Λ. Γ. Λ. ν. Κ. Τ., Αρ. Αγωγής: 5395/15, 2/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5395/15 ΜΕΤΑΞΥ: Λ. Γ. Λ. Ενάγοντα -και- Κ. Τ. Εναγόμενης Ημερομηνία: 2/10/2023 Εμφανίσεις: Ο Ενάγων εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Εναγόμενη: κ. Χατζηγεωργίου με κα. Αθανασίου ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Ο Ενάγων είναι δικηγόρος και η Εναγόμενη υπήρξε πελάτισσα του. Η όλη υπόθεση αφορά κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση του Ενάγοντα από την Εναγόμενη, η οποία έγκειται στη φράση της τελευταίας, προς την γραμματέα του πρώτου, ότι «πήρε ήδη αρκετά από την άλλη πλευρά». Ως υπεράσπιση η Εναγόμενη ήγειρε ότι ουδέποτε είπε αυτή τη φράση στην γραμματέα του Ενάγοντα. Τούτο είναι ουσιαστικά το επίδικο ως προς τα γεγονότα, ενώ γεννώνται και μια σειρά νομικών ζητημάτων που θα αναλυθούν κατωτέρω. Επ΄ ακροατηρίω κατέθεσαν ο Ενάγων, η Εναγόμενη και ο σύζυγος της και η μαρτυρία τους θα παρατεθεί, αναλυθεί και αξιολογηθεί, πριν καταγραφούν οι σχετικές νομικές αρχές.
- Τα δικόγραφα Στην Οπισθογράφηση Απαίτησης του ο Ενάγων, αξιώνει Γενικές Αποζημιώσεις, για δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία εις βάρος του από την Εναγόμενη. Αυτή έλαβε χώρα, πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, την 15/10/2015, με την μορφή ισχυρισμού της Εναγόμενης σε τρίτο πρόσωπο, ότι ο Ενάγων υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος, πληρώθηκε κρυφά από αντίδικο της σε εκκρεμούσα ποινική διαδικασία. Του απέδωσε δηλαδή διαφθορά, ενώ ο Ενάγων ουδέποτε έλαβε τέτοιο ποσό. Στην Έκθεση Απαίτησης του, αναφέρεται στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1958 μέχρι το 1964, διετέλεσε δικηγόρος της Δημοκρατίας από το 1964 μέχρι το 1969, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας από 1969 μέχρι το 1975, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας από το 1975 μέχρι το 1998, αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου από το 1975 μέχρι το 1982, μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το 1989 μέχρι το 1998 και Δικαστής του ΕΔΔΑ από το 1998 μέχρι το
- Μέχρι σήμερα ασκεί την δικηγορία. Παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη, ήτοι την εκπροσωπούσε σε διαδικασίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Πέτυχε έκδοση απόφασης σε αγωγή, ενώ η ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του ίδιου προσώπου, τον επίδικο χρόνο, εκκρεμούσε. Υπήρξε εισήγηση του Κατηγορούμενου στην ιδιωτική ποινική υπόθεση, αντιδίκου της Εναγόμενης, να πληρώσει ένα ποσό, ώστε να αναβληθεί η ακρόαση της 7/10/
- Ο Ενάγων συμβούλευσε την Εναγόμενη να δεχτεί την πρόταση αυτή, αλλά η Εναγόμενη διαφώνησε. Όπως υποστηρίζει ο Ενάγων, η Εναγόμενη φώναζε μέσα στο γραφείο του και ο σύζυγος της τηλεφωνούσε στον Ενάγοντα μέχρι τις βραδινές ώρες. Τελικά ο Ενάγων αποφάσισε να αποσυρθεί από δικηγόρος της Εναγόμενης, αφού του καταβάλλετο το ποσό των €
- Την 15/5/2015, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη επικοινώνησε με την γραμματέα του Ενάγοντος, για διευκρινίσεις ως προς το ΦΠΑ, με την Εναγόμενη να αναφέρει στην γραμματέα ότι ο τελευταίος «πήρε ήδη αρκετά από την άλλη πλευρά». Με αυτό υπονοούσε, κατά τον Ενάγοντα, ότι πληρώθηκε κρυφά από τον αντίδικο της για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του σε βάρος των δικών της. Έτσι σκόπευε να βλάψει την υπόληψη του στο επάγγελμα του. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη, πέραν της άρνησης των όσων περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης υποστηρίζει τα ακόλουθα: Πράγματι διαφώνησαν με τον Ενάγοντα ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, αλλά ουδέποτε παρεκτράπηκε στο γραφείο του. Κατέβαλε το ποσό που της ζητήθηκε και έλαβε σχετική απόδειξη και τους φακέλους των υποθέσεων της την 5/10/
- Την 15/10/2015 η γραμματέας του Ενάγοντα, την κάλεσε αξιώνοντας ποσό ως ΦΠΑ. Η Εναγόμενη της ανέφερε ότι εξόφλησε, ενώ θα έπρεπε να λαμβάνετο και κάποιο ποσό από τον αντίδικο της ως δικηγορικά έξοδα. Ουδέποτε συκοφάντησε ή απέδωσε την όποια επαγγελματική διαφθορά στον Ενάγοντα. Υποστηρίζει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκδικητικά, μετά την άρνηση της να καταβάλει το όποιο ποσό ως ΦΠΑ, ενώ υπάρχουν και τηλεφωνικά μηνύματα, που το δεικνύουν. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ο Ενάγων υποστηρίζει ότι εκ λάθους θεώρησε η γραμματέας του ότι τους οφειλόταν ΦΠΑ και άρα το επίδικο τηλεφώνημα δεν χρειαζόταν καν να γίνει. Όσα αναφέρονται από την Εναγόμενη, καταγράφεται στην Απάντηση, αποτελούν ψεύδη ώστε να γλιτώσει τις συνέπειες της συκοφάντησης του Ενάγοντα.
- Η μαρτυρία O Ενάγων, αποτέλεσε τον μόνο μάρτυρας της πλευράς του. Κατέθεσε γραπτή δήλωση, όπου επαναλαμβάνει τα όσα διαλαμβάνονται σε Έκθεση Απαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση. Συνεπεία των όσων αναφέρει υπέστη βλάβη και ζημιά στην επαγγελματική του φήμη, υπόσταση και αξιοπρέπεια αφού τα όσα είπε η Εναγόμενη λέχθηκαν στο προσωπικό του γραφείου του. Κατά την κυρίως του εξέταση ο Ενάγων ανέφερε ότι τον επίδικο ισχυρισμό τον είπε και στον ίδιο η Εναγόμενη, ενώ πρώτη φορά έζησε τέτοια συμπεριφορά στα 65 χρόνια εμπειρίας του. Κατέθεσε ως Τεκμήρια την απόδειξη πληρωμής του από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 1) και μηνύματα που στάλθηκαν από την γραμματέα του στην Εναγόμενη (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2 η γραμματέας του Ενάγοντα, με γραπτό μήνυμα γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες, αναφέρει ότι ο Ενάγων για τον ισχυρισμό της Εναγόμενης θα καταχωρήσει αγωγή για δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία, εάν δεν πληρώσει η Εναγόμενη το ποσό σε μια βδομάδα. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι είναι στη γραμματέα του που κοινοποιήθηκε ο δυσφημιστικός λόγος εναντίον του, δεν γνωρίζει ποιοι άλλοι ήταν παρόντες, αλλά το είχε πει και στον ίδιο. Η εν λόγω γραμματέας του λείπει στο εξωτερικό από χρόνια. Η ουσιαστική τους, τότε, διαφορά που προκάλεσε την υπερβολική, κατά τον Ενάγοντα, συμπεριφορά της Εναγόμενης ήταν ότι της ζητήθηκε, λανθασμένα να καταβάλει ΦΠΑ. Αλλά αυτό λύθηκε, όπως είπε, αφού ήταν λάθος της γραμματέως του. Παρουσίασε την Εναγόμενη ως πεισματάρα, πρόσωπο που φώναζε, ήταν απόλυτη και έντονη μαζί του και τον καλούσε μέχρι τις 23:
- Παραδέχτηκε ότι δεν υπέστη και δεν διεκδικεί το όποιο ποσό ως ειδική ζημιά. Η Εναγόμενη στην κυρίως της εξέταση ανέφερε τα ακόλουθα: Ο Ενάγων την κάλεσε στο γραφείο του μία εβδομάδα πριν τη δίκη και της ανέφερε την πρόταση του Κατηγορούμενου, αντιδίκου της, στην ιδιωτική ποινική υπόθεση. Ο εν λόγω Κατηγορούμενος, την είχε ταλαιπωρήσει και δεν είχε διάθεση να συνεργαστεί μαζί του, ούτε ήθελε τον όποιο διακανονισμό. Ο Ενάγων της είπε ότι ο τρόπος της ήταν έντονος στο γραφείο του. Του είπε απλώς ότι διαφωνούν και πόσα χρωστά για να τα καταβάλει και να αποσυρθεί ο Ενάγων από δικηγόρος της. Την ίδια εβδομάδα της είχε στείλει μήνυμα με το τι χρωστούσε. Μάζεψε τα χρήματα τα κατέβαλε και ο Ενάγων αποσύρθηκε. Δεν μίλησε ξανά με τον Ενάγοντα μετά την αποχώρηση από το γραφείο του. Τελικά ο Κατηγορούμενος πλήρωσε την οφειλή του στην Εναγόμενη και απέσυρε την υπόθεση. Η γραμματέας του Ενάγοντα κάλεσε τηλεφωνικώς την Εναγόμενη και της είπε ότι έχει ξεχάσει να περιλάβει το ΦΠΑ στο ποσό και ότι οφείλει στο γραφείο του Ενάγοντα €
- Της ανέφερε ότι έχει απόδειξη εξόφλησης και ότι έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, ότι δεν θα πληρώσει το ποσό και έκλεισαν το τηλέφωνο. Μετά έλαβε το μήνυμα του Τεκμηρίου 2, το οποίο θεωρεί απειλητικό, ήτοι αν δεν πληρώσει το ποσό θα κατηγορηθεί για λίβελλο. Υποστήριξε ότι δεν έδειξε ποτέ ασέβεια στον Ενάγοντα, αντιθέτως, πήγα κοντά του γιατί της είπαν ότι ήταν πολύ καλός. Στο τηλεφώνημα μπορεί να ανέφερε ότι έδωσα πολλά χρήματα για την υπόθεση και έκλεισαν το τηλέφωνο ήρεμα και ήπια. Οι εντάσεις δεν ισχύουν. Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι είπε εκείνο που της καταλογίζει ο Ενάγων, ενώ πρόσθεσε ότι ίσως το εξέλαβε διαφορετικά η γραμματέας του. Φεύγοντας από το γραφείο του Ενάγοντα ήταν αναστατωμένη αλλά δεν φώναζε. Ήταν αναστατωμένη επειδή της φώναζε ο Ενάγων, ώστε να αποδεχτεί την πρόταση του, ενώ στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι θύμωσε. Το έχουν σαν αρχή είπε να μην ενοχλούν τις βραδινές ώρες, έτσι αρνήθηκε ότι καλούσαν τον Ενάγοντα το βράδυ. Υποστήριξε ότι η ίδια έφυγε, η ίδια έπαυσε δηλαδή τον Ενάγοντα από δικηγόρο της. Δεν πιστεύει ότι ο Ενάγων έλαβε χρήματα πίσω από την πλάτη της. Ως μάρτυρας κατέθεσε επίσης ο σύζυγος της Εναγόμενης, Χ. Τ. (ΜΥ 2). Κατά την κυρίως του εξέταση είπε ότι ήθελαν να προχωρήσουν την ιδιωτική ποινική υπόθεση, ο Ενάγων είχε αντίθετη άποψη και είπαν να ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του. Τους ζήτησε να του εξοφλήσουν τα ποσά που του όφειλαν, ενώ μετά προέκυψε ότι χρωστούσαν και το ΦΠΑ. Δεν είναι του χαρακτήρα του να τηλεφωνούσε σε κάποιον αργά το βράδυ. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι δεν ζητήθηκε ΦΠΑ εκείνη τη μέρα που βρέθηκαν στο γραφείο του Ενάγοντα, αλλά ότι το ζήτησε ο ίδιος τηλεφωνικώς από την Εναγόμενη. Τότε συζήτησαν, ο ίδιος και η Εναγόμενη, ότι είναι πληρωμένο και δεν το οφείλουν. Αρνήθηκε ότι ειπώθηκε ποτέ ότι ο Ενάγων έλαβε πολλά χρήματα από την άλλη πλευρά και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την σύζυγο του.
- Ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας Ως προς τα γεγονότα είναι παραδεχτή η συνεργασία των μερών, η διακοπή της, η σχετική πληρωμή από την Εναγόμενη στον Ενάγοντα και το τηλεφώνημα της γραμματέως του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, για καταβολή ΦΠΑ, ενώ δεν οφείλετο τέτοιο. Παραδεκτά επίσης απέστειλε το μήνυμα Τεκμήριο 2 η γραμματέας του Ενάγοντα στην Εναγόμενη, ενώ είχε προηγηθεί συνάντηση στο γραφείο του Ενάγοντα. Η μακροχρόνια και πετυχημένη πορεία του Ενάγοντα στον χώρο των νομικών, με εμπειρίες σε Κύπρο και Ευρώπη επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Κύριο αμφισβητούμενο, είναι το αν η Εναγόμενη είπε στην γραμματέα του Ενάγοντα, ότι ο τελευταίος «πήρε ήδη αρκετά από την άλλη πλευρά», υπονοώντας ότι έλαβε χρήματα για να λειτουργήσει ενάντια στα συμφέροντα της Εναγόμενης. Ακόμα διαφωνία μεταξύ των μερών καταγράφηκε σε σχέση με την στάση της Εναγόμενης και του συζύγου της, τόσο κατά την συνάντηση τους με τον Ενάγοντα όσο και αργότερα μέσω τηλεφώνου ή μηνυμάτων. Μια εκ των πρωταγωνιστών του επίδικου τηλεφωνήματος, η γραμματέας του Ενάγοντα, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Αυτή είναι η μόνη λήπτρια, η μόνη κοινωνός της συμπεριφοράς που καταλογίζεται στην Εναγόμενη. Τα όσα της ειπώθηκαν μεταφέρθηκαν από τον Ενάγοντα, μεν, ως εξ ακοής μαρτυρία από την ίδια δε. Η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο, αλλά και τα όσα άκουσε και μεταφέρθηκαν από τον Ενάγοντα, θα αναλυθούν κατωτέρω. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Ο Ενάγων ήταν σαφώς αξιόπιστος. Ειλικρινώς ανέφερε, από την Απάντηση στην Υπεράσπιση του, ότι εκ λάθους τηλεφωνήθηκε η Εναγόμενη από την γραμματέα του και ότι δεν οφειλόταν το ΦΠΑ. Γι' αυτό άλλωστε δεν το διεκδίκησε περαιτέρω. Ήταν δύσκολο για τον ίδιο να το διανοηθεί και πράγματι δεν μπορεί να αντέξει στη λογική το επιχείρημα ότι λόγω του ότι δεν του πληρώθηκε το ΦΠΑ εκδικητικά καταχώρησε την υπό εξέταση αγωγή. Αρχικά όπως εξ αρχής αναφέρθηκε ήταν λάθος της γραμματέως του η αναζήτηση του ΦΠΑ, γι' αυτό και δεν διεκδικήθηκε περαιτέρω. Έτσι δεν θα μπορούσε να επιμένει εκβιαστικά ή έστω εκδικητικά ο Ενάγων σε μια αγωγή, αν το κίνητρο του παραδέχεται ότι δεν υπάρχει και δεν το διεκδικεί ποσώς. Είναι μάλιστα δυσανάλογος ο χρόνος και η καταπόνηση που δέχεται για 8 έτη τώρα με την παρούσα αγωγή, ώστε να επιμείνει στο να λάβει ποσό €500, ενώ ο ίδιος δέχεται ότι αυτό το ποσό δεν οφειλόταν, δεν διεκδικήθηκε από τον ίδιο και εκ λάθους η γραμματέας του το ζήτησε. Καταλήγω ότι ο Ενάγων δεν κινήθηκε με αλλότρια κίνητρα, αλλά πράγματι θίχτηκε η τιμή και υπόληψη του από τα όσα του είπε η γραμματέας του ότι του καταλόγισε η Εναγόμενη. Ακόμα γίνεται δεκτή η θέση του Ενάγοντα, περί έντασης της Εναγόμενης στο γραφείο του και ότι του ειπώθηκαν ανάλογες φράσεις με αυτή που της καταλογίζει. Αν και αυτό, όπως άλλωστε παραδέχεται, δεν στοιχειοθετεί κανέναν από τα αστικά αδικήματα που δικογραφούνται, υπήρξε γεγονός που τον έκανε να πιστέψει τα όσα του είπε η γραμματέας του. Ο Ενάγων, προχώρησε ένα βήμα περαιτέρω για να πει ότι πρώτη φορά στην πολυετή καριέρα αντιμετώπισε ανάλογη συμπεριφορά, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση του προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο προκαλούσε ένταση και καυγά η Εναγόμενη. Το αν τηλεφωνούσαν μέχρι αργά το βράδυ ή του έστελναν μηνύματα τότε η Εναγόμενη και ο σύζυγος της, λίγη σημασία έχει, καθώς έγινε παραδεκτό ότι αντάλλαξαν μηνύματα με την Εναγόμενη. Καίριο όμως ζήτημα κατά την άποψη μου είναι η κρίση, ως προς την αποδοχή ή όχι της εξ' ακοής μαρτυρίας της γραμματέως του Ενάγοντα. Η σχετική πρόνοια περί της αξιολόγησης της βαρύτητας εξ' ακοής μαρτυρίας από Δικαστήριο, περιέχεται στο άρθρο 27 του Κεφαλαίου 9 και αναφέρει ότι λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Όπως αναφέρθηκε και στην ALI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 6/12/2017: «Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331).» Εν προκειμένω προκύπτει ότι η γραμματέας του Ενάγοντα βρίσκεται στο εξωτερικό, άρα δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Δεν επιχειρήθηκε καν η κλήτευση της για να αντεξεταστεί, ως είχε δικαίωμα η Εναγόμενη. Ακόμα το διαρρεύσαν διάστημα από τη συνομιλία της Εναγόμενης με την γραμματέα του Ενάγοντα, μέχρι την μεταφορά του στον ίδιο ήταν πολύ σύντομο. Αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 2, όπου η γραμματέας του Ενάγοντος φαίνεται να είχε αποκαλύψει το περιεχόμενο του ισχυρισμού της Εναγόμενης αμέσως. Σε σχέση με τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, το πρόσωπο που άκουσε τη δήλωση της Εναγόμενης τη μετέφερε στον Ενάγοντα, άρα πρόκειται για την μέγιστη δυνατή εγγύτητα, τη μεταφορά της δήλωσης από τον λήπτη της. Η γραμματέας του Ενάγοντα δεν προκύπτει να είχε το όποιοδήποτε κίνητρο παραποίησης των δηλώσεων της Εναγόμενης, ούτε την όποια έριδα μαζί της, ούτε θα της προσέφερε κάτι να κακολογήσει την Εναγόμενη στον Ενάγοντα. Ως απαιτεί η ιδιότητα της, δε, μετέφερε τη συζήτηση της με μια πρώην πελάτισσα του Ενάγοντα. Το Τεκμήριο 2, αποτελεί και τεκμηρίωση του ότι είχε λεχθεί κάτι σε σχέση με τον Ενάγοντα, μεταξύ της γραμματέως του και της Εναγόμενης. Εκεί αναφέρεται συγκεκριμένα η γραμματέας του Ενάγοντα απευθυνόμενη στην Εναγόμενη σε «ισχυρισμό που μου είπες». Μπορεί το μήνυμα να τελειώνει αναφέροντας ότι θα καταχωρηθεί αγωγή αν δεν πληρωθεί το ποσό, παρόλα αυτά τούτο δεν δεικνύει το ψευδές του ότι είχε ειπωθεί ο επίδικος ισχυρισμός. Τουναντίον, μέσω του μηνύματος καταδεικνύεται το δεδομένο ότι υπήρξε ισχυρισμός εναντίον του Ενάγοντα από την Εναγόμενη. Στη βάση των πιο πάνω γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα, ως προς τα όσα του μετέφερε η γραμματέας του ότι της είπε η Εναγόμενη. Από την άλλη η Εναγόμενη δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη. Εν πρώτοις η θέση της ως προς την επίσκεψη της στο γραφείο του Ενάγοντα, άλλαζε όσο περνούσε η ώρα. Αρχικά ανέφερε ότι δεν υπήρξε ένταση, στη συνέχεια ότι έφυγε αναστατωμένη, για να αποδεχτεί τελικά ότι ήταν θυμωμένη. Προσπάθησε δηλαδή αρχικά να παρουσιάσει μια εικόνα μηδενικών εντάσεων και βελούδινης διακοπής της συνεργασίας της με τον Ενάγοντα. Στη συνέχεια όμως, καταδείχθηκε ότι πράγματι υπήρξε ένταση, προσπάθησε να χρίσει αίτιο αυτής τον Ενάγοντα, για να παραδεχτεί τελικώς ότι και η ίδια ήταν αναστατωμένη και θυμωμένη. Είναι σωστή η επισήμανση του Ενάγοντα ότι στον ίδιο συνέφερε να συνεχιστεί η ποινική δίωξη εναντίον του αντιδίκου της Κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος θα συνέχιζε να λαμβάνει δικηγορικά. Έτσι δεν είχε λόγο ο ίδιος να θυμώσει από τη στάση της Εναγόμενης πελάτιδος του να μην δεχθεί σχετική πρόταση διευθέτησης, παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση του. Ακόμα αρχικά παρουσίασε την επίδικη τηλεφωνική συζήτηση της με τη γραμματέα του Ενάγοντα, ως να ανέφερε απλώς ότι έδωσε πολλά χρήματα για την υπόθεση. Στη συνέχεια όμως είπε ότι ίσως παρεξήγησε η γραμματέας. Δεν εξήγησε τι είπε που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί όμως. Για να παρεξηγήσει κάποιος μια έκφραση θα πρέπει να του ειπωθεί κάτι συγγενές με αυτό που εξέλαβε. Τα όσα ανέφερε αρχικά η Εναγόμενη ότι συζητήθηκαν δεν αφορούσαν τη λήψη ποσού από τον αντίδικο της προς όφελος του Ενάγοντα. Επομένως και σε αυτό το σημείο μετάλλαξε τη στάση της σχετικά με την επίδικη συνομιλία. Δεν κατέδειξε, άλλωστε, το όποιο κίνητρο της γραμματέως του Ενάγοντα για να της καταλογίσει τον όποιο ισχυρισμό, ενώ το μήνυμα Τεκμήριο 2 καταγράφει ως δεδομένο το ότι υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός από την Εναγόμενη. Αν η Εναγόμενη θεωρούσε ότι δεν ίσχυε αυτό θα απαντούσε, όπως απάντησε ότι δεν θα καταβάλει το ποσό του ΦΠΑ και τελικά δεν τον κατέβαλε. Παρά ταύτα αν και αναφέρθηκε σε μηνύματα που θα παρουσίαζε στην Υπεράσπιση της κανένα τέτοιο μήνυμα δεν παρουσίασε. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της προσπάθησε να καταδείξει ότι απλώς είπε ότι ο Ενάγων θα λάμβανε ποσό και από τον αντίδικο της ως δικηγορικά έξοδα. Παρά ταύτα ως και η ίδια παραδέχεται το τηλεφώνημα της γραμματέως του Ενάγοντα σκοπό είχε την καταβολή ΦΠΑ, δηλαδή φόρου σε ποσό που είχε ήδη καταβληθεί και όχι επιπλέον ποσού. Συνεπώς δεν θα ήταν λογικό να ειπωθεί από μέρους της το ότιδήποτε για ποσό που θα λάμβανε ο Ενάγων αφού σταμάτησε να την εκπροσωπεί και η υπόθεση ακόμη εκκρεμούσε. Έτσι κρίνεται ως επίπλαστη, εκ των υστέρων σκέψη και η αιτιολόγηση της ως προς την αναφορά σε ποσά που λήφθηκαν ή θα λαμβάνονταν ως δικηγορικά έξοδα από τον αντίδικο της. Η μαρτυρία του ΜΥ 2, πέραν του ότι δεν προσφέρει ουσιαστικά στα επίδικα, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει νομολογηθεί στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες έχουν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση το Δικαστήριο οφείλει να είναι προσεκτικό στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί, στη συνήθη ροή των πραγμάτων, να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94). Εν προκειμένω ο μάρτυρας υπεράσπισης είναι εμφανές ότι σκοπό είχε να υποστηρίξει την Εναγόμενη. Υπήρχε η τάση να περιγράφει μια ομαλή κατάσταση, χωρίς εντάσεις, ώστε να καταρρίψει το σχετικό επιχείρημα του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη όμως παραδέχτηκε την αναστάτωση της. Επιχείρησε να χρίσει ως λόγο έγερσης της αγωγής την άρνηση τους να καταβάλουν ΦΠΑ, αλλά όπως παραδέχτηκε ο Ενάγων δεν διεκδικεί ΦΠΑ και εκ λάθους εκείνο ζητήθηκε. Η Εναγόμενη είπε ότι η ίδια έφυγε, έπαυσε τον Ενάγοντα από δικηγόρο της, ενώ ο ΜΥ 1 παραδέχτηκε ότι ο Ενάγων ζήτησε να διακοπεί η σχέση τους. Γενικότερα είχε όπως και η Εναγόμενη μονόπλευρη στάση, απαντούσαν με τρόπο που δεν καταδείκνυε ότι ήρθαν να αποκαλύψουν την αλήθεια στο Δικαστήριο, παρά μόνο να υποστηρίξουν τις υπερασπιστικές του γραμμές. Έμειναν αγκυλωμένοι σε θέση άρνησης, χωρίς να παρουσιάσουν το οτιδήποτε που να υποστηρίζει τις θέσεις τους, χωρίς να καταδείξουν κίνητρο προώθησης της αγωγής, αφού ήταν εμφανής η έλλειψη εκδικητικού κινήτρου από την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπισης, χωρίς, τέλος, να παραμείνουν σταθεροί στις ίδιες τις θέσεις που προώθησαν. Στη βάση των ως άνω κρίνεται ότι η Εναγόμενη είπε στην γραμματέα του Ενάγοντα, όταν την κάλεσε για να της ζητήσει να καταβάλει ποσό ως ΦΠΑ, ότι ο Ενάγοντας «πήρε ήδη αρκετά από την άλλη πλευρά». 5. Νομική βάση Έχουν τεθεί δύο βάσεις αγωγής, η δυσφήμιση και η επιζήμια ψευδολογία. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός για ειδική ζημιά, ενώ δηλώθηκε από τον Ενάγοντα ότι τέτοια δεν υπήρξε. Για την απόδειξη του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας απαιτείται απόδειξη ειδικής ζημιάς (25
(1)του Κεφαλαίου 148) εκτός και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 25
(2)του Κεφαλαίου 148. Εκεί αναφέρεται ότι: «
(2)Σε αγωγή βάσει τoυ εδαφίoυ
(1), δεv επιβάλλεται o ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς- (α) αv oι λέξεις επί τωv oπoίωv στηρίζεται η αγωγή σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα και δημoσιεύovται εγγράφως ή με oπoιoδήπoτε άλλo πάγιo τρόπo͘ ή (β) αv oι πιo πάvω λέξεις σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα σε σχέση με oπoιαδήπoτε θέση τηv oπoία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, εvασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η oπoία ασκείται από αυτόv κατά τo χρόvo της δημoσίευσης.» Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί αν το τι είπε η Εναγόμενη στον Ενάγοντα σκόπευε να του προκαλέσει ζημιά αποτιμητή σε χρήμα. Ανάλογη διάταξη υπάρχει και στην Αγγλία και είναι αυτή του Section 3
(1)of the Defamation Act 1952. Όπως αναφέρθηκε σε σειρά αγγλικών αποφάσεων, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης ως το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ το ορίζει, απαιτεί όπως υπάρχει στενή έννοια των διατάξεων που το επηρεάζουν. Έτσι ο όρος αποτιμητή σε χρήμα θα πρέπει να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (more probable than not) (Tesla Motors Ltd v BBC, 2011 WL 5077689, Cruddas v Calvert, 2013 WL 3878815.) Απαιτείται μάλιστα να δικογραφηθούν και σχετικές λεπτομέρειες προς τούτο, ήτοι ως προς την απώλεια που σκόπευε να επιφέρει η επιζήμια ψευδολογία, όπως αναφέρεται στην Tesla, πιο πάνω. Ακόμα όμως και η πιο χαλαρή σύγχρονη προσέγγιση της πολύ πρόσφατης George v. Cannell and another [2023] Q.B. 117 απαιτεί η ψευδολογία να έχει φυσική τάση να προκαλέσει ζημιά (natural tendency to cause loss). Εν προκειμένω δεν δικογραφήθηκε η όποια ζημιά μπορούσε να προκληθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει η Εναγόμενη μιλούσε με την γραμματέα του Ενάγοντα. Όχι με κάποια δυνητική του πελάτισσα, τουναντίον με μια συνεργάτιδα του, η οποία δρούσε εκ μέρους του. Έτσι καμία τάση να προκληθεί ζημιά από τα λεγόμενα της δεν υπήρχε και από την στιγμή που δεν υπάρχει ούτε καν ισχυρισμός για ειδική ζημιά δεν μπορεί να πετύχει η νομική βάση της επιζήμιας ψευδολογίας. Αναφορικά με την δυσφήμιση, πάλι απαιτείται ειδική ζημιά, με εξαιρέσεις. Μια από τις εξαιρέσεις είναι σύμφωνα με το άρθρο 17
(3)(β) τα λόγια που ειπωθήκαν «να σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘». Τούτη άλλωστε είναι και η εισήγηση του Ενάγοντα ότι με τα λόγια της η Εναγόμενη σκόπευε να βλάψει την υπόληψη του στο επάγγελμα του (βλ. παρ. 3 σελ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης του). Δυσφήμιση μπορεί να τελεστεί και με λόγια ως αναφέρει το ίδιο το άρθρο 17 (βλ. και Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση παρ. 3.3). Σε ότι αφορά την έννοια του τι προστατεύει το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863 ως εξής: «Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου. Εκτός αν του παρέχεται αυτή η προστασία, το άτομο παραμένει ανυπεράσπιστο έναντι της προσβολής της υπόληψής του και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά, εξ αντικειμένου, αναγκαίο τον περιορισμό του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 19 του Συντάγματος. Χωρίς την προστασία αυτή, το άτομο θα μετατρεπόταν σε ανυπεράσπιστο θύμα διαπόμπευσης και κοινωνικού εξοστρακισμού.» Από την ως άνω αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι η Εναγόμενη είχε πει στην γραμματέα του Ενάγοντος ότι ο τελευταίος έλαβε πολλά χρήματα από τον αντίδικο της. Το ίδιο ανέφερε ο Ενάγων ότι είχε πει και στον ίδιο, μάλιστα με έντονο ύφος. Η γραμματέας του και ο ίδιος εξέλαβαν, συνυπολογίζοντας και την αναστάτωση της Εναγόμενης, ότι εννοούσε ότι ο Ενάγων έλαβε ποσό εις βάρος της υπόθεσης της πελάτισσας του από τον αντίδικο της. Με αυτό τον τρόπο υπονόησε ότι ο Ενάγων ως δικηγόρος που την εκπροσωπούσε έδρασε με γνώμονα το προσωπικό του οικονομικό συμφέρον και όχι το συμφέρον της υπόθεσης της ως πελάτισσα του, ως είχε ευθύνη και διορίστηκε προς τούτο. Τούτη η αναφορά και το υπονοούμενο, σαφώς και σκόπευαν να πλήξουν την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα. Τούτη ήταν η συνήθης ερμηνεία των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν, τούτο αντιλήφθηκαν και οι δύο δέκτες του ισχυρισμού και τούτο υποδείκνυε και ο τρόπος, το ύφος που το εξέφρασε η Εναγόμενη. Επομένως η Εναγόμενη δυσφήμισε τον Ενάγοντα ως οι διατάξεις του άρθρου 17 του Κεφαλαίου 148 ορίζουν. Το ότι τηλεφωνικώς ανέφερε την επίδικη φράση σε τρίτο πρόσωπο, πληροί τα όσα ορίζονται ως δημοσίευση στο άρθρο 18 του Κεφαλαίου 148. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αποδείχτηκε δυσφήμιση εναντίον του Ενάγοντα και ότι καμία από τις υπερασπίσεις των άρθρων 19 έως 22 του Κεφαλαίου 148 δεν εγέρθηκαν, θα πρέπει να καθοριστεί το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Ενάγων. Παρατηρείται ότι καμία ζημιά δεν εγείρει στην Έκθεση Απαίτησης του, πέραν της βλάβης στην υπόληψη του. Τα ότι δυσφημιστικό αναφέρθηκε εναντίον του, κοινοποιήθηκε μόνο σε ένα πρόσωπο και δη στην γραμματέα του. Άρα συζητείται η ελάχιστη δυνατή βλάβη στην υπόληψη του Ενάγοντα, αφού δυσφημίστηκε μόλις σε ένα πρόσωπο, ως η ενώπιον μου μαρτυρία δηλοί. Κρίνεται ότι υφίσταται και ο μετριαστικός παράγοντας που ορίζεται στο άρθρο 23 (δ) του Κεφαλαίου 148, αυτός της πρόκλησης της Εναγόμενης, αφού όπως και ο Ενάγων παραδέχθηκε εκ λάθους κλήθηκε να καταβάλει ποσό ως ΦΠΑ, ενώ είχε εξοφλήσει. Σε σχέση με τους λοιπούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη προς επιδίκαση αποζημίωσης για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Λουκαΐδης Λουκής και Άλλοι ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ και Άλλοι
(2003)1 ΑΑΔ 22. Εκεί ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη καθορίστηκαν ο ψυχικός πόνος και η οδύνη που προκλήθηκε στον Ενάγοντα, να επιδικαστεί εύλογα αναγκαίο ποσό για την αποζημίωση του δυσφημιζομένου και την αποκατάσταση της φήμης του και η αποζημίωση να βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο. Στην Kωνσταντίνου Kώστας και Άλλη ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη
(2011)1 ΑΑΔ 715, συνοψίστηκε η σχετική νομολογία ως εξής: « Όπως έχει λεχθεί στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης συναρτάται με τη φύση, το χαρακτήρα, την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου και τη δοκιμασία που υφίσταται ο ενάγων στα αισθήματα του λόγω των δημοσιεύσεων. Στην υπόθεση Hνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ κ.ά. v. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893, επιβεβαιώθηκε ότι ο τραυματισμός της υπόληψης του πολίτη ως ανεξάρτητης και αυτοτελούς ανθρώπινης ύπαρξης επιφέρει ανάλογη αποκατάσταση υπό τύπο αποζημιώσεων.» Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε η έκταση της δυσφήμισης ήταν η ελάχιστη δυνατή, καθώς εκτείνετο σε μόλις ένα πρόσωπο και δη την γραμματέα του Ενάγοντα. Το γεγονός ότι η δυσφημιστική φράση λέχθηκε στην γραμματέα του Ενάγοντά ελαχιστοποιεί και την εναντίον του προσβολή της υπόληψης του. Μέσω της εναντίον του Ενάγοντα φράσης από την Εναγόμενη, ναι μεν εκτοξεύονταν ισχυρισμοί που έπλητταν τη φήμη που ο Ενάγοντας έκτισε μέσω της παραδεκτής μακροχρόνιας πορείας του στο χώρο των νομικών σε Κύπρο και Ευρώπη. Στη βάση των ως άνω και των τρέχουσων κοινωνικών συνθηκών, το ποσό των αποζημιώσεων καθορίζεται στα €500. Δεν κρίνεται ότι η υπό εξέταση υπόθεση δικαιολογεί την απόδοση τιμωρητικών αποζημιώσεων, αφού αυτές σκοπό έχουν τη τιμωρία ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει αλόγιστη συμπεριφορά, κάτι που δεν ισχύει εδώ (Papakokkinou a.o. v. Κanther
(1982)1 C.L.R. 65). Σε σχέση με το αιτητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης δεν έχει καταδειχθεί η όποια επαναληπτικότητα της συμπεριφοράς της Εναγόμενης, που να δικαιολογεί την έκδοση του, ιδίως στο μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τον επίδικο χρόνο. 6. Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει. Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης αποζημιώσεις ύψους €500, για δυσφήμιση που δέχτηκε ο πρώτος από την τελευταία. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα επιδικαστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο