ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΤΚΟ κ.α., Αρ. Αίτησης: 1/2021, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/2021 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΤΚΟ, Ενάγοντες στην αγωγή 5302/2015 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗ, Ενάγοντα στην αγωγή 5301/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΜΙΧΑΗΛ, Ενάγουσα στην αγωγή 5225/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΓΚΟ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, Ενάγοντες στην αγωγή 5226/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Ενάγοντες στην αγωγή 5224/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΧΡΙΣΤΟΦΟΥ, Ενάγοντα στην αγωγή 6765/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ, Ενάγοντα στην αγωγή 2783/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ, Ενάγοντες στην αγωγή 2782/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου _____________________ Αίτηση Αιτητών ημερομηνίας 31.8.2023 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα και για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ___________________ 30 Νοεμβρίου, 2023. Εμφανίσεις: Για Αιτητές (στην κυρίως αίτηση και την παρούσα Αίτηση): κ. Σταυρινίδης Για Καθ' ης η Αίτηση (στην κυρίως αίτηση και την παρούσα Αίτηση): κ. Στυλιανού δια Makis Anastasiou & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω ένα σύντομο ιστορικό. Οι Αιτητές είναι ενάγοντες σε 8 συνολικά αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίων, ως αναγράφεται στον τίτλο της παρούσας. Ενώ οι αγωγές εκκρεμούσαν προς εκδίκαση, η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε υπό εκκαθάριση. Μέσω των αγωγών, οι εκεί ενάγοντες εγείρουν διάφορες αξιώσεις που πηγάζουν από απόκτηση αξιογράφων της Cyprus Popular Bank Public Company Limited (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα»). Επικαλούνται δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παρανομία κατά την απόκτηση τους. Διεκδικούν επιστροφή των ποσών που είχαν πληρώσει για την απόκτηση των αξιογράφων καθώς και γενικές αποζημιώσεις και δηλωτικές αποφάσεις. Οι αγωγές στρέφονται και εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μέσω των αγωγών εγείρονται διάφορα νομικά ζητήματα και πολύπλοκα θέματα που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επαλήθευσης. Περαιτέρω αμφισβητούνται γεγονότα και πρέπει να μεσολαβήσει δικαστική διαπίστωση των δικαιωμάτων των Αιτητών, κάτι που μόνο με την εκδίκαση των αγωγών μπορεί να επιτευχθεί. Η πλευρά του εκκαθαριστή έχει καταχωρήσει ένσταση στην κυρίως αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Καφά που αναφέρει ότι παρέχει υπηρεσίες στον εκκαθαριστή ως εξωτερικός συνεργάτης, λαμβάνει πληροφορίες από αυτόν και τους δικηγόρους του και είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται εστιάζουν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια και ότι η απαίτηση των Αιτητών εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας είναι επαληθεύσιμη. Αυτά αναφορικά με τη διαδικασία της κυρίως αίτησης. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης με την οποία η πλευρά των Αιτητών ζητά διάταγμα για αντεξέταση του Χαράλαμπου Καφά και διάταγμα που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές διαφωνούν με όσα προβάλλει η πλευρά του εκκαθαριστή στην κυρίως αίτηση, υποστηρίζουν ότι υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης και απόκρυψης της αλήθειας και ζητούν να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «για να απαντήσουν στους λόγους και τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που καταχώρησαν οι αντίδικοι μου για απορρίψουν [sic] την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση μου». Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ζητά να επιτραπεί «να αντεξετάσω τον Χαράλαμπο Καφά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και να καταθέσω συμπληρωματική και απαντητική ένορκη δήλωση σε απάντηση στην ένσταση και την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση για να έχει το Δικαστήριο ενώπιο του όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και το οποίο θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Η πλευρά του εκκαθαριστή έχει ένσταση. Υποστηρίζει ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η αντεξέταση και η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επισημαίνει ότι δεν εξειδικεύεται το μέρος της μαρτυρίας του Χαράλαμπου Καφά στο οποίο επιδιώκεται να αντεξεταστεί ούτε επεξηγούνται ποια γεγονότα θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Ξεκινώ από το αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα παρέχεται από την Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στην μορφή που ισχύουν για σκοπούς της παρούσας Αίτησης) που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination». Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι η απόφαση εάν θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει ρητά τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια, επομένως ανατρέχω στα συγγράμματα και τη νομολογία για καθοδήγηση. Στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 παρατίθενται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.39 Θ.1 λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Διαφωτιστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Balraj Singh Samra ν Ναταλίας Πατσαλίδου, Αγωγή 7123/2008, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009 στην οποία ο κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) έθεσε το θέμα ως εξής: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.». Από την πιο πάνω ανάλυση φαίνεται ότι για να γίνει δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα η αντεξέταση πρέπει να είναι επί περιορισμένων και συγκεκριμένων θεμάτων που να εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να παρεκτραπεί ή να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Στην παρούσα περίπτωση, η Αίτηση για αντεξέταση υποβλήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για άδεια συνέχισης της αγωγής εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της. Στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο της εκκαθάρισης εξετάζει συγκεκριμένους παράγοντες πριν αποφασίσει κατά πόσο θα δώσει άδεια για συνέχιση της αγωγής. Πρωταρχικοί παράγοντες είναι κατά πόσο η αξίωση του αιτητή είναι επαληθεύσιμη, δηλαδή κατά πόσο μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης και κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρει με την αγωγή. Περαιτέρω, στην απόφαση του το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τα συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών. Αυτά είναι ζητήματα που αποφασίζονται, κατά κύριο λόγο, σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρουσιάζει η πλευρά του αιτητή. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται εις βάθος σε θέματα μαρτυρίας που αφορούν την αγωγή και ασφαλώς δεν αποφασίζει επί αμφισβητούμενων γεγονότων στα πλαίσια της αγωγής. Συνεπώς, κατά πόσο υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα στην αγωγή και η έκταση τους δεν είναι κάτι που θα αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης στην κυρίως αίτηση. Εξ άλλου, ο Χαράλαμπος Καφάς δεν αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση σε γεγονότα που έχουν σχέση με την ουσία της αγωγής. Το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης εστιάζει στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Τα ζητήματα επί των οποίων επιθυμεί να αντεξέτασει τον Χαράλαμπο Καφά η πλευρά των Αιτητών, δεν εξειδικεύονται στην παρούσα Αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος των Αιτητών αναφέρει ότι επιθυμεί να αντεξέτασει τον κ. Καφά για να λάβει εξηγήσεις για την πηγή των πληροφοριών του και την εξουσιοδότηση που αναφέρει ότι έχει από τον εκκαθαριστή. Αυτά δεν είναι ζητήματα που δικαιολογούν να επιτραπεί η αντεξέταση. Η ένσταση, που έχει καταχωρηθεί από εξουσιοδοτημένους δικηγόρους του εκκαθαριστή, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Καφά ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί, αναφέρει την ιδιότητα του και την πηγή των πληροφοριών του. Εάν επιτραπεί η αντεξέταση του σε αυτά τα ζητήματα, δεν διακρίνω πως αυτό θα υποβοηθούσε τη διαδικασία της κυρίως αίτησης. Μάλλον καθυστέρηση και παρεκτροπή θα προκαλούσε. Συνοψίζοντας, δεν διακρίνω ότι θα προκύψει ουσιαστικό όφελος στη διαδικασία της κυρίως αίτησης εάν αντεξεταστεί ο Χαράλαμπος Καφάς. Συνεπώς, αυτό το σκέλος της Αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Μέσω της Αίτησης, οι Αιτητές ζητούν επίσης να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που ισχύουν για την παρούσα διαδικασία) η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί εκτενώς στη νομολογία, από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[3]. Άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να δοθεί μόνο εάν καταδειχθεί «καλός λόγος» από την πλευρά του αιτητή. Το τι συνιστά «καλό λόγο» για τους σκοπούς της Δ.48 θ4
(2), δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από τη φύση της κυρίως αίτησης, από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και από την αιτιολόγηση που προβάλλεται. Στην ένορκη δήλωση της Αίτησης δεν εξειδικεύονται τα ζητήματα που εγείρονται στην ένσταση που οι Αιτητές επιθυμούν να απαντήσουν ή να συμπληρώσουν τη μαρτυρία τους. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος των Αιτητών αναφέρει ότι πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «για να μην βρεθούν προ εκπλήξεως και μετεωρισμού οι Αιτητές με την ύπαρξη ισχυρισμού από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση ότι οι λόγοι και τα γεγονότα που αναφέρει στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με την οποία αμφισβήτησε την αίτηση των αιτητών έμειναν αδιάσειστα γιατί δεν υπήρξε απάντηση από πλευράς των αιτητών αφού δεν ζητήθηκε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτε υπήρξε αντεξέταση του Χαράλαμπου Καφφά και η παρούσα αίτηση των Αιτητών αποσκοπεί να εμποδίσει την προβολή αυτού του ισχυρισμού και όχι να καλύψει κενά και νομικές αδυναμίες όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Χαράλαμπος Καφφάς.» Στην απόφαση μου, καθοριστικής σημασίας είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης με το να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τους λόγους που επικαλείται η πλευρά των Αιτητών. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την παράμετρο που εξετάζω εάν οι Αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» ώστε να δοθεί η αιτούμενη άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής μαρτυρίας[4]. Όπως εξήγησα πιο πάνω, το αντικείμενο της κυρίως αίτησης είναι συγκεκριμένο και κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης δεν θα εξεταστούν ενδελεχώς ούτε θα αποφασιστούν αμφισβητούμενα γεγονότα της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διακρίνω ότι θα είναι βοηθητικό για την κυρίως διαδικασία εάν δοθεί η δυνατότητα καταχώρησης επιπλέον ένορκης δήλωσης για τους Αιτητές για να δηλώσει ότι διαφωνεί με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Η διαφωνία των μερών σε κάποιες θέσεις είναι δεδομένη. Δεν διακρίνω να είναι απαραίτητο να επιτραπεί περαιτέρω μαρτυρία, ουσιαστικά, για να επαναληφθούν οι αρχικές θέσεις των Αιτητών. Συνεπώς, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχει «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση περαιτέρω μαρτυρίας για τους Αιτητές. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [4] Σχετική και η Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο