Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. Χαράλαμπο Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αίτησης: 1/2021, 14/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/2021 Αναφορικά με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997 και Αναφορικά με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 14 Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Σταυρινίδης δια Δημήτρης Πανάουτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου δια Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των
(1)Χαράλαμπο Χαραλάμπους και
(2)Μάριο Χαραλάμπους (στο εξής οι «Αιτητές») ημερομηνίας 10.3.2023 για άδεια συνέχισης της αγωγής υπ' αριθμό 5738/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Στις 30.12.2014 οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 5738/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με εναγόμενους την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, την Cyprus Pοpular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα»), την Κεντρική Τράπεζα και την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Μέσω της αγωγής, οι Αιτητές (εκεί Ενάγοντες) εγείρουν αριθμό αξιώσεων που αφορούν την απόκτηση αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας συνολικής αξίας €170.000 περί το
- Στην Αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά όχι της έκθεσης απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ο Αιτητής 1 (Ενάγοντας 1 στην αγωγή) αναφέρει ότι τα επίδικα αξιόγραφα είχαν αποκτηθεί δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 28.4.2010 τις οποίες οι Ενάγοντες συνήψαν με τη Λαϊκή Τράπεζα ως αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Σημειώνει ο Αιτητής 1 ότι, ενώ η αγωγή εκκρεμούσε προς εκδίκαση, η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε εκκαθάριση. Εξηγεί ότι ο λόγος που ζητούν άδεια για συνέχιση της αγωγής είναι «για να φανούν τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα γιατί δεν πρόκειται για απλή υπόθεση που θα μπορούσε να ήταν το αντικείμενο επαλήθευσης σε διαδικασία εκκαθάρισης καθότι όλα τα επίδικα ζητήματα αφορούν νομικά θέματα που σχετίζονται με παράνομες ενέργειες των Εναγόμενων, δόλου, απάτης, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση νομοθεσίας για τις οποίες οι Ενάγοντες-Αιτητές προβάλουν αξιώσεις για καταβολή αποζημιώσεων εκ μέρους των Εναγόμενων και αποτελούν γεγονότα που υπεκφεύγουν της δικαιοδοσίας του εκκαθαριστή.» Ένεκα αυτού, μέσω της παρούσας Αίτησης, οι Αιτητές ζητούν να τους δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Αυτά αναφορικά με την Αίτηση. Ο εκκαθαριστής της Λαϊκής Τράπεζας ενίσταται να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εξωτερικού συνεργάτη του εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας. Η πλευρά του εκκαθαριστή υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι διαθέτουν συζητήσιμη υπόθεση ώστε να τους δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής ενώ δεν έχουν καταδείξει με ποιο τρόπο η συνέχιση της αγωγής και όχι η διαδικασία επαλήθευσης θα λειτουργήσει προς εξισορρόπηση του συλλογικού συμφέροντος των πιστωτών. Στην ένσταση αναφέρεται επίσης ότι ο Αιτητής 1 (Ενάγοντας 1 στην αγωγή) δεν είναι πλέον κάτοχος αξιογράφων γιατί είχε μετατρέψει εθελοντικά τα αξιόγραφα του σε μετοχές. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πλέον πιστωτής και δεν διαθέτει χρέος προς επαλήθευση. Αναφορικά με τον Αιτητή 2, ακόμα κατέχει τα αξιόγραφα για τα οποία εγείρει αξιώσεις και συνεπώς η αξίωση του είναι επαληθεύσιμη. Αυτή είναι, συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με την Αίτηση και ένσταση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία και πηγές στις οποίες παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Ο σκοπός αυτής της διάταξης επεξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Principles of Company Law, Robert Pennington, 1959 edition, σελ.
- To απόσπασμα αυτό αφορά το section 231 του Companies Act 1948 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Αναφέρονται τα εξής: «When a winding up order is made, or a provisional liquidator is appointed, no action or proceeding against the company may be commenced or continued in any court without leave of the Companies Court. The purpose of this is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of extensive litigation. But the court will always give a plaintiff leave to proceed against a company if he has a prima facie case and his claim could not be dealt with in the winding up, or the remedy he seeks could not be given him therein.» Δηλαδή, από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όλες οι αξιώσεις εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας που μπορούν να τύχουν χειρισμού μέσω της σχετικά ανέξοδης και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, πρέπει να προωθούνται με αυτή τη διαδικασία αντί μέσω αντιδικίας στο Δικαστήριο. Για αυτό το λόγο καμία αγωγή ξεκινά ή συνεχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Για να δοθεί άδεια για συνέχιση μιας αγωγής μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εταιρείας αλλά και (β) ότι η απαίτηση του δεν μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές. Με βάση αυτές τις αρχές πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί άδεια στους Αιτητές να συνεχίσουν την αγωγή εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Όπως επισήμανα πιο πάνω, οι Αιτητές επισυνάπτουν στην Αίτηση τους μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής και όχι την έκθεση απαίτησης. Παράλληλα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, πέραν γενικών αναφορών στις αξιώσεις τους, δεν παραθέτουν λεπτομέρειες για τα γεγονότα στα οποία τις στηρίζουν. Συνεπώς, υπάρχει κενό τόσο σε σχέση με τις δικογραφημένες τους θέσεις όσο και για τα γεγονότα στα οποία αυτές εδράζονται. Αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Λαϊκής. Η μόνη, ουσιαστικά, πηγή πληροφοριών από τους Αιτητές είναι ο αξιώσεις που περιλαμβάνονται στη γενική οπισθογράφηση. Οι αξιώσεις του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι οι εξής: (α) Δηλωτική απόφαση ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 28.4.2010 με τις οποίες οι Αιτητές απέκτησαν τα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας είναι παράνομες, άκυρες και χωρίς νομικό αποτέλεσμα γιατί δεν έγιναν με ελεύθερη βούληση αλλά ήταν προϊόν συνωμοσίας, ψυχικής πίεσης, δόλου ή απάτης. (β) Δηλωτική απόφαση με την οποία οι εν λόγω συμφωνίες να κηρύσσονται παράνομες, άκυρες ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα, για τους ίδιους λόγους. (γ) Δηλωτική απόφαση ότι το ποσό των €170.000 που πληρώθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα από τους Αιτητές για την αγορά των αξιογράφων, πληρώθηκε συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων. (δ) Δηλωτική απόφαση ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού ήταν παράνομη, άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα για τους ίδιους λόγους. (ε) Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να επιστρέψουν στους Ενάγοντες το ποσό των €170.
- (στ) Απόφαση για ποσό €170.000 «ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών η οποίες ήταν ως αποτέλεσμα συνωμοσίας και/ή ψυχικής πίεσης και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων» της Λαϊκής Τράπεζας. (ζ) Τόκο προς 9% ετησίως επί του επιδικασθέντος ποσού. (η) Διαζευκτικά τόκο προς 5,5% επί του εν λόγω ποσού. (θ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ένεκα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. (ι) Αποζημιώσεις στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ια) Τιμωρητικές ή επαυξημένες αποζημίωσεις. Επανέρχομαι στις δύο προϋποθέσεις για χορήγηση άδειας για συνέχιση της αγωγής. Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση, έχω την άποψη ότι η έννοια της «εκ πρώτης όψεως υπόθεσης» περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από απλούς ισχυρισμούς. Πρέπει να παρουσιαστεί κάποια μαρτυρία που να δείχνει ότι ο αιτητής διαθέτει ένα συζητήσιμο υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις του. Στην παρούσα περίπτωση, χωρίς μαρτυρία που να εξηγεί που εδράζονται οι αξιώσεις των Αιτητών είναι αδύνατο να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Συνεπώς, δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί κατά πόσο η 1η προϋπόθεση για χορήγηση άδειας πληρείται. Όμως σημαντικότερο, θεωρώ, είναι το εξής. Από την παράθεση των αξιώσεων της αγωγής προκύπτει ότι η ουσιαστική θεραπεία που επιδιώκουν οι Αιτητές (εκεί Ενάγοντες) είναι διάταγμα για την επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε για την απόκτηση των αξιογράφων, πλέον τόκους. Συνεπώς η θεραπεία που θα ικανοποιούσε τους Αιτητές αφορά διάταγμα για πληρωμή συγκεκριμένου, μετρήσιμου ποσού. Εφόσον πρόκειται για εκκαθαρισμένη, ουσιαστικά, απαίτηση τότε δεν διακρίνω γιατί η αξίωση αυτή δεν μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης, μέσω επαλήθευσης. Συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής αναφορικά με αυτή την αξίωση. Εφόσον εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, ο βασικότερος κανόνας της εκκαθάρισης είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης πιστωτών της ίδιας τάξης (the pari passu principle). Η έκδοση ή όχι δικαστικής απόφασης εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού δεν επηρεάζει την σειρά προτεραιότητας στην εκκαθάριση. Συνεπώς, κανένα όφελος θα προκύψει εάν οι Αιτητές εξασφαλίσουν δικαστική απόφαση για χρέος που είναι επαληθεύσιμο. Με την αγωγή εγείρονται και άλλες αξιώσεις που αφορούν δηλωτικές αποφάσεις και αξιώσεις για γενικές, τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Πέραν του ότι μαρτυρία που να τις υποστηρίζει δεν παρουσιάστηκε, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι επιβάλλεται να δοθεί άδεια να συνεχιστεί η αγωγή σε σχέση με αυτές τις αξιώσεις. Οι δηλωτικές αποφάσεις που επιδιώκονται, στο βαθμό που μπορώ να διακρίνω, είναι επικουρικές της κυρίως θεραπείας για επιστροφή του ποσού αγοράς των αξιογράφων. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι τέτοιας ουσιαστικής φύσης ώστε να δοθεί άδεια να συνεχίσουν να προωθούνται εναντίον μιας εταιρείας υπό εκκαθάριση. Εάν δοθεί τέτοια άδεια, η εκδίκαση θα προκαλέσει, αναπόφευκτα, έξοδα ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να τις υπερασπιστεί. Τα έξοδα αυτά θα πληρωθούν από την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας στην οποία προσμένουν όλοι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Ενόψει του ότι οι αξιώσεις αυτές δεν συνιστούν τη βασική θεραπεία, ενόψει της έλλειψης μαρτυρίας (και συνακόλουθης αδυναμίας εκτίμησης των πιθανοτήτων επιτυχίας) αλλά και ζυγίζοντας το συμφέρον του συνόλου των μη εξασφαλισμένων πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται να χορηγηθεί άδεια για συνέχιση ώστε να προωθηθούν οι εν λόγω αξιώσεις. Προσθέτω, παρενθετικά, ότι τίποτα δεν εμποδίζει τους Αιτητές (Ενάγοντες στην αγωγή) από το να προωθήσουν το σύνολο των αξιώσεων που εγείρουν εναντίον των υπόλοιπων εναγόμενων. Τέλος σημειώνω και το εξής. Από τη γενική οπισθογράφηση διαφαίνεται ότι οι Αιτητές είχαν αποκτήσει αξιόγραφα της Λαϊκής δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 28.4.2010, ο μεν Αιτητής 1 αξίας €70.000, ο δε Αιτητής 2 αξίας €100.
- Στην ένσταση αναφέρεται ότι στην πορεία και προτού η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, ο Αιτητής 1 είχε μετατρέψει τα αξιόγραφα του σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας. Εάν ο Αιτητής 1 πράγματι έχει μετατρέψει τα αξιόγραφα του σε μετοχές, τότε δεν εμπίπτει στην έννοια του «πιστωτή» για τους σκοπούς του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 αφού οι μετοχές του δεν συνιστούν «χρέος» της εταιρείας. Επαναλαμβάνω ότι η μετατροπή των αξιογράφων του Αιτητή 1 σε μετοχές προκύπτει μόνο από την ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εκκαθαριστή. Καμία αναφορά σε μετατροπή των αξιογράφων υπάρχει στην Αίτηση, ούτε στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 αλλά ούτε και στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ακόμα όμως και αν έχει γίνει τέτοια μετατροπή, στη γενική οπισθογράφηση δεν εγείρεται οποιαδήποτε αξίωση που να αφορά στο ότι η συμφωνία μετατροπής των αξιογράφων σε μετοχές ήταν άκυρη ή ακυρώσιμη. Η μόνη συμφωνία για την οποία υπάρχει αναφορά είναι η συμφωνία απόκτησης των αξιογράφων. Εφόσον δεν εγείρεται συγκεκριμένη αξίωση για μετατροπή αξιογράφων σε μετοχές, τότε δεν τίθεται θέμα άδειας για συνέχιση προώθησης της αγωγής για τέτοιου είδους θεραπεία. Καταληκτικά, έχοντας εξετάσει όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, έχω καταλήξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δοθεί άδεια συνέχισης της αγωγής 5738/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, η Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο