυντών των Εναγομένων ήταν και ο Peter Kratz (βλ. Τεκμήριο 2). Την 15/4/2014 έλαβαν αίτημα για να εξετάσουν την εκκαθάριση της Εταιρείας Alba Ukraine (στο εξής η «Alba»). Το αίτημα στάλθηκε από τον Brian Dublin και σχετική αλληλογραφία του με τους Ενάγοντες έγινε Τεκμήριο
- Επί του Τεκμηρίου 4, σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 17/4/2014 και ώρα 09:38, φαίνεται ο Dublin να ρωτά τον εκπρόσωπο των Εναγόντων αν θα ήταν καλύτερα να χρεωθεί η μητρική εταιρεία της Αlba, με τον αποδέκτη του μηνύματος να απαντά ότι αυτό θα ήταν προτιμότερο. Στο Τεκμήριο 5, δε, ο Dublin με ηλεκτρονικό του μήνυμα την 17/4/2014 και ώρα 10:05, μισή περίπου ώρα δηλαδή μετά το προηγούμενο του ηλεκτρονικό μήνυμα, συστήνει στους Ενάγοντες τις υπεύθυνες για τα οικονομικά ζητήματα της Alba και τις ενημερώνει ότι προτείνετε να υπογραφεί η συμφωνία με τους Εναγόμενους και θα πρέπει να βρουν ποιος θα υπογράψει εκ μέρους τους. Μοναδικός μέτοχος της Alba προκύπτει να ήταν τον επίδικο χρόνο οι Εναγόμενοι (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Την 22/4/2014 έγινε συνάντηση σε σχέση με τις υπηρεσίες που συμφωνήθηκα να παρέχουν οι Ενάγοντες. Παρόντες ήταν τόσο ο Brian Dublin όσο και o Peter Kratz. Αμφότεροι αναφέρονται στα πρακτικά της συνάντησης, Τεκμήριο 8 ως εκπρόσωποι των Εναγόμενων και της Alba. H γνωμάτευση που ζητήθηκε από τους Ενάγοντες στάλθηκε από συνάδελφο του ΜΕ την 22/4/2014 (βλ. Τεκμήριο 10), ενώ το επίδικο τιμολόγιο προς του Εναγόμενους στάλθηκε την 23/4/2014 (Τεκμήριο 11). Ο Peter Kratz, είχε στείλει σχετική εισήγηση την 23/4/2023 για να απαντηθεί από τους Ενάγοντες την ίδια μέρα (Τεκμήριο 12). Την 24/4/2014 ο Brian Dublin ενημέρωσε ότι αποχώρησε από την Alba (Τεκμήριο 13). Από την αλληλογραφία του Τεκμηρίου 14 προκύπτει ότι ο Peter Kratz απέστειλε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/4/2014 και ώρα 11:12 προς τους Ενάγοντες, αναφέροντας ότι δεν ήταν ενήμερος για τη διευθέτηση στην οποία προέβη ο Dublin. Μάλιστα ανέφερε ότι δεν υπέγραψε κάποια συμφωνία ούτε είχε δει κάποιο ηλεκτρονικό μήνυμα. Θα μιλούσε με τον Brian Dublin και θα προωθούσε το θέμα, ενώ ζήτησε λεπτομέρειες για τον χρόνο που εργάστηκαν οι Ενάγοντες και τη σχετική χρέωση. Σε νέο του ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 5/5/2014 ο Peter Kratz ζητεί την αποστολή του τιμολογίου σε υπαλλήλους της Alba. Σχετικό τιμολόγιο και περιγραφή των παρεχόμενων υπηρεσιών στάλθηκαν την 6/5/
- Στο Τεκμήριο 16 ο Brian Dublin την 20/10/2015 απαντά σε σχετικά ερωτήματα των Εναγόντων αναφέροντας ότι πράγματι αποτάθηκαν στους Ενάγοντες για συμβουλές ως προς την εκκαθάρισης της θυγατρικής εταιρείας των Εναγομένων, έγινε σχετική συνάντηση και ανέφερε ότι είχε εγκριθεί πληρωμή μέρους του τιμολογίου αλλά σταμάτησε με οδηγίες νέων μετόχων. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ απάντησε ότι η εντύπωση που άφησε ο Brian Dublin ήταν ότι εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους και την Alba. Λαμβάνοντας υπόψη τη συμμετοχή τόσο στις διαπραγματεύσεις όσο και στην αλληλογραφία του Kratz και τη φύση των ερωτημάτων που τέθηκαν, κατανόησαν ότι το αίτημα για προσφορά συγκεκριμένων υπηρεσιών υποβαλλόταν από τους μετόχους της εταιρείας. Όσον αφορά δε την πληρωμή, τόσο η Alba όσο και οι Eναγόμενοι έχουν επιβεβαιώσει και αποδεχθεί τόσο το ποσό των €25.000 όσο και το γεγονός ότι το τιμολόγιο θα πληρωνόταν από τους Eναγόμενους, γεγονός το οποίο στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από τον Brian Dublin στην αλληλογραφία του. Τούτη ήταν η κύρια θέση του μάρτυρα σε σχέση με τα επίδικα. Του υποβλήθηκε ότι είναι η Alba που ζήτησε και έλαβε υπηρεσίες, για να απαντήσει ότι αρχικά στάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα από την εν λόγω εταιρεία αλλά στη συνέχεια συμφωνήθηκε η τιμολόγηση των Εναγόμενων. Θα ήταν παράλογη η συμμετοχή του Kratz στις διαπραγματεύσεις αν η συμφωνία ήταν με την Alba και όχι του Εναγόμενους υποστήριξε, γι' αυτό ο Peter Kratz είχε προτείνει την δημιουργία Alba 2 (βλ. Τεκμήριο 12), για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της μητρικής εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει η πεποίθηση του σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην αλληλογραφία ήταν ότι ο Brian Dublin είχε εξουσιοδότηση να ενεργεί για τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα να προτείνει την χρέωση τους σε σχέση με τις προτεινόμενες υπηρεσίες. Του τέθηκε η θέση ότι ο Peter Kratz έλαβε μέρος στη συνάντηση (βλ. Τεκμήριο 8), γιατί είχε τεθεί θέμα εμπλοκής των Εναγόμενων. Διαφώνησε αναφέροντας ότι το εν λόγω πρόσωπο ήθελε να διατηρήσει τις δραστηριότητες της Alba, γι' αυτό κρίθηκε ότι εκπροσωπούσε και τις δύο, όπως και ο Brian Dublin. Δεν υπογράφηκε ποτέ καμία γραπτή συμφωνία. Του υποδείχθηκε μεταγενέστερο τιμολόγιο ημερομηνίας 6/5/2014 (Τεκμήριο 17) στο όνομα της Alba για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν οι Ενάγοντες. Εξήγησε ότι αυτό έγινε για φορολογικούς λόγους. Ουδέποτε αρνήθηκαν οι Εναγόμενοι ότι προσφέρθηκαν υπηρεσίες, ενώ είπε ότι είναι σίγουρος ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 11 στάλθηκε στους Εναγόμενους και υπήρξαν αρκετές οχλήσεις για την πληρωμή του ακόμα και στον Peter Kratz. Μοναδική μάρτυρας των Εναγομένων, η Tetiana Harbuzova (ΜΥ), ανέφερε ότι εργάζεται στην Alba από το
- Είναι προϊστάμενη του νομικού τμήματος και o Brian Dublin ήταν ο άμεσα προϊστάμενος της. Κατέθεσε το Τεκμήριο 17, το οποίο προηγουμένως υπήρξε Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, τιμολόγιο ημερομηνίας 6/5/2014 από τους Ενάγοντες προς την Alba. Αντεξεταζόμενη η MY ναι μεν είπε ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να αμφισβητήσει τα όσα αναφέρονται στα ηλεκτρονικά μηνύματα από τον Brian Dublin, αλλά στη συνέχεια επέμεινε ότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να δρα εκ μέρους των Εναγόμενων. Εκπροσωπούσε την Alba και όχι τη Laona. Υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν καμία σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχαν οι Ενάγοντες, το Τεκμήριο 11 εκδόθηκε κατά λάθος, ενώ ο Kratz ασχολήθηκε με το θέμα μόνο γιατί συζητείτο εμπλοκή των Εναγόμενων. Είναι πιθανόν είπε το τιμολόγιο Τεκμήριο 17 να εκδόθηκε γιατί το ζήτησε ο Peter Kratz. Όπως προκύπτει από τα ως άνω μοναδικό επίδικο αποτελεί το αν οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν υπηρεσίες και να τιμολογήσουν τους Εναγόμενους ή την Alba. Μέσω της κατωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας θα διαφανεί το πλαίσιο γεγονότων και η παράθεση των νομικών αρχών που θα ακολουθήσει θα επιλύσει το επίδικο ζήτημα. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Ο ΜΕ ήταν σαφώς αξιόπιστος. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, αιτιολογούσε και τις πλείστες φορές τεκμηρίωνε τα όσα υποστήριζε, ενώ επεξηγούσε ανά περίπτωση το τι ισχύει στο ουκρανικό δίκαιο, ως ουκρανός νομικός. Συγκεκριμένα και με έμφαση στο επίδικο εξήγησε επ' ακριβώς γιατί τιμολογήθηκαν οι Εναγόμενοι για τις υπηρεσίες που προσέφεραν. Αρχικά το είχε βάλει στη μεταξύ τους συζήτηση ο ίδιος ο Brian Dublin. Εκείνος ρώτησε την 17/4/2014 (βλ. Τεκμήριο 4) αν θα ήταν καλύτερα να δεσμευτεί, να συναλλαχθεί (engaged) η μητρική τους Εταιρεία, οι Εναγόμενοι και αυτό δέχθηκαν οι Ενάγοντες. Έγινε πολλής λόγος για το ποιος πρότεινε αυτή την εμπλοκή των Εναγόμενων στην υπόθεση. Είναι ξεκάθαρο ότι έστω και αν δεν το πρότεινε ο Dublin, εκείνος το ανέφερε πρώτος και οι Ενάγοντες το αποδέχτηκαν. Μάλιστα ο ίδιος ο Dublin συστήνει συνεργάτιδες του στους Ενάγοντες και απευθυνόμενος σε αυτές δίδει οδηγίες να ετοιμαστούν όλες οι λεπτομέρειες για να υπογραφεί η συμφωνία με τους Εναγόμενους. Ακόμα και στη συνάντηση ο Dublin παρουσιάζεται, μαζί με τον αξιωματούχο των Εναγόμενων Peter Kratz, ως να την εκπροσωπεί (βλ. Τεκμήριο 8). Ο ΜΕ έδωσε όμως και ειδικότερους λόγους σε σχέση με την αντίληψη του ότι ήταν οι Εναγόμενοι ο εντολέας τους. Αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 12 όπου ο ίδιος ο Peter Kratz, ρωτά αν μπορεί να δημιουργηθεί Alba 2 ώστε να διατηρήσουν οι Εναγόμενοι τον έλεγχο της και έτσι να αποφύγουν τους πιστωτές της Alba. Ο ΜΕ εξήγησε ότι τούτο δεικνύει όχι απλό ενδιαφέρον των Εναγόμενων, μέσω του Kratz, αλλά το απτό γεγονός ότι σε αυτούς πρόσφεραν υπηρεσίες, για την εκκαθάριση μιας θυγατρικής τους Εταιρείας και μάλιστα συζητώντας τους τρόπους που αυτό θα γίνει, προς όφελος τους. Ο ίδιος ο Peter Kratz άλλωστε εκ μέρους των Εναγόμενων όταν του ζητήθηκε πληρωμή του τιμολογίου, ουδέποτε έθεσε ζήτημα μη παροχής υπηρεσιών προς αυτούς, ως υποστηρίχθηκε στην Υπεράσπιση. Τουναντίον έδειξε έτοιμος να διευθετήσει το θέμα (βλ. Τεκμήριο 14) και στη συνέχεια παρότρυνε τους Ενάγοντες να αποστείλουν τα σχετικά σε δύο υπαλλήλους της Alba (Τεκμήριο 15). Είναι γι' αυτό που το δεύτερο τιμολόγιο, Τεκμήριο 17, εκδόθηκε στο όνομα της Alba, ενώ το πρώτο, Τεκμήριο 11, σε αυτό των Εναγόμενων, αλλά και όπως εξήγησε ο ΜΕ για φορολογικούς λόγους. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί ότι η στάση του ΜΕ ήταν αταλάντευτη. Kratz και Dublin τους έδιδαν την εντύπωση ότι δρούσαν εκ μέρους και των Εναγόμενων. Ο Dublin έφερε πρώτη φορά στην τράπεζα των συζητήσεων την τιμολόγηση των Εναγόμενων (Τεκμήριο 4), ενημέρωσε σχετικά τους συναδέλφους του (Τεκμήριο 5), εκ μέρους των Εναγόμενων συναντήθηκε με τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 8), οι Εναγόμενοι είχαν συμφέρον στην παροχή των εν λόγω υπηρεσιών και ζητούσαν προς τούτο διευκρινίσεις ή πρότειναν λύσεις (Τεκμήριο 12) και τέλος ουδέποτε ανέφεραν ότι δεν αναγνωρίζουν την συμφωνία, τουναντίον συζήτησαν το θέμα των παρεχόμενων υπηρεσιών με σκοπό την διευθέτηση του τιμολογίου (Τεκμήριο 14). Από την άλλη η ΜΥ παρά το σύντομο της μαρτυρίας της αφενός υπέπεσε σε σειρά αντιφάσεων και αφετέρου υπήρξε απόλυτη. Εν πρώτοις αν και ρητώς είπε ότι δεν θα αμφισβητήσει το οτιδήποτε λέχθηκε από τον Dublin, στη συνέχεια είπε ότι αυτός δεν είχε την εξουσιοδότηση να δρα εκ μέρους των Εναγομένων. Αν και ήρθε ουσιαστικά στο Δικαστήριο για να καταθέσει το Τεκμήριο 17, τελικώς δεν απέκλεισε να εκδόθηκε στην Αlba το τιμολόγιο, γιατί το ζήτησε ο ίδιος ο Kratz. H ίδια άλλωστε παραδέχτηκε ότι δεν είχε επικοινωνία με τον Kratz, σε αντίθεση με τον Dublin ο οποίος όπως προκύπτει από την αλληλογραφία είχε επικοινωνία με τον Kratz, πήγαιναν σε συναντήσεις μαζί (Τεκμήριο 8), μετέφερε εισηγήσεις του (Τεκμήριο 12) και ο ίδιος ο Kratz παραπέμπει στον Dublin ως τον υπεύθυνο για τις σχέσεις Εναγόντων και Εναγόμενων (Τεκμήριο 14). Δεν θα μπορούσε ουσιαστικά να γνωρίζει η ΜΥ αν ο Dublin ήταν πράγματι εξουσιοδοτημένος από τον Kratz και τους Εναγόμενους, αλλά και την εμπλοκή του τελευταίου στην υπόθεση. Απλώς εμφανίστηκε για να παρουσιάσει ένα τιμολόγιο εκδοθέν πέραν του ενός μήνα μετά τη συμφωνία και την παροχή των υπηρεσιών, χωρίς καν να γνωρίζει τι προηγήθηκε της έκδοσης του. Είχε δηλαδή την απόλυτη στάση ότι οι υπηρεσίες δόθηκαν στην Alba, χωρίς να έχει γνώση των τεκταινόμενων τον επίδικο χρόνο, σε αντίθεση με τον ΜΕ ο οποίος τεκμηρίωνε κάθε αναφορά του με παραπομπή στα επίδικα γεγονότα, τα Τεκμήρια και το ουκρανικό δίκαιο. Εν προκειμένω προκύπτουν τα βασικά στοιχεία μιας σύμβασης, η πρόταση και η αποδοχή της με αντάλλαγμα. Προτάθηκε και οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν να προβούν σε μια νομική συμβουλή με συγκεκριμένο χρηματικό τίμημα. Ακόμα έχει ήδη αποφασιστεί ότι το ίδιο το πρόσωπο που προέβη στην πρόταση, o Brian Dublin, συμφώνησε μετά από δική του εισήγηση την σύναψη της σύμβασης με τους Εναγόμενους (βλ. Τεκμήρια 4 και 5). Συνεπώς θα πρέπει να κριθεί αν ο Dublin εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους ή όχι. Το άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Κεφαλαίου 149, ορίζει ως αντιπρόσωπο το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Τέτοια θετική, σαφής μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου, ότι δηλαδή ο Brian Dublin ενεργούσε εκ μέρους των Εναγομένων. Στην κυπριακή νομολογία όμως έχει αναγνωριστεί ο όρος της φαινομένης πληρεξουσιότητας, όπως ορθά έθεσε ο κ. Στρόππος. Σχετική είναι η Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπός του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινομένη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να διαδραματίσουν ρόλο στην περίπτωση οι πρόνοιες του Ν. 72/84. Δεν θεμελιώνεται η ευθύνη στην ενέργεια πράγματι αντιπροσώπου αλλά φαινομένου αντιπροσώπου. Θα παρεμβάλλαμε εδώ πως στο Μέρος αναφορικά με την αντιπροσωπεία, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, δεν περιλαμβάνεται κάν πρόνοια προς τέτοια κατεύθυνση. Ρυθμίζεται μόνο (άρθρο 197) η έκφανση της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην περίπτωση που ενώ πράγματι υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, ο πρώτος υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του. Οπότε, και πάλιν, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται "αν προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξωθήσει τους τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων". Στις υποθέσεις Zoe Ch. Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd and Another
(1969)1 C.L.R. 525 και Liopetri Transport Co. v. Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 197, αλλά είναι σχετικές. (Βλ. συναφώς και Hotel & Catering v. Pilava
(1982)1 C.L.R. 81, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 343 και Pollock and Mulla, 9η έκδοση, σελ. 794). Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περι Δικαστηρίων Νόμου του 1960 Ν. 14/60. αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παΐκκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ΄αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.» Η σύνδεση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας με το άρθρο 197 του Κεφαλαίου 149, δεικνύει ότι για να αποφασιστεί ότι υφίσταται τέτοια, ο αντιπροσωπευόμενος προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξήθησε τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων. Ο εν λόγω όρος έχει εξελιχθεί στην αγγλική νομολογία, με προεξάρχουσα την υπόθεση First Energy (UK) Ltd v Hungarian International Bank Ltd [1993] 2 Lloyds Rep. 194, όπως υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (Lovett & Anor v Carson Country Homes Ltd & Ors [2009] EWHC 1143 (Ch) (01 May 2009). Στην First Energy, καταγράφηκαν οι δύο αντικρουόμενες αρχές που καλείται να εξισορροπήσει η φαινόμενη πληρεξουσιότητα ήτοι από τη μια η μη δέσμευση των μετόχων από βιαστικές ή κακώς ληφθείσες αποφάσεις της Εταιρείας και από την άλλη να προφυλαχθούν τρίτα πρόσωπα που συναλλάσσονται με την Εταιρεία. Χαρακτήρισε περιπτώσεις όπως την παρούσα ως ο αντιπροσωπευόμενος να έθεσε τον αντιπρόσωπο σε θέση που να φαίνεται στον έξω κόσμο ως να έχει εξουσία να συναλλάσσεται για την Εταιρεία (βλ. και Armagas Ltd v. Mundogas S.A. [1986] 1 A.C. 717). Εν προκειμένω σαφώς και από τη συμπεριφορά αντιπροσωπευόμενων και αντιπροσώπου προέκυπτε ότι ο δεύτερος έχει εξουσία να συναλλάσσεται για λογαριασμό της πρώτης. Αρχικά τέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Peter Kratz λειτουργούσε εκ μέρους των Εναγόμενων τον επίδικο χρόνο και ήταν ουσιαστικά το πρόσωπο που αποφάσιζε για αυτούς. Ο Brian Dublin πρώτος αναφέρθηκε στην παροχή υπηρεσιών στην μητρική εταιρεία, στους Εναγόμενους, με το ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 17/4/2014 και ώρα 09:38 (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια το ανακοίνωσε στους συνεργάτες του με το ηλεκτρονικό του μήνυμα ίδιας μέρας στις 10:05 (Τεκμήριο 5). Μέχρι εδώ θα μπορούσε ακόμα να πει κάποιος ότι δεν εμφαίνεται εξουσιοδότηση του για να λειτουργεί εκ μέρους των Εναγόμενων. Όμως ως εξουσιοδοτούμενος των Εναγόμενων συναντιέται με τους Ενάγοντες, στην παρουσία μάλιστα του Peter Kratz, παραδεκτά αξιωματούχου των (Τεκμήριο 8). Καμία παρατήρηση ή αντεξέταση δεν έγινε ως προς την καταγραφή του Dublin ως εκπρόσωπος των Εναγόμενων στο Τεκμήριο
- Ο ίδιος ο Kratz, αφού προσφέρθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες, στο Τεκμήριο 12 απευθύνεται στον Dublin και προτείνει να δημιουργηθεί νέα εταιρεία, της οποίας οι Εναγόμενοι θα έχουν τον έλεγχο και θα της μεταβιβαστεί όλο το ενεργητικό της Alba. Την εν λόγω πρόταση μετέφερε ο Dublin στους Ενάγοντες και αυτοί απαντούν δεόντως. O ίδιος ο εκπρόσωπος δηλαδή των Εναγόμενων προτείνει λύσεις, ως προς την εκκαθάριση της Alba, δίδοντας την εντύπωση ότι οι υπηρεσίες παρέχονται και εξυπηρετούν τους Εναγόμενους. Ακόμα όμως και μετά την κοινοποίηση της χρέωσης στον Kratz, αυτός όχι μόνο δεν αρνείται την σύναψη σύμβασης με τους Εναγόμενους αλλά αναφέρει ότι θα διευθετήσει το θέμα, αναφερόμενος στον Dublin ως το πρόσωπο που χειριζόταν εκ μέρους του το θέμα. Η όλη στάση του εκπροσώπου των Εναγομένων καταδείκνυε ότι ο Dublin είχε εξουσιοδότηση να δρα ως αντιπρόσωπος των Εναγομένων. Πέραν όμως τούτου και ο ίδιος ο Kratz με τη συμπεριφορά του εμμέσως μεν εντόνως δε, έδειχνε ότι αντισυμβαλλόμενοι των Εναγόντων ήταν οι Εναγόμενοι. Μόνο αφού ο ίδιος ζήτησε εκδόθηκε τιμολόγιο για την Alba, πολύ μετά την παροχή των υπηρεσιών, μετά σίγουρα την έκδοση τιμολογίου προς τους Εναγόμενους και για φορολογικούς σκοπούς όπως εξήγησε ο ΜΕ. Συνεπώς όχι μόνο οι Εναγόμενοι έδειχναν με την συμπεριφορά τους ότι στους ίδιους είναι που παρέχονταν νομικές υπηρεσίες, αλλά και μέσω έστω φαινόμενου αντιπροσώπου τους ρητώς συμφώνησαν οι ίδιοι να συναλλαχθούν με τους Ενάγοντες (βλ. Τεκμήρια 4 και 5). Δεν γίνεται δεκτή λοιπόν η θέση των Εναγομένων ότι ουδέποτε συμφώνησαν ή δέχτηκαν υπηρεσίες από τους Ενάγοντες, ώστε να κωλύονται να εγείρουν τους σχετικού ισχυρισμούς. Κρίνεται ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγόμενους, έναντι καθορισμένου ποσού, το οποίο αποτελεί και την απαίτηση των πρώτων, να παρέχουν νομικές υπηρεσίες. Ενώ παρείχαν αυτές τις υπηρεσίες, οι Εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν το συμφωνημένο τίμημα. Οι Ενάγοντες ζημιώθηκαν από αυτή την παράβαση σύμβασης αφού παρείχαν υπηρεσίες χωρίς να πληρωθούν για αυτές. Στη βάση του άρθρου 73 του Κεφαλαίου 149 έχουν δικαίωμα αποζημίωσης για την απώλεια που υπέστησαν συνεπεία της παράβασης σύμβασης, ως αυτή προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και οι Εναγόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Στη βάση των ως άνω δικαιούνται ως αποζημίωση το τίμημα της συμβάσεως τους με τους Εναγόμενους ως συμφωνήθηκε στο Τεκμήριο 4 και το ύψος του δεν αμφισβητήθηκε. Παρατηρείται ότι δεν τέθηκε όρος για το οποιοδήποτε ποσοστό τόκου επί του οφειλόμενου ποσού, ούτε δικογραφείται κάτι τέτοιο, επομένως θα επιδικαστεί νόμιμος τόκος και όχι ο τόκος που επιζητείται με το αιτητικό Β. Στη βάση των ως άνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση ως το Α της Έκθεσης Απαιτήσεως, πλέον νόμιμο τόκο από 27/4/
- Δεν προκύπτει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, επομένως επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Εναγόμενων και υπέρ των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο