Β. Μ. ν. Α. Κ., Αρ. Αγωγής: 5601/15, 8/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5601/15 ΜΕΤΑΞΥ: Β. Μ. Ενάγοντα -και- Α. Κ. Εναγόμενης Ημερομηνία: 8/11/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Οικονομίδου Για Εναγόμενη: κ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Ο Ενάγων υποστηρίζει ότι δάνεισε σε διάστημα ενάμιση περίπου μήνα ποσό ύψους €89,925.00 στην Εναγόμενη με την προφορική συμφωνία ότι θα του το επιστρέψει. Επιζητεί το ως άνω ποσό δυνάμει παράβασης προφορικής συμφωνίας και/ή συμφωνίας και/ή δανείου και/ή ως ζημιά και/ή στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Εναγόμενη αντιτείνει ότι ουδέποτε είχε σχέση οικονομική ή άλλη με τον Ενάγοντα. Σε σχέση με Έγγραφο Αναγνώρισης Χρέους της, η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι ο Ενάγων της ζήτησε να το υπογράψει εκβιαστικά για φορολογικούς του σκοπούς. Η ακρόαση της υπόθεσης έγινε σε μια δικάσιμο όπου ακούστηκαν τα μέρη. Μέσω των Τεκμηρίων που κατέθεσαν ή δεν κατέθεσαν, αλλά και την αξιολόγηση της επ' ακροατηρίω μαρτυρίας τους θα αποφασιστούν τα επίδικα θέματα, ως σκιαγραφούνται παραπάνω.
- Τα δικόγραφα Ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης του αναφέρει ότι μετά από παρακλήσεις της Εναγόμενης συμφώνησε και αποδέχτηκε να δανείσει σε αυτήν ποσά σε 8 περιπτώσεις. Αναφέρει τις σχετικές ημερομηνίες επί του δικογράφου του, οι οποίες καλύπτουν περίοδο από την 31/12/2014 μέχρι 17/2/
- Στην Έκθεση Απαίτησης περιέχονται δύο Πίνακες, όπου αναφέρονται τα ποσά που δανείζονταν, η ημερομηνία δανεισμού η συμφωνημένη ημερομηνία αποπληρωμής του ποσού (παρ. 2) και ο τρόπος καταβολής των ποσών από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη (παρ. 3). Τα ποσά που αναφέρονται στους Πίνακες συμποσούνται στο αξιούμενο ποσό των €89,925.
- Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, δικογραφείται η υπογραφή εγγράφου αναγνώρισης χρέους ή υποχρέωσης ή λήψης των ποσών από την Εναγομενη. Το Έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει τις προφορικές συμφωνίες των μερών, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, ενώ καθορίζεται και ημερομηνία αποπληρωμής. Η Εναγόμενη δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον Ενάγοντα παρά τις οχλήσεις του τελευταίου, ουδέποτε αρνήθηκε τις οφειλές της, ενώ αποδέχτηκε την υποχρέωση της να εξοφλήσει τον Ενάγοντα, δια λόγων και πράξεων. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Αρνείται ότι είχε την όποια οικονομική ή άλλη σχέση μαζί του. Αρνείται ότι πήρε χρήματα από αυτόν. Σε σχέση με το Έγγραφο Αναγνώρισης Χρέους, παραδέχεται ότι υπέγραψε κάποιο γραμμάτιο ή έγγραφο το οποίο της ζήτησε ο Ενάγων εκβιαστικά και για να το χρησιμοποιήσει για φορολογικούς και/ή δικούς του σκοπούς (παρ. 4). Στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση ο Ενάγων υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το όποιο ποσό, αφού υπέγραψε έγγραφο αναγνώρισης χρέους (estopped by deed). Το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη με την ελεύθερη της βούληση. Οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.
- Η μαρτυρία Όπως προαναφέρθηκε κατέθεσαν ενώπιον μου μόνο Ενάγων και Εναγόμενη. Ο Ενάγων στην γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α, αναφέρει ότι τον επίδικο χρόνο ήταν συνιδιοκτήτης εταιρείας. Με την Εναγόμενη γνωρίστηκε σε πολιτική κίνηση τον Σεπτέμβριο του
- Μέσω της εκεί ενασχόλησης τους συνδέθηκαν φιλικά, αποτελούσαν την κύρια ιδεολογική, οργανωτική και διαχειριστική ομάδα της κίνησης, ενώ πήγε και στο σπίτι της και γνώρισε τη μητέρα της. Αναφέρει με λεπτομέρεια, τα ποσά που του ζητούσε κάθε φορά η Εναγόμενη, την ημερομηνία που το έκανε, το λόγο που ισχυρίστηκε ότι τα χρειάζεται, αλλά και την τοποθεσία που της τα έδιδε. Ενδεικτικά την 31/12/2014 η Εναγόμενη του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Εκεί του ζήτησε €21.000 για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών. Πήγε στο γραφείο του πήρε σε μετρητά €14.500 που διατηρούσε για ώρα ανάγκης και της τα δάνεισε με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε το αργότερο μέχρι την 3/2/
- Την 5/1/2015 του ζήτησε να τον δει επειγόντως, πήγε στο γραφείο του και του ζήτησε €6.500 για προσωπικές ανάγκες. Της εξέδωσε επιταγή (Τεκμήριο 1) με το εν λόγω ποσό με τη συμφωνία να του τα επιστρέψει το αργότερο μέχρι την 10/2/
- Αναλόγως όταν την 20/1/2015 όταν του ζήτησε €20.000 επειγόντως, για προσωπικό της ζήτημα, της παρέδωσε επιταγή ποσού €3.000 (Τεκμήριο 2), και δανείστικέ ποσό ύψους €12.375 για να της το δανείσει. Αυτό το ποσό συμφωνήθηκε να επιστραφεί μέχρι την 10/2/
- Ο Ενάγων περιγράφει με ανάλογα στοιχεία και λεπτομέρεια όλες τις φορές που δάνεισε χρήματα στην Εναγόμενη, στις παραγράφους 5.
- μέχρι 5.7, στις σελίδες 2 μέχρι 4 του Εγγράφου Α. Ο Ενάγων κατέθεσε επίσης έγγραφο με το οποίο η Εναγόμενη υπογράφει ότι αναγνωρίζει το χρέος της και δεσμεύεται να το αποπληρώσει (Τεκμήριο 3). Το Τεκμήριο 3 φέρει τις υπογραφές των μερών και ημερομηνία 17/2/
- Επ' αυτού η Εναγόμενη δηλώνει ότι έλαβε από τον Ενάγοντα ποσά που αναφέρονται σε σχετικό Πίνακα, και ότι θα τα επιστρέψει στις ημερομηνίες που εμφαίνονται στον εν λόγω Πίνακα. Ο Πίνακας επί του Τεκμηρίου 3 έχει ως εξής: ΠΟΣΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΤΑ Η ΠΕΡΙ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΠ0ΟΠΛΗΡΩΜΗΣ €14.500,00 μετρητοίς 31/12/2014 03/2/2015 €6.500,00 μέσω επιταγής του ΒΜ υπ' αρ. [ ] 05/1/2015 10/2/2015 €10.400,00 μετρητοίς 15/1/2015 03/2/2015 €12.000 μετρητοις €3.375,00 μέσω επιταγής αρ. [ ] της Μ&V 20/1/2015 20/1/2015 10/2/2015 10/2/2015 €22.500,00 μετρητοίς 21/1/2015 23/2/2015 €20.250,00 μετρητοίς 24/1/2015 26/2/2015 €400,00 μετρητοίς 15/2/2015 26/2/2015 Ο Ενάγων υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αμφισβήτησε την οφειλή της, αντιθέτως την αποδέχθηκε πλειστάκις. Παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 4). Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/2/2015 ο Ενάγων εκφράζει την ανησυχία του προς την Εναγόμενη, γιατί αντί να του επιστρέψει τα χρήματα που του οφείλει εκείνη του έδιδε δικαιολογίες. Με οργίλο, δε, ύφος της αναφέρει ότι λόγω της νοοτροπίας της, με δικαιολογίες να μην του καταβάλλει τα όσα του οφείλει, διακυβεύεται ο γάμος του, η εταιρεία του, περιουσιακά του στοιχεία και φιλίες ετών. Την καλεί, τέλος να πάει στο γραφείο του την επομένη και να του επιστρέψει όσα χρήματα του όφειλε. Η Εναγόμενη απαντά την ίδια μέρα ως εξής: «Βασίλη μου, αχρείαστο το μήνυμα. Σου είπα όταν μιλήσαμε για το θέμα της ημερομηνίας ΚΑΝΕΝΑΣ δεν έκανε click ότι 23 του μήνα θα ήταν καθαρά Δευτέρα. ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ αύριο στις
- Το τι είπα ΔΕΝ ΗΑΤΝ ΠΟΣΩΣ δικαιολογία. Γιατί να δικαιολογηθώ; Είπα απλά την αλήθεια όπως πάντα, όσο πικρή και αν ήταν/είναι. Θα σε δω αύριο.» Στο Τεκμήριο 4 περιέχεται και ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντα ημερομηνίας 5/3/2015, όπου εκφράζει στην Εναγόμενη τη λύπη του για την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, αλλά της επισημαίνει ότι για ακόμα μια φορά αποδείχθηκε αναληθής, αφού δεν του επέστρεψε τα χρήματα που τις δάνεισε. Μίλησε και με την μητέρα της Εναγόμενης, η οποία τον προέτρεψε να μην προχωρήσει σε νομικά μέτρα γιατί θα τον αποπλήρωναν με τόκους μέχρι το τέλος Απριλίου του
- Τόσο η μητέρα της Εναγόμενης, όσο και η ίδια είχαν υποσχεθεί ότι θα τον αποπλήρωναν σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι τον Ιούνιο του
- Κανένα ποσό δεν του επιστράφηκε, με αποτέλεσμα να αποστείλει επιστολή στην Εναγόμενη, μέσω των δικηγόρων του, ζητώντας της επιστροφή των ποσών που της είχε δανείσει, πλέον τόκων (Τεκμήριο 5). Η Εναγόμενη κάλεσε, σε διαφορετικές ημερομηνίας, τους δικηγόρους του Ενάγοντα και τους υποσχέθηκε ότι θα αποπλήρωνε τα οφειλόμενα, κάτι που δεν έπραξε. Τότε πήρε την απόφαση να καταχωρήσει εναντίον της την υπό εξέταση αγωγή. Αντεξεταζόμενος, έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τους λόγους που του ζητούνταν ποσά από την Εναγόμενη. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι την πρώτη φορά του ανέφερε ότι θα χάσει το διαμέρισμα της, στη δεύτερη μεγάλη δόση ότι είναι άρρωστος βαριά ο πατέρας της και στην τρίτη ότι έπαθε υποτροπή. Μάλιστα είπε ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε την ανάλογη φωνή, με τρέμουλο, με δάκρυ στο μάτι, έδιδε παράσταση. Κάθε καλός χριστιανός, υποστήριξε, θα έδιδε τα λεφτά σε έναν συνάνθρωπο του στην κατάσταση που του περιέγραφε η Εναγόμενη. Είχαν αναπτύξει, μάλιστα, ισχυρή σχέση γιατί διακατέχονταν τότε με ρομαντισμό και τους συνέπαιρνε η ιδεολογία της πολιτικής κίνησης στην οποία συμμετείχαν. Τον Φεβρουάριο τους 2015 είχε κλονιστεί, είχε σπάσει η πίστη στη φιλία του με την Εναγόμενη. Είπε ότι πολλές φορές δανείστηκε για να βοηθήσει την Εναγόμενη και έλαβε λεφτά από την Εταιρεία του, πληρώνοντας το πολύ ακριβά, ήτοι αποχωρώντας από αυτήν. Είναι στο πλαίσιο της φιλικής του σχέση με την Εναγόμενη που τις έδιδε τα λεφτά χωρίς να λαμβάνει αντάλλαγμα. Η Εναγόμενη στην κυρίως της εξέταση είπε ότι μετά από εκβιασμό υπέγραψε το Τεκμήριο
- Ειδικότερα ανέφερε ότι ο Ενάγων την απείλησε ότι θα έλεγε στον τότε σύντροφο της ότι έχουν ερωτικές σχέσεις αν δεν υπέγραφε το Τεκμήριο
- Παραδέχτηκε κατά την κυρίως της εξέταση ότι έλαβε κάποια ποσά από τον Ενάγοντα, μέσω επιταγών, €6.500 και €3.000, λόγω φιλικής σχέσης που είχαν και χωρίς την υπόσχεση ότι θα του τα επιστρέψει. Μετά από δική του επιμονή μάλιστα τα έλαβε, ενώ του είχε πει ότι δεν θα μπορεί να τα επιστρέψει, ενώ της παρουσίασε το Τεκμήριο 3 ως κάτι τυπικό που χρειαζόταν ο ίδιος. Αντεξεταζόμενη επέμεινε στις ως άνω θέσεις της, λέγοντας ως προς τα ηλεκτρονικά μηνύματα Τεκμήριο 4 ότι πέρασαν περίοδο άγριων συζητήσεων αφού ήταν δυσαρεστημένη που υπέγραψε το Τεκμήριο 3, ενώ τα όσα ποσά έλαβε ήταν δώρο από τον Ενάγοντα για να αντιμετωπίσει πρόβλημα υγείας της. Παρέπεμψε και σε sms που το δεικνύουν αλλά δεν τα παρουσίασε. Ήταν δεδομένο, είπε, ότι δεν οφείλει χρήματα, γι' αυτό δεν το είπε στον Ενάγοντα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Ανάλυση/ Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η θέση του Ενάγοντα ως προς την συμφωνία περί δανεισμού και επιστροφής συγκεκριμένων ποσών, αμφισβητείται από αυτή της Εναγόμενης ότι δηλαδή ουδέποτε δανείστηκε ποσό από τον Ενάγοντα και υποσχέθηκε να το επιστρέψει. Ακόμα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε το Τεκμήριο 3 αποτελούν επίσης επίδικο ζήτημα, καθώς η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι εκβιάστηκε για να το υπογράψει. Τούτα τα επίδικα, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, θα αποφασιστούν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Εν πρώτοις συμφωνώ με την υπεράσπιση ότι φαίνεται τουλάχιστον παράξενο ένα πρόσωπο να δανείσει τέτοια μεγάλα ποσά, συνολικά €89,925.00, σε μερικές εβδομάδες. Πλην όμως ο Ενάγων υπήρξε ακριβής στις τοποθετήσεις του, λεπτομερής και επεξηγηματικός, τεκμηριώνοντας τον τρόπο που ο δανεισμός της Εναγόμενης έλαβε χώρα και τους λόγους που της δάνεισε το κάθε ποσό. Εξήγησε επακριβώς το πως λάμβανε χώρα ο κάθε δανεισμός στην Εναγόμενη, με αναφορά σε ποσό, τρόπο καταβολής του και ημερομηνία αποπληρωμής. Έδιδε ακόμα στοιχεία ως προς το μέρος που της έδιδε τα χρήματα αλλά και τη διεργασία που έκανε για να τα βρει. Μάλιστα ανέλυσε και τις συνέπειες αυτού του δανεισμού ποσών για να ικανοποιήσει την Εναγόμενη, αφού αποχώρησε από την Εταιρεία που διατηρούσε τότε με τον συνέταιρο του λόγω του ότι λάμβανε χρήματα από εκεί και τα έδιδε στην Εναγόμενη, ενώ δήλωσε ότι η Εταιρεία δεν υπάρχει σήμερα. Υπέδειξε με σαφήνεια τους λόγους που τον οδήγησαν στο να δανείσει μεγάλα ποσά στην Εναγόμενη, ως αφενός την φιλική τους σχέση και την ιδεολογική τους ταύτιση και αφετέρου τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και για τα οποία είχε ανάγκη τα χρήματα. Ανέφερε ο Ενάγων ότι ως καλός χριστιανός δεν θα μπορούσε να μην βοηθήσει την Εναγόμενη, η οποία κλαίγοντας του ζητούσε χρήματα για να σώσει το σπίτι της ή λόγω ασθένειας του πατέρα της. Η αξιοπιστία του Ενάγοντα επιβεβαιώνεται πλήρως και από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Στο Τεκμήριο 3 η Εναγόμενη αναγνωρίζει το χρέος της και δηλώνει ότι θα το εξοφλήσει σε συγκεκριμένο χρόνο. Με ηλεκτρονικό του μήνυμα (Τεκμήριο 4) ζητεί από την Εναγόμενη να της επιστρέψει τα ποσά που έλαβε και εκείνη στην απάντηση της όχι μόνο δεν αρνείται την οφειλή της, αλλά αναφέρει ότι θα βρεθεί με τον Ενάγοντα την επόμενη μέρα. Αξίζει να αναφερθεί ότι η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης είναι ότι κανένα ποσό δεν έλαβε από τον Ενάγοντα, κάτι που καταρρίπτεται από τις επιταγές που εξέδωσε ο Ενάγων στο όνομα της, Τεκμήρια 1 και
- Αναντίλεκτη μάλιστα παρέμεινε η μαρτυρία του ότι η Εναγόμενη υποσχέθηκε στους δικηγόρους του ότι θα αποπληρώσει το ποσό που έλαβε αλλά και ότι και η μητέρα της Εναγόμενης του υποσχέθηκε αποπληρωμή. Ο Ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα αναλυτικός χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η μνήμη του, αφού αναφερόταν συνεχώς σε λεπτομέρειες για γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν πέραν των 8 ετών. Έκανε αναφορά σε συγκεκριμένες φράσεις της Εναγόμενης, στην συμπεριφορά της, σε τόπους, χρόνο και πράγματα, χωρίς να αφήσει περιθώριο αμφισβήτησης του. Επομένως γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του και συγκεκριμένα ότι δάνεισε στην Εναγόμενη το αξιούμενο ποσό, με την υπόσχεση ότι θα του το επιστρέψει. Σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι είναι λανθασμένο το ποσό που αναφέρεται ότι καταβλήθηκε μέσω επιταγής στην Εναγόμενη, αλλά και ο αριθμός της επιταγής. Συγκεκριμένα φαίνεται ότι την 20/1/2015 ο Ενάγων παρέδωσε στην Εναγόμενη ποσό €3375 με επιταγή με αριθμό [ ], ενώ στο Τεκμήριο 2 το ποσό της επιταγής ημερομηνίας 20/1/2015, είναι αυτό των €3000 και ο αριθμός επιταγής [ ]. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν διεκδικείται μεγαλύτερο ποσό. Δικογραφείται ποσό €3.000, ως να δόθηκε με επιταγή (παρ. 3.
- της Έκθεσης Απαίτησης). Είναι, δε, φανερό ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος του Τεκμηρίου 3, αφού ο εκεί αναγραφόμενος αριθμός επιταγής, σε σχέση με το ποσό των €3.000, είναι ο ίδιος με την επιταγή για ποσό €6.500, ποσό που δόθηκε την 5/1/2015 και συνάδει με τον αριθμό επιταγής του Τεκμηρίου
- Επομένως δεν προκύπτει ότι ο Ενάγων προέβη στην όποια προσπάθεια να ξεγελάσει το Δικαστήριο, να καρπωθεί μεγαλύτερο ποσό, παρά μόνο ότι το Τεκμήριο 3 που ετοίμασε ενέχει ένα τυπογραφικό λάθος, χωρίς να επηρεάζεται η απαίτηση του. Η Εναγόμενη από την άλλη μετάλλασσε την στάση της αναλόγως των στοιχείων που τίθονταν ενώπιον της. Ενώ στην Υπεράσπιση δικογραφείται ότι ουδεμία οικονομική σχέση είχε με τον Ενάγοντα και ουδέν ποσόν έλαβε από αυτόν, στην ακροαματική διαδικασία μετάλλαξε τη θέση της λέγοντας ότι της δάνεισε €9.000, αφού είχαν κατατεθεί οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2, οι οποίες εκδόθηκαν από τον Ενάγοντα στο όνομα της. Μάλιστα άλλοτε αναφερόταν στο ποσό αυτό ως €9.000 και άλλοτε ως €9,500 εντείνοντας την αντιφατικότητα στη θέση της και την αντίληψη ότι πρόκειται περί εκ των υστέρων σκέψεως. Η επ' ακροατηρίω θέση της ότι έλαβε χαριστικά ποσά από τον Ενάγοντα έρχεται λοιπόν σε ευθεία αντίφαση με τις δικογραφημένες της θέσεις (Δημητριάδη Βαθούλα Δημήτρη προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Δημήτρη Ανδρέα Δημητριάδη, αποβιώσαντος ν. Alexander Kravtchenko
(2013)1 ΑΑΔ 1133). Οι θέσεις της Εναγόμενης έρχονταν σε αντίφαση και με σειρά ενώπιον μου τεκμηρίων. Αρχικά η κάθετη άρνηση της ότι οφείλει χρήματα στον Ενάγοντα, επ' ουδενί δεν αποτυπώνεται και στο ηλεκτρονικό της μήνυμα επί του Τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα ενώ ο Ενάγων με αυστηρό ύφος της επισημαίνει ότι του οφείλει χρήματα και όχι μόνο δεν του τα επιστρέφει αλλά και αναφέροντας του δικαιολογίες αποφεύγει την αποπληρωμή του εκείνη απαντά ωσάν να αποδέχεται τα ως άνω. Αναφέρει ότι δεν χρειαζόταν καν να της σταλεί το ηλεκτρονικό μήνυμα, ότι δεν είπε δικαιολογίες αλλά την σκληρή αλήθεια και ότι θα τον συναντήσει την επομένη μέρα. Εν πάση περιπτώσει από κανένα σημείο του ηλεκτρονικού της μηνύματος δεν φαίνεται να απορρίπτει την οφειλή της προς τον Ενάγοντα. Σίγουρα δεν φαίνεται η ίδια δυσαρεστημένη, όπως είπε στην αντεξέταση της, ότι ήταν μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 ή ότι θεωρείτο δεδομένη η μη οφειλή του όποιου ποσού. Τουναντίον μετά το έντονο ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντα με το οποίο ζητεί πίσω τα όσα κατέβαλε στην Εναγόμενη, αυτή με συγκαταβατικό ύφος προσπαθεί να κατευνάσει τον Ενάγοντα, νοώντας ότι θα διευθετήσει τις οφειλές της. Επιπλέον ο ισχυρισμός της περί εκβιαστικής υπογραφής του Τεκμηρίου 3, δεν έχει δικογραφηθεί ορθά και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο Θεσμός 19 Διάταξη 5 απαιτεί ως κάτωθι: «In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, wilful default, or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleading. In the case of fraud, the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently. » Στην Υπεράσπιση η Εναγόμενη καταγράφει απλώς ότι ο Ενάγων εκβιαστικά της ζήτησε να υπογράψει το Τεκμήριο 3, για να το χρησιμοποιήσει για φορολογικούς ή άλλους δικούς του σκοπούς. Καμιά λεπτομέρεια, της όποιας ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού ή έστω εκβιασμού δεν καταγράφεται. Σε κάθε όμως περίπτωση και αν ακόμα τίθεντο σχετικές λεπτομέρειες ο ισχυρισμός αυτός δεν θα γινόταν αποδεκτός. Εν πρώτοις κανένα τεκμήριο προς τούτο δεν δόθηκε. Κατά δεύτερον κατά την κυρίως της εξέταση η Εναγόμενη είπε ότι ο Ενάγων θα έλεγε στον τότε σύντροφο της ότι έχουν ερωτική σχέση αν δεν υπογράψει το Τεκμήριο
- Κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ούτε στην Υπεράσπιση, ούτε καν στον ίδιο τον Ενάγοντα, για να απαντήσει όταν ο ίδιος κατέθετε. Εκείνο που υποβλήθηκε στον Ενάγοντα είναι ότι μετά από δική του επιμονή και για δικούς του σκοπούς και/ή σκοπούς της εταιρείας του υπογράφηκε το Τεκμήριο 3 από την Εναγόμενη. Η θέση περί εκβιασμού μέσω του συντρόφου της Εναγόμενης πρώτη φορά εγέρθηκε στην επ' ακροατηρίω μαρτυρία της. Η μη υποβολή αυτής της θέσης στον Ενάγοντα, από μόνη της, την καθιστά μη αποδεκτή, αφού κανένας λόγος δεν δόθηκε, που να δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν τέθηκε στον Ενάγοντα αυτή η ουσιώδης θέση της Εναγόμενης (Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Έτι δε περισσότερο στην παρούσα όπου δεν δικογραφείται καν αυτή η θέση. Εγέρθηκε, λοιπόν, ακόμα ένας νεοφυής ισχυρισμός ώστε να αποφύγει η Εναγόμενη τις όποιες συνέπειες που γεννά το Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη, μάλιστα, επέκτεινε κατά την αντεξέταση της το επιχείρημα της ότι ο Ενάγων της είχε χαρίσει €9.000 και δεν ήθελε να το μάθει ο σύντροφος της και να την χωρίσει. Το εν λόγω επιχείρημα πέραν του ότι τέθηκε πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης είναι και παράλογο. Αφού η Εναγόμενη είχε σύντροφο λογικό θα ήταν να λάμβανε από εκείνον οικονομική βοήθεια. Αν δεν ήταν αυτό δυνατόν και πίστευε ότι θα είχε πρόβλημα, δεν θα λάμβανε τα χρήματα από τον Ενάγοντα. Τελικώς προτίμησε να υπογράψει, να θέσει στα χέρια του Ενάγοντα ένα έγγραφο όπου καταγράφεται ότι οφείλει σχεδόν δεκαπλάσιο ποσό από εκείνο που κατ' ισχυρισμό της έλαβε, χωρίς καμία δέσμευση, ενώ εκείνο που τάχα θα αποκάλυπτε ο Ενάγων ήταν κάτι πολύ λιγότερο από αυτό που υπέγραφε, το Τεκμήριο
- Η θέση αυτή της Εναγόμενης πέραν από εκ των υστέρων σκέψη, στερείται και λογικής. Η Εναγόμενη ως εκ των ως άνω κρίνεται ότι έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια σειρά από ανυπόστατους και νεοφυείς ισχυρισμούς, ως μια ύστατη προσπάθεια για να αποφύγει τις συνέπειες των όσων περιέγραψε ο Ενάγων. Λόγω της κατάθεσης των επιταγών Τεκμήρια 1 και 2 μετέβαλε τη δικογραφημένη θέση της ότι κανένα ποσό δεν έλαβε από τον Ενάγοντα, κατά την ακρόαση, θέτοντας για πρώτη φορά ότι έλαβε χαριστικά €9.
- Ήγειρε ατεκμηρίωτες θέσεις σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό της υπογραφή επί του Τεκμηρίου
- Αν και είχε την ευκαιρία στο Τεκμήριο 4 να διατρανώσει τη θέση της ότι δεν οφείλει κανένα ποσό δεν το έπραξε. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
- Νομική Βάση Κύριο επίδικο, όπως προκύπτει από τις αγορεύσεις των μερών ήταν το αν μπορεί ο δανεισμός του Ενάγοντα στην Εναγόμενη, χωρίς να λάβει αντάλλαγμα ή έστω τον όποιο τόκο, να κριθεί ως σύμβαση. Η Εναγόμενη έθεσε ότι δεν υπάρχει ανταλλαγή, ενώ ο Ενάγων παρέπεμψε σε σχετική αγγλική βιβλιογραφία. Έχω υπόψη μου την αναφορά της συνηγόρου του Ενάγοντα στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Sweet and Maxwell, 2017, παρ. 39-258, όπου αναφέρεται ότι: «A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend a sum of money to another, in consideration of a promise express or implied to repay that sum on demand, or at a fixed or determinable future time, or conditionally upon an event which is bound to happen, with or without interest» Η συγκεκριμένη όμως παραπομπή σε δάνειο με τόκο ή χωρίς, παραπέμπει πιο κάτω σε σχετική υποσημείωση όπου αναφέρονται τα εξής: «It is arguable that a promise to make a loan without interest is, while still executory, unsupported by consideration and therefore unenforceable. There appears to be no authority on the question». Το ζήτημα όμως της ανταλλαγής εν προκειμένω δεν είναι ουσιώδες. Ο Ενάγων απαιτεί το αξιούμενο ποσό, μεταξύ άλλων και για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δικογραφείται δηλαδή αξίωση στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά αυτή η αξίωση προκύπτει και από το σώμα της Έκθεσης Απαίτησης. Η παλαιά αρχή ότι δεν μπορεί από μόνη της η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού να στοιχειοθετεί βάση αγωγής, έχει ξεπεραστεί. Συγκεκριμένα στην Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ και Άλλη ν. Δημήτριου Κακαβού
(2015)1 ΑΑΔ 2195, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330.» Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε στην Μιχάλης Ζένιος Λτδ ν. Touch Properties and Investments Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 484/2012, 10/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A225, ECLI:CY:AD:2019:A225, όπου αποφασίστηκε πως η εφεσίβλητη κατέστη πλουσιότερη αδικαιολόγητα, ποσό που θα πρέπει να αποδώσει πίσω στον εφεσείοντα στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Άξια αναφοράς είναι η κάτωθι επισύμανση της Ζένιος: «Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η νομική υπόσταση της αξίωσης για αποζημιώσεις στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού εδράζεται επί του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.
- Το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution).» Η πιο πάνω αρχή, υφίσταται και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην HKR Middle East Architects Engineering LC & Ors. v. English [2019] IEHC 306, ως εξής: «The somewhat more modern remedies of unjust enrichment and constructive trusts are further examples of the readiness of courts to compel a person who has received money which in equity belongs to another to pay it over to the latter. It is inconceivable that there is not a similar remedy in any civilised system of law.» Καθίσταται λοιπόν θεμελιώδες, όπως το Δικαστήριο αποδίδει δικαιοσύνη σε περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρους άλλου. Τούτη η σύγχρονη θεώρηση, σκοπό έχει να αποκαθιστά την όποια αδικία, έστω και αν δεν υφίσταται σύμβαση με την στενή έννοια του νόμου. Να αποκαθιστά το αθώο μέρος και να αποτρέπει την έγερση τεχνικών ζητημάτων που να δημιουργούν αδικίες σε βάρος προσώπων όπως ο Ενάγων τη βοήθεια του οποίου καταχράστηκε η Εναγόμενη Η Εναγόμενη, λοιπόν, έλαβε ποσό €89,925.00, με την υπόσχεση, τη συμφωνία να το επιστρέψει αλλά ποτέ δεν το έπραξε. Υπήρχε δηλαδή μια έστω οιονεί συμβατική σχέση μεταξύ τους, από την οποία η Εναγόμενη έλαβε όφελος. Κατέστη πλουσιότερη κατά το ως άνω ποσό, αφού το έλαβε από τον Ενάγοντα και ουδέποτε του το επέστρεψε, όπως του υποσχέθηκε προφορικά, στο Τεκμήριο 3 και εμμέσως στο Τεκμήριο
- Επομένως η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδώσει αυτό το ποσό στον Ενάγοντα στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αναλύονται ανωτέρω.
- Κατάληξη Στη βάση των ως άνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση ως τα αιτητικά Α και Β της Έκθεσης Απαιτήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο