Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος Χριστούδιας, Αρ. Υπόθεσης:10246/19, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10246/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος Χριστούδιας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30.11.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αυγουστή Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Τρεις κατηγορίες προσάπτονται με το παρόν κατηγορητήριο, καταχωρηθέν την 21.5.2019 στον κατηγορούμενο. Αυτές αφορούν σε ανυπακοή Διατάγματος Δικαστηρίου[1], κοινή επίθεση[2] και δημόσια εξύβριση[3]. Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα ο κατηγορούμενος την 5.12.2018 στη Λευκωσία, παρέλειψε να υπακούσει στις πρόνοιες του εκδοθέντος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 12.7.2018 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1858/18, πλησιάζοντας κατά παράβαση των προνοιών αυτού, την τέως σύζυγό του, σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων. Αντίστοιχα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, παράνομα επιτέθηκε σε αυτήν, εξυβρίζοντας την παράλληλα, κάνοντας χρήση της λέξης «πουτάνα». Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρείς μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσης της. Μετά το πέρας παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος με απόφαση του Δικαστηρίου κλήθηκε σε απολογία. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Παραδεκτά Γεγονότα Σημειώνεται στο στάδιο αυτό ότι την ακρόαση της υπόθεσης χειρίστηκε απαρχής μέχρι το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο κ. Σπαστρής. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως διορίσει άλλο συνήγορο την 22.11.22, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της, η κατάθεση του κ. Παύλου Τέρλα ημερομηνίας 10.5.2019, -Έγγραφο Α- Πρωτοκολλητή ως ήταν τότε, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αστικό Τμήμα) στην οποία επισυνάπτεται το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 12.7.
- Με αυτό απαγορεύετο στον κατηγορούμενο όπως πλησιάζει την παραπονούμενη σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων και/ή πλησιάζει το χώρο εργασίας της και/ή την οικία της ή να ακολουθεί αυτήν με το αυτοκίνητο και/ή όπως τηλεφωνεί σε αυτήν, μέχρι την περάτωση της αγωγής υπ' αριθμόν 1858/
- Αντίστοιχα, για την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε εκ συμφώνου, η κατάθεση του Αστ.1039 (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν καταγράφεται ότι την 5.12.18 και ώρα 16:50 η παραπονούμενη επισκέφθηκε τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό καταγγέλλοντας τα περιγραφόμενα επί του κατηγορητηρίου γεγονότα. Σε αυτήν ο Αστ. 1039 παρέδωσε ιατρικό έντυπο για να μεταβεί, εάν επιθυμούσε, στις πρώτες βοήθειες για εξέταση. Εξ' όψεως, καμία κάκωση δεν φέρεται να είχε. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας η παραπονούμενη. Στην κατάθεσή της Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι ζει στην Κύπρο από το 2009 με τον κατηγορούμενο. Έχουν δύο παιδιά μαζί, ηλικίας (τότε), 7 και 3 χρονών. Με τον κατηγορούμενο συζούσαν για 6 ολόκληρα χρόνια χωρίς να παντρευτούν, όμως από το 2017 ζούνε χωριστά. Το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα Επικοινωνίας, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος μπορεί να παίρνει τα παιδιά κάθε Τετάρτη μεταξύ των ωρών 07:00 με 20:00 και Σάββατο ή Κυριακή εναλλάξ, μεταξύ των ωρών 09:00 με 20:00 (Τεκμήριο 3). Η παραπονούμενη οφείλει να παραδίδει και να παραλαμβάνει τα παιδιά από τον κατηγορούμενο στον χώρο διαμονής της. Την 5.12.2018, ημέρα Τετάρτη, ο κατηγορούμενος όφειλε να παραλάβει τα παιδιά η ώρα 07:
- Η ώρα 07:08 της τηλεφώνησε ότι ήταν κάτω από την πολυκατοικία και περίμενε. Όταν εξήλθε της πολυκατοικίας η ώρα 07:15, o κατηγορούμενος δεν ήταν παρών. Του έστειλε μήνυμα ότι θα πάρει η ίδια τα παιδιά σχολείο, τοποθετώντας τα εντός του αυτοκινήτου. Αμέσως ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο χώρο, φωνάζοντας και δημιουργώντας φασαρία ότι «δεν του κατέβασε τα μωρά». Με το που εξήλθε η παραπονούμενη από το αυτοκίνητο, ο ίδιος την πλησίασε προσπαθώντας να την κτυπήσει στο πρόσωπο, χωρίς όμως να το κάνει. Αυτήν εξύβρισε με την λέξη «πουτάνα». Τα παιδιά ακούγοντας τον να φωνάζει άρχισαν να κλαίνε, με τον κατηγορούμενο να προσπαθεί να κατεβάσει αυτά από το αυτοκίνητο για να τα πάρει μαζί του. Η ίδια ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει τα παιδιά, ένιωσε ένα κτύπημα ξαφνικά στην κοιλιά της. Πόνεσε πάρα πολύ όμως δεν αντιλήφθηκε αν ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει με το χέρι ή με το πόδι του. Το ίδιο βράδυ και ενώ συνομιλούσε με την μεγαλύτερη κόρη της, η τελευταία της είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο να την κτυπά με το πόδι του. Παρά την παραλαβή ιατρικού εντύπου από την Αστυνομία, δεν μετέβη για εξέταση σε ιατρικό κέντρο, όχι μόνο γιατί δεν είχε τον χρόνο, αλλά επειδή το χτύπημα στην κοιλιά δεν θα έδειχνε το οτιδήποτε. Η παραπονούμενη κατά την κυρίως εξέταση της δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος από τη ημέρα που χώρισαν δεν σταμάτησε να την ενοχλεί και να την παρακολουθεί, εξ' ου και η έκδοση του Διατάγματος - Έγγραφο Α. Μπροστά από την πολυκατοικία που διαμένει αλλά και στο πλάι αυτής, εκτείνεται ένας μεγάλος χώρος στάθμευσης. Η ίδια σπάνια χρησιμοποιεί την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, ενώ επιλέγει δια καθημερινή χρήση την πόρτα εξόδου που οδηγεί στο χώρο στάθμευσης, πλησίον του οχήματος της. Από εκεί παρέδιδε και παραλάμβανε τα ανήλικα στον πατέρα τους. Αυτά, συμπεριλαμβανομένου και του τότε τρίχρονου παιδιού τους, μπορούσαν να περπατήσουν και να πάνε στον πατέρα τους, έτσι δεν υπήρχε λόγος όπως ο τελευταίος την πλησιάζει. Την επίδικη μέρα και ώρα 07:03 η παραπονούμενη παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε έρθει να παραλάβει τα παιδιά, γεγονός το οποίο συνέβαινε συχνά αφού, πολλές φορές παρά το ότι ερχόταν, επέλεγε όπως σταθμεύει το όχημα του σε κάποια απόσταση που να την αποτρέπει από το να έχει ορατότητα με αυτό. Η ίδια, για δικούς της λόγους, δεν κατέβαζε τα ανήλικα κάτω, παρά μόνο αν διαπίστωνε από το μπαλκόνι του ορόφου της την άφιξη του οχήματος του κατηγορούμενου. Αντιλήφθηκε η παραπονούμενη αργότερα, ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος προέβαινε σε αυτές τις πράξεις ήταν, για να μπορεί να την καταγγέλλει για παρακοή του διατάγματος επικοινωνίας. Όπως και τις λοιπές φορές, έτσι και την επίδικη. Η ίδια, μη βλέποντας το όχημα του κατηγορούμενου στο δρόμο, επέλεξε όπως μην κατεβάσει τα ανήλικα κάτω προς παράδοση. Με το που πέρασαν κάποια λεπτά επέλεξε όπως η ίδια πάρει τα παιδιά σχολείο. Περιγράφοντας τον χώρο της πολυκατοικίας σε συνάρτηση με το Διάταγμα Αποκλεισμού (Έγγραφο Α), ανέφερε ότι, από την είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι του σημείου που συνήθως στάθμευε ο κατηγορούμενος, η απόσταση ήταν περίπου, 50 μέτρα. Ενώπιον του Δικαστηρίου ετοίμασε, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση όσων επιθυμούσε να αναφέρει, σχετικό σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο
- Παρά το ότι αυτός σταματούσε στα 50 μέτρα (Σημείο Κ), ήτοι στάθμευε λίγο πριν την είσοδο του χώρου στάθμευσης της πολυκατοικίας, και όχι στα 100, η ίδια ποτέ δεν παραπονέθηκε για παρακοή Διατάγματος. Ο κατηγορούμενος πάντοτε, είτε κατά την παραλαβή είτε κατά την παράδοση των παιδιών, λογομαχούσε μαζί της, πλησιάζοντας την σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων. Την επίδικη ημέρα ήταν δήλωσε, καθισμένη στο αυτοκίνητό της εντός του χώρου στάθμευσης (Σημείο Α) διατηρώντας οπτική επαφή με τον δρόμο. Παρκάροντας λοιπόν το αυτοκίνητό του στο σημείο Κ κατέβηκε και κατευθύνθηκε προς την ίδια, πλησιάζοντας την, προσπαθώντας να ανοίξει τις πόρτες του οχήματος για να τα παραλάβει. Τα παιδιά ενώ βρίσκονταν ακόμη εντός του οχήματος της, άρχισαν να κλαίνε. Η ίδια προσπαθούσε να τα καθησυχάσει. Το μόνο που θυμάται είναι ότι «όταν άνοιξε την πόρτα την κλώτσησε με το πόδι του. Ερωτηθείσα κατά την κυρίως εξέτασή της πότε, χρονικά, ήταν που προσπάθησε ο κατηγορούμενος να την κτυπήσει με το χέρι του, ως αναφέρει στην κατάθεση της, η ΜΚ1 απάντησε: «Ναι. Τα έγραψα αυτά αλλά σχετικά αν σήκωσε το χέρι του, δεν θυμάμαι». Ερωτηθείσα από την κα. Θεοδότου όπως αναφέρει, πού σε συνάρτηση με την ίδια, ήταν που στεκόταν ο κατηγορούμενος, δεν μπορούσε να απαντήσει, αναφέροντας ότι: «Είναι πολλές οι περιπτώσεις που συνέβηκαν ίδιες, ίσως την σύγχυσα με καμιά άλλη υπόθεση». Θυμάται μόνο, ότι ο ίδιος έτρεξε κοντά της, ότι τη χτύπησε, ότι έκλαιγαν τα παιδιά και ότι δεν έπρεπε να τους πλησιάσει. Ο κατηγορούμενος όφειλε να περιμένει σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 μέτρων. Μετά το περιστατικό η ίδια μετέβηκε στην εργασία της και δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε γιατρό. Αντεξετασθείσα, συμφώνησε με το περιεχόμενο του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως αυτό εκδόθηκε στα πλαίσια Αίτησης με αριθμό 660/16 ημερομηνίας 10/02/2017- Τεκμήριο
- Συμφώνησε επίσης ότι, η ώρα 07:00 της επίδικης ημέρας, τα παιδιά δεν ήταν έτοιμα προς παράδοση, σε αντίθεση με τους όρους του προαναφερθέντος Διατάγματος. Τα παιδιά δήλωσε, «ήταν σχεδόν έτοιμα» προς παράδοση, όμως με δεδομένο ότι δεν είχε εντοπίσει τον κατηγορούμενο κάτω από την πολυκατοικία η ώρα 07:00, δεν τα κατέβασε. Όταν εντόπισε το όχημα του, στις 07:08, του απέστειλε γραπτό μήνυμα λέγοντας του ότι κατεβαίνουν, με τον κατηγορούμενο να απαντά επίσης γραπτώς στις 07:09 ότι, «αν δεν κατεβάσει τα παιδιά σε ένα λεπτό θα την καταγγείλει». Ακολούθησε μήνυμα του κατηγορούμενου στις 07:11 με το οποίο της ευχόταν «καλή επιτυχία στο Δικαστήριο» αφήνοντας να νοηθεί ότι στο διαρρεύσαντα χρόνο είχε προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Όταν τελικώς κατέβηκε με τα παιδιά, ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών. Του απέστειλε μήνυμα λέγοντας του ότι «αν δεν είναι εκεί σε τρία λεπτά, θα πάρει η ίδια τα παιδιά στο σχολείο». Ερωτηθείσα γιατί, αφού έστειλε μήνυμα ότι η ίδια θα πάρει τα παιδιά στο σχολείο παραπονέθηκε για παρακοή Διατάγματος, η μάρτυρας απάντησε: «διότι όταν κατέβηκα αυτός δεν ήταν εκεί». Ερωτηθείσα αν τον είδε να τη χτυπά με το δεξί ή το αριστερό του πόδι, ως ήταν η θέση της, η ίδια απάντησε ότι: «δεν θυμάμαι αν ήταν το δεξί, νομίζω, δεν ξέρω». Επανερχόμενος στο ζήτημα ο κ. Σπαστρής και ενώ ζητήθηκε από την μάρτυρα όπως εκ νέου περιγράψει το κτύπημα που δηλώνει ότι δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας απάντησε: «Έτσι φαίνεται να ήταν, δεν θυμάμαι. Τώρα όχι, δεν θυμάμαι». Εκείνο που χαρακτηριστικά θυμάται, ήταν ότι πριν το φερόμενο κτύπημα, ο κατηγορούμενος πρόταξε τη γλώσσα του προς τα έξω χλευάζοντας την, χαρακτηρίζοντας την πράξη αυτή ως ένα «γεγονός που δεν θα ξεχάσει ποτέ». Στη θέση της υπεράσπισης ότι την επίδικη ημέρα έλαβε τηλεφώνημα από την αστυνομία με την οποία καλείτο όπως παραδώσει τα ανήλικα στον κατηγορούμενο, συμφώνως των όρων του Τεκμηρίου 3, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να αναφέρει αν κάτι τέτοιο έλαβε χώρα με βεβαιότητα. MK2 η Αστυφύλακας
- Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 5, στην οποία αναφέρει ότι την 6.12.2018 έλαβε γραπτώς το παράπονο της παραπονούμενης. Αυτό κατέγραψε η ίδια η μάρτυρας, ως είθισται. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο επί του εδωλίου, αναφέροντας ότι μιλούσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αφού στο σταθμό καταχωρούνταν καταγγελίες από αμφότερους παράγοντες της διαδικασίας. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση κατά πόσον ο ανακριτής της υπόθεσης, ζήτησε την άποψη της για το κατά πόσον όφειλε να σχηματιστεί φάκελος σε σχέση με τα πεπραγμένα, η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν της ζητήθηκε όπως εκφέρει την όποια άποψη. Αν της ζητείτο, θα την έδιδε. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ3) ο Αστυφύλακας
- Η κατάθεση του ημερομηνίας 19.12.2018 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εκεί αναφέρει ότι υπηρετεί στην ΑΔΕ Λευκωσίας, όντας τοποθετημένος στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Την 12.12.2018 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την πιο πάνω υπόθεση. Ακολούθως, αφού του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο, τον κατηγόρησε γραπτώς - Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση, αρνούμενος να υπογράψει το οτιδήποτε. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο επί του εδωλίου, με την κατάθεση του τελευταίου να κατατίθεται στη διαδικασία ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείς αντεξεταζόμενος όπως αναφέρει τα καθήκοντα του, απάντησε ότι αυτά αφορούν στην συλλογή όλου του μαρτυρικού υλικού και τον σχηματισμό σχετικού φακέλου με σκοπό την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Συμφώνησε με τον κ. Σπαστρή ότι ο ίδιος, ως εξεταστής της υπόθεσης θα καθόριζε κατά πόσον είχαν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα, και αν υπήρχε φυσικά, σχετική μαρτυρία που να τα αποδεικνύει. Ο ΜΚ3 δήλωσε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν αρκετή για να κατηγορηθεί, κατά την εκτίμηση του, ο κατηγορούμενος. Ερωτηθείς αν γνωρίζει κατά πόσον υπήρχε Διάταγμα Επικοινωνίας δυνάμει των προνοιών του οποίου ο κατηγορούμενους δικαιούτο να παραλαμβάνει τα παιδιά του, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν θυμάται, και αν αυτό είδε, σίγουρα δεν μπορεί να θυμηθεί σε τι αφορούν οι πρόνοιες του. Ούτε μετά την κατάθεση του κατηγορούμενου έκρινε σκόπιμο δήλωσε, να καλέσει εκ νέου την παραπονούμενη για να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα. Μήτε καταφατικά απάντησε στο κατά πόσον εξέτασε, πριν προσάψει τις κατηγορίες στον κατηγορούμενο για την ύπαρξη του οποιουδήποτε Διατάγματος Αποκλεισμού του τελευταίου, επαναλαμβάνοντας ότι, ακόμη και αν το είδε, δεν θυμάται επακριβώς τις πρόνοιες του. Ούτε ρώτησε την παραπονούμενη αν γνωρίζει, κατά πόσον το εν λόγω Διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή αν αυτός γνώριζε για την ύπαρξη του. Στη θέση ότι η Αστυνομία λειτούργησε μηχανιστικά χωρίς να έχει προβεί σε δέουσα διερεύνηση, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 8 αναφέρει ότι, τη συγκεκριμένη μέρα η παραπονούμενη είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου να του παραδώσει τα παιδιά στις 07:
- Τηλεφώνησε στην ίδια στις 06:50, όμως καμία απάντηση δεν έλαβε. Τηλεφώνησε εκ νέου στις 07:01 όταν η παραπονούμενη του αποκρίθηκε: «Γαμήθου μαλάκα, δεν θα σου δώσω τα παιδιά». Περίμενε κάτω από την πολυκατοικία μέχρι τις 07:12 όταν έστειλε εκ νέου μήνυμα ζητώντας να μάθει κατά πόσον θα του παραδώσει τελικώς, τα παιδιά. Αφού πέρασε ακόμη ένα λεπτό χωρίς καμία απάντηση, αποφάσισε όπως τηλεφωνήσει στις 07:13 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να καταγγείλει παραβίαση του Διατάγματος Επικοινωνίας. Αφού μίλησε με τον σταθμό, έστειλε ξανά γραπτό μήνυμα στο οποίο κατέγραψε ότι: «Έχεις ακόμη μία καταγγελία για παράβαση του Διατάγματος του Δικαστηρίου». Στη συνέχεια, ξεκίνησε για να πάει να δώσει κατάθεση στον Αστυνομικό σταθμό, όταν αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη είχε κατεβεί κάτω, προσπαθώντας να βάλει τα παιδιά στο αυτοκίνητο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, λέγοντας της να του τα παραδώσει. Η απόσταση που είχε από την παραπονούμενη σε αυτό το στάδιο ήταν περί τα 2 με 3 μέτρα. Όταν τον αντιλήφθηκε η μικρή του κόρη, έτρεξε κοντά του φωνάζοντας του «μπαμπά». Αγκάλιασε τη μικρή του κόρη, κρατώντας την από την αριστερή του μεριά, όταν αντιλήφθηκε την προσπάθεια της παραπονούμενης να τον κτυπήσει. Για άμυνα δική του και του παιδιού του, πρόταξε προς τα εμπρός το δεξί του χέρι για να ανακόψει το οποιοδήποτε τυχόν κτύπημα της παραπονούμενης. Ακολούθως, πήρε και το άλλο παιδί από το χέρι και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Η παραπονούμενη καθ' όλους τους πιο πάνω χρόνους τον εξύβριζε. Το μόνο που της ανέφερε ο ίδιος ήταν ότι όφειλε να τηρεί τις πρόνοιες του Διατάγματος, καλώντας την παράλληλα όπως σταματήσει να τον προκαλεί μπροστά στα παιδιά. Κατά την κυρίως εξέταση του, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επιχείρησε να κτυπήσει την παραπονούμενη και ότι εξύβρισε αυτήν με την λέξη «πουτάνα». Ερωτηθείς για πιο λόγο πλησίασε την παραπονούμενη στα δύο μέτρα, απάντησε ότι έτσι γινόταν κάθε φορά που του παρέδιδε τα παιδιά, αφού η παράδοση γινόταν «χέρι με χέρι». Εν πάση περιπτώσει, ποτέ δεν του επιδόθηκε το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα - Έγγραφο Α, και δεν είχε γνώση σε ότι αφορά την ύπαρξη του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 αντίστοιχο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε, τοποθετώντας σε αυτό τα διάφορα καίρια σημεία που αφορούν στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Εξήγησε ότι ο ίδιος η ώρα 07:02 ήταν στο σημείο 3, το οποίο είναι παρά την είσοδο του χώρου στάθμευσης της πολυκατοικίας. Η απόσταση από το όχημα του μέχρι την πόρτα εξόδου της πολυκατοικίας από όπου παραλάμβανε τα παιδία ήταν περίπου στα 20 μέτρα. Επανέλαβε ότι στις 07:12 και αφού είχε τηλεφωνήσει στην παραπονούμενη δύο φορές προηγουμένως, χωρίς καμία ανταπόκριση, τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό καταγγέλλοντας το εν λόγω συμβάν. Η Αστυνομία τον παρότρυνε όπως αναμένει ακόμη λίγο. Περίμενε στο σημείο 3 μέχρι τις 07:
- Ξεκίνησε για τον αστυνομικό σταθμό για να προβεί σε κατάθεση, διανύοντας μια απόσταση 50 περίπου μέτρων, όταν διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη είχε εξέλθει της πολυκατοικίας. Έκανε λοιπόν επαναστροφή, τοποθετώντας το όχημα του πάλι, πλησίον της εισόδου της πολυκατοικίας, στο σημείο
- Κατέβηκε από το όχημα και κατευθύνθηκε προς το σημείο 2, ήτοι πλησίον του αυτοκινήτου της παραπονούμενης, με την μικρότερη του θυγατέρα να τρέχει προς το μέρος του. Σε κανένα στάδιο δεν έβρισε την παραπονούμενη. Αντίθετα, εκείνη ήταν που τον εξύβριζε, διατάζοντας την μεγαλύτερη τους κόρη να μπει στο αυτοκίνητο. Τα παιδιά του όντως, ήταν αντίστοιχα, σε θέση όπως περπατήσουν προς το μέρος του, όμως οι παραδόσεις πάντοτε γίνονταν χέρι με χέρι, με την παραπονούμενη να του παραδίδει πάντοτε και μια τσάντα με τα αναγκαία, αφού η μικρότερη τους κόρη, τότε ηλικίας περίπου τριών ετών, ακόμη έπινε γάλα και φορούσε πάνες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ούτε η παραπονουμενη ούτε τα ανήλικα είχαν εισέλθει εντός του αυτοκινήτου. Τη μεγαλύτερη του κόρη τελικά, ποτέ δεν την παρέλαβε εκείνη την ημέρα, αφού η μητέρα της την διέταξε όπως μπει στο αυτοκίνητο και κλείσει την πόρτα. Σε ότι αφορά τις εξυβρίσεις της παραπονούμενης στο πρόσωπο του την επίδικη ημέρα, όχι μόνο καταχωρήθηκε αλλά εκδικάστηκε ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην οποία η παραπονούμενη καταδικάστηκε. Επέμενε ο μάρτυρας ότι, το διάταγμα ημερομηνίας 12.7.2018 ουδέποτε του επιδόθηκε. Το συγκεκριμένο Διάταγμα το διάβασε, βλέποντας το για πρώτη φορά όταν πήγε να δώσει κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Ποτέ προηγουμένως δεν τον είχε ενημερώσει κανείς για την ύπαρξη του, ούτε καν η ίδια η παραπονούμενη από την οποίαν συνέχιζε να παραλαμβάνει τα παιδιά 2 φορές κάθε εβδομάδα, από τον Ιούλιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018, με τους δύο τους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, και τις παραδόσεις να γίνονταν όπως πάντα, χέρι με χέρι. Μέχρι και σήμερα αδυνατεί να αντιληφθεί πώς θα αποφευγόταν το πλησίασμα των 100 μέτρων κατά την παραλαβή και παράδοση των παιδιών. Ανά διαστήματα δήλωσε μιλούσαν οι δικηγόροι τους, για την έκδοση ενός τέτοιου Διατάγματος, όμως ο ίδιος ποτέ δεν ενημερώθηκε για την έκδοση του, ή τους όρους του. Μετά την κατάθεση του στην αστυνομία και αφού έμαθε για το Διάταγμα, αναζήτησε καθοδήγηση από δικηγόρο ως προς το πώς πρακτικά, θα μπορεί να παραλαμβάνει και να παραδίδει τα παιδιά χωρίς να παραβιάζει το Διάταγμα ημερ. 12.7.18, με την συνήγορο να του απαντά ότι, είθισται, οι πρόνοιες ενός Διατάγματος Απομάκρυνσης να αναστέλλονται για εκείνο τον περιορισμό χρόνο εντός του οποίου αναμένεται να λάβει χώρα και να ολοκληρωθεί η παράδοση ή η παραλαβή ενός παιδιού. Αντεξετασθείς, τόσο σε σχέση με το Διάταγμα, Έγγραφο Α, αλλά και τις λοιπές δύο κατηγορίες, ήτοι της επίθεσης και της εξύβρισης, ο κατηγορούμενος επέμενε στην δική του εκδοχή των πεπραγμένων, αρνούμενος κατηγορηματικά, τις όποιες υποβολές της κατηγόρου. Σε ότι αφορά την κατηγορία της ανυπακοής, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι, εξ' όσων ενημερώθηκε πολύ αργότερα, ήτοι, μετά τον επίδικο χρόνο, η αγωγή αποσύρθηκε από τους δικηγόρους της πρώην συμβίας του, συμπαρασύροντας κατά αυτόν τον τρόπο και το Διάταγμα σε απόρριψη, και αυτό γιατί η αγωγή δεν προωθήθηκε ποτέ ουσιαστικά, με αποκλειστικό σκοπό καταχώρησης της, την έκδοση του Διατάγματος. Ο ίδιος δεν ενημερώθηκε ποτέ, ούτε από τον δικηγόρο του για την ύπαρξη του, ούτε από την παραπονούμενη, η οποία μάλιστα είχε την απαίτηση, όπως ο ίδιος πλησιάζει αυτήν για να παραλαμβάνει τα παιδιά και τις τσάντες, παραπονούμενη μάλιστα ότι, «δεν είναι δούλος του» για να του «κουβαλά τα μωρά». Απαίτηση της ήταν μάλιστα, δήλωσε, όπως την περιμένει ακριβώς στην πόρτα εξόδου της πολυκατοικίας, αφού πρώτα κτυπούσε το κουδούνι. Σε κάποιο ανύποπτο χρόνο δήλωσε, έγινε μια συζήτηση μεταξύ των δικηγόρων τους περί πιθανής έκδοσης ενός Διατάγματος, γιατί «η Ιουλία παραπονιόταν για τη συμπεριφορά του». Όμως, πέραν από αυτή τη γενική αναφορά, τίποτα άλλο δεν ήρθε στην αντίληψη του. Βάρος Απόδειξης/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι γνωστό τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητάς του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (Woolmington v DPP 25 Cr. App.R.72, Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.459). Ο Δικαστικός Λόγος στην Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ.22 μας υπενθυμίζει ότι: «Ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας ενός κατηγορούμενου και της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι: (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσον είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες». Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον νου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων με τον Δικαστή να: «.καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του, αποστασιωποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διατρέχει ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του (βλ. P & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1945). Έχω ως γνώμονά μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές το Δικαστήριο, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). Θα ξεκινήσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας από την ΜΚ2, η μαρτυρία της οποίας ήταν τυπική στην φύση της. Κανένα ζήτημα αξιοπιστίας δεν τέθηκε σε ότι αφορά την μάρτυρα, με αυτήν αποτελεί το πρόσωπο το οποίο έλαβε το παράπονο της πρώην συμβίας του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του Αστυφύλακα ΜΚ3 ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ουδόλως βοήθησε το Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι απαντήσεις του μάρτυρα ήταν επί το πλείστο αόριστες και ασαφείς, αφήνοντας σημαντικά κενά, ουσιώδους σημασίας ως προς τα πεπραγμένα και την πορεία αυτών. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αλλά, και στην συνομιλία που είχε με τον ΜΚ1 πρόβαλε κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με της θέσεις της παραπονούμενης. Μεταξύ άλλων αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου και τότε, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Διάταγμα ημερ. 12.7.18 (Έγγραφο Α), ουδέποτε του επιδόθηκε, με τον ίδιο να λαμβάνει γνώση περί ύπαρξης του κατά την συνομιλία τους, στον Αστυνομικό Σταθμό. Οι θέσεις όμως που πρόβαλε ο κατηγορούμενος και ειδικότερα η θέση που αφορά στην μη επίδοση του Διατάγματος του Δικαστηρίου στο πρόσωπο του ή περί έλλειψης γνώσης των όρων αυτού, παρέμειναν εκεί, ίδιες και σταθερές από την στιγμή της διερεύνηση της υπόθεσης, μέχρι και την απόδοση της κατηγορίας στο πρόσωπο του. Οι θέσεις όμως αυτές, ουδόλως διερευνήθηκαν από τους αρμόδιους. Η επανακλήτευση ενδεχομένως της παραπονούμενης επί του προκείμενου, και η λήψη συμπληρωματικής ενδεχομένως κατάθεσης επί του σημείου, δεν ήταν ούτε κάτι δύσκολο ούτε κάτι αδύνατο. Θα ανέμενε κανείς, με γνώμονα πάντοτε το υψηλό βάρος απόδειξης που βαραίνει την Κατηγορούσα αρχή όπως προσκόμιζετο στο Δικαστήριο προς απόδειξη του λόγου του αληθές, κάτι απτό. Θα ανέμενε κανείς ότι όντας ανακριτής της υπόθεσης, θα είχε μια ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων έκαστης πλευράς (δυνάμει Διαταγμάτων Επικοινωνίας του κατηγορούμενου με τα παιδιά, και απομάκρυνσης του από την παραπονούμενη), και όλα αυτά ενόψει του καθήκοντως του όπως παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα του φακέλου και άποψης που σχημάτισε. Η μαρτυρία του συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές έδαφος για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι αναφορές και συμπεριφορά της ΜΚ2 προβλημάτισαν το Δικαστήριο σε σχέση τόσο με το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αλλά και την εν γένει συμπεριφορά της επί του εδωλίου. Κρίνοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά την μαρτυρία της καταλήγω, ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Στην κατάθεση της, ήτοι κατά τον χρόνο που τα γεγονότα ήταν φρέσκα στη μνήμη της, η παραπονούμενη διατείνετο ότι ο κατηγορούμενος την πλησίασε παραβαίνοντας τους όρους του Διατάγματος, εξυβρίζοντας αυτήν πλησίον του οχήματος της ενώ, στην προσπάθεια του να πάρει τα παιδιά από το όχημα, σήκωσε το χέρι του για να την κτυπήσει. Κατά τη ζώσα μαρτυρία της όμως, ήταν φανερό ότι η παραπονούμενη αδυνατούσε όπως περιγράψει τα γεγονότα. Οι απαντήσεις της, ήταν αόριστες και συγκεχυμένες. Ως η ίδια ανέφερε, τα όσα κατέγραψε στην κατάθεση της, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει, αφού δεν θυμάται. Υπενθυμίζεται ότι εκεί δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την κτυπήσει στο πρόσωπο με το δεξί του χέρι, αλλά δεν το έπραξε. Στην κυρίως εξέταση της, δεν θυμόταν καν αν ο κατηγορούμενος έκανε αυτή την κίνηση, ή αν την έκανε, κατά πόσον έκανε αυτήν με το χέρι ή με το πόδι του, για να αποφασίσει ύστερα όπως αναφέρει ότι τελικά, την κλώτσησε στην κοιλιά με το δεξί του πόδι, όμως ούτε για αυτό μπορεί να είναι βέβαιη, δήλωσε. Δήλωσε μάλιστα ότι, ενδέχεται οι αναφορές της να αφορούν άλλη υπόθεση γιατί τα «γεγονότα ήταν τόσα πολλά» που δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι μπερδεύτηκε.Σημειώνεται εδώ, ως βαρύνουσας σημασίας, η ίδια η θέση της παραπονούμενης ότι, ποτέ στο μεσοδιάστημα, ήτοι μεταξύ Ιουλίου με Δεκέμβριο 2018, δεν κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για παρακοή του Διατάγματος Αποκλεισμού, «παρά το ότι αυτός πάντοτε την πλησίαζε σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων». Το κύριο δε παράπονο της, ως δήλωσε στον κ. Σπαστρή έγκειτο στο γεγονός ότι, «ο κατηγορούμενος δεν ήταν στην ώρα του για να παραλάβει τα παιδιά» και όχι στο ότι την πλησίασε σε απόσταση που δεν επιτρεπόταν. Σε ό,τι αφορά δε την τρίτη κατηγορία, ήτοι αυτή της εξύβρισης, καμία αναφορά δεν έκανε η παραπονούμενη, είτε κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης της, είτε κατά την αντεξέταση της αφήνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της, απογυμνωμένους. Ήταν διάχυτο στη μαρτυρία της ότι τα γεγονότα που ανέφερε στην αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούσε επουδενί να επιβεβαιώσει ενώπιον του ΔΙκαστηρίου. Εκάστη απάντηση που έδιδε η μάρτυρας αποδυνάμωνε περαιτέρω τις προβαλλόμενες θέσεις της, οι οποίες ήταν μεταξύ τους εν πάση περιπτώσει, αλληλοσυγκρουόμενες. Σημειώνεται εδώ ότι, ερωτηθείσα «ποιο ήταν τελικά το παράπονο της, με γνώμονα ότι η ίδια επέλεξε όπως πάρει τα παιδιά στο σχολείο», η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό εδράζετο στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνεπής στην ώρα παραλαβής των ανηλίκων, παραπέμποντας και εστιάζοντας το παράπονο της σε κατ΄ισχυρισμόν παραβίαση του Διατάγματος Επικοινωνίας (Τεκμήριο 3) αντί σε παραβίαση του Διατάγματος, Έγγραφο Α. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να κριθεί ότι παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα σε ότι αφορά είτε το περιστατικό είτε τα γεγονότα που ενδεχομένως να οδήγησαν σε αυτό, και αυτό γιατί, η μάρτυρας αναίρεσε ουσιαστικά έκαστη θέση που προώθησε ανακρινόμενη από τις αστυνομικές αρχές, αφήνοντας την μαρτυρία της απογυμνωμένη από οποιαδήποτε αληθοφάνεια αναφορικά με τους ισχυρισμούς της. Η μαρτυρία της παραπονούμενης αφήνει το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η ίδια είτε προσπαθούσε τεχνηέντως όπως αποκρύψει γεγονότα, ή όπως μη φανερώσει την πλήρη αλήθεια. Η μαρτυρία της δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στρέφεται τώρα το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Πέραν της έντονης συναισθηματικής φόρτισης η οποία χαρακτήριζε την μαρτυρία του κατηγορούμενου, αυτή γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της και κρίνω ότι επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Ο κατηγορούμενος απαντούσε άμεσα και χωρίς περιστροφές σε έκαστο συνήγορο, ενώ η ειλικρίνειά του όταν κατέθετε στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη. Υπήρξε πλήρως περιγραφικός στο Δικαστήριο σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, εξηγώντας με λεπτομέρεια μέσω του σχεδιαγράμματος που παρουσίασε (Τεκμήριο 9), πού στάθμευσε το όχημα του το επίδικο πρωινό, την παραμονή του στο χώρο, την προσπάθεια του να αντιληφθεί προς τι η αργοπορία των παιδιών, το τηλεφώνημα του προς την Αστυνομία αναφέροντας το γεγονός και η απόφαση του όπως επιστρέψει πίσω προς την πολυκατοικία της παραπονούμενης σε μια ύστατη προσπάθεια παραλαβής των. Οι λεπτομέρειες σε ότι αφορούσε τις κινήσεις του, τις ώρες που ξεκίνησε για την παραλαβή των, ο χρόνος που διέρρευσε από τη στιγμή που ξεκίνησε μέχρι την ώρα που παρέλαβε τελικώς την μικρή του κόρη, και η μεταξύ άλλων τοποθέτηση του ότι πάντοτε οι παραδόσεις γίνονταν χέρι με χέρι, αποτελούν σημεία που δεικνύουν την φιλαλήθεια και ειλικρίνεια του κατηγορούμενου. Όχι μόνο δεν εντοπίζεται προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων από μέρους του κατηγορούμενου, αλλά αντίθετα, κάθε θέση που πρόβαλε, ανέπτυσσε σε τέτοια έκταση και με συγκεκριμένες αναφορές, οι οποίες προσθέτουν στο αληθές της μαρτυρίας του. Σημειώνεται επιπλέον και η παραδοχή του ότι, πλησίασε την παραπονούμενη, ως έκανε κάθε φορά, με σκοπό την παραλαβή των τέκνων του, παραδοχή η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να αφήσει εαυτόν έκθετο σε ενδεχόμενη παράβαση των όρων του Διατάγματος, Εγγράφου Α, σε περίπτωση που αυτό είχε αποδειχθεί ότι ήταν εις γνώση του καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα υπόθεση, χρόνους. Παρά την επίπονη αντεξέταση του σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3, αλλά κυρίως με το κατά πόσον πλησίασε την παραπονούμενη σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων επί σκοπώ, ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση σε σχέση με τα όσα ανέφερε ανακρινόμενος στην Αστυνομία προ μιας πενταετίας. Αντιθέτως, κάθε του απάντηση ενίσχυε και αντανακλούσε τις αρχικές του θέσεις όταν αυτός ανακρινόταν από τις Αστυνομικές Αρχές. Η θέση του ότι τα περί ύπαρξης του Διατάγματος έμαθε στον Αστυνομικό Σταθμό, ουδόλως ανατράπηκε παρά το επίπονο της αντεξέτασης του επί του εν λόγω σημείου. Τη μαρτυρία του αποδέχομαι στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κεφ. 154, όποιος ανυπακούει σε Διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή Δικαστηρίου, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια µε τέτοια ανυπακοή. Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την σωρευτική πλήρωση των ακόλουθων συστατικών στοιχείων: (α) ότι εκδόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου, (β) ότι το πρόσωπο προς το οποίο το Διάταγμα απευθύνεται έχει γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου του, (γ) την παράλειψη συμμόρφωσης του με τους όρους αυτού και (δ) την ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως πώς πρόθεση, καταστρατήγησης του Διατάγματος. Όπως έχει τεθεί στην Constantinos Ioannides v The Republic
(1971)3 CLR 8, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Law of Contempt των Anthony Arlidge & David Eady (Εκδ. 1982 παρα. 2-28), ιστορικά, πίσω από τη διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης κρυβόταν η γενική διάκριση ότι διατάγματα που εκδίδονται σε υποθέσεις ποινικής καταφρόνησης σκοπό έχουν την τιμωρία, ενώ στην αστική καταφρόνηση, σκοπός του σχετικού διατάγματος είναι να αναγκαστεί ο απειθών να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη ενέργεια επ' ωφελεία διαδίκου σε πολιτική υπόθεση. Υπήρχε επίσης η γενική άποψη ότι από την ποινική καταφρόνηση απειλείται η απονομή της δικαιοσύνης ως σύνολο, ενώ τα μόνα πρόσωπα που ενδιαφέρονται στην άρση αστικής καταφρόνησης είναι οι διάδικοι της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όμως, κατά το τέλος του 19ου αιώνα συνειδητοποιήθηκε ότι τέτοιες γενικές αρχές συνιστούσαν υπεραπλούστευση του θέματος». Έχει καταστεί ξεκάθαρο ότι το ζήτημα που έχει ανακύψει και χρήζει απάντησης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είναι, κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ύπαρξη του συστατικού στοιχείου (β) ανωτέρω. Μόνο αν έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος, μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με τους όρους αυτού, και μάλιστα, ηθελημένα. Υπενθυμίζεται ότι, το συστατικό στοιχείο (α) ανωτέρω πληρούται, αφ' ης στιγμής αποτελεί παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων γεγονός ότι, το Διάταγμα ημερ. 12.7.18 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αρ. 1858/2018. Το παρόν στάδιο κρίνεται κατάλληλο για να υπενθυμισθεί ότι, ως νομολογήθηκε στην Police v Kyriakides
(1988)1 C.L.R. 173, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της επίδοσης ενός Διατάγματος Δικαστηρίου σε συνάρτηση με την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης για παρακοή ότι: «Τέτοια απαίτηση (ήτοι της επίδοσης του Διατάγματος) στις ποινικές υποθέσεις δεν υπάρχει αφού δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε γενική πρόνοια είτε στο Κεφάλαιο 155 είτε στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς που να καθιστά την επίδοση ενός τέτοιου διατάγματος ως προαπαιτούμενο για την καταχώρηση υπόθεσης με αντικείμενο κατηγορία για ανυπακοή διατάγματος». Η μη αναγκαιότητα απόδειξης όμως από πλευράς κατηγορούσας αρχής περί επίδοσης του εν λόγω διατάγματος στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, ουδόλως αφαιρεί από την υποχρέωση της όπως αποδείξει στο Δικαστήριο, στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι, ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση περί της ύπαρξης του Διατάγματος και των όρων αυτού. Ο Δικαστικός Λόγος στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου (Ποινική Δικαιοδοσία) Κώστα Νεοκλή ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 174/22 ημερ. 31.10.23 επιβεβαιώνει την πιο πάνω Δικαστική συλλογιστική. Εκεί, με παραπομπή στην Kyriakides (ante) αναφέρεται ότι η επίδοση ενός Διατάγματος για σκοπούς καταχώρησης ποινικής υπόθεσης για καταφρόνηση Δικαστηρίου δεν κρίνεται ως απαραίτητη μεν,: «.υπό τον όρο όμως ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την έκδοση ενός διατάγματος και έλαβε γνώση για το περιεχόμενο του. Εάν, όπως στα γεγονότα της παρούσας έφεσης, το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς και στην απουσία του εφεσείοντος, τότε ήταν απαραίτητο να λάβει γνώση για την ύπαρξη του και ο πλέον ασφαλής τρόπος ότι αυτό θα επιτυγχάνετο ήταν η επίδοση στον ίδιο του Διατάγματος». Η κατηγορούσα αρχή στην παρούσα περίπτωση έχει αποτύχει στην απόδειξη του συστατικού στοιχείου της γνώσης του κατηγορούμενου που αφορά είτε στην έκδοση του Διατάγματος, είτε στους όρους αυτού, είτε στην επίδοση στο πρόσωπο του. Ούτε η παραπονούμενη έκανε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το τι τελικώς απέγινε αναφορικά με το εν λόγω Διάταγμα, αν αυτό παραδείγματος χάριν οριστικοποιήθηκε ή όχι, αν επιδόθηκε ή όχι στον κατηγορούμενο, ή αν αυτός έλαβε γνώση με οποιοδήποτε τρόπο για τους όρους του. Ούτε ο ανακριτής της υπόθεσης προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά επί του θέματος. Αντίθετα, ο μόνος που αναφέρθηκε σε αυτό το Διάταγμα ήταν, εν τη ειλικρίνεια του, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος όχι μόνο εξέφρασε την έκπληξη του στον αστυνομικό σταθμό όταν ενημερώθηκε περί της έκδοσης του, αλλά διερωτήθηκε, και ευλόγως, γιατί, η παραπονούμενη επέλεξε όπως μην του αναφέρει από τον Ιούλιο του 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 οτιδήποτε, αφήνοντας τον ενδεχομένως, έκθετο, σε πιθανή παρακοή του Διατάγματος, επιτρέποντας του όλους τους πιο πάνω μήνες όπως πλησιάζει αυτήν σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων κατά την παράδοση και παραλαβή των ανηλίκων. Ο κατηγορούμενος μάλιστα θορυβημένος, αναζήτησε νομική συμβουλή σε σχέση με τα πιο πάνω, και αυτό στην προσπάθεια του όπως αντιληφθεί πώς, θα επιλύετο το πρακτικό κομμάτι σύζευξης των προνοιών των δύο Διαταγμάτων (Επικοινωνίας και Αποκλεισμού), εάν καθόλου. Από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν είχε γνώση του Διατάγματος, αλλά ούτε και των όρων αυτού. Ως έχει λεχθεί στην Iberian Trust Ltd v Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)ALL ER 176 (Repr), είναι δικαίωμα του προσώπου το οποίο αφορά το Διάταγμα όπως γνωρίζει με πάσα δυνατή λεπτομέρεια τί, δεν επιτρέπεται να πράξει. Με δεδομένο συνεπώς το γεγονός ότι, ούτε η ύπαρξη αλλά ούτε και οι όροι του Διατάγματος ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εντός της σφαίρας γνώσης του κατηγορούμενου, η εν λόγω κατηγορία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί, αφού, εκτός από το actus reus, δηλαδή τις πράξεις του κατηγορούμενου, οφείλει η κατηγορούσα αρχή όπως αποδείξει και το ηθελημένο της παραβίασης (mens rea). Στις αποφάσεις Παπαχρυσοστόμου ν Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 3-9 και Μουζούρης ν Xylophagou Plantantions
(1977)1 CLR 287 λέχθηκε ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συνειδητή θα έλεγε κάποιος, και ηθελημένη ανυπακοή ως προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Μη ηθελημένη ανυπακοή ή παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς στοιχειοθέτηση πρόθεσης και/ή κατά τυχαίο τρόπο δεν φέρει αυτομάτως την καταδίκη του εν λόγω προσώπου, νοουμένου ότι η όλη του στάση και συμπεριφορά δεν επιδεικνύει εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του διατάγματος, ως στην παρούσα περίπτωση. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορία παρέμεινε κενή επί των πιο πάνω σημείων. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. O κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Κατηγορίες 2 και 3 Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Νόμου 119Ι(Ι)/2000, πρόσωπο το οποίο κρίνεται ένοχο για διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, άρθρο 99, πρόσωπο το οποίο, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος, µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε ή προσπάθησε να επιτεθεί, εξυβρίζοντας παράλληλα την παραπονούμενη συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στις κατηγορίες 2 και 3. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι, εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με έστω, υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση του κατηγορούμενου είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή είναι αυτή που οφείλει, με την προσκόμιση αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας να αποδείξει την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ο Δικαστικός λόγος στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ.246, επισημαίνει ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Έχει γίνει μνεία ανωτέρω ως προς του λόγους που η μαρτυρία της παραπονούμενης, επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δυνάμει τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τους επίδικους χρόνους και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος κατά την 5.12.18 επιτέθηκε στην παραπονούμενη ή ότι εξύβρισε αυτήν. Η περιγραφή που έδωσε η παραπονούμενη σε ότι αφορά την δεύτερη κατηγορία δεν έπεισε, ενώ ως καταγράφηκε ανωτέρω, σε αυτό όχι μόνο συνέβαλε το γεγονός ότι έδωσε αντικρουόμενες εκδοχές αλλά κυρίως, το γεγονός ότι οι αντικρουόμενες αυτές εκδοχές ήταν το αποτέλεσμα μιας απέλπιδας προσπάθειας όπως καταφέρει να αποδώσει τις συγκεκριμένες κατηγορίες στο πρόσωπο του κατηγοροουμένου, προσπάθεια η οποία απέτυχε όταν παραδέχθηκε τελικώς ότι, δεν μπορεί να θυμηθεί πώς εξελίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα και αν αυτά αφορούν το υπό εκδίκαση περιστατικό ή άλλο». Σε ότι αφορά δε την κατηγορία περί εξύβρισης, υπενθυμίζεται ότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την παραπονούμενη που να υποστηρίζει έστω και στο ελάχιστο την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης την συγκεκριμένη ύβρη που καταγράφεται στα πρωτογενή γεγονότα της τρίτης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 2 και 3. Κατάληξη: Δυνάμει όλων των πιο πάνω, και με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, καταλήγω ότι η διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. ΓΕ ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση των άρθρων 4,29 και 137 του Κεφ. 154. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)
(2)(ιβ), 15,16,22,23 και 24 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Νόμου 119Ι(Ι)/2000. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 4 και 99 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο