← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΡΔΟΥ ν. ΑΧΙΛΛΕΑ ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3394/2023, 22/12/2023

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΡΔΟΥ ν. ΑΧΙΛΛΕΑ ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3394/2023, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3394/2023 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΡΔΟΥ Ενάγοντα και

  1. ΑΧΙΛΛΕΑ ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗ
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  3. GORDIAN HOLDINGS LTD Εναγόμενοι 22 Δεκεμβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Ενάγοντας/Αιτητής παρών, προσωπικά Για Εναγόμενη 2/Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κόκκινου δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση: κα Σάββα δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή ημερομηνίας 11.12.2023 για παρεμπίπτοντα διατάγματα Εισαγωγή. Ο Ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης 1/8 μεριδίου σε τρία ακίνητα στη Λάρνακα. Πρόκειται για τα ακίνητα με (α) αριθμό εγγραφής 4/[ ] φύλλο σχέδιο 41/570101/4 τεμάχιο [ ], (β) αριθμό εγγραφής 4/[ ] φύλλο σχέδιο 41/570101/4 τεμάχιο [ ] και (γ) αριθμό εγγραφής 4/[ ] φύλλο σχέδιο 41/5 70101/4 τεμάχιο [ ] (στο εξής τα «Επίδικα Ακίνητα»). Τα Επίδικα Ακίνητα βαρύνονται με την υποθήκη Υ3297/1999 με αρχικό δικαιούχο την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου»). Στις 2.11.2023 επιδόθηκε μέσω θυροκόλλησης στον Ενάγοντα η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ με την οποία ενημερώθηκε για την πρόθεση της Gordian Holdings Ltd (στο εξής η «Gordian») να πωλήσει τα Επίδικα Ακίνητα δια ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στις 28.12.2023, σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως κα Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του
  5. Στις 7.12.2023 ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ταυτόχρονα καταχώρησε και την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση τριών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ζητά: (α) διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκποίηση των Επίδικων Ακινήτων, (β) διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2 και 3 «να προχωρήσουν μ' οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Αιτητού τα οποία αφορούν τις υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 2303/2005, 2304/2005, 2305/2005, 2306/2005 και 6235/2005», και (γ) διάταγμα με το οποίο «να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 να προχωρήσουν στην εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντος, η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 2». Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς όμως δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της στους Εναγόμενους 2 και 3 εναντίον των οποίων στρέφονται τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εμφανίστηκαν στη διαδικασία και ήγειραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση είναι κοινώς αποδεκτά. Προκύπτουν από μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια εκδίκασης της Αίτησης η οποία δεν έτυχε συγκεκριμένης αμφισβήτησης καθώς και από έγγραφα που παρουσίασαν οι εμπλεκόμενοι διάδικοι που επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Προς καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, ξεκινώ με μια συνοπτική αναφορά στα γεγονότα αυτά. Περί το 1999 ο Ενάγοντας συνήψε πέντε συμφωνίες δανείου με την Τράπεζα Κύπρου. Μεταξύ των εξασφαλίσεων για τα δάνεια αυτά ήταν και η υποθήκη επί των Επίδικων Ακινήτων. Σε σχέση με τα δάνεια αυτά, η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας πέντε αγωγές εναντίον του Ενάγοντα (εκεί εναγόμενου). Πρόκειται για τις αγωγές με αριθμούς 2303/2005, 2304/2005, 2305/2005, 2306/2005 και 6235/
  6. Στις αγωγές 2303/2005, 2304/2005, 2305/2005 και 2306/2005 εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις στις 12.4.2006 υπέρ της Τράπεζας Κύπρου και εναντίον του Ενάγοντα (εναγόμενου στις εν λόγω αγωγές). Στις αγωγές εκείνες, κατά την έκδοση των εκ συμφώνου αποφάσεων, ο Ενάγοντας (εκεί εναγόμενος) εκπροσωπείτο από τον Εναγόμενο 1, δικηγόρο. Οι αποφάσεις αυτές, εκτός από διαταγή για πληρωμή οφειλόμενων ποσών, περιλάμβαναν και διατάγματα για εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων. Παράλληλα, προέβλεπαν για αναστολή εκτέλεσης μέχρι 31.12.
  7. Στην αγωγή 6235/2005 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του Ενάγοντα (εκεί εναγόμενου) την 1.11.2005 ένεκα της παράλειψης του να εμφανιστεί. Στην υπόθεση εκείνη, ο Ενάγοντας (εκεί εναγόμενος) είχε καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της ερήμην απόφασης. Την αίτηση είχε καταχωρήσει εκ μέρους του ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε, Εναγόμενος 1 στην παρούσα διαδικασία. Στις 12.4.2006 ενώ η αίτηση παραμερισμού ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 1 αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Ενάγοντας (εκεί εναγόμενος) απέσυρε την αίτηση παραμερισμού αφού έγινε δήλωση από πλευράς της Τράπεζας Κύπρου ότι δεν θα προχωρούσε με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης μέχρι 31.12.
  8. (Αντίγραφα των συνταγμένων αποφάσεων και του πρακτικού ημερομηνίας 12.4.2006 στην αγωγή 6235/2005 παρουσιάστηκαν με την ένσταση της Gordian.) Δεν αμφισβητείται ότι έκτοτε ο Ενάγοντας (εξ αποφάσεως οφειλέτης στις πέντε αγωγές) δεν έχει πληρώσει τις αποφάσεις εκείνες. Με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23.5.2019, επικυρώθηκε η μεταφορά χρεοπιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian στη βάση του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 2015, Ν. 169(Ι)/2015 (Τεκμήριο 1, ένσταση Gordian). Σε αυτές περιλαμβάνονταν και τα δικαιώματα στις δικαστικές αποφάσεις 2303/2005, 2304/2005, 2305/2005, 2306/3005 και 6235/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καθώς και στις εξασφαλίσεις που αναφέρονται στις αγωγές αυτές. Αγωγή και υπό κρίση Αίτηση. Όπως σημείωσα στην αρχή, επίκειται η πώληση σε πλειστηριασμό των Επίδικων Ακινήτων στις 28.12.
  9. Αυτό οδήγησε τον Ενάγοντα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και, ταυτόχρονα, της υπό κρίση Αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ο Ενάγοντας παραθέτει τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα που συμπληρώνουν το πιο πάνω πλαίσιο και που τον οδήγησαν στη έγερση της παρούσας διαδικασίας. Στην έκθεση απαίτησης του, ουσιαστικά αναπαράγει το σύνολο της ένορκης του δήλωσης. Ξεκινώ με μια συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και ακολούθως θα αναφερθώ στις αξιώσεις που προβάλλει ο Ενάγοντας με την αγωγή. Στην ένορκη δήλωση του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ο Ενάγοντας αναφέρεται στις αγωγές 2303/2005, 2304/2005, 2305/2005 και 2306/
  10. Καταγράφει εκτενώς τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, περιβάλλουν την έγερση των αγωγών εκείνων, τις δικές του ενέργειες για σκοπούς υπεράσπισης, τους χειρισμούς του Εναγόμενου 1 (τότε δικηγόρου του) και την έκδοση των αποφάσεων εναντίον του. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 και ο αποβιώσαντας πατέρα του, δικηγόροι στους οποίους είχε αναθέσει την εκπροσώπηση του, τον διαβεβαίωσαν ότι «έχω πολύ καλή υπόθεση». Στις αγωγές εκείνες καταχωρήθηκε εκ μέρους του Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην αγωγή 6235/2005, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του χωρίς να έχει διενεργηθεί ορθή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτόν. Αναφέρει πως όταν ενημερώθηκε για την απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην, μέσω του Εναγόμενου 1 δικηγόρου, καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, υποστηρίζει ότι δέχτηκε πιέσεις από τον Εναγόμενο 1 να μην προωθήσει την αίτηση του με αποτέλεσμα να αποσυρθεί ο δικηγόρος και να παραμείνει χωρίς εκπροσώπηση. Η θέση του είναι ότι, ουσιαστικά, παραπλανήθηκε από τον Εναγόμενο 1 και τους δικηγόρους της Τράπεζας Κύπρου με αποτέλεσμα να αποσύρει την αίτηση παραμερισμού στην αγωγή εκείνη αλλά και να αποδεχτεί την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων στις υπόλοιπες τέσσερεις αγωγές. Δέχτηκε, όπως αναφέρει, διαβεβαιώσεις ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη συνολική διαπραγμάτευση των οφειλών του προς την Τράπεζα Κύπρου, στη βάση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που είχε εγείρει. Στα πλαίσια αυτής της συνεννόησης, υποστηρίζει ότι, είχε συμφωνηθεί και αναστολή στην εκτέλεση των αποφάσεων μέχρι 31.12.
  11. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση «ουδέποτε αποδέχθηκα απόφαση εναντίον μου στην όποια αγωγή, διότι επέμενα στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση που είχε καταχωρηθεί εκ του Εναγόμενου αρ.
  12. Εξ άλλου αυτό θα ήταν αδιανόητο εφόσον η όποια παραδοχή θα σήμαινε ξεπούλημα/δωρεά της περιουσίας μου στην Εναγόμενη αρ. 2, την στιγμή που τα τεκμήρια τα οποία η ίδια η Εναγόμενη αρ. 2 είχε συμπεριλάβει στις αγωγές της αποδεικνύουν παράβαση άρθρων του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφάλαιο 149.» Στον Εναγόμενο 1 προσάπτει ότι τον εξαπάτησε και κατά παράβαση της συμφωνίας του να τον υπερασπιστεί και να εκδικάσει τις πέντε αγωγές, αυτός απέσυρε τις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις, χωρίς την γνώση και άδεια του ιδίου. Αναφέρει ότι είχε δώσει «ρητή εντολή στον Εναγόμενο αρ. 1 όπως τούτες οι υποθέσεις εκδικαστούν εάν η Εναγόμενη αρ. 2 δεν αποδεχτεί τις θέσεις και αξιώσεις μου ως αυτές διαφαίνονται μέσω της υπεράσπισης και ανταπαίτησης μου και εκ της επιστολής του Εναγόμενου αρ. 1 ημερομηνίας 16/3/2006 και αντί αυτού ο Εναγόμενος αρ. 1 αποδέχτηκε απόφαση σε βάρος μου και απέσυρε την ανταπαίτηση.» Συνεχίζει λέγοντας ότι τον Μάρτιο 2023 «πληροφορήθηκα ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι ή και ήταν ή και έγινε δικηγόρος ή και σύμβουλος ή και άλλως πως προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 2 σε σωρεία υποθέσεων της, άρχισα έρευνα για να μάθω το τι ακριβώς συνέβη αναφορικά με τις 5 πιο πάνω αγωγές». Υποστηρίζει ότι οι εκ συμφώνου αποφάσεις είχαν εκδοθεί χωρίς τη γνώση του και η πρώτη φορά που ενημερώθηκε ότι είχαν εκδοθεί οι αποφάσεις αυτές ήταν το 2021 όταν τον ενόχλησε η Τράπεζα Κύπρου και η Gordian. Τότε προειδοποίησε, όπως λέει, την Gordian ότι «αν έστω και μια εκ των Υπερασπίσεων στις 5 αγωγές δεν περιείχε το υπερασπιστικό σημείο των μετοχών της Longtail Properties Ltd και των άλλων ενεχυριασμένων προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 2 τότε θα κινούμουν δικαστικώς για προσυνεννοήσεις σε βάρος μου από τους Εναγόμενους αρ. 1 και αρ. 2». Υποστηρίζει επίσης ότι αντίγραφα των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί εναντίον του έλαβε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο 2023 με την απάντηση που του είχε αποστείλει η Gordian σε επιστολή που τους απηύθυνε πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Αναφέρεται στις θέσεις του ως προς την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που είχε προβάλλει στην κάθε αγωγή. Σε πολύ γενικές γραμμές, υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες χορήγησης των δανείων προέβλεπαν ότι σε περίπτωση υπερημερίας η Τράπεζα Κύπρου θα πωλούσε μετοχές εισηγμένης εταιρείας δικαιούχος των οποίων ήταν ο Ενάγοντας και θα διέθετε το προϊόν πώλησης προς εξόφληση των οφειλόμενων. Όμως η Τράπεζα Κύπρου δεν προχώρησε με την πώληση ενώ αν το έπραττε μόλις παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις τότε θα είχαν εξοφληθεί όλα τα οφειλόμενα. Καταλήγει ότι συνεπεία ενεργειών και παραλείψεων που αποδίδει στην Τράπεζα Κύπρου, οφείλει σήμερα συνολικό ποσό €11.416.179,
  13. Παραπονείται στην ένορκη του δήλωση ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 έχουν εγγράψει ΜΕΜΟ σε όλη την ακίνητη περιουσία του, περιλαμβανομένων και ακινήτων που δεν είναι υποθηκευμένα. Παραπονείται επίσης ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό σήμερα είναι επιβαρυμένο με αυξημένους τόκους και υπέρμετρες χρεώσεις. Είναι η θέση του ότι η καθυστέρηση των Εναγόμενων 2 και 3 στην διεκδίκηση των οφειλόμενων ποσών, έχει επιφέρει αυξημένο όφελος σε αυτές εις βάρος του. Σε σχέση με τα Επίδικα Ακίνητα υποστηρίζει ότι βρίσκονται σε προνομιακή τοποθεσία και η αξία τους θα αυξηθεί στο μέλλον. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 3 έχει προγραμματίσει τον πλειστηριασμό στις 28.12.2023 επί σκοπού γιατί «γνωρίζει ότι θα είναι πολύ δύσκολο και όχι ακατόρθωτο [sic] να πωληθεί 1/8 μερίδιο του όποιου κτήματος και μάλιστα σε μια ημερομηνία η οποία είναι μεταξύ των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Διαφαίνεται ότι ο στόχος της Εναγόμενης αρ. 3 είναι να καταστεί η ίδια ιδιοκτήτης μέσω εξαγοράς των μεριδίων από συγγενικές εταιρείες, έστω και κατά το 1/8 μερίδιο, για να ασκεί πιέσεις.» Σημειώνει ότι στην ειδοποίηση Τύπου ΙΑ αναφέρεται ότι το χρέος έχει καταστεί πληρωτέο στις 28.8.2002 και διερωτάται «από την στιγμή που υπήρχαν συμβάσεις για πωλήσεις μετοχών που παρέμβηκε [sic] του όρους των η Εναγόμενη αρ. 2 και από την στιγμή που υποβλήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση από μένα, πως μπορούσε να υπάρχει απαιτητό χρέος από το έτος 2002, την στιγμή που η Εναγόμενη αρ. 3 δεν ήταν καν στο προσκήνιο τον καιρό εκείνο. ενισχύει το γεγονός ότι περίμεναν μέσω τόκων να ανεβεί το ποσό του χρέους για να διεκδικήσουν το όλο των κτημάτων αυτών και όχι απλά το 1/8». Παραπονείται ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 με δόλια πρόθεση εξασφάλισαν διάταγμα για επίδοση δια θυροκόλλησης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ενώ γνωρίζουν την διεύθυνση διαμονής του. Αναφορικά με την Εναγόμενη 3 αναφέρει ότι «ουδέποτε υπόγραψα ή συμφώνησα το παραμικρό μαζί της. Απεναντίας ζητούσα από το 2006 από την Εναγόμενη αρ. 2 να γίνει διαπραγμάτευση επί του συνόλου των χρεών και όχι με τα μέρη των. Προτού γίνει αυτή η διαπραγμάτευση μαζί μου, στο σύνολο, δεν μπορεί η Εναγόμενη αρ. 2 να με αποφεύγει για να πωλήσει ξεχωριστά το κάθε δάνειο προς μεγιστοποίηση των κερδών της, ενόσω ήταν σε γνώση της η συνολική κτηματική περιουσία μου, που εκ των φαινομένων αποτελούσε στόχο των Εναγόμενων αρ. 2 και αρ.
  14. Η μη διαπραγμάτευση του όλου και η παράληψη του Εναγόμενου αρ. 1 να υποβάλει αίτηση συνένωσης των 5 υποθέσεων / αγωγών της Εναγόμενης αρ. 2 με βάση την επιστολή του Εναγόμενου αρ. 1 ημερομηνίας 16.3.2006 προς εμένα, προσθέτουν στον ισχυρισμό μου για υστεροβουλία και συμπεριλαμβάνουν και τον Εναγόμενο αρ. 1.» Στη συνέχεια αναφέρεται σε προσπάθεια άσκησης ψυχολογικής πίεσης προς αυτόν από την Τράπεζα Κύπρου που στο παρελθόν «την πρώτη φορά απέστειλαν επιδότη για κατάσχεση των επίπλων του διαμερίσματος μου 2-3 ημέρες προ των Χριστουγέννων. Μετά από τηλεφωνήματα μου η Εναγόμενη αρ. 2 απέσυρε την απαίτηση για κατάσχεση αλλά με προσκάλεσε να ξοφλήσω κάποια ποσά, που ήταν αυτός ο σκοπός της, εκβιάζοντας την κατάσχεση εν καιρώ Χριστουγέννων.» Υποστηρίζει ότι η Gordian συνεχίζει την άσκηση ψυχικής πίεσης εν καιρώ Χριστουγέννων με την πρόθεση της για πλειστηριασμό των Επίδικων Ακινήτων στις 28.12.
  15. Κατηγορεί την Τράπεζα Κύπρου ότι «ασκεί εκβιαστικά την παραχώρηση δανείων για να πετύχει το μέγιστο των εγγυήσεων στα δάνεια που χορηγεί. Στην περίπτωση μου, ότι ήταν στο όνομα μου στο σύνολο των τον καιρό των συμφωνιών, το υποθήκευσε για να χορηγήσει τα δάνεια, εκβιάζοντας ότι αν δεν τα υποθηκεύσεις δεν σου δίνω το δάνειο.» Σε σχέση με τις αξιώσεις που εγείρει στην αγωγή εξηγεί ότι «ο Εναγόμενος αρ. 1 ενέργησε αντιδεοντολογικά ή και παραπλανητικά ή και έξω από τους όρους εντολής μου προς αυτόν, με αποτέλεσμα να με ζημιώσει με το ποσό των €11.416.179,63, μέχρι την 29/3/2023, ποσό το οποίο αξιώνει σήμερα η Εναγόμενη αρ. 2 μέσω των εταιρειών που εξαγόρασαν τα δάνεια της που συνήψα με την Εναγόμενη αρ. 2 και κυρίως της Εναγόμενης αρ. 3.» Συνεχίσει λέγοντας ότι «τίποτε από όσα έχουν περιγραφεί ως γεγονότα και απαιτήσεις στην παρούσα δεν θα ήταν εν ισχύ αν ο Εναγόμενος αρ. 1 προχωρούσε στην εκδίκαση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης μου, ως ήταν και οι όροι εντολής του.» Καταλήγει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι διαθέτει καλή βάση αγωγής, ότι έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ότι τα Επίδικα Ακίνητα «είναι προσωπική μου περιουσία μεγάλης οικονομικής και συναισθηματικής αξίας και εάν εκποιηθούν θα είναι δύσκολο ή και αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη με την εκδίκαση και ολοκλήρωση της αγωγής. Επίσης θα είναι αδύνατο να ανακτήσω τούτη την ακίνητη περιουσία η οποία είναι οικογενειακή περιουσία η οποία μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά και κινδυνεύουν να εκποιηθούν και πωληθούν εάν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα [.] είναι μια οικογενειακή περιουσία, η οποία περνά από γενιά σε γενιά και η αξία της πέραν της πραγματικής είναι και συναισθηματική και τεράστια για εμένα και την οικογένεια μου και ουδεμία χρηματική αποζημίωση εκ των υστέρων θα εξυπηρετούσε την δικαιοσύνη. Τα εν λόγω τεμάχια ευρίσκονται σε μπλοκ που είναι εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία δικής μου και του αδελφού μου και των ξαδέλφων μας, με τους οποίους λογαριάζομε από κοινού την περαιτέρω αξιοποίηση ή και εκμετάλλευση ολόκληρου του οικογενειακού μπλόκ χωρίς παρεμβάσεις από άτομα εκτός της οικογένειας.» Υποστηρίζει ότι καμία ζημιά θα υποστούν οι Εναγόμενες 2 και 3 εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε αυτή τη βάση ο Ενάγοντας αξιώνει την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που έχω παραθέσει πιο πάνω. Αναφορικά με την αγωγή, όπως σημείωσα πιο πάνω, η έκθεση απαίτησης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Στη βάση αυτών των θέσεων, ο Ενάγοντας αξιώνει μέσω της αγωγής τις ακόλουθες θεραπείες: (α) απόφαση για «€11.416.179,63 ως αποζημιώσεις για την ζημιά που προκάλεσαν στον Ενάγοντα ο Εναγόμενος αρ. 1 ή και ο Εναγόμενος αρ. 2 ή και οποιοδήποτε άλλο ποσό ζητά σήμερα η Εναγόμενη αρ. 3 από τον Ενάγοντα για τις 5 υπό αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως υποθέσεις», (β) «ακύρωση όλων των επιβαρύνσεων που τέθηκαν επί της ακινήτου ιδιοκτησίας του Ενάγοντος από την Εναγόμενη αρ. 2 και την Εναγόμενη αρ. 3 ή και οποιεσδήποτε εταιρείες εξαγόρασαν το δάνειο του ενάγοντος από την εναγόμενη αρ. 2», (γ) «αποζημίωση ετών αδίκου ταλαιπωρίας και ψυχικής πίεσης, επιπλέον των όσων αξιεί σήμερα η Εναγόμενη αρ. 3 εκ του Ενάγοντος», (δ) «αποζημίωση για τους ανάρμοστους και ατεκμηρίωτους χαρακτηρισμούς που έχει αποδώσει ο Εναγόμενος αρ. 1 στον Ενάγοντα, μέσω της επιστολής του ημερομηνάις 13/11/2023», (ε) «αποζημίωση για τις μονομερείς αιτήσεις των Εναγόμενων αρ. 2 και αρ. 3 σε βάρος του Ενάγοντος που επέφεραν βλάβη σε συνταγματικά του δικαιώματα εφόσον δεν του έδωσαν την ευκαιρία να τους αντικρούσει και να προασπιστεί των περιουσιακών του δικαιωμάτων». Αυτό είναι συνοπτικά το υπόβαθρο της αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης. Ένσταση Τράπεζας Κύπρου. Η θέση της Τράπεζας Κύπρου είναι ότι τα αιτούμενα διατάγματα καμία σχέση έχουν με την ίδια εφόσον τα δικαιώματα τις στις πέντε δικαστικές αποφάσεις και στις διάφορες εξασφαλίσεις που αφορούν, περιλαμβανομένης της υποθήκης επί των Επίδικων Ακινήτων, έχουν μεταβιβαστεί στην Gordian. Στην ένορκη δήλωση λειτουργού της Τράπεζας Κύπρου, αυτός αναφέρει ότι μετά την επικύρωση της μεταφοράς των δικαιωμάτων στις πέντε δικαστικές αποφάσεις και στις εξασφαλίσεις των οφειλών του Ενάγοντα, η Τράπεζα Κύπρου καμία σχέση έχει με αυτές και, συνακόλουθα, καμία σχέση έχει με τον επικείμενο πλειστηριασμό των Επίδικων Ακινήτων ούτε και οποιοδήποτε όφελος. Ένσταση Gordian. Η Gordian έχει επίσης εγείρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εστιάζει στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση του λειτουργού της Gordian που συνοδεύει την ένσταση, αυτός αναφέρει ότι η υποθήκη είναι έγκυρη και δεσμευτική και ότι η Gordian προώθησε τη διαδικασία πλειστηριασμού σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Ν. 9/
  16. Αναφέρει ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι στάλθηκαν στις 3.4.
  17. Η ειδοποίηση τύπου ΙΒ στάλθηκε μέσω συστημένου ταχυδρομείου και παραλήφθηκε από τον Ενάγοντα στις 19.6.
  18. (Αντίγραφα απόδειξης παραλαβής ταχυδρομείου επισυνάπτονται στην ένσταση). Ένεκα του ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση, απεστάλη η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ η οποία επιδόθηκε στον Ενάγοντα στις 2.11.2023 δυνάμει διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Το διάταγμα εξασφαλίστηκε στα πλαίσια της γενικής αίτησης 168/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η ειδοποίηση παραλήφθηκε και από τον ίδιο τον Ενάγοντα μέσω συστημένου ταχυδρομείου. (Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και αποδεικτικά επίδοσης μέσω ταχυδρομείου επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένσταση). Είναι η θέση του ότι οι επιδόσεις είναι καθ' όλα νόμιμες. Ο ενόρκως δηλών επισημαίνει την καθυστέρηση του Ενάγοντα να ενεργήσει τόσο σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει αναφορικά με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν το 2005 και 2006 αλλά και σε σχέση με τον επικείμενο πλειστηριασμό αφού η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς στις 7.12.2023 και ο πλειστηριασμός είναι προγραμματισμένος για τις 28.12.
  19. Αγορεύσεις. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης, ο Ενάγοντας και οι συνήγοροι των Εναγόμενων 2 και 3 παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν κατά τις προφορικές τους αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Ανάλυση. Προχωρώ επομένως, στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Εν αρχή, σημειώνω το εξής. Παρέθεσα στην αρχή κάποια γεγονότα τα οποία δεν διέκρινα να αμφισβητούνται από τα μέρη. Για άλλα διίστανται οι εκδοχές. Διίστανται επίσης οι ερμηνείες κάποιων γεγονότων καθώς και των προθέσεων και επιδιώξεων των εμπλεκομένων. Διευκρινίζω ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν προβαίνω σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε καταλήγω σε ευρήματα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια εκδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε είναι το κατάλληλο στάδιο για να ερμηνευτούν οι προθέσεις, οι ενέργειες ή οι παραλείψεις των εμπλεκομένων. Αυτά είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν κατά τη δίκη[1]. Έχω λάβει υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις και εξέτασα τη μαρτυρία και τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασε η κάθε πλευρά μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Πριν προχωρήσω περαιτέρω, πρέπει να σημειώσω ότι διαχωρίζω στην απόφαση μου την περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου από την περίπτωση της Gordian. Οι δύο Εναγόμενες πρέπει να τύχουν ξεχωριστής μεταχείρισης για σκοπούς της Αίτησης για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Απαγορευτικά ενδιάμεσα διατάγματα δεν εκδίδονται επί ματαίω ούτε στρέφονται γενικά και αόριστα εναντίον κάποιου προσώπου. Σε περίπτωση που θα εκδοθούν, πρέπει να στρέφονται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων που, ένεκα της εμπλοκής ή της ιδιότητας τους στα γεγονότα, είναι απολύτως αναγκαίο να εκδοθεί διάταγμα εναντίον τους. Όπως προκύπτει από το τεκμήρια που παρουσιάστηκαν μέσω των ενστάσεων, η Τράπεζα Κύπρου, αρχικός εξ αποφάσεως πιστωτής και ενυπόθηκος δανειστής, έχει στο μεταξύ υποκατασταθεί από την Gordian. Με την έκδοση του σχετικού δικαστικού διατάγματος το 2019, καμία περαιτέρω εμπλοκή, δικαίωμα ή συμφέρον έχει η Τράπεζα Κύπρου στην υποθήκη επί των Επίδικων Ακινήτων, στη διαδικασία πλειστηριασμού που βρίσκεται σε εξέλιξη και στις δικαστικές αποφάσεις στις πέντε αγωγές. Ο Ενάγοντας δεν έχει αμφισβητήσει τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων στην υποθήκη και στα εξ αποφάσεως χρέη προς την Gordian. Αντίθετα, πρόκειται για κάτι που και ο ίδιος αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του και στην ένορκη του δήλωση. Έχω σημειώσει τη θέση του ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του. Αυτό όμως, ακόμα και αν ευσταθεί, είναι άσχετο. Η επικύρωση της μεταφοράς των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian έχει συντελεστεί με την έκδοση του δικαστικού διατάγματος. Έκτοτε, η Τράπεζα Κύπρου κανένα δικαίωμα, συμφέρον ή εμπλοκή έχει σε μέτρα εκτέλεσης των αποφάσεων στις πέντε αγωγές και κανένα δικαίωμα, συμφέρον ή εμπλοκή έχει στην εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντα στα πλαίσια εκτέλεσης εκείνων των αποφάσεων. Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία εκποίησης των Επίδικων Ακινήτων μέσω του πλειστηριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, παρά το ότι ο Ενάγοντας ζητά την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, η Αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα δεν την αφορούν. Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου εναντίον της και δεν επιτυγχάνει στον βαθμό που την αφορά. Παραμένει επομένως να εξεταστεί εάν τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν και πρέπει να εκδοθούν εναντίον της Gordian. Άρθρο 32

(1), Ν. 16/60. Η εξουσία για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Αίτηση πηγάζει από το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 που προνοεί ότι Δικαστήριο: «.δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην πιο πάνω διάταξη. Δηλαδή εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, εφόσον πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και να αποφασίσει κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να παρασχεθεί ενδιάμεση θεραπεία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, αντλείται καθοδήγηση από τη νομολογία[2]. Η 1η και 2η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 είναι, σε κάποιο βαθμό, αλληλένδετες. Ειδικά στην παρούσα περίπτωση όπου, όπως ανέφερα πιο πάνω, το περιεχόμενο του έντυπου απαίτησης είναι, ουσιαστικά, ταυτόσημο με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση. Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση, το κατά πόσο αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εξετάζεται σε συνάρτηση με τα δικόγραφα. Συνεπώς ανατρέχω στην έκθεση απαίτησης, όπως αποτυπώνεται στο έντυπο απαίτησης για να διαπιστώσω κατά πόσο αποκαλύπτει πραγματικά και νομικά ζητήματα προς απόφαση και, συνεπώς, συζητήσιμη υπόθεση[3]. Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρει. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[5]. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης, ούτε σε τελικά συμπεράσματα επί της ουσίας της αγωγής[6]. Έχω κατά νου ότι ο Ενάγοντας δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο και, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζω με την ίδια αυστηρότητα τη δικογραφία όπως στην περίπτωση που αυτή θα είχε συνταχθεί από δικηγόρο. Έστω και έτσι όμως, από τα ενώπιον μου δεδομένα καταλήγω ότι οι Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει βάσιμη αξίωση ή πιθανότητα επιτυχίας, εναντίον της Gordian. Τόσο στο έντυπο απαίτησης όπως και στην ένορκη δήλωση, ο Ενάγοντας καταγράφει πληθώρα γεγονότων και εκφράζει διάφορες απόψεις και παράπονα ως προς τον χειρισμό των πέντε αγωγών, των αποφάσεων που εκδόθηκαν σε αυτές, τον χειρισμού των δανειακών του συμβάσεων από την Τράπεζα Κύπρου πριν την καταχώρηση των αγωγών και τη δυσαρέσκεια του για τα δεδομένα με τα οποία είναι σήμερα αντιμέτωπος. Παρά την πληθώρα γεγονότων και απόψεων που παραθέτει και παρά την έλλειψη αυστηρότητας με την οποία προσεγγίζω την έκθεση απαίτησης, δεν διαπιστώνω να αποκαλύπτεται συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Gordian στην αγωγή. Οι αναφορές του Ενάγοντα σε απάτη και δόλο, δεν στρέφονται και δεν αφορούν την Gordian. Λεπτομέρειες απάτης ή αμέλειας σε σχέση με την έκδοση των αποφάσεων στις πέντε αγωγές ή στην συνομολόγηση της υποθήκης επί των Επίδικων Ακινήτων το 1999, που να εμπλέκουν την Gordian δεν υπάρχουν. Ούτε διαπιστώνω από τα όσα περιέχονται στην έκθεση απαίτησης να αποκαλύπτεται άλλη βάση επί της οποίας να μπορούν να εγερθούν οι προαναφερόμενες αξιώσεις εναντίον της Gordian στην αγωγή. Τα παράπονα του Ενάγοντα για καθυστέρηση στην εκτέλεση των αποφάσεων στις πέντε αγωγές επίσης δεν δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα. Υπέρμετρη καθυστέρηση από πλευράς της Gordian στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της για εκτέλεση των αποφάσεων δεν διαπιστώνεται ενώ προηγουμένως φαίνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε λάβει μέτρα προς εκτέλεση, όπως εγγραφή ΜΕΜΟ και έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας που με παρέμβαση του Ενάγοντα δεν είχε αποτέλεσμα. Δεν διαπιστώνω επίσης ενέργειες καταπιεστικές από πλευράς της Gordian. Οι αναφορές σε οχλήσεις για πληρωμή και αναζήτηση πληροφοριών από λειτουργούς της Gordian, δέχομαι ότι προκάλεσαν αναστάτωση και εκνευρισμό, όμως η Gordian ενεργούσε εντός των δικαιωμάτων της. Με την αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει απόφαση για ποσό €11.416.179,63 ως αποζημιώσεις για ζημιά που του προκάλεσαν οι ενέργειες των Εναγόμενων 1 και 2. Δεν διαπιστώνω ενέργειες ή παραλείψεις της Gordian που θα μπορούσαν να αποτελέσουν έρεισμα για διεκδίκηση εναντίον της αυτού του ποσού. Με την αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει επίσης την ακύρωση όλων των επιβαρύνσεων που τέθηκαν επί της ακίνητης περιουσίας του. Ούτε για αυτή την αξίωση διακρίνω να αποκαλύπτεται στο δικόγραφο βάση αγωγής. Δεν διακρίνω γεγονότα που να παρέχουν δυνατότητα διεκδίκησης της συγκεκριμένης θεραπείας. Παρά τα παράπονα που εκφράζει ο Ενάγοντας σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις στις πέντε αγωγές, δεν ζητά την ακύρωση των αποφάσεων εκείνων. Όπως αναφέρει μάλιστα στο μέρος της γραπτής του αγόρευσης που απαντά στην ένσταση της Gordian, «[η Gordian] επιμένει να συνδέει την αίτηση μου με τις δικαστικές αποφάσεις του έτους 2006. Η αίτηση μου δεν απαιτεί ακύρωση και/ή παραμερισμό των εν λόγω αποφάσεων, αλλά είναι αγωγή απαίτησης μετά από εξακρίβωση απάτης από τους τρεις Εναγόμενους, με αφετηρία τον Μάρτιο 2023 όταν πληροφορήθηκαν ότι ο τότε δικηγόρος μου και Εναγόμενος αρ. 1 είναι ή και ήταν ή και έγινε δικηγόρος ή και σύμβουλος ή και άλλοσπως, προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 2 σε σωρεία υποθέσεων της.» Εφόσον δεν επιζητείται ακύρωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις πέντε αγωγές, δεν νοείται το παρόν Δικαστήριο να παρέμβει και να εμποδίσει ή ακυρώσει ή αναστείλει την εκτελεστότητα εκείνων των αποφάσεων. Όπως εξηγήθηκε από τον έντιμο Παμπαλλή Δ. στην CVCIGP II Ukraine Investment Ltd κ.α.
(2013)1 ΑΑΔ 10, υπόθεση που αφορούσε διαδικασία certiorari: «.το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις περιπτώσεις ύπαρξης συγκρουσιακών προνοιών ή αντιφατικότητας μεταξύ των αποφάσεων ισότιμων Δικαστηρίων. Αυτή η ενέργεια αποτελεί μιας μορφής υπέρβασης εξουσίας που ομολογουμένως [.] εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης. Η αναίρεση υφιστάμενου διατάγματος από άλλο ομόβαθμο δικαστήριο, ισοδυναμεί με ενέργεια υπερβατική της δικαιοδοσίας.[7]» Η ακύρωση ή τροποποίηση ή αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον του στις πέντε αγωγές (που περιλαμβάνουν διάταγμα εκποίησης υποθηκών επί ακινήτων του Ενάγοντα), δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν αμφισβητεί ούτε παρουσιάζει στοιχεία που να θέτουν σε αμφισβήτηση τις συνθήκες σύναψης της υποθήκης επί των Επίδικων Ακινήτων ή την εγκυρότητα της υποθήκης. Η δε εγγραφή δικαστικής απόφασης, ΜΕΜΟ, επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας εξ αποφάσεως οφειλέτη ως μέτρο για εκτέλεση δικαστικής απόφασης, είναι δικαίωμα που παρέχεται ρητά στον εξ αποφάσεως πιστωτή από το νόμο. Με αυτά τα δεδομένα δεν εντοπίζω την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος που να παρέχει στον Ενάγοντα τη δυνατότητα να αξιώνει ακύρωση των επιβαρύνσεων επί της ακίνητης του περιουσίας. Επίσης κανένα ισχυρισμό ή μαρτυρία διακρίνω που να παρέχει στον Ενάγοντα έρεισμα να εγείρει αξιώσεις εναντίον της Gordian για ταλαιπωρία και ψυχική πίεση. Η τελευταία αξίωση που εγείρεται με την αγωγή και φαίνεται να αφορά την Gordian είναι η αξίωση για αποζημιώσεις για μονομερείς αιτήσεις «που επέφεραν βλάβη στα συνταγματικά του δικαιώματα». Αντιλαμβάνομαι ότι ο Ενάγοντας ίσως εννοεί την διαδικασία επικύρωσης της μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στις επίδικες δικαστικές αποφάσεις και σχετικές εξασφαλίσεις ή, ενδεχομένως, τη διαδικασία ανανέωσης των δικαστικών αποφάσεων στις πέντε αγωγές ή και τη διαδικασία έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Υπό το πλέγμα των δεδομένων της παρούσας περίπτωσης, ούτε αυτή η αξίωση εδράζεται σε οποιαδήποτε αναγνωρισμένη βάση αγωγής εναντίον της Gordian. Η ορθότητα ή η νομιμότητα εκείνων των αποφάσεων δεν μπορούν να κριθούν μέσω αυτής της αγωγής. Συγκεφαλαιώνοντας, εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε ο Ενάγοντας καθώς και την έκθεση απαίτησης καταλήγω ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Gordian στην αγωγή. Αυτές οι διαπιστώσεις σφραγίζουν και το αποτέλεσμα της Αίτησης εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 είναι σωρευτικές. Εκ του περισσού προχωρώ να εξετάσω και την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 που αφορά το κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει καταδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται κατά κανόνα σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του[8]. Έχοντας εξετάσει τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, θεωρώ ότι ούτε αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Με την αγωγή ο Ενάγοντας ζητά να του επιδικαστεί το ποσό των €11.416.179,63, ποσό που υποστηρίζει ότι αντιπροσωπεύει τη ζημιά που έχει υποστεί. Συνεπώς, η ενδεχόμενη ζημιά του είναι μετρήσιμη. Καμία μαρτυρία ή ισχυρισμός έχει προβληθεί από τον Ενάγοντα ότι η Gordian δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Καμία μαρτυρία ούτε ισχυρισμός ότι είναι αφερέγγυα ή δεν έχει τους πόρους ή την περιουσία να ικανοποιήσει ενδεχόμενη απόφαση. Ο κίνδυνος απώλειας της ιδιοκτησίας του 1/8 μεριδίου στα Επίδικα Ακίνητα που βαρύνονται με την υποθήκη δεν μπορεί, αφ εαυτού, να στοιχειοθετήσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Ούτε και η συναισθηματική αξία ή πρόθεση για μελλοντική ανάπτυξη και εκμετάλλευση των Επίδικων Ακινήτων αλλάζουν τα δεδομένα. Όπως εξηγήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Loucas Panayiotou Estates κ.α. ν Hellenic Bank Public Company Ltd, πολιτική έφεση Ε203/2013, ημερομηνίας 11.9.2019: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Το ίδιο ισχύει, κατ' αναλογία και στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, ούτε η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960 πληρείται. Τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώρια επιτυχίας της Αίτησης. Άρθρο 44Γ
(3)(δ), Ν. 9/1965. Επιπρόσθετα, υπάρχει ακόμα ένα εμπόδιο στην έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων στο βαθμό που αφορούν την υποθήκη επί των Επίδικων Ακινήτων. Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965 προβλέπουν τα εξής: «44Γ
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: [.] (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.» (υπογράμμιση δική μου) Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγοντας μέσω της υπό κρίση Αίτησης ουσιαστικά επιδιώκει διάταγμα που να απαγορεύει τη διαδικασία εκποίησης των Επίδικων Ακινήτων. Τέτοιο διάταγμα δεν επιτρέπεται να εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εφόσον η διαδικασία εκποίησης έχει ήδη ξεκινήσει. Η συμφωνία υποθήκης που βαραίνει τα Επίδικα Ακίνητα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν είναι η ουσία της επίδικης διαφοράς. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυλωνάς ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/2019 ημερομηνίας 10.12.2019 που αφορούσε παραπλήσια γεγονότα: «Ο Εφεσείοντας αιτήθηκε την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων για να αποτρέψει την πώληση του ακινήτου που είχε υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας όταν η τελευταία εκκίνησε τη διαδικασία για την πώληση του δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018. Πρόκειται για τη διαδικασία που έχει εισαχθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 (Ν.142(Ι)/2014) που αφορά στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η διαδικασία εκποίησης υποθήκης δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA των Νόμων άρχεται με την επίδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «Ι». Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδώσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερομένου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της και σε αυτό αναφέρονται εξαντλητικά οι λόγοι για τους οποίους η ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί. Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 (Ν.87(Ι)/2018) που δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ την 13.7.2018, επέφερε διάφορες αλλαγές στο Μέρος VIA των Νόμων. Μια σημαντική αλλαγή ήταν ότι η πρόνοια του άρθρου 44Γ
(3)(δ), που καθιστούσε λόγο έφεσης για τον παραμερισμό ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» την εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι», καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με πρόνοια που καθιστά λόγο έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Έτσι, όταν την 8.8.2019 επιδόθηκε στον Εφεσείοντα ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», αυτός επεδίωξε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε να τεκμηριώσει λόγο έφεσης για τον παραμερισμό της. Η ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι» που προηγήθηκε πρέπει να είχε επιδοθεί στον Εφεσείοντα τουλάχιστο 30 ημέρες προηγουμένως (βλ. άρθρο 44Γ
(1)) Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.» (Υπογράμμιση δική μου) Στην μεταγενέστερη απόφαση Αναφορικά με την αίτηση της Α. Παπακοκκίνου, Πολιτική έφεση 110/2019, ημερομηνίας 18.2.2020, ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση και το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής: «Το Μέρος VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/65 το οποίο έχει εισαχθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν.142(Ι)/2014, προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Αρχικά επιδίδεται ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «Ι» και σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδόσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Το άρθρο 44Γ
(3), όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 87(Ι)/2018, παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης καθορίζονται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο. Ένας από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) είναι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Όπως δε αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν είναι θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί στην αγωγή ή στην αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε, ήτοι με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. H αγωγή που καταχώρησε η εφεσείουσα και το παρεμπίπτον διάταγμα που αξίωσε στα πλαίσια της αγωγής δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μυλωνάς, πιο πάνω.» (Υπογράμμιση δική μου) Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα που να έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή, αναβολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού της υποθήκης επί των Επίδικων Ακινήτων που έχει ξεκινήσει με την Ειδοποίηση Τύπου Ι τον Μάρτιο 2023 και βρίσκεται σε εξέλιξη. Η διενέργεια αυτού του πλειστηριασμού ρυθμίζεται εξαντλητικά στο Μέρος VΙA του Ν. 9/1965 και μόνο κατά τον τρόπο που εκεί προβλέπεται μπορεί να προσβληθεί. Στα πλαίσια μιας αγωγής, το μόνο διάταγμα που θα μπορούσε να εκδοθεί είναι διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης «που η αγωγή αφορά»[9]. Το αντικείμενο δηλαδή της αγωγής πρέπει να είναι το ίδιο το έγγραφο υποθήκης, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ. Κατάληξη. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα /Αιτητή. Το ποσό των εξόδων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο με συνοπτικό υπολογισμό στη βάση της Δ.39.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [2] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [3] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [4] Οδυσσέως (ανωτέρω) [5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [6] Fellowes v Fisher (ανωτέρω) [7] Σχετική επίσης η απόφαση Russel Ritchie κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 639 [8] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [9] Μυλωνάς (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.