← Κύπρος

AMSTESO ELECTRIC LIMITED κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 33/2021, 17/11/2023

AMSTESO ELECTRIC LIMITED κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 33/2021, 17/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Διορθωμένη απόφαση δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 17.11.2023 Αρ. Αγωγής: 33/2021 (i-Justice) Μεταξύ:

  1. AMSTESO ELECTRIC LIMITED
  2. ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΥ
  3. ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΥΤΣΙΟΦΗ
  4. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΚΟΥΤΣΙΟΦΗ ΓΑΛΛΟΥΡΗ
  5. ΑΝΝΑ ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ
  6. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ Ενάγοντες και THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LTD Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόντων 2 - 5/Αιτητών ημερομηνίας 20.12.2021 για παρεμπίπτοντα διατάγματα 17 Νοεμβρίου,
  7. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 2-5/Αιτητές: κα Αργυρού δια Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση 1: κ. Χ' Σωτηρίου με κα Φωκά δια Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες 2, 3, 4 και 5 / Αιτητές, ζητούν την έκδοση διαταγμάτων που, ουσιαστικά, να εμποδίζουν την εκποίηση 3 ακινήτων που βαρύνονται με υποθήκες υπέρ της Εναγόμενης τράπεζας, (στο εξής η «Ελληνική Τράπεζα»). Προς καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, ξεκινώ με μια συνοπτική αναφορά στο πλαίσιο των γεγονότων που επικαλούνται οι δύο πλευρές, όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα. Όπως θα διαφανεί, μέρος των γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτό υπάρχουν όμως και διαφωνίες. Οι Ενάγοντες 2, 3 και 6 είναι διευθυντές της Ενάγουσας 1 εταιρείας η οποία είναι υπό διαχείριση. Υποστηρίζουν ότι δικαιούνται να ενεργήσουν εκ μέρους της Ενάγουσας 1 εγείροντας την παρούσα αγωγή επικαλούμενοι κατάλοιπο εξουσίας. Η Ενάγουσα 5 είναι σύζυγος του Ενάγοντα 6 και η Ενάγουσα 4 είναι σύζυγος του Ενάγοντα
  8. Διευκρινίζω ότι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία είναι οι Ενάγοντες 2-5 όμως όχι η Ενάγουσα 1 εταιρεία. Η Ενάγουσα 1 εταιρεία ασχολείτο από το 2001 με την εισαγωγή και πώληση ηλεκτρικών συσκευών. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η Ενάγουσα 1 εταιρεία συνεργαζόταν με την Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς των εργασιών της όμως οι Αιτητές δεν ήταν πλήρως ευχαριστημένοι με τις υπηρεσίες που λάμβαναν με αποτέλεσμα περί το καλοκαίρι 2015 να αποφασίσουν να τερματίσουν τη συνεργασία τους με την Τράπεζα Κύπρου και να μεταφέρουν τους λογαριασμούς της εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα. Είναι η θέση των Αιτητών, ότι στην απόφαση τους αυτή καθοριστικός παράγοντας ήταν διαβεβαιώσεις που έλαβαν από συγκεκριμένους λειτουργούς της Ελληνικής Τράπεζας ότι αντιλαμβάνονταν τον τρόπο λειτουργίας και ανάγκες της επιχείρησης, ότι θα υπήρχε ευελιξία στη βάση των αναγκών της εταιρείας και ότι «θα υπήρχε αυτόματη ανανέωση των βραχυπρόθεσμων δανείων με σκοπό την εξασφάλιση της ομαλής συνεργασίας της εταιρείας» με τους προμηθευτές και τους συνεργάτες της. Η πλευρά της Ελληνικής Τράπεζας διαφωνεί ότι είχαν δοθεί τέτοιες διαβεβαιώσεις. Η δική της θέση είναι ότι ο Ενάγοντας 6 είχε προσεγγίσει την Ελληνική Τράπεζα γιατί οι διευθυντές δεν ήταν ευχαριστημένοι με την Τράπεζα Κύπρου με την οποία διατηρούσαν τις βασικές πιστωτικές διευκολύνσεις της εταιρείας και αναζητούσαν άλλο πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο να συνεργαστούν. Οι θέσεις των μερών διαφέρουν επίσης και σε σχέση με ότι επακολούθησε. Η πλευρά των Αιτητών υποστηρίζει ότι είχαν λάβει διαβεβαιώσεις ότι η μεταφορά των λογαριασμών και παροχή αντίστοιχων διευκολύνσεων θα γινόταν τάχιστα, ώστε να μην επηρεαστούν οι εργασίες της εταιρείας. Υποστηρίζουν επίσης ότι αντ' αυτού ακολούθησαν σωρεία αιτημάτων από πλευράς τη Ελληνικής Τράπεζας για παροχή διαφόρων στοιχείων και πληροφοριών και ότι υπήρχε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εξέταση των στοιχείων που παρείχαν, στην έγκριση αιτημάτων και στην ετοιμασία σχετικών εγγράφων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περάσουν περί τους 5 μήνες πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία και ανοιχθούν οι απαιτούμενοι λογαριασμοί στην Ελληνική Τράπεζα. Τελικά από τον Ιούλιο 2015 που λήφθηκε η απόφαση για μεταφορά των λογαριασμών, οι συμφωνίες υπογράφηκαν τον Δεκέμβριο
  9. Η θέση της Ελληνικής Τράπεζας είναι ότι καμία καθυστέρηση ή κωλυσιεργία υπήρξε από τη δική της πλευρά και ότι για όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε ευθύνεται η άλλη πλευρά που καθυστερούσε στην παροχή στοιχείων ή απέστελλε ελλιπή στοιχεία. Τελικά, οι σχετικές συμφωνίες υπογράφηκαν στις 2.12.2015 και περιλάμβαναν όριο παρατραβήγματος ύψους €2.000.000, εγγυητικές επιστολές ύψους €1.000.000, διευκολύνσεις τύπου factoring, διευκολύνσεις προεξόφλησης τιμολογίων βάσει μεταχρονολογημένων επιταγών και δάνειο για ποσό €1.700.
  10. Ως εξασφαλίσεις για τα πιο πάνω, μεταξύ άλλων, η Ελληνική Τράπεζα έλαβε αριθμό υποθηκών επί διαφόρων ακινήτων, ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και εκχώρηση δικαιωμάτων από διάφορα συμβόλαια. Στα ακίνητα που υποθηκεύτηκαν περιλαμβάνονται και τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής J666 (υποθήκη Υ4198/2015), 9/3391 (υποθήκες Υ4202/2015 και Υ4206/2015) και N-5006 (υποθήκες Υ4205/2015 και Υ4212/2015) (στο εξής τα «Επίδικα Ακίνητα»). Σε αυτά θα επανέλθω πιο κάτω. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην μεταφορά των λογαριασμών της εταιρείας από την Τράπεζα Κύπρου στην Ελληνική Τράπεζα είχε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην επιχείρηση. Προκλήθηκαν καθυστερήσεις στην πληρωμή προμηθευτών που, με τη σειρά τους, οδήγησαν σε μείωση πιστωτικών ορίων που παρείχαν στην εταιρεία οι προμηθευτές της. Αυτό περιόρισε σημαντικά τα προϊόντα που ήταν σε θέση να εισαγάγει η εταιρεία και, συνακόλουθα, τον κύκλο πωλήσεων της και τα εισοδήματα της. Παράλληλα, οι Αιτητές παραπονούνται ότι, η Ελληνική Τράπεζα δεν ανταποκρινόταν με την απαιτούμενη ταχύτητα και κατανόηση στα διάφορα αιτήματα και χρηματοδοτικές ανάγκες της εταιρείας. Αυτή η αδράνεια και απροθυμία προκάλεσαν αλυσιδωτά προβλήματα και δημιούργησαν ένα φαύλο κύκλο για την εταιρεία της οποίας η οικονομική κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς. Οι Αιτητές υποστηρίζουν επίσης ότι έγιναν αναδιαρθρώσεις των υποχρεώσεων της εταιρείας όμως και πάλιν παραπονούνται ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν τους προσέφερε ευνοϊκούς όρους ούτε ικανοποιούσε τα αιτήματα τους με αποτέλεσμα να μην καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες της εταιρείας και να μην βελτιώνεται η οικονομική της εικόνα. Υποστηρίζουν ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα χρεώνονταν με αυθαίρετα υψηλά επιτόκια και άλλες αντισυμβατικές χρεώσεις. Ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης χάθηκαν και τερματίστηκαν εμπορικές συνεργασίες με προμηθευτές και η εταιρεία οδηγήθηκε σε τέλμα. Αποκορύφωμα της παράλογης, όπως τη θεωρούν, στάσης της Ελληνικής Τράπεζας ήταν ο διορισμός παραλήπτη/διαχειριστή για την Ενάγουσα 1 εταιρεία. Η πλευρά της Ελληνικής Τράπεζας έχει διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Σύμφωνα με τα όσα αυτή υποστηρίζει, η ίδια ενεργούσε πάντα με επαγγελματισμό και αμεσότητα, εξέταζε και - επί το πλείστον - ικανοποιούσε διάφορα αιτήματα των Αιτητών για περαιτέρω διευκολύνσεις ή τροποποιήσεις των υφιστάμενων διευκολύνσεων, προσέφερε αναδιαρθρώσεις με ευνοϊκούς, υπό τις περιστάσεις, όρους και δεν προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην επιχείρηση. Αντίθετα, είναι η δική της θέση ότι τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας οφείλονταν στην κακή διαχείριση και λανθασμένους επιχειρηματικούς χειρισμούς των διευθυντών. Σημειώνει ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις από τα αρχικά στάδια στη συνεργασίας παρουσίαζαν καθυστερήσεις και ότι, παρά τις δικές της προσπάθειες και θετική στάση, οι διευθυντές δεν κατάφεραν να διορθώσουν την οικονομική εικόνα της εταιρείας. Ένεκα της επιδεινούμενης κατάστασης και των καθυστερήσεων που παρατηρούνταν σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις αναγκάστηκαν να τερματίσουν τις συμφωνίες, να προχωρήσουν στον διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή και στην αποστολή ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι σε σχέση με τις υποθήκες ώστε να προστατεύσουν τα δικαιώματα της τράπεζας. Αυτά αναφορικά με τις θέσεις των δύο πλευρών σε σχέση με τα γεγονότα. Προχωρώ στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με το παρακλητικό, οι Ενάγοντες ζητούν δηλωτικές αποφάσεις (α) ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν δικαιούτο να τερματίσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς την Ενάγουσα 1, (β) ότι εμποδιζόταν να το πράξει λόγω συμπεριφοράς ή λόγω υπογραφής συμφωνιών, (γ) ότι με τον τερματισμό των διευκολύνσεων ενήργησε κατά παράβαση της υποχρέωσης καλής πίστης, (δ) ότι η συμφωνία δανείου και οι συμφωνίες υποθήκης πάσχουν από αοριστία και αδιαφάνεια στον τρόπο υπολογισμού και διακύμανσης του επιτοκίου, (ε) ότι η Ελληνική Τράπεζα προέβηκε σε ρητή και προμηνυόμενη παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, (στ) ότι δεν νομιμοποιείτο να διορίσει παραλήπτη/διαχειριστή στην Ενάγουσα 1 εταιρεία, (ζ) ότι δεν νομιμοποιείται να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, (η) ότι εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι είχε συναφθεί συμφωνία αναδιάρθρωσης στις 7.9.2018, (θ) ότι ενόψει αυτής της συμφωνίας εμποδίζεται η Ελληνική Τράπεζα να διορίσει παραλήπτη/διαχειριστή στην εταιρεία και να εκποιήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, (ι) ότι όφειλε να εφαρμόζει τις εγκυκλίους της Κεντρική Τράπεζας, (ια) ότι ενήργησε κατά παράβαση των εγκυκλίων αυτών, (ια) ότι η απαίτηση για άμεση εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν κακόπιστη και αδικαιολόγητη, (ιβ) ότι οι μεταβολές στο επιτόκιο και άλλες χρεώσεις στον λογαριασμό πέραν των αρχικών συμφωνηθέντων ήταν άκυρες. Επίσης αξιώνει διατάγματα που να αναγκάζουν την Ελληνική Τράπεζα να ακολουθήσει τον κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με αναδιαρθρώσεις, που να διατάζει την Τράπεζα να αφαιρέσει διάφορες χρεώσεις από τις πιστωτικές διευκολύνσεις, που να ακυρώνουν τις συμφωνίες υποθήκης «λόγω αμετάκλητης προμηνυόμενης και/ή προκαταβολικής παράβασης και ή διάρρηξης των συμφωνιών δανείου και των παρεπόμενων συμφωνιών εξασφάλισης από την Εναγόμενη». Τέλος διεκδικεί αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχει υποστεί η Ενάγουσα 1 καθώς και παραδειγματικές, τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Με την καταχώρηση της αγωγής, η Αιτητές καταχώρησαν και την υπό κρίση Αίτηση. Με την Αίτηση επιδιώκουν την έκδοση τριών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ζητούν (α) διάταγμα που «να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού των [Επίδικων Ακινήτων]», (β) διάταγμα που «να αναγορεύει στην Εναγόμενη να πωλήσει τα [Επίδικα Ακίνητα]» με βάση της ειδοποιήσεις τύπου Ι ημερομηνίας 22.4.2021 που έχουν αποσταλεί και (γ) διάταγμα που «να απαγορεύσει στην Εναγόμενη να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης των [Επίδικων Ακινήτων]» με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44(Β) και 44(Γ) του Ν. 9/
  11. Η Ελληνική Τράπεζα έχει εγείρει ένσταση στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Η ένσταση, μεταξύ άλλων, εδράζεται στη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 6 και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού στο Τμήμα Μεγάλων Χορηγήσεων της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd που διαχειρίζεται τις πιστωτικές διευκολύνσεις της Ενάγουσας 1 εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας. Έχω παραθέσει πιο πάνω μια σύνοψη του υπόβαθρου γεγονότων που περιλαμβάνεται στην μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά και δεν θα επαναλάβω. Προσθέτω μόνο μια σύντομη αναφορά σε όσα επικαλείται η πλευρά των Αιτητών ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων. Επισημαίνουν ότι, πέραν των άλλων εξασφαλίσεων, οι πιστωτικές διευκολύνεις που παρείχε η Ελληνική Τράπεζα στην Ενάγουσα 1 εταιρεία εξασφαλίζονται με υποθήκες επί διάφορων άλλων ακινήτων. Τα πλείστα ενυπόθηκα ακίνητα δεν έχουν συναισθηματική αξία και τυχόν απώλεια τους μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Όμως, είναι η θέση των Αιτητών ότι τα Επίδικα Ακίνητα διαφοροποιούνται. Υποστηρίζουν ότι τυχόν εκποίηση των Επίδικων Ακινήτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9/3391, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 5, διαμένουν οι γονείς της, είναι το πατρικό σπίτι της οικογένειας και υπάρχει συναισθηματικό δέσιμο. Είναι «οικογενειακή απόφαση ότι όταν αποβιώσουν οι γονείς της [Ενάγουσας 5] το σπίτι θα παραχωρηθεί στα παιδιά μας, στα εγγόνια τους δηλαδή, για να διασφαλίσουμε με αυτό τον τρόπο ότι το σπίτι θα μείνει στην οικογένεια.» Αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής N-5006, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 2, αυτό αποτελούσε τη δική του οικογενειακή οικία για αρκετά χρόνια, «πριν λίγα χρόνια ο Ενάγοντας 2 παραχώρησε το εν λόγω διαμέρισμα στην θυγατέρα του [-] η οποία μετά τον αρραβώνα της θα το χρησιμοποιεί πλέον ως την μόνιμη κατοικία της. Είναι τεράστιας συναισθηματικής αξίας αφού σε αυτό τώρα θα ξεκινήσει τη ζωή του ένα νεαρό ζευγάρι.» Για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής J666, σημειώνουν ότι αυτό ανήκει στους Ενάγοντες 3 και 4 και αποκτήθηκε με χρήματα από τον αρραβώνα και τον γάμο τους και σε αυτό «έζησε για πολλά χρόνια η οικογένεια τους. Λόγω της γέννησης του τρίτου τους παιδιού χρειάστηκε να μετακομίσουν σε νέο μεγαλύτερο σπίτι αλλά δεν πώλησαν το εν λόγω ακίνητο γιατί ήθελαν να το μεταβιβάσουν στα παιδιά τους όταν θα απαλείφετο η επίδικη υποθήκη. Το σπίτι σήμερα ενοικιάζεται αλλά προορίζεται άμεσα να παραχωρηθεί στην κόρη τους [-], για να διαμένει σε αυτό μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Πρόκειται και αυτό για συναισθηματικής αξίας ακίνητο στο οποίο θα ξεκινήσει την ζωή του ένα νεαρό ζευγάρι.» Είναι η θέση των Αιτητών ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει ο κίνδυνος εκποίησης των Επίδικων Ακινήτων και εάν αυτά περάσουν στα χέρια καλόπιστων τρίτων θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία. Από την άλλη πλευρά, η Ελληνική Τράπεζα υποστηρίζει ότι αυτά που περιγράφουν οι Αιτητές δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δική της θέση είναι ότι δεν αποκαλύπτεται ανεπανόρθωτη ζημιά. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν καθώς και το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Προχωρώ επομένως, στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Ξεκινώντας σημειώνω το εξής. Από τα όσα αναφέρω στην αρχή της απόφασης μου, διαφαίνεται ότι υπάρχει κάποιο κοινό έδαφος ως προς τα γεγονότα, όπως καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών αλλά και όπως διαφαίνεται από το κείμενο κάποιων εκ των τεκμηρίων. Υπάρχουν όμως και άλλα γεγονότα για τα οποία υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών. Διευκρινίζω ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν προβαίνω σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε καταλήγω σε ευρήματα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο πλαίσιο για εξαγωγή συμπερασμάτων και διατύπωση ευρημάτων. Έχω λάβει υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις και εξέτασα τη μαρτυρία και τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασε η κάθε πλευρά μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας. Οι Αιτητές επικαλούνται το άρθρο 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 που προνοεί ότι το Δικαστήριο: «.δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην πιο πάνω διάταξη. Δηλαδή εάν ο αιτητής καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, αντλείται καθοδήγηση από τη νομολογία[1]. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι τα δικόγραφα των Αιτητών (το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στο μεταξύ) αποκαλύπτουν πραγματικά και νομικά ζητήματα προς απόφαση και, συνεπώς, συζητήσιμη υπόθεση[2]. Επομένως κρίνω ότι η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 πληρείται. Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 αφορά το κατά πόσο οι αιτητές έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρουν. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[3]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[4]. Κάποια γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά. Για άλλα διίστανται οι εκδοχές. Διαφωνία υπάρχει επίσης σε σχέση με τις νομικές επιπτώσεις κάποιων γεγονότων καθώς και τις προθέσεις και επιδιώξεις των εμπλεκομένων. Όπως επισήμανα πιο πάνω, αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια εκδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για να ερμηνευτούν οι προθέσεις, οι ενέργειες ή οι παραλείψεις των εμπλεκομένων, και οι νομικές επιπτώσεις. Αυτά είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν κατά τη δίκη[5]. Αυτό που ενδιαφέρει είναι εάν προκύπτει ορατή πιθανότητα να επιτύχουν οι αξιώσεις των Εναγόντων. Επί αυτού, στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, θεωρώ ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με κάποιες από τις αξιώσεις των Εναγόντων. Προχωρώ επομένως στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960. Εάν δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο τέλος εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται κατά κανόνα σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του[6]. Έχοντας εξετάσει τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, θεωρώ ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρείται στην προκείμενη περίπτωση. Η διαφορά μεταξύ των Αιτητών και της Ελληνικής Τράπεζας είναι οικονομικής φύσης. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων ούτε και ότι αυτές ήταν υπερήμερες. Δεν παραγνωρίζω τη θέση τους ότι η αδυναμία της Ενάγουσας 1 εταιρείας να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις ήταν αποτέλεσμα αμελών ενεργειών και παραλείψεων της Ελληνικής Τράπεζας. Όμως η ουσία της διαφοράς τους με την Τράπεζα είναι οικονομικής φύσης. Από τα διάφορα ακίνητα που βαρύνονται με υποθήκες, έχουν απομονώσει τα τρία Επίδικα Ακίνητα για τα οποία ζητούν να εμποδιστεί η Ελληνική Τράπεζα να τα εκποιήσει. Δέχομαι και κατανοώ τους συναισθηματικούς δεσμούς που κάθε οικογένεια έχει με το σπίτι που αποτέλεσε την οικογενειακή κατοικία. Δέχομαι επίσης και κατανοώ την επιθυμία ενός γονιού να δωρίσει στα παιδιά και τα εγγόνια του την κατοικία όπου μεγάλωσαν. Η συναισθηματική αναστάτωση που προκαλεί το ενδεχόμενο απώλειας του σπιτιού που αποτελούσε την οικογενειακή κατοικία είναι δεδομένη. Όμως η νομολογία είναι ξεκάθαρη ότι αυτή η συναισθηματική αναστάτωση δεν συνιστά «ανεπανόρθωτη ζημιά» σε περιπτώσεις αντίστοιχες με την παρούσα. Όπως εξηγήθηκε για το ζήτημα αυτό στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Loucas Panayiotou Estates κ.α. ν Hellenic Bank Public Company Ltd, πολιτική έφεση Ε203/2013, ημερομηνίας 11.9.2019: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Ζαχαρίας Ευαγγέλου κ.α. ν Cyprus Popular bank Public Company Limited κ.α., πολιτική έφεση Ε143/2020, ημερομηνίας 19.10.2023, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «.όταν μια υποθήκη κατατίθεται επί ενός ακινήτου, το ενδεχόμενο εκποίησης του, προς εξασφάλιση από τον δανειστή του λαβείν του, είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο, γνωστό στο δανειζόμενο, κατά τη σύναψη της σύμβασης υποθήκης. Ο δανειζόμενος, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή, ενώ η κατάθεση της υποθήκης αποτελεί άμεσο επακόλουθο της σχετικής σύμβασης. Επομένως, ως θέμα αρχής, κυρίως, αλλά και κοινής λογικής, όταν ο χρόνος ωριμάσει για την εφαρμογή της, αυτός δεν δικαιούται να ενστεί στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Τούτο, βέβαια, εφόσον ο δανειζόμενος ενήργησε, ως ανωτέρω, με την ελεύθερη βούληση του. Αυτή είναι η περίπτωση, εν προκειμένω, σε σχέση με την εφεσείουσα εταιρεία, για την οποία ο εφεσείων ενήργησε, προφανώς, εκ μέρους της, αποδεχόμενος με την ελεύθερη βούληση του, την σύμβαση και την επακόλουθη κατάθεση της υποθήκης. Επομένως, το Δικαστήριο, ορθώς διαπίστωσε ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση [του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60].» Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι υποθήκευση των Επίδικων Ακινήτων έγινε χωρίς την ελεύθερη βούληση των ιδιοκτητών. Σημειώνω ότι δύο εκ των Επίδικων Ακινήτων βαρύνονται με δύο υποθήκες υπέρ της τράπεζας. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η μεταφορά των λογαριασμών της εταιρείας από την Τράπεζα Κύπρου στην Ελληνική Τράπεζα συνίστατο στη παροχή διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων και δανείων το αρχικό ύψος των οποίων επίσης δεν αμφισβητείται, όπως δεν αμφισβητούνται κάποιες διαφοροποιήσεις στις διευκολύνσεις που έγιναν στο ενδιάμεσο. Σημείωσα τη θέση των Αιτητών ότι στα χρεωστικά υπόλοιπα περιλαμβάνονται και αντισυμβατικές χρεώσεις. Όμως δεν αμφισβητείται ότι υπάρχουν χρεωστικά υπόλοιπα στους διάφορους λογαριασμούς. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί των Αιτητών με τα Επίδικα Ακίνητα και η συνεπακόλουθη αναστάτωση σε περίπτωση εκποίησης τους δεν συνιστά «ανεπανόρθωτη ζημιά» για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Ο κίνδυνος απώλειας ενυπόθηκου ακινήτου είναι εγγενής σε κάθε περίπτωση υποθήκευσης προς εξασφάλιση υποχρεώσεων. Με την υποθήκη ο ιδιοκτήτης «εγκαταλείπει» προς όφελος του ενυπόθηκου δανειστή ένα μέρος της απόλυτης ιδιοκτησίας του ακινήτου. Καταληκτικά, αναφορικά με την 3η προϋπόθεση, από το σύνολο της μαρτυρίας και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου δεν διαπιστώνω να στοιχειοθετείται ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα. Αντίθετα, φαίνεται ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ τους στην αγωγή, οι ενδεχόμενες ζημιές των Αιτητών, είναι μετρήσιμες. Περαιτέρω, καμία μαρτυρία, ούτε ισχυρισμός έχει προβληθεί από τους Αιτητές ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Καμία μαρτυρία ούτε ισχυρισμός ότι είναι αφερέγγυα ή δεν έχει τους πόρους ή την περιουσία να ικανοποιήσουν ενδεχόμενη απόφαση. Για τους πιο πάνω λόγους, η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960 δεν πληρείται. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει το αποτέλεσμα της Αίτησης. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 2, 3, 4, και 5/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [2] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [3] Οδυσσέως (ανωτέρω) [4] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [5] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [6] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.